Τρίτη, 24 Σεπτεμβρίου 2019

12539 - Ανέκδοτα ψαλτοτράγουδα συναχθέντα παρά Κυρίλλου Μοναχού Κουτλουμουσιανού

φθόνος το διαβόλου ες τν ταβν τν κολοκυθιν
(λάσθητί μοι Σωτήρ)

Τ κολοκύθια λαμπρά, * λλ μως τσικνίλες μύριζαν, *
κι βραστα ν ταυτ * ξαναμαγειρεύονται *
βάσκανος νέργεια, * φθόνος το διαβόλου *
ν μν τ καλοχωνεύσωμεν.


Ο δαίμονες τ φθονον * τ κολοκύθια ς φαίνεται *
κα βάζουν τ δυνατά, * ν μς τ τσικνίσουνε *
γι ν μν τ τρώγωμεν, * βλέπουν φςκα βγαίνουν *
π μέσα κα τρομάζουνε.

ν τύχει λλην φοράν, * ν μαγειρεύσεις τ δια, *
ν πάρεις δυ κατσιά, * μ ρκετ θυμίαμα, *
ελαβς θυμίαζε * τν ταβν τριγύρω, *
ν τν διώχνης τν μισόκαλον.

Μ λυπηθες δελφέ, * τ γιατρικν εναι εκολον, *
ν διώχνεις π τν ταβν, * τν βάσκανον δαίμονα, *
θυμίαζε τριγύριζε, * ψάλλε κα ν θέλεις *
τ ργ ελογητάρια.

Μν φοβηθες παντελς, * τς νεργείας το δαίμονος, *
ρχίνα τν Μουσικήν, * δυνατ κα φώναζε, *
κάπνιζε, τριγύριζε, * ρθ θ τν σκάσης *
βασκανίας τ δαιμόνιον.

Κι ς τ μάθει κι ατός *  σατανς πατέρας του, *
πς μάγειρος Μοναχς * Γεώργιος τονομα, *
καψ να δαίμονα, * μς τ κολοκύθια, *
κα κλαμμένος κλαίων φυγε.

ν θέλεις τν νον καθαρόν, * τ κολοκύθια προτίμησον, *
ατ λαμπρύνουν τν νο, * ατ κα τ μάττια, *
κα τ μεσημέρι, * θ μετρς τ στρ νάσκελα.



Ες Πανήγυριν
(ς γενναον ν μάρτυσιν)

παξίως τιμήσωμεν * κα καλς κοπιάσατε *
κα μες πρεπόντως γρ σς προσφέρωμεν, *
τν μοιβαίαν γάπην μας, *
εχόμενοι πάντοτε * μ γείαν κα χαράν *
τν κατ τος σεβάσμιον * ορτν μν, *
κτελοντες μο κα εθυμοντες, *
ς μακραίωνας νδόξως, * μ ψυχικν γαλλίασιν.


 μέρα προυκάλεσε, * τν γίαν συνάθροισιν, *
ες τν μνήμην σήμερον τν σεβασμίαν, *
δι εφράνθητε παντες, *
κα χαίρεσθε φίλτατοι¹ * στν πανήγυριν μν, *
εχαρίστως ν ψάλλητε * κα ν πίνητε, *
κα συγχρόνως κτυπτε τ ποτήρια *
μ ρμονίαν ες γείαν * τς σεπτς ατς συνάξεως.



Δι τν γείαν
(ξήνθισεν ρημος)

Τ μάλαθρα τν νοιξιν, * κάθε μέρα τργε τα, *
ν νοιχθον τ μάτια σου, * μακρι ν βλέπουσι, *
ς γδόντα μίλια, * ἐὰν σ φύγ γάιδαρος.

Γιαούρτι ν ρέγησε, * ενε δροσερότατον, *
μ τ πιλάφι τργε το, * τ δ περίσσευμα, *
πόταν θ πλαγιάσης * ν λοίφης τ κεφάλι σου.

Τ κολοκύθια πάντοτε * χε ες πόληψιν, *
κα κάθε μέρα τργε τα, * δι τ ρασιν,
κα μέρα μεσημέρι, * μετρς τ στρ νάσκελα.

ν σ χαλάσ ρεξις * πίνε κατραμόνερο, *
κα μι σβουνι τν Μάιον, * κόλλησε στν ράχη σου, *
ς εν κα βουβαλίσια, * φθάνει ν εν ταζέδικη.

Ἐὰν σ πάει κίνησις * ενε σημεον κάλλιστον, *
μέτρα τ χέρια πάντοτε, * σπου ν φθάσουνε, *
ν φθάσουν τ ξντα, * δν σ φοβομαι φίλε μου.

Στρείδια μύδια φίλε μου, * ενε κακοχώνευτα, *
ν σ πλακώσει ξαφνα, * θέρμη τρικούβερτη *
σκεπάσου μ τρες τσέργες, * τρες μέρες μ σηκώνεσαι.

Τ στρακοδέρματα * εναι κακοχώνευτα, *
λλ σ συνήθιζε * δύο ντιφάρμακα, *
κρασ ς τρες κάδες * κατόπιν κα περίπατον.

Πεζς ἐὰν δν δύνασαι, * ερε να γάιδαρον, *
ς εν λίγον γριος, * κα καβαλίκεψ τον *
ν τύχει ν σ ρίξει * χωνεύεις εκολώτερα.

Πουλάκια ν ρέγησε, * ποις δν τ ρέγηται *
ταν στ νο μου ρχονται * τρέχουν τ σάλια μου, *
κα μάλιστα στν σοβλαν * κα καπαμ μ βούτυρον.

φόβως πάντα τργε τα, * μως μ γκράτειαν, *
κα δυ γγούρια στερον, * μ λατοπίπερον, *
κα δυ κουκουνάρες * κα μερικ δαμάσκηνα.

Τ γαλακτώδη βότανα, * ς πνώδη τργε τα, *
κα θ κοιμσ μέριμνος * πνον Βαρούχιον, *
δυ μνες μ ξυπνήσεις * χεις μεγάλο διάφορο.

Τ φουρνιστ γρ παντα, * ενε καλοχώνευτα, *
ρνάκια χνες μάλιστα * κα γαλατόπιτες, *
κα παραγεμισμένες * κουρκάνες, καλν ρεξιν. *

πόταν θς ν κάθησε * ν τρς ατ πο επαμε *
ν προσκαλες τν φίλο μας, * τν πατέρα Κύριλλον, *
χωρς μφιβολία * συντείνει στν γεία σου.

Τ φαγητ τ νόστιμα, * τ φθονον ο δαίμονες, *
κα γριεύουν βλέποντες * ν τρς μ νεσιν, *
κα προσπαθον μ δόλους, * ν σ χαλον τν ρεξιν.

ν τος δς πο ρχονται, * κάμε τν τρελλν εθύς, *
σήκω πάνω χόρευε * πέτα τν σκούφιαν σου *
πέταξε κα τ ροχα, * κα θ γελον - ν φεύγουνε.

Ἐὰν φυλάξης νωθεν, * λα σα επαμεν, *
μήτε Χάρος ρχεται, * μήτε θ βρ καιρόν, *
ν τύχει κα ν λθη * ρχίνα πήδα, χόρευε.

ν γίνεις κατ χρονν, * γράψ τν διαθήκην σου, *
ἐὰν σ βρον τ νάσκελα, * ς λογαριάσουνε, *
τ μπρούμητα ν σ ερουν, * ς βάλουν κα διάφορον.



Μαβροχάβιαρο καλό
ν Προφ. ωνν)

Μαυροχάβιαρο καλό, * πάρε δράμια κατό, *
κάμε τ σαλατικό * πάρε κα ψωμ ζεστό, *
ξίζει γάρ, * κι βδομήντα κι γδοήκοντα.

Κα λαυράκι ν ερς * μιάμισι κ σχεδόν, *
κα ταζέδικον καλόν, * κάμε το εθς ψητόν, *
μ σάλτσα γάρ, * θ ν βλέπης κι ες τν πνον σου.

Τ κεφάλι το ροφο * ἐὰν ενε ζωντανό, *
εθς κάμε το βραστό, * εν τ μόνον θαυμαστό, *
μι τρέλλα γάρ, * καθίστε φίλοι ν τ πλακώσωμεν.

Μ φοβσαι ν πρησθς, * κάμε χώνεψιν εθύς, *
τ μπρούμητα, * τ ντα νω, κα λαφρώνεσαι.

Στρείδια, μύδια, χιουνιούς, * χτένια πίνες κα σουπιές, *
καλαμάρια, στακος * κα γαρίδες ζωντανές, *
μεζέδες γάρ, * κα μ γείαν ν τ χωνεύητε.

Τ τοιατα φαγητά, * τραβον μετρο κρασί, *
λλ θέλει προσοχή, * ν μ γίνωμεν στουπί, *
κα τότε γάρ, * νάγκη πσα ν τραγουδήσωμεν.

σπρον γάιδαρο ν βρς, * μισιργιώτικον καλόν, *
δς πεντήκοντα φλωριά, * κα γόρασον ατό, *
κα τρέχα γάρ, * ν τ χωνεύσης λα μ νεσιν.



Κοκκοροδίκη
( ξ ψίστου κληθείς)

ερες τις τν κλσιν ωάσαφ, *
εχε μαρον κόκκορα νδον το οκου ατο, *
νπερ γάπα ς τέκνον του, * μόνον κα μόνον, *
να κούει τν μελωδίαν του, *
φθόν δ το φεως αφνης πώλετο, *
φανς λος γενόμενος, * πρόξενος λύπης, *
τις πλήρωσε τν καρδίαν του, *
ες τόσον στε μείνας σιτος, * κ τς πολλς θυμίας του, *
προτιμν τι μλλον, * το θανεν πρ τν κόκκορα.

Τν πιοσαν δν π μακρόθεν, *
να μαρο κόκκορα περιφερόμενον, *
κα προσελθών νεκραύγαζε, * τος πσι λέγων, *
συγχάρητέ μοι φίλοι πανπόθητοι *
ερον τν ποθούμενον νπερ πώλεσα, *
κα κυνηγντας τν φθασεν, * ντς το κήπου, *
το τν Σεϊμένηδων τν πέναντι, *
ν συλλαβν νηγκαλίσατο, * κατεφίλει θερμς ς νόμιζεν, *
τι οτος πάρχει, * λλ ψεύσθη ταλαίπωρος.

Ες τν σκηνν τς στιγμς ταύτης πέστη *
νωθεν νθιμος ζητν τν κόκκορα, *
κα προσελθν νεκραύγαζε * τος πιστάταις *
τν κόκκορά μου δίκως ρπασαν, *
τότε τος Σεϊμένηδες προσεπιτάττουσιν, *
πως ταχέως νέλθωσι, * φέρουσιν μα *
τν ωάσαφ ς κα τν κόκκορα, *
μετ πολλς δ συζητήσεως, * πιτέλους γνώσθη τ δίκαιον, *
κα κοκκοροδίκη, * πέρας εληφε θαυμάσιον.

Οτος τρόπος τς δίκης το κοκκόρου, *
πρς χάριν κφράσωμεν κατ τν πόθον μν, *
πως δεόντως δοξάσητε, * τος πιστάτας, *
οτινες ντως σοφία κρείττονι, *
παρόμοιοι φθησαν το Σολομντος ατο,
κρίσιν δικαίαν προκρίναντες, * να φήσουν, *
λως λεύθερον τν ποθούμενον, *
ν κα εθέως πολύσαντες, * δ πάρας τς πτέρυγας *
μεταρσίως μετέβη, * στν αθέντη του τν νθιμον.



γατοδίκη
κος το Εφραθ)

Βλάχος τις ερεύς, * γόρασε καλύβην, * ες ν πρχε γάτος *
ς αφνης πωλέσθη, * πρόξενος λύπης γέγονεν.

ννόησεν εθύς, * βλάχος τν πάτην, * τι γάτος ρθη *
κ μέσου τς καλύβης, * π τν πρώην κάτοικον.

δραμε παρευθύς, * ες τν πιστασίαν * ες ν ξιστορήσας, *
μ λύπην του μεγάλην, * το γάτου τν πώλειαν.

ς κουσαν εθύς, * ο πιστάται τατα, * στειλαν τν Σεϊμένην, *
ν φέρει σον τάχος, * το βλάχου τν ντίδικον.

φθασεν ρηθείς, * λέγ πιστασία, * ν δώσει χωρς λλο, *
τν γάτον ες τν βλάχον, * χωρς καμμίαν πρόφασιν.

Παρακαλ πολ * γιοι πιστάται, * γ δν τ ρνομαι, *
πώλησα καλύβην, * λλ χωρς τν γάτον μου.

Δν εχα μ ατν, * καμμίαν συμφωνίαν, * γι ν τν παραδώσω, *
τν γάτον τν ποον * νέθρεψα ς τέκνον μου.

βλάχος μ φωνάς, * μεγάλη δικία, * γιοι πιστάται, *
καλύβα χωρς γάτον * κόμη δν κούσθηκε.

Μεγάλη ες μέ, * δικία ατη, * γιοι πιστάται, *
πάρτε κα τ κλειδί μου, * πάρτε κα τν καλύβα μου.

Ες τν πιστατν, * πέσχετο ν δώσει, * τν δικόν του γάτον, *
μοιον ς τν λλον, * κι γατοδίκη παυσεν.

Αται α ρετα * τν νν νασκουμένων, * γι γάτους γι κοκκόρους, *
γι πέτρες γι πουρνάρια, * λλήλοις διαμάχονται.

Λέγουσι δ τινές, * τν εδημονεστέρων, * ς τ γρ χρησιμεύει *
διαρκς Κοινότης, * μως πολ λανθάνονται.



Εφορία κολοκυνθίων
( ξ ψίστου κληθες)

κηπουρός μας χαρν μεγάλην χει, *
πς φέτος πλήθυναν τ κολοκύθια του *
κα λογαριάζει θ τρώγωμεν * ννέα μνας, *
πρω κα βράδυ θ τραπεζώνωμεν, *
στε θ ν χωμεν γείαν πάντοτε, *
θ καθαρίσουν τ μάτια μας * κα θ μετρομεν, *
τ μεσημέρι τ στρα νάσκελα, *
θ μαλακώσουν κα τ κόκκαλα, *
κα τ μυαλά μας θ εν λαφρότερα, *
ο κοιλιές μας φανάρι, * δ νος κολοκυθόφωτος.

Τν Κυριακν ρχινν τ κολοκύθια, *
Δευτέραν φασούλια μ τ λεμόνια τους, *
τν Τρίτη πράσσα μ σέλινα, * τν δ Τετράδην, *
κουκι μ ρίγανη θρεπτικότατα *
τν Πέμπτην πληγούριον μετ παχι μπουραν *
Παρασκευν τ ψαρούκια * κοιλι φανάρι, *
τ δ Σαββάτ δι νάπαυσιν, *
τν μπακαλάον τν Μαλτέζικον, *
τ δ σπέρας ντίδια νερόβραστα *
τυχν λαχανίδες, * πρς λάφρωσιν το στόμαχος. *



Ο σεισμο τς Προικονήσου
(τε κ το ξύλου)

τε πρ τριν τν σχεδόν, *
παρ τς Μονς πεστάλην * ες τν Προικόνησον, *
μέγα τ δυστύχημα πάσης τς νήσου ατς, *
φοβερο τρομερώτατοι * σεισμο καθ κάστην, *
φόβος προσδόκητος πάντας κατέλαβεν, *
θεν κα ο κάτοικοι πάντες, *
ξελθόντες ντρομοι ξω, *
κα τν συμφορν θρηνολογούμενοι.

Τότε κα γ συναντηθείς, *
μετ το Δεσπότου τς νήσου * κα συσκεπτόμενοι, *
πο ν καταφύγωμεν κ τς τοιαύτης ργς, *
ς οδν λλο ερομεν * μέσο σωτηρίας, *
ε μ ν ν Βουτζ νθα κατέκειτο *
νδον τς αλς ν ατ γάρ, *
εσελθόντες φέροντες μα, *
δύο δαμιτζάνες μαστιχόρακον.

φερε προσέτι στ Βουτζί, *
Πανιερότης του να * λαμπρν τουφέκιον *
περ συνήθιζε ν χει πάντοτε,
μ ατ πεσόβιζε * τος φόβους κα τρόμους, *
θάρρος τν νέπνεε κα νεπαύετο, *
θεν μ ατ τ τουφέκι, *
κα τς ταμιτζάνες τας δύο, *
τος σεισμος οδόλως ψηφίσαμεν. *

Δύο βδομάδες στ Βουτζί, *
βαθμηδν τν μιν δαμιτζάναν, * τν πλησιάσαμεν *
ο σεισμο δν παυσαν οτε μες τ ρακί, *
κα σάκις σείετο, * τ Βουτζ λίγον, *
Δεσπότης ντρομος εθς γείρετο, *
πάλιν τ ποτήρι γεμίζων, *
τσούζων κα φωνάζων κα τρέμων *
μέγας σεισμς Πάτερ μου Κύριλλε.

Πάλιν ο σεισμο κολουθον *
πέρασαν τριάντα μέραι, * μες ντς το Βουτζί, *
περ θεωρούσαμεν ς σωστικν Κιβωτόν, *
νεπαύθημεν ριστα, * τσούζοντες συγχρόνως, *
κα τ μαστιχόρακον μ γενναιότητα, *
θεν ξελθόντες φόβως, *
φυγον ο φόβοι κα τρόμοι, * κα ο δαμιτζάνες τελείωσαν. *

Νέφος σχηματίσθη στ Βουτζί, *
π τν καπνν τ τσιγάρα * που τραβούσαμεν *
δν γνωριζόμεθα π τν καπνν τν πολύν, *
σν καμίνι φαίνετο, * κόλασις δευτέρα, *
σχεδν λλος τάρταρος • ψηλαφητός, φοβερός, *
μως γις ξελθόντες, *
θαύμαζον κα πάντες ο φίλοι, *
ες τ το Βουτζιο τ καταφύγιον.



λιτανεία
(τε κ το ξύλου)

Πσι ενε φίλτατοι γνωστόν, *
πς α λιτανεαι συνήθως * ν ρμοδί καιρ *
ες μέραν εδιον, ν διορίζονται, *
μ κοινν εχαρίστησιν, * κα μεθ ελαβείας, *
καστος κινούμενος κολουθε ν ατ *
ταν * τοναντίον συμβαίνει *
βροχερος νέμους κα ψχος, * βλαβερ ξοδος καθίσταται.

σπερ το Πρωτάτου κα χθές, *
θυελλώδης οσα μέρα * κα κατάστατος, *
νεκρίθη ελογος ταύτης ξοδος, *
λιτανεία πίσημος * μ ρχιερέα, *
ερες διάκονοι μ τς χρυσς τς στολάς, *
πς τις * φαντασθτε τν θέαν, *
ν δυνατ παραστσαι, * φώναζεν χλος μ χειρότερα.

Ψχος κα έρας κα βροχή, *
τρία ναντία στοιχεα * κατεξανέστησαν *
ο πιστάται μας οκ βλαβήθησαν, *
βροχ διάκοπος * λοι σν τς πάπιες, *
πιναν κα κραζαν τ μ χειρότερα, *
τε * κα ο ψάλται σάκις, *
ψαλλαν τ ες πολλ τη, * Δεσπότης μέσ τν λάσπην μ τν σάκον του.

Τ σπαραξικάρδιος σκηνή, *
μέσα στ νερ πλάτσα πλούτσα, * κα φυλλάδα ατή, *
μούσκεψε κα κόλλησαν λα τ φύλλα ατς, *
λυπηρν ντως θέαμα, * μα κα γελοον, *
τ κάρβουνα πλεον στ θυμιατ στ νερόν. *
Τς ν * παραστήσει τν θέαν, *
τρεχεν κόσμος ν ερη, * σόμπες κα φωτις ν τ στεγνώσουνε.

Πρωτεπιστάτης τς σκηνς *
κ τς ερς Σεβασμίας * Βατοπεδίου Μονς, *
κ τν ελαβεστέρων τε Προηγουμένων ατς *
Διονύσιος φίλος μας * πίστει τε κα ζήλ, *
Θερμανθες διέταξεν, τν ταύτης ξοδον, *
θεν * δι χάριν το ζήλου *
κα θερμς ατο ελαβείας, * τν παπάραν ταύτην τν φάγαμεν.



κάθησεν μπεκρς
(λάσθητί μοι Σωτήρ)

κάθησεν μπεκρς * το βαρελίου πέναντι, *
στενάζει κα κβο, * κανάτα λέησον, *
κα σ ποτηράκι μου * πλρες μ κρασάκι, *
κέρασε με τν ταλαίπωρον.

¹ : πάντοτε


Ευχαριστώ τον φίλο Κωνσταντίνο για την αποστολή των ψαλτοτράγουδων

2 σχόλια:

  1. Ανώνυμος25/9/19, 2:41 μ.μ.

    Αίσχος, τί αήδιες είναι αυτές... και έπρεπε να τα γράψει σύμφωνα με τα προσόμοια;; Χάθηκαν τόσες άλλες μελωδίες; Απαράδεκτα τα θεωρώ και τελείως κοσμικοποιημένα...
    Η γλώσσα πάντως είναι καλή... Η προσομοίωση δεν μου άρεσε...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος25/9/19, 11:24 μ.μ.

    Εξαιρετικά ψαλτοτραγουδα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή