Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

272 - Το ιστορικό της Αγιορειτικής τηλεφωνίας


Τα Μοναστήρια, οι Σκήτες και σχεδόν όλα τα κελλιά, το ένα κατόπιν του άλλου «βραχυκυκλώθηκαν» από τον ΟΤΕ, αρχής γενομένης από το 1963. Τα είκοσι Μοναστήρια είχαν βέβαια τα χειροκίνητα τηλέφωνά τους από το 1930, αλλά για να επικοινωνούν μόνο με τα κονάκια τους, να ενημερώνονται για τα της Ιεράς Κοινότητος από τους αντιπροσώπους των και για να τους δίδουν ακολούθως τις αρμόζουσες εντολές και εξουσιοδοτήσεις.

Δεν ήταν συνδεδεμένες τηλεφωνικώς οι Μονές ούτε καν μεταξύ τους, πολλώ μάλλον με τον έξω κόσμο. Το έργο του συνδέσμου και του μεσάζοντος το εκτελούσαν οι άγιοι αντιπρόσωποι επισκεπτόμενοι τα αντιπροσωπεία, με τις δε έξω διάφορες Δημόσιες Αρχές, επικοινωνούσαν οι αντιπρόσωποι και όσοι άλλοι αγιορείτες βρίσκονταν στην ανάγκη, επισκεπτόμενοι τα δύο μοναδικά Τηλεφωνικά Κέντρα του Αγίου Όρους (Τηλεφωνεία), ήτοι το των Καρυών δίπλα στο κτήριο της Ιεράς Κοινότητος και το του λιμανιού της Δάφνης. Η αστυνομία των Καρυών επικοινωνούσε, για λόγους διασφαλίσεως του απορρήτου, με τον πρωτόγονο ασύρματό της. Μας τρέλλαινε με τον θόρυβό του το μηχανάκι της, που γέμιζε τις μπαταρίες.

Στις αρχές της δεκαετίας του 50, έκανε την εμφάνισή του, στις Καρυές πρώτα και ακολούθως στα Μοναστήρια, ο Κωνσταντίνος Αδάμης, Θεός σχωρές τον, από την Τούμπα της Θεσσαλονίκης, αν θυμάμαι καλά. Κοντός, ζωηρός, μεσήλικας, ετοιμόλογος, και με ένα βλέμμα αετήσιο. Δήλωσε ότι ήταν ηλεκτρολόγος και... μηχανικός τηλεφώνων και παρακαλούσε για δουλειά και απασχόληση.

Στο πρώτο μέρος του επαγγέλματός του δεν έδωσαν καμμιά σημασία οι Γεροντάδες, γιατί τίποτα το αξιόλογο ηλεκτραγωγό και ηλεκτροκίνητο δεν υπήρχε τότε σε όλο το Αγιονόρος. Σκέφθηκαν όμως πως θα τους ήταν χρήσιμος ένας κοσμικός, να διορθώνει τα τηλέφωνά τους όταν τα καίνε οι κεραυνοί και να ξαναδένει μεταξύ των τα σύρματα όταν θα τα έκοβαν οι θύελλες, τα χιόνια, τα τσακίσματα των κλαδιών, τα καταπλακώματα από τους ξεριζωμούς των δένδρων, και είπαν να τον δοκιμάσουν.

Στρώθηκε λοιπόν στη δουλειά ο κυρ Κώστας, πρόσεξε τη συμπεριφορά του, απέκτησε εμπιστοσύνη, και όλο και πιο άνετα έμπαινε στα Γραφεία και σε Συνάξεις. Και βίδωνε και ξεβίδωνε και συναρμολογούσε, και τελειωμό δεν είχαν οι τοποθετήσεις συσκευών. Και στα... βουρδουναριά έβαζε ακόμη. Και κάθε τόσο ανέβαζε τους λογαριασμούς των νεοεγκαταστάσεων, των επισκευών και των επιδιορθώσεων.

Και να, οι στρωτές μετάνοιες και τα χειροφιλήματα στους Γεροντάδες, και δωσ' του, τα σταυροκοπήματα και τα διπλοπρροσκυνήματα στις εικόνες. Τα καταλάβαιναν όλα αυτά οι Ηγούμενοι και οι πατέρες, που μουδιάζουν αμέσως και αλληλοκοιτάζονται με σημασία, και γίνονται πολύ προσεκτικοί και καχύποπτοι, όταν βλέπουν να τα κάνουν αυτά ξυλέμποροι, δικηγόροι και επιχειρηματίες. Τι να υποψιασθούν όμως και φοβηθούν από τον κύριο Αδάμη; Τον άφηναν, από συμπάθεια και λύπησι, να νομίζει πως τους πείθει για την ευλάβεια και τον σεβασμό του.

Κάποιων όμως η συνείδησις δεν συμφωνούσε και έλεγαν πως είναι χρέος των να του συστήσουν να είναι αληθινός και ανυπόκριτος. Και ανέθεταν στον ταμία να του γίνει όχι μόνο εξοφλητής αλλά και συμβουλάτορας. Διεμαρτύρετο εκείνος και ήταν έτοιμος να ξεσκίσει τα ρούχα του:

- Δηλαδή με περνάτε, Γέροντα, για ψεύτη και απατεώνα; Με αδικείτε Γέροντα. Εγώ πιστεύω στο Θεό και σέβομαι τους Γεροντάδες.

- Έλα τώρα κύριε Αδάμη, άσε τους Γεροντάδες, του έλεγε ο Γερο Ιερόθεος. Αυτούς ότι θέλεις λέγε τους, φίλα τους και τα πόδια, αν αυτό υπαγορεύει το συμφέρον σου. Ως τόσο όμως μη σου λέει ο λογισμός, πως δεν σε παίρνουν χαμπάρι... Όταν όμως πλησιάζεις τις εικόνες του Χριστού, της Παναγίας και τον τάφο του Αγίου, μη το παρακάνεις με τις πολλές μετάνοιες και μάλιστα όταν σε βλέπουν οι πατέρες... Τις πολλές κράτα τες για το δωμάτιό σου. Αυτούς, στο Καθολικό, τους φθάνει από μία, μη και θυμώσουν, αδελφέ μου, και κυρίως ο Γυιός Της, που ακόμα κρατάει τα νεύρα του από τότε που έβλεπε Φαρισαίους και υποκριτάς στα Ιεροσόλυμα μπροστά Του, και τότε θα έχεις κακά ξεμπερδέματα μαζί Του...

Πειστικός ο ταμίας, διεισδυτικά στα μύχια της συνειδήσεως τα λόγια του, να ο φόβος του Θεού ενώπιον και υπ΄ όψιν. Άλλαξε ο κυρ Κώστας το ύφος:

- Τι να κάνω Γέροντα, ευλόγησον -τόμαθε κι αυτός νωρίς το «μάθημα»-. Οικογένεια έχω, παιδιά μεγαλώνω. Αν είχα στρωμένη δουλειά στη Θεσσαλονίκη και τα έβγαζα πέρα, θα ερχόμουν εδώ να σκαρφαλώνω τα βουνά, να περπατάω στα χιόνια, και να σας γίνομαι βάρος; Τον έπιανε τον Γέροντα το συγκινητικό, του πλήρωνε τον λογαριασμό και τον έστελνε ύστερα στον γενναιόδωρο δοχειάρη ΓεροΔανιήλ για λάδι και κρασί και στον καλόκαρδο μάκηπα ΓεροΔωρόθεο για πλαστό, φρέσκο, καλοψημένο.

Έτσι φεύγοντας απ΄ τη Λαύρα, θα έβαζε στον γυλιό του τις «χαλασμένες» συσκευές και πηγαίνοντας στην Καρακάλλου θα έκανε κι εκεί τα ίδια. Θα τοποθετούσε τις Λαυριώτικες, διορθώνοντάς τες καθ΄ οδόν σε κάποια στάση, αν όντως είχε βλάβη και περνώντας τες από πάνω στίλβωμα μαύρο. Θα έβαζε ύστερα στο γυλιό τις Καρακαλληνές, για να τις τοποθετήσει στην Φιλοθέου, και ούτω καθ΄ εξής. Και ο χορός των τηλεφωνοσυσκευών και από τις δύο μεριές του Όρους καλά κρατούσε.

Με όμοια λογική και συμπεριφορά, κατάφερε και έπεισε Μονές και αντιπροσώπους να μην κουράζονται «παίρνοντας» τις πόρτες των κονακιών για συνεννόηση αλλά να τους διευκολύνει ο ίδιος, τοποθετώντας στις Καρυές ένα τηλεφωνικό Κέντρο και συνδέοντας συρματικώς όλα τα αντιπροσωπεία, και επομένως και όλα τα Μοναστήρια μεταξύ τους. Και επειδή ο αυτοματισμός για τα αγιορείτικα δεδομένα ήταν πέρα ως πέρα άγνωστος, θα τοποθετούσε και έναν υπάλληλο μπροστά στις θυρίδες, ώστε μόλις θα γινόταν η κλήσις με το γύρισμα του μανιατού απ΄ τον καλούντα, θα ήταν έτοιμος αυτός ως βοηθητικός μεσάζων να σφηνώνει το φις στη επιθυμητή τρυπίτσα για να αρχίσει ο διάλογος αμέσως. Απόρρητο, φυσικά, δεν υπήρχε, δηλαδή δεν μπορούσε να υπάρχει, αφού ο μεσάζων-τηλεφωνητής ήταν ... υποχρεωμένος να παρακολουθεί τις συνομιλίες ώστε άμα τη λήξει των να τραβάει τα φις από τις τρύπες για να απελευθερώνονται οι «γραμμές».

Προσέλαβε λοιπόν τον κ. Άγγελο απ΄ τη Συκιά της Σιθωνίας, ποιος ξέρει με πόσο γλίσχρο μισθό -φαρμακωμένες φτώχειες τότε- και έτσι, εκεί στα βορεινά Σιμωνοπετρίτικα καταστήματα και οικήματα των Καρυών, ο κ. Αδάμης έστησε το δικό ... του παρατηλεφωνείο.

Συμπαθέστατος και ευγενής ο κ. Άγγελος. Δίπλα από το τραπέζι με τον πίνακα των θυρίδων ήταν και το κρεββάτι του, για να μπορεί να εξυπηρετεί τα Μοναστήρια και όλη τη νύχτα, και ποτέ δεν παραπονέθηκε, που τον ξυπνούσαν κυρίως από τα μεσάνυχτα και μετά.

Ώ της τότε μακαρίας απλότητος! Κανένας δεν παρεξηγούσε κανέναν αν πήγαινες στο «γραφείο» του κ. Άγγελου και «σήκωνες» το βασικό ακουστικό. Απ΄ εναντίας απήλασσες εκείνον απ΄ τον κόπο να σε πληροφορεί για τα νέα, γινόμενος συ αυτήκοος για τα μεταξύ των Μονών, Μονών και Ιεράς Κοινότητος διαμειβόμενα...

Πάντως, ο κ. Αδάμης από καστανιά σε άρι, από άρι σε μελιό κι από μελιό σε τοίχο, συνέδεσε και εγκατέστησε χειροκίνητα τηλέφωνα και στις Σκήτες και σε όλα των μεγαλοσυνοδειών τα κελλιά.

Πολλές φορές κελλιώτες είδαν, με το ξημέρωμα, να ξετυλίγει σύρματα στην αυλή τους και να ετοιμάζει ακροδέκτες. Κι αν κάποιος αγρίευε, ήξερε να τον μαλακώνει. Άνθρωποι είμαστε Γέροντα. Μπορεί να βρεθείς σε ανάγκη, για το καλό σας αγωνίζομαι εγώ. Βάλτο και μη το χρησιμοποιείς. Και αν ποτέ σου ζητήσω χρήματα, να μη μου δώσεις...

Ήλθε όμως η ημέρα, που η ίδια η Ιερά Κοινότης, σε συνεννόηση με τις Μονές εν αγαθύνσει αποφασίσασα, καθώρισε μηνιαία για κάθε τηλέφωνο συνδρομή, και έτσι ο ευφυής και δραστήριος κ. Αδάμης βρέθηκε περίπου επιχειρηματίας στο Αγιονόρος.

Κούραζε με τις συμπεριφορές του, ενθουσίαζε με τα ετοιμόλογα και τα λογοπαίγνιά του, εξώργιζε αρκετές φορές με κάποιες ενέργειές του, έσπευδε όμως αμέσως για συγχώρηση και για αποκατάσταση με τα παρακάλια του. Θα τον αδικήσει όμως όποιος πει ότι, έστω και μ΄ αυτούς τους τρόπους, δεν εξυπηρέτησε τον Τόπο, τους αγιορείτες πατέρες και τους εργαζομένους σ΄ αυτόν. Και Υπουργοί της Κυβερνήσεως επεκοινώνησαν από τα τηλέφωνά του με την Αθήνα και τα Υπουργεία τους. Και αυτός ακόμη ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας μίλησε με το Πατριαρχείο με τις συσκευές και τα ακουστικά του κ. Αδάμη και τα παληοσύρματά του κατά τους εορτασμούς της χιλιετηρίδος (1963)...

Ύστερα; Ύστερα ήρθε με το ολοκληρωτικό του πρόγραμμα και στο Αγιονόρος ο ΟΤΕ, επικαλέσθηκε τον μονοπωλιακό νόμο της αποκλειστικότητός του επί θεμάτων τηλεπικοινωνίας σε όλη την επικράτεια της Ελλάδος, θέλησε εν προκειμένω να λησμονήσει το αυτοδιοίκητό του ο Τόπος, γυάλισαν στα Μοναστήρια και στις διάφορες υπηρεσίες οι καινούργιες με αριθμολόγιο συσκευές και τα σύρματα σε κανονικές κολώνες και φλιτζάνες, και δέχθηκαν να ζωσθούν με αυτά απ΄ άκρου έως άκρου.

Πήρε είδηση ο κ. Αδάμης τον ερχομό της συμφοράς του. Πήγε στην Ιερά Κοινότητα, παρακάλεσε πως κάτι πρέπει να γίνει και γι αυτόν, να μην τον λησμονήσουν στην σύμβαση, να τον αποζημιώσουν ή έστω να τον προσλάβει ο ΟΤΕ σαν τεχνικό, σαν συντηρητή ή έστω σαν κλητήρα. Δεν προβλέπει ο νόμος την περίπτωση, είπε ο εκπρόσωπος του ΟΤΕ [...]

[...] Κατέθεσε μηνύσεις κατά του ΟΤΕ για αποζημιώσεις και άρχισε κατώδυνος να ξηλώνει τις εγκαταστάσεις του και να μαζεύει σε κουλούρες απ΄ όπου μπορούσε τα παληοσύρματα για να τα πουλήσει με την οκά. Μολονότι διέσωζα κι εγώ παράπονα συγκαταλέγομαι μεταξύ εκείνων που κατεθλίβησαν με το άκουσμα, ότι πούλησε το σπίτι του, για να ανταποκριθεί στα έξοδα αλλεπαλλήλων δικών και σε αμοιβές δικηγόρων, ελπίζοντας, ο δυστυχής, ότι θα κατάφερνε να νικήσει το... ανάλγητο Κράτος, όπως τον έπειθαν και διαβεβαίωναν... Πάντως κάμποσοι αγιορείτες τον συμπαραστάθηκαν ηθικώς μετά την απομάκρυνσή του από τον Άθωνα, πιστεύω δε και οικονομικώς.

Τον γνώρισα πολύ καλά, τότε που γραμμάτευα στην Ιερά Κοινότητα, τον «έζησα» δε και αμεσώτερα κατά την θητεία μου στην Αθωνιάδα. Συχνά μας άλλαζε κι εκεί τα τηλέφωνα συγχρόνως δε και τα... φώτα. Εξομολογούμαι ότι τον κακολόγησα αρκετές φορές. Πιστεύω να έχω την συγγνώμη του, έχει δε κι εκείνος τη δική μου. Τ΄ ανωτέρω προς εξιλέωσή μου και εις μνημόσυνόν του...

Ο κ. Άγγελος, από τη Συκιά, έτυχε καλύτερης μοίρας. Ευεργετήθηκε απ΄ τον μεγάλο μας παππού Ηγούμενο Γαβριήλ Διονυσιάτη. Τον παραμάζεψε μέσα από την απόγνωση και την δυστυχία και τον διώρισε θυρωρό σε μια πολυκατοικία ιδιοκτησίας της Μονής στη Θεσσαλονίκη.


Αποσπάσματα από το βιβλίο

του Επισκόπυ Ροδοστόλου Χρυσοστόμου

ΩΔΗ ΣΤΑ ΑΜΑΡΑΝΤΑ, ΣΤΟΝ ΑΘΩΝΑ,

σελ. 325-331

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου