Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

1328 - Γερο-Ευδόκιμος ο Ξενοφωντινός


 

Ξένος και έπηλυς

Ο γέροντας Ευδόκιμος υπήρξε ωραία μορφή, που δεν πρέπει να ξεχαστή στο πέρασμα του χρόνου. «Τον λαλούντά σοι τον λόγον του Θεού –λέγουν οι Αποστολικές Διαταγές- μνημόνευε μέρα και νύχτα». Ήταν άνδρας υψίκορμος και μεστωμένος από τις στερήσεις και την δουλειά. Το πρόσωπό του ηλιοκαμένο και τα χέρια του ροζιασμένα πιο πολύ κι απ’ το ραβδί που κρατούσε. Φάνταζε περισσότερο εργάτης του βουνού και της θάλασσας παρά ηγούμενος βασιλικής Μονής. Του πόνου και της δοκιμασίας ανέκφραστα σήκωνε τον σταυρό. Μόνον από τα θολωμένα του μάτια καταλάβαινες της ψυχής του τον σπαραγμό. Ταπεινώθηκε αδιαμαρτήρητα τόσο πολύ, που, όταν το αναλογίζωμαι, ραγίζει η καρδιά μου.
Η πρώτη αγρυπνία που παρακολουθήσαμε στην μονή Δοχειαρίου ήταν των αγίων Αποστόλων. Όταν πήγε ως εκκλησιαστικός την διατεταγμένη ώρα να ανάψη τον πολυέλαιο, ο τυπικάρης του άρπαξε τον καντηλοπάρτη και σχεδόν τον έσυρε έξω του Καθολικού, γιατί αν καίγονταν τα κεριά, δεν θα είχαν άλλα για τις μεγάλες γιορτές Μεταμορφώσεως και Παναγίας.
Ο μακαριστός πατέρας μου στα υστερνά του τον είχε πνευματικό. Οσάκις έβγαινε από την εξομολόγηση, έλεγε με σφιγμένη την καρδιά: «Κρίμα που αυτός ο άνθρωπος ζη κάτω από το πινάκι». Ο ηγούμενος Διονυσίου Γαβριήλ εκτιμούσε τον άνδρα. Έλεγε σε γνωστό του:
- Μπορεί να μη γνωρίζει πολλά γράμματα, αλλ’ είναι σπουδαίος για την ευθύτητα του χαρακτήρα του και την αγάπη του για το μοναστήρι. Σε χρόνια δύσκολα, που η δραχμή ήταν περιζήτητη, ανώρθωσε τα οικονομικά του μοναστηριού. Υπήρξε ευθύς και ποτέ διπλοκάρδιος.
Ας εισέλθουμε, όμως, στη βιοτή του Οσίου. Γεννήθηκε το 1906 στη Αμφίκλεια Λοκρίδος. Κατά κόσμον λεγόταν Ευστάθιος Σκουφάς. Οι γονείς του ήταν πτωχοί αγρότες, όπως όλοι οι χωρικοί την εποχή εκείνη. Πολύ νωρίς έχασε την μητέρα του. Με πολύ πόνο έλεγε πολλές φορές:
- Καλή ήταν η μυτριά, αλλ’ όχι μάννα. Η μάννα και το γάλα της με τίποτα δεν αντικαθίστανται.
Είχε φοιτήσει στο Ελληνικό Σχολείο, αλλά δεν φαίνεται να το τελείωσε. Τα νεανικά του χρόνια, όπως άφηνε να νοηθή, τα πέρασε με πολλές στερήσεις και όχι με ιδιαίτερη φροντίδα. Τον είχαν στο σπίτι οι γονείς του σαν παραπαίδι. Πάντα αγαπούσε την ζωή της Εκκλησίας, αλλά τίποτε το ουσιαστικό δεν γνώριζε γι’ αυτήν. Η εργασία του ήταν η καλλιέργεια των χωραφιών.
Όταν πλησίαζε να απολυθή από τον στρατό, αξιωματικοί έκαναν διαφώτιση επαγγελματικού προσανατολισμού. Μεταξύ των άλλων, ένας πέταξε μια κουβέντα για τον μοναχισμό, αλλά τόσο δειλά, που δύσκολα το έπιανες, αν δεν πρόσεχες. Τότε για πρώτη φορά άκουσε για μοναχική ζωή. Μίλησε ιδιαιτέρως με τον αξιωματικό και ένιωσε πως βρήκε τον δρόμο του.
Μετά τον στρατό εργάσθηκε για μικρό χρονικό διάστημα στην Λαμία, αλλά η ψυχή του –όπως γράφει ο ίδιος- έκλινε στην μετάνοια. Εξωμολογήθηκε σε κάποιον πνευματικό τον λογισμό του πως επιθυμεί να γίνη μοναχός. Ο εξομολόγος του είπε:
- Ο μοναχισμός είναι απηρχαιωμένος θεσμός. Ήτανε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, για να γράφουνε οι σκλάβοι τα υποστατικά τους στα μοναστήρια, μια και ο κατακτητής σεβότανε τα αφιερωμένα στον Θεό.
Στην εμμονή του να γίνη μοναχός, του σύστησε την Ολυμπιώτισσα στην Ελασσόνα. Εκεί δεν αναπαύθηκε καθόλου. Δεν βρήκε αυτό που ζητούσε. Ο ηγούμενος, ακούγοντας τους λογισμούς του, τον έστειλε στην μονή Σπαρμού. Έμεινε ένα μήνα. Όπως ο ίδιος γράφει: «Ευτυχώς πολύ γρήγορα κατάλαβα πως, αν παρέμενα, θα γινόμουνα χειρότερος απ’ ότι ήμουνα, γι’ αυτό γύρισα στην Ολυμπιώτισσα. Εκεί ο Θεός μου επεφύλαξε μια καλή ευκαιρία. Ένας υπηρέτης της Μονής, άνθρωπος αγαθής προαιρέσεως, από χρόνια ήταν προσκυνητής και θαυμαστής του Αγίου Όρους. κάθε εσπέρα, μετά το φαγητό, σαν να ήταν από τον Θεό σταλμένος, διηγείτο με περίσσια χάρη τα του Όρους».
Οι ωραίες αυτές διηγήσεις για το άγιο βουνό του άναψαν έτι περισσότερο τον πόθο. Κρυφά από το μοναστήρι κατέβηκε στη Λάρισα σε πνευματικό φημισμένο. Τον παρεκάλεσε να τον βοηθήση να υπάγη στο Όρος. εκείνος του απήντησε πως στο Όρος πηγαίνουν οι εγκληματίες. Αυτός έπρεπε να παραμείνη στον κόσμο να εργασθή ιεραποστολικά. Θλιμμένος επέστρεψε στο μοναστήρι, αλλά δεν κρατήθηκε για πολύ. Μετέβη στην Ελασσόνα, στον μητροπολίτη, και εξωμολογήθηκε της καρδιάς του την φωτιά και του ζήτησε πεντακόσιες δραχμές δανεικές για τα οδοιπορικά του. Ο δεσπότης, ως συνήθως, αφού του έφερε δυσκολίες, του έδωσε ευλογία και έφυγε για τον ξακουστό Άθωνα.
Έφθασε στην Θεσσαλονίκη ημέρα Κυριακή με το χάραμα. Στον δρόμο συνάντησε μια γυναίκα.
- Κυρά μου, κυρά μου, που είναι το λιμάνι απ’ όπου φεύγει το καράβι για το Όρος;
- Αυτό που μπουρίζει αυτήν την ώρα είναι. Ακολούθησε τα σφυρίγματα του καραβιού και θα το βρης.

26 Δεκεμβρίου του ’29, μετά από δύσκολο ταξίδι, αμάθητος όπως ήταν, υπέφερε πολύ. Η πρώτη Μονή που επισκέφθηκε ήταν η Ξηροποτάμου. Παρέμεινε τρεις ημέρες και του ‘δειξαν τον δρόμο για την Σιμωνόπετρα. Εκεί δεν έγινε δεκτός και έφυγε για το Ρωσικό, γιατί, όπως ο ίδιος έλεγε, εκείνα τα χρόνια δεν διάλεγε ο μοναχός το μοναστήρι, αλλά το μοναστήρι τον μοναχό. Οι Ρώσοι μήτε που γύρισαν να τον κοιτάξουν, γιατί Έλληνες δεν κρατούσαν. Περπατώντας μέσα σ’ ένα γόνατο χιόνι, έφθασε στην Ξενοφώντος, πεινασμένος και κουρασμένος όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή του. Η ώρα ήταν λίγο προ του Εσπερινού. Ο ηγούμενος δεν τον δέχθηκε.
- Είμαστε πολλοί και το μοναστήρι δεν μπορεί να τα βγάλη πέρα οικονομικά.
Φεύγοντας, στην πύλη συνάντησε ηλικιωμένο Γέροντα, ο οποίος τον ρώτησε τα ενδιαφέροντά του. Απελπισμένος του απήντησε:
- Μοναχός θέλω να γίνω. Μια βδομάδα περπατώ και κανείς δεν με δέχεται. Και ο ηγούμενός σας μου είπε είμαι υπεράριθμος.
Ο Γέροντας τον πήγε στον ηγούμενο. Του μίλησε σκληρά:
- Έχεις πολλά παλληκάρια σαν και τούτο που περιμένουν στην πύλη του μοναστηριού να εισέλθουν; Κράτησέ τον και μη δυσκολεύης τα πράγματα. Δεν ήρθε για ψωμί, αλλά για ζωή καλογερική.
Έγινε δεκτός και στο τέλος του Αποδείπνου τον ρασοφόρεσαν. Και, όπως έλεγε ο ίδιος χαριτολογώντας, τιμής ένεκεν τον έστειλαν το ίδιο βράδυ παραμάγειρα, που θεωρείτο το δυσκολώτερο διακόνημα. Έμεινε ένα χρόνο βοηθός και πέντε μάγειρος και παρεκκλησιαστικός. Μέχρι να κυλίση το νερό στο καζάνι, άναβε τις κανδήλες του Καθολικού και, μέχρι να πάρη να βράζη το φαγητό, τα καντήλια του μικρού Καθολικού, για να τα βρη αναμμένα ο εκκλησιαστικός στην Λειτουργία. Έμαθε από την αρχή να εξοικονομή τον χρόνο και να χαρίζη αγάπη εναργή στους αδφελφούς του. Όποιος γνωρίζει από αγιορείτικη ζωή μπορεί να εκτιμήση δεόντος την θυσία του νεαρού Ευδόκιμου.
Διακόνησε αγόγγυστα και αδιαλόγιστα σ’ όλα τα ταπεινά διακονήματα της Μονής. Πέντε χρόνια διετέλεσε εκκλησιαστικός, δυόμισι ταυριάρης και πάρα πολλά δασάρχης. Φύλαξε μουλάρια, έθρεψε γουρούνια, με σκοπό να βελτιώση τα οικονομικά της Μονής. Έκανε αιματηρές οικονομίες για να φτιάξη προίκα στο μοναστήρι. Δεν ήθελε να δυσκολεύωνται οι πατέρες οικονομικά. Οι καραβοκυραίοι της Ουρανούπολης μαρτυρούν και λέγουν:
- Για να μη δώση εκατό δραχμές στον καϊκτσή να τον μεταφέρη από Ουρανούπολη στο μοναστήρι, περπάτησε όλη νύχτα, αν και στον ντροβά είχε πολλά χρήματα από την πώληση μοσχαριών, τα οποία συνώδεψε με φορτηγό πλοίο μέχρι τον Πειραιά.
Αγάπησε το μοναστήρι περισσότερο από τον οίκο του πατέρα του. Έδωσε όλο το είναι του.
- Πέρασα –έλεγε ο ίδιος- απ’ όλα τα διακονήματα, πλην κηπουρού καιο αντιπροσώπου.
Πάνω στην δίνη της προσέγγισης του αγιορειτικού μοναχισμού, της σκληρότητας και της απονιάς, και την φόρτιση των πρωτόγνωρων διακονημάτων, ο νεαρός Ευδόκιμος βρήκε αποκούμπι στον παπουτσή του μοναστηριού. Ο γέρων Πολύκαρπος δεχότανε τους λογισμούς του νέου μοναχού με πολλή ιλαρότητα, όποιοι κι αν ήταν αυτοί (παράπονα; επαναστάσεις σαρκικές; γογγυσμοί; περιφρονήσεις; λογισμοί βλασφημίας;), χωρίς να τρομάζη για το μέλλον του αδελφού. Όλα ο καλός Γέρων τα εκτιμούσε τόσο αληθινά και τόσο φυσικά, που μόνο που τα έλεγες ξεκουραζόσουνα.
- Ο πατηρ Πολύκαρπος –έλεγε ο γέρων Ευδόκιμος- ήταν για μένα μεγάλη διέξοδος. Αν δεν υπήρχε, δεν θα μπορούσα να συνεχίσω τον μοναχικό δίαυλο. Αλλοίμονο στον μοναχό που δεν εξαγορεύεται τους λογισμούς του σε Γέροντα.   

Συνεχίζεται...



 

«Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας»
του Γέροντα Γρηγορίου
Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου


Μεταφορά στο διαδίκτυο keliotis

1 σχόλιο:

  1. Αντώνης ΧΡΟΝΙΚΩΝ26/5/12, 8:44 μ.μ.

    Ευχαριστίες στον κοπιάσαντα Κελλιώτη για τούτο το -όντως- συναξάρι. Δούλεψε ως καλός αντιγραφεύς που τέρπει και διδάσκει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή