Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2018

10084 - Ο Γέροντας Παΐσιος (4ο μέρος)

Το κείμενο που ακολουθεί και παρατέθηκε σε 4 σε συνέχειες, αποτελεί την ομιλία του μακαριστού Γέροντα Μωυσή Αγιορείτη, στην εσπερίδα που πραγματοποιήθηκε για τον Άγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη τον Ιούνιο του 2004 στη Βέροια.

Ο βίος του μακαρίου και μακαριστού Γέροντος Παισίου, είναι μια ανθοδέσμη σπανίων κι ευωδών αρετών. Είχε τη μακαριζόμενη απ’ όλους τους νηπτικούς πατέρες ξενιτεία. Παρότι είχε μεγάλη αγάπη στους γονείς του, τους αρνήθηκε για την αγάπη του Χριστού. Διέκοψε κάθε επικοινωνία μαζί τους και μόνο τους μνημόνευε στην προσευχή του ως ζώντες ή κεκοιμημένους. Η ξενιτεία είναι βασική μοναχική αρετή.
Λέγουν, πως ο Γέρων Παΐσιος έφθασε εκεί που έφθασε, ψηλά, περισσότερο από τη μεγάλη του άσκηση παρά από την υπακοή. Εν τούτοις και ο Γέροντας Παίσιος έκανε σε όλη του τη ζωή διαφορότροπο υπακοή, γιατί γνώριζε καλά την ωφέλειά της. Έλεγε:

«Η υπακοή είναι ο πιο σύντομος και εύκολος δρόμος. Είναι το κλειδί του Παραδείσου. Με αυτήν κόβεται το θέλημα, ο εγωισμός, τα πάθη και έρχεται η Χάρις του Θεού και γίνεται η ζωή Παράδεισος. Η υπακοή οδηγεί εύκολα στην αγία ταπείνωση».
Ο φύλακας κέρβερος της κάθε αρετής του, ήταν πάντα η ανόθευτη και πλούσια ταπείνωση, η υγιής και θεομακάριστη, που είναι η καλύτερη ασφάλεια για τον πνευματικό άνθρωπο. Ο παπα-Τύχων έλεγε: «Ο Θεός κάθε πρωί ευλογεί τον κόσμο με το δεξί του χέρι. Όταν δεί ταπεινό, τον ευλογεί και με τα δυό του χέρια». Έτσι ο ευλογημένος αυτός άνθρωπος του Θεού και αληθινά ταπεινός, έλεγε: «Ο μεγαλύτερος εχθρός μου είναι το όνομά μου». Όλους τους αισθανόταν ανώτερούς του. Ο ταπεινός, λένε, δεν φοβάται αν πέσει, γιατί είναι χάμω, κι από το χάμω πιο χάμω δεν έχει. Έτσι ήταν άφοβος, ελεύθερος, χαιρόταν να τον κατηγορούν κι όχι να τον τιμούν κι επαινούν. Ο ίδιος είχε την ειλικρινή αίσθηση περί του εαυτού του ότι είναι ένα μόριο σκόνης ακάθαρτο. Γι’ αυτό μιλούσε συνεχώς για μετάνοια, την οποία είχε λησμονήσει ο κόσμος καθώς έλεγε: «Η έλλειψη ταπεινώσεως είναι κύρια αιτία των πολλών προβλημάτων του σύγχρονου ανθρώπου».
Πλούτος του ήταν η πενία και η ακτημοσύνη. Χαιρόταν πιο πολύ να δίνει παρά να παίρνει. Λυπόταν όταν του έστελναν χρήματα και προσπαθούσε σύντομα να τα μοιράσει σε φτωχούς. Αυτός που λόγω της εκτιμήσεως του κόσμου θα μπορούσε να είχε πολλά, δεν είχε τίποτε, και μερικές φορές μάλιστα δανειζόταν για να εκπληρώσει βασικά του έξοδα. Οι πρώτοι χριστιανοί αγαπώντας τον πλησίον σαν τον εαυτό τους, έδιναν κι από το υστέρημά τους. Ζούσαν με τα εντελώς απαραίτητα και μοίραζαν τα υπάρχοντά τους στους φτωχούς. Ο Γέροντας ως αληθινός Μοναχός, με τον ενθουσιασμό των πρώτων χριστιανών χαιρόταν υπερβολικά στη στέρηση, την κακουχία, την εγκράτεια.
Η νηστεία και η αγρυπνία ήταν μόνιμοι συνοδοί όλης της ζωής του από μικρό παιδί. «Ο άνθρωπος –όπως έλεγε ο Γέροντας Αιμιλιανός ο Σιμωνοπετρίτης– τίποτε δεν μπορεί να δώσει στον Θεό, αφού όλα του ανήκουν, εκτός από τον εκούσιο κόπο και μόχθο». Η εποχή μας είναι υπερκαταναλωτική και φυγόπονη κι επηρεάζει και την πνευματική ζωή και οι άνθρωποι θέλουν σήμερα άκοπα κι άμοχθα να προοδεύουν και πνευματικά. Ο ευλογημένος Γέροντας, ο μεγάλος αυτός βιαστής, τόνιζε ιδιαίτερα τη σημασία του κόπου που συγκινεί τον Θεό. Έλεγε με πόνο ο Γέροντας: «Η σημερινή γενεά έχει μια οκνηρία, που μεταφέρεται και στη μοναχική ζωή. Θέλουμε να αγιάσουμε δίχως κόπο». Ο ίδιος αναπαυόταν στην κόπωση. «Χρειάζεται –έλεγε– βία και όχι ζόρισμα και άγχος». Η πνευματική βία δεν είναι ζόρισμα και βοηθά. Η άσκηση φυσικά δεν είναι αυτοσκοπός, ούτε επιτρέπεται ποτέ κανείς να καυχηθεί για τα ασκητικά του κατορθώματα. Γι’ αυτό σοφά έλεγε: «Πρώτα να εφαρμόσουμε την ταπείνωση και την αγάπη και μετά αγρυπνία και νηστεία». Οι κατανοητοί, μεστοί και σοφοί αυτοί λόγοι, αξίζει να προσεχτούν από όλους ιδιαίτερα.
Ο ευλαβής Γέροντας υπεραγαπούσε την ευλάβεια, τη θεική δικαιοσύνη, και προτιμούσε να αδικείται και να χαίρεται και ποτέ να μην αδικεί. Έλεγε διδακτικά: «Οι ωραιότερες στιγμές που έζησα ήταν της αδικίας. Όποιος δέχεται τον άδικο, δέχεται τον αδικημένο Χριστό στην καρδιά του». Τα λόγια αυτά δεν είναι απλά ωραία λόγια, αλλά είναι καρπός μακράς εργασίας και κατασκήνωση στην απάθεια.
Ήταν ένας φιλότιμος αγωνιστής και γι’ αυτό μιλούσε πολύ για φιλότιμο, μια λέξη που δεν υπάρχει σε κανένα ξένο λεξικό. Κατά τον Γέροντα, φιλότιμο είναι «ευλαβικό απόσταγμα της καλωσύνης, η λαμπικαρισμένη αγάπη του ταπεινού ανθρώπου». Έλεγε χαρακτηριστικά κι εύστοχα: «Ο φιλότιμος βομβαρδίζεται από ευλογία, ενώ ο γκρινιάρης γεννά κακομοιριά. Η καρδιά δεν καθαρίζεται με απορρυπαντικό, αλλά με φιλότιμο». Πάντα αγωνιζόταν φιλότιμα και όχι καθηκοντολογικά. Ο καθωσπρεπισμός, η τυπικότητα, η ξερή ευγένεια, του ήταν ξένα και άγνωστα.
Η βαθειά του πίστη τον έκαναν πάντοτε να έχει βέβαιη ελπίδα και μεγάλη εμπιστοσύνη στον Θεό, που ποτέ δεν τον απογοήτευσε η μεγαλόδωρη θεία του πρόνοια. Γι’ αυτό ήταν πάντοτε ευγνώμων, ευχαριστών και δοξολογών τον Πανάγαθο, Πολυεύσπλαχνο και Πανοικτίρμονα. Είχε πίστη θερμή, ζωντανή, αδιακύμαντη. Όλα τα συζητώ, έλεγε, εκτός από το θέμα περί υπάρξεως Θεού.
Ίδιον του απαθούς και ταπεινού ανθρώπου είναι η ειρήνη, που είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος, της προσευχής και της ζωντανής σχέσεως του ανθρώπου με τον ειρηνάρχη και ειρηνοδότη Θεό. Ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ έλεγε: «Βρες την ειρήνη στην καρδιά σου και χιλιάδες κόσμος θα σωθεί». Αυτή την ειρήνη είχε και μετέδιδε ο ειρηνικός κι ευλογημένος π. Παΐσιος λέγοντας στους πολλούς επισκέπτες του: «Η πραγματική ειρήνη έρχεται, αν τακτοποιηθεί εσωτερικά ο άνθρωπος και προσέχει να μη δίνει δικαιώματα, γιατί ο πειρασμός προσπαθεί να του αφαιρέσει την ειρήνη με αιφνιδιασμούς. Έτσι πράγματι είναι αγαπητοί μου αδελφοί. Ειρήνη έχει κυρίως ο απαθής. Μια ειρήνη “υπέρ πάντα νούν” ».
Η καθαρότητά του και η εγνωσμένη αρετή του τον έκαναν να είναι μέγας ψυχοανατόμος και ψυχαναλυτής όπως ο Όσιος Ιωάννης της Κλίμακος. Η πείρα του και κυρίως η πλούσια χάρη του Θεού που κατοικούσε εντός του, τον έκανε διακριτικό πατέρα. Πρέπει να ομολογήσουμε πως η διάκριση είναι μια αρετή που πολύ απουσιάζει από τη δύσκολη εποχή μας. Τη διάκριση χρησιμοποιούσε διακριτικά προς ακριβή βοήθεια των ταλαιπωρημένων από αμφιβολίες, διχασμούς και μειονεξίες ανθρώπων. Ήταν ένας καλός ακτινολόγος με ένα πολύ καλό ακτινογραφικό μηχάνημα, που από τις ακτινογραφίες του έκανε άριστες διαγνώσεις προς σωτηρία ψυχών. Ένα ακτινολογικό ιατρείο που εφημέρευε καθημερινά επί χρόνια, έδινε στον καθένα τις κατάλληλες «βιταμίνες» που είχε ανάγκη, καθώς έλεγε.
Η ζωή του όλη ήταν μία αδιάλειπτη προσευχή. Έψαχνε συνεχώς να βρίσκει τρόπους να συνομιλεί εγκάρδια, ολόψυχα και ολόθερμα με τον Θεό. Να επικαλείται τον Χριστό, να ζητά τις πρεσβείες της Θεοτόκου και των Αγίων, να επιχέει το έλεός του ο Κύριος σε όλους τους αναγκεμένους, τους πονεμένους, τους δυστυχισμένους και τους αβοήθητους κεκοιμημένους. Ήταν αλήθεια ένας τίμιος, αξεκούραστος εργάτης της προσευχής. Ζούσε για να προσεύχεται. Ανέπνεε για να προσεύχεται. Δεν μετρούσε την προσευχή. Δεν υπολόγιζε τον κόπο. Δεν ζύγιαζε το κουράγιο. Η προσευχή τον αναπτέρωνε. Με το όνομα του Ιησού μάστιζε τους πολέμιους και του ήταν μόνιμη γλυκειά τροφή «υπέρ μέλι και κηρίον».
Η ταπεινοφροσύνη του δεν επέτρεπε στις τιμές να καυχιέται και στις συκοφαντίες να στενοχωρείται, δείγμα της απάθειας, αφού κατά τον Αββά Ισαάκ τον Σύρο «ο αληθινός Μοναχός πρέπει τον έπαινο και την κατηγορία να ακούει με το ίδιο αυτί». Το ήθος του, η στάση του, η τάξη του ήταν ένα ανοιχτό βιβλίο. Δίδασκε σιωπών.
Η χριστιανική αγάπη είναι πάντα διφυής· προς Θεό και άνθρωπο. Δεν μπορεί να αγαπάς τον Θεό και να μην αγαπάς τον άνθρωπο και το αντίθετο. Ο όλος αγάπη άνθρωπος του Θεού Παίσιος, πίστευε ακράδαντα πως, «όταν παίρνεις κάτι, δέχεσαι ανθρώπινη χαρά. Το πνευματικό πάρσιμο γίνεται με το δόσιμο». Άλλοτε έλεγε: «Οι κοσμικοί λένε το δώρο δεν δωρίζεται. Εμείς ταπεινωνόμαστε και παίρνουμε το δώρο και μετά το δωρίζουμε σε κάποιον κι έχουμε διπλή χαρά» και είναι μεγάλη η αλήθεια επίσης που έλεγε: «Ο εγωισμός και η αγάπη δεν μπορούν να συμβαδίσουν. Η αγάπη και η ταπείνωση είναι δύο δίδυμα αδελφάκια σφιχταγκαλιασμένα. Όποιος έχει αγάπη έχει και ταπείνωση κι όποιος έχει ταπείνωση έχει και αγάπη». Ήθελε αν μπορούσε να κόψει κομματάκια την καρδιά του να τη μοιράσει στον πονεμένο κόσμο από αγάπη. Γι’ αυτό προσευχόταν πολύ για τον κόσμο. Πόσο πάσχει ο κόσμος από την έλλειψη αυτής της αληθινής αγάπης.
Αγαπώντας τον Θεό πολύ, τον αγάπησε κι ο Θεός πολύ και τον πλούτισε με χαρίσματα, που τους πιστούς δεν εκπλήσσουν, αλλά θεωρούνται φυσικά φαινόμενα της δαψιλούς επισκέψεως της θείας Χάριτος. Τον έβλεπαν να μην πατά στη γη, να διέρχεται αθέατος, να συνομιλεί φιλικά με τα άγρια ζώα και να του κάνουν υπακοή, να καίγεται για όλους, να μιλά ακούραστα, να παλεύει με τους δαίμονες αξεκούραστα, να εκπέμπει άρρητη ευωδία, να συνεννοείται άνετα με αλλοδαπούς, να θαυματουργούν οι προσευχές του, να αποκαλύπτει την κατάσταση των κεκοιμημένων, να θαυμάζουν πολλοί την πλούσια διορατικότητα και προορατικότητά του, να συνομιλεί με Αγίους, να τον λούζει το Άκτιστο Φως.
Ο Γέροντας Παΐσιος δεν ήταν άτλας, γίγαντας, υπεράνθρωπος, αλάνθαστος, ξύλινος ή σιδερένιος, γρανιτένιος, απρόσιτος, κατηφής κι απλησίαστος. Γινόταν πλαστελίνη στα χέρια του Θεού και για χάρη των πονεμένων ανθρώπων, έχοντας εγκολπωθεί τη χριστομίμητη αγάπη και την υψοποιό ταπείνωση. Δεν ήταν μορφωμένος, επιστήμονας, ψυχολόγος, θεολόγος διπλωματούχος, κοινωνικός λειτουργός, ιατρός και ιεροκήρυκας υψηλού άμβωνος με πύρηνα κηρύγματα. Ήταν ολιγογράμματος πατέρας, αδελφός και φίλος, που πάντα σού άφηνε χώρο, καθόταν πιο χάμω. Αποσυρόταν στην αντίδραση. Βοηθούσε πιο πολύ με την προσευχή του, με τη σιωπή του, με το ζωντανό παράδειγμά του. Τα λόγια του ήταν εγκάρδια, αληθινά ζυμωμένα με δάκρυα, γι’ αυτό ανέπαυαν, παραμυθούσαν, εμψύχωναν, οδηγούσαν στη μετάνοια. Έγινε δάσκαλος οικουμενικός, με αμέτρητους μαθητές μικρούς και μεγάλους, Μοναχούς και λαϊκούς, μένοντας πάντα ησυχαστής, ασκητής, γνήσιος Αγιορείτης. Ο μικροκαμωμένος, φιλάσθενος, αδύναμος, αδύνατος, κοκκαλιάρης πατήρ, έγινε ιατρός και βοηθός πολλών. Νοιαζόταν πιο πολύ για τους άλλους, παρά για τον εαυτό του. Πως να μην τον χαριτώσει ο Θεός; Πως να μην τον λαμπρύνει ο Ήλιος της δικαιοσύνης;
Ευχαριστούμε τον Θεό που μας τον έφερε κοντά μας για να μας νουθετήσει κι ελέγξει με την αρετή του. Τον ευγνωμονούμε για τα δώρα του.
Υποκλινόμενοι στη μακρά κι αδιάκοπη άσκησή του, που σημαίνει ολοκληρωτική αφιέρωση και γενναία ψυχή, περισσότερο από τα τεκμηριωμένα χαρίσματά του, τον παρακαλούμε θερμά να εύχεται, να ευλογεί, να πρεσβεύει
Πηγή: Σύγχρονες Οσιακές Μορφές, Έκδοσις Ιεράς Μητροπόλεως Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας, 2017.
Προηγούμενα: 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου