Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

1317 - Κτηνοτρόφοι και αντάρτες στο Χιλιανδάρι (1947)


Η διήγηση που ακολουθεί είναι του μπαρμπα Μήτσου (Δημήτριος Γ. Ξεφτέρης, έτος γεννήσεως 1929) και δημοσιεύεται στα ΝΕΑ ΤΗΣ ΒΑΡΒΑΡΑΣ. Η ηλικία του, όταν διαδραματίζονται τα γεγονότα, είναι 18 χρονών.

Ήμαστε στο 1947 όταν λόγω της κατάστασης αναγκα­ζόμαστε οι κτηνοτρόφοι να πάμε στο Άγιο Όρος.
Εμείς με το θείο μου το Θεοχάρη πήγαμε και εγκα­τασταθήκαμε στην Ιερά Μονή Χιλανταρίου. Μαζί μας ήταν και ο Στρατής Τσαλίκης+, που ήταν ένας γερός κτηνοτρόφος.
Τα βράδια μαζευόμασταν όλοι σ' ένα μέρος για ύπνο. Τα κοπάδια τα αφήναμε μόνα τους. Ούτε λύκοι υπήρχαν ε­κεί ούτε τσακάλια οπότε δεν είχαμε φόβο. Περάσαμε εκεί όλοι μαζί περίπου ένα μήνα. Παρακάτω περιγράφω μερικά περιστατικά από την εκεί ζωή μας.
Τα τρόφιμα που είχαμε πάρει μαζί μας άρχισαν με­τά από λίγες μέρες να τελειώνουν. Ευτυχώς είχαμε μα­ζί μας μια μεγάλη κατσαρόλα και κάναμε κατσιαμάκα με καλαμποκίσιο αλεύρι και τρώγαμε όλοι από ένα κομμάτι.
Ανακαλύψαμε εκεί κοντά κι ένα κελλί του παπα -Βγένη με Ιερισσιώτες καλόγερους. Ήταν πολύ καλοί άνθρω­ποι και είχαν φούρνο. Οικονομήσαμε αλεύρι και πήγαι­νε ο πατέρας μου με το θείο μου και ζύμωναν εκεί.
Την πρώτη φορά που πήγαν τους βρήκαν ..πατούσαν τα σταφύλια και έβγαζαν κρασί. Το βράδυ μας έφεραν ένα γκιουμ ίσα με δέκα οκάδες. Το κρασί όμως δεν πί­νονταν χωρίς κρέας. Σφάξαμε λοιπόν ένα βετούλι, το βάλαμε στην μπακράτσα, έβρασε και τρώγαμε. Ήμασταν όμως πολλά άτομα και δεν μας έφτασε. Ο Στρα­τής που ήταν κρεατάς λέει τότε στο τσοπάνο του το Γιώργη. «Πήγαινε ρε Γιώργη και σφάξε μια μηλιώρα». Ο Γιώργης ήταν ένα παλικάρι 20 χρονών Θρακιώτης, το επίθετο του ήταν Δεληγιάννης, παρατσούκλι τον λέγαμε <αλανιάρα>, όνομα και πράγμα.
Σε μια ώρα η γίδα ήταν έτοιμη και τη βάλαμε στην μπακράτσα, περάσαμε έτσι όλη τη νύχτα τρώγοντας και πίνοντας.                 
Για αρκετό καιρό πηγαίναμε εκεί στους παπα Βγένηδες  και ζυμώναμε, μας εξυπηρετούσαν οι άνθρωποι. Τους πηγαίναμε κι εμείς τυρί και κρέας όταν σφάζα­με καμιά γίδα.
Πέρασε λίγος καιρός και κάποτε που ήμασταν όλοι μαζί αισθάνθηκα την πλάτη μου να με φαγουρίζει. Βγάζω τη φανέλα μου και βρίσκω δυο ψείρες. Το βράδυ το είπα στον θείο μου. Αυτός με απάντησε πως και ο ίδιος είχε πιάσει από μέρες αλλά ντρέπονταν να μας το πει.
Ο πατέρας μου τις φοβόταν πολύ τις ψείρες, μόλις το έμαθε έστειλε τον αδερφό μου στις Καρυές να πάρει μια γερμανική σκόνη το ντιντιτι. Πήγε και μας έφερε δυο κουτιά. Βάλαμε και από τότε δεν ξανάδαμε ψείρα. Σωθήκαμε μ εκείνη τη σκόνη.
Μετά το μήνα ο Στρατής έφυγε από κείνη την περιο­χή. Εγώ με το θείο μου  σμίξαμε τα γίδια μας και μεί­ναμε εκεί στην περιοχή του Χιλανταρίου. Κατέβηκε ο πατέρας μου στην επιτροπή και τους είπε να μας αφήσουν να κάνουμε μαντρί εκεί κοντά. Μας ά­φησαν και μας έδωσαν μια κάμαρη έξω από το μοναστή­ρι να βάλουμε τα πράγματα μας.
Κάτω στον αρσανά είχε ένα σπίτι με φούρνο μας είπαν να πηγαίνουμε εκεί να ζυμώνουμε και έτσι τα­κτοποιηθήκαμε μια χαρά. Από αλεύρι όμως ...τα είχαμε μπερδέψει τα πράγματα...δεν μπορούσαμε να βρούμε ν' αγοράσουμε. Έτσι αναγκάστηκε ο πατέρας μου με τον αδερφό μου να πάνε να δουλέψουν σ' έναν έμπορο που είχε νοικιασμένο το δάσος του μοναστηριού. Τους έδινε για πληρωμή δεκαπέντε οκάδες αλεύρι τη βδομάδα. Ο πατέρας μου δεν ήταν μαθημένος να δουλεύει μεροκάματο και του κακοφάνηκε πολύ.
Παραμονές Χριστουγέννων μας λέει ο πατέρας μου. «Εγώ θα βγω έξω θα πάω στο Παλαιοχώρι να φέρω σιτά­ρι να το αλέσουμε να χορτάσουμε ψωμί» Στο Παλαιοχώρι είχαμε σιτάρι δικιάς μας παραγωγής.

1947. Ο Εμφύλιος συνεχίζεται και οι κτηνοτρόφοι λόγω της κατάστασης βρισκόμαστε στο Άγιο Όρος.
Τις μέρες που έλειπε ο πατέρας μου, είχε πάει στο Παλαιοχώρι να φέρει αλεύρι, ένα απόγευμα καθώς βο­σκούσα τα γίδια βλέπω σ' ένα δρόμο να κατεβαίνουν άνθρωποι με όπλα. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα είναι πως πρόκειται για Μάηδες. Μάηδες έλεγαν πολίτες που είχαν όπλα φύλαγαν τα χωριά και έκαναν περιπολίες. Όταν όμως πλησίασαν και τους είδα καλύτερα κατά­λαβα πως ήταν αντάρτες. Έστριψα με τρόπο και προ­σπάθησα να κρυφτώ. Είδα όμως κάποιον αντάρτη ξεκομ­μένο από τους άλλους είκοσι περίπου μέτρα πιο μα­κριά να με παρακολουθεί. Προσπάθησα τότε να κάνω τον αδιάφορο, τάχα πως δεν τον κατάλαβα και προχω­ρούσα ανάμεσα στα γίδια. Πέρασαν όλοι, γύρω στα τρι­άντα άτομα. Τελευταίος έρχονταν ο καπετάν Καραβασιλικός από τη Μεγάλη Παναγία. Μόλις έφτασε απέναντι μου με φωνάζει: «ε.. -κεχαγιά...». Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα. Αναγκάστηκα να πάω κοντά του. Τον γνώρισα γιατί τον ήξερα από το χωριό.
-Έλα, μου λέει, να πάμε μέχρι το μοναστήρι. Πήγαμε εκεί βρήκα κι άλλους εργάτες που δούλευαν στο μοναστήρι καθώς και κτηνοτρόφους από κει γύρω. Εμένα και τον Γιάννη Κατσιάνο μας έβαλαν στην απο­θήκη που είχαν οι καλόγεροι το αλεύρι.

Σακιάσαμε 28 τσουβάλια αλεύρι πήραν και 14 μουλάρια από το στά­βλο του μοναστηριού τα φορτώσαμε και τα βγάλαμε έξω. Οι περισσότεροι αντάρτες είχαν μπει μέσα στο μοναστήρι έμειναν μερικοί μόνο έξω και μας φύλαγαν. Πέρασαν καναδυό ώρες, άρχισε να βασιλεύει ο ήλιος κι αυτοί ακόμα να βγουν. Τότε λέει ένας απ αυτούς που ήταν έξω, ο καπετάν Λαγός, νευριασμένος σ' ένα αντάρτη:
-Πήγαινε μέσα σ  αυτούς και, πες τους να βγουν.
Τι κάνουν τόση ώρα μέσα; Τα μουλάρια θα πέσουν από το φορτίο.

Πραγματικά μετά από λίγο βγήκαν όλοι από μέσα. Ο Καραβασιλικός, ο Κορδαλής, ο Παϊπάτης, ο Καραχρίστος όλοι καπεταναίοι, από τη Μεγ. Παναγία. Ο Καραβασιλικός τους είπε να πάρουν τα μουλάρια και να φύγουν όλοι  και έμεινε μόνος του θα μπείτε στο μοναστήρι, μας λέει, θα κλείσετε την πόρτα και μη τολμήσει κανένας να βγει και, πάει να μας προδώσει δε θα γλιτώσει θα τον σκοτώσουμε. Έφυγε λοιπόν κι, αυτός ευτυχώς χωρίς να μας πειρά­ξουν. Μόνο το σακάκι με πήραν, ένα σακάκι καρό που το είχα ράψει πριν λίγο καιρό.
Μετά που πήγαμε μέσα ρωτήσαμε τι έκαναν τόση ώρα μέσα. Μας είπαν πως προσπαθούσαν ν' ανοίξουν το χρηματοκιβώτιο του μοναστηριού αλλά δεν μπόρεσαν. Το χρηματοκιβώτιο είχε 12 κλειδιά και για ν' ανοίξει έπρεπε να μπουν και τα δώδεκα. Αυτά τα κλειδιά τα είχαν δώδεκα διαφορετικά άτομα. Μόλις οι καλόγεροι αντελήφθηκαν τους αντάρτες και το σκοπό τους έκρυ­ψαν έναν καλόγερο που είχε κλειδί. Οι αντάρτες προ­σπάθησαν ν' ανοίξουν την πόρτα με τα έντεκα κλειδιά αλλά αυτό στάθηκε αδύνατο. Προσπάθησαν μετά με λο­στούς αλλά πάλι τίποτα, έτσι άργησαν πολύ.
Την άλλοι μέρα το πρωί άνοιξε η πόρτα του μονα­στηριού και φύγαμε όλοι. Όταν πήγα στο μαντρί τους βρήκα όλους αναστατωμένους. Ο αδερφός μου και ο θει­ος μου δεν πήραν χαμπάρι τι έγινε και νόμιζαν πως έπαθα κάτι, έτσι όλη τη νύχτα γύριζαν να με βρουν.
Οι καλόγεροι μας είχαν πει εν τω μεταξύ να μην πάμε εμείς στην αστυνομία γιατί ήταν μακριά. Είχε μόνο στο Βατοπέδι και στο Ζωγράφου που ήταν τρεις ώρες δρόμος. Μας είπαν πως θα ειδοποιούσαν αυτοί.
Πέρασαν καναδυό μέρες και έφτασε μια ειδοποίηση από την αστυνομία να πάω στο τμήμα.
Φίδια άρχισαν να με ζώνουν. Είπα πως δε θα το γλιτώσω το ξύλο α­φού δεν πήγα να τους πω γι αυτά που έγιναν με τους αντάρτες. Παίρνω λοιπόν κι εγώ ένα κατσίκι καναδυό οκάδες τυρί και ξεκίνησα για την αστυνομία. Όταν έφτασα εκείνη την ώρα έμπαινε μέσα ένας καλό­γερος με το τρουβά γεμάτο. Περίμενα απ' έξω, ήρθαν οι χωροφύλακες, τους έδωσα το κατσίκι και το τυρί και κουβεντιάζαμε μέχρι που να τελειώσει ο καλόγερος με το διοικητή.
Όταν βγήκε ο καλόγερος μπήκα εγώ μέσα. Μόλις με είδε, ο διοικητής, σηκώνεται και μου λέει.
-Α, εσύ είσαι ο προδότης, γιατί δεν ήρθες να μας ειδοποιήσεις; και λέγοντας αυτά μου αστράφτει ένα χα­στούκι. Ένας χωροφύλακας άκουσε που διαμαρτυρόμου­να μέσα και κατάλαβε πως τις έτρωγα. Άνοιξε την πόρτα μπήκε μέσα και είπε στο σταθμάρχη πως τους έφερα τυρί και κατσίκι και να μη με χτυπά. Μόλις του είπε αυτό, μαλάκωσαν τα πράγματα του εξήγησα πως έγινε το περιστατικό και τελειώσα­με. Επειδή πλησίαζε μεσημέρι με κράτησαν τους έσφα­ξα το αρνί φάγαμε παρέα και τελικά πιαστήκαμε και φίλοι.
Φεύγοντας μου είπε πως ότι μου συμβαίνει να πη­γαίνω σ' αυτόν, το χαστούκι  όμως το έφαγα και θα το θυμάμαι.

1947. Ο εμφύλιος συνεχίζεται και οι κτηνοτρόφοι λόγω της κατάστασης βρισκόμαστε στο Άγιο Όρος. Ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε είναι η έλλειψη σε αλεύρι. Γι αυτό το λόγο πήγε ο πατέρας μου στο Παλαιοχώρι να φέρει μιας κι εκεί είχαμε αρκετό.
Ύστερα από λίγες μέρες επέστρεψε ο πατέρας μου και έφερε 500 οκάδες σιτάρι αλλά έπρεπε να το αλέ­σουμε. Και σ' αυτό μας βοήθησαν οι καλόγεροι. Πήραν το σιτάρι το έστειλαν στο μύλο μαζί με το δικό τους και μας έδιναν κάθε βδομάδα από την αποθήκη τους 15 οκάδες. Πήγαινα λοιπόν στο φούρνο τους και ζύμωνα, έτσι έχοντας εξασφαλίσει και το ψωμί περάσαμε ήρεμα και καλά το χειμώνα.
Το καλοκαίρι πήγαμε στον Άθωνα. Εγκατασταθήκαμε σ' ένα μέρος σε πολύ μεγάλο υψόμετρο που ονομάζο­νταν Υψωμένα. Εκεί αφού τακτοποιηθήκαμε ο αδερφός μου πήγε σ έναν έμπορο και δούλευε, ενώ εγώ με τον πατέρα μου και με το θειο μου ήμασταν στα γίδια. Κάθε Σάββατο κατέβαινα στη Μορφωνού, όπου δούλευε ο αδερφός μου και έπαιρνα αλεύρι. Εκεί είχε φούρνο ζύμωνα και τη Δευτέρα το πρωί φόρτωνα τα ψωμιά και πήγαινα στο μαντρί. Τρεις ώρες δρόμος ήτανε και αυτή η δουλειά συνεχίστηκε όλο το καλοκαίρι. Πάντως εκεί πάνω περνούσαμε πολύ καλά. Μαζί μας ή­ταν οι Ντανταίοι και οι Μαλαντρήδες από το Νεοχώρι. Πολλές φορές μαζευόμασταν όλοι μαζί ψήναμε κα­νένα κατσίκι παίρναμε και κρασί και το γλεντούσαμε. Δυστυχώς όμως δεν το χαρήκαμε πολύ.
Ήταν Σεπτέμβρης του 1948,ένα Σάββατο κατεβήκαμε με τον Δημητράκη τον Καραντώνα στη Μορφωνού. Κοντά να φτάσουμε στην παραλία βρήκαμε ένα Μεγαλοπαναγιώτη. Αυτός μας είπε:

Κρυφτείτε γρήγορα, ήρθαν αντάρτες και πήραν όλους τους νεαρούς, πήραν τον αδερφό σου τον Κώστα τον α­νιψιό μου το Νίκο και άλλα παιδιά. Τώρα μόλις έφυ­γαν, προσέξτε μη βρουν και σας και σας πάρουν. Πραγματικά κρυφτήκαμε αρκετές ώρες ώσπου είδαμε και άλλους να κυκλοφορούν οπότε καταλάβαμε πως οι αντάρτες είχαν πια φύγει. Πήγα τότε και ρώτησα τον πεθερό του έμπορα αν οι αντάρτες πήραν και τα μου­λάρια μας που τα είχε ο αδερφός μου. Κάποιος μου είπε πως δεν τα πήραν, μου έδειξε που ήταν και πήγα και τα πήρα. Φόρτωσα και λίγο αλεύρι και γύρισα στο μαντρί.
Όταν έφτασα διηγήθηκα στον πατέρα μου τι συνέβη. Αυτός στενοχωρέθηκε πάρα πολύ και άρχισε να κλαίει σαν να είχαμε κηδεία. Εγώ είχα καταλάβει πως ο Κωσταντής θα έμενε με τους αντάρτες γιατί τους συμπα­θούσε αρκετά. Έτσι και έγινε. Εμείς βέβαια συνεχίσαμε υποχρεωτικά τη ζωή μας εκεί. Όταν έπιασε να χειμωνιάζει κατεβήκαμε με τα γίδια στο Χιλαντάρι εκεί που ήμασταν την προηγού­μενη χρονιά. Τα γελάδια τα αφήσαμε στο Λαυραιώτικο όποτε όμως πήγαινα να τα δω όλο έλειπαν ένα-δυο. Υπήρχαν κάποιοι επιτήδειοι που όταν έβρισκαν κο­πάδια μόνα τους πήγαινα έδεναν από κανένα γελάδι το πήγαιναν στη Δάφνη και το πουλούσαν για δικό τους.
Βγάλαμε όλο το χειμώνα εκεί, ευτυχώς που μας βο­ηθούσαν οι καλόγεροι σε κάθε ανάγκη που είχαμε. Την άνοιξη του Αγίου Γεωργίου για να τους ευχαρι­στήσουμε σφάξαμε τρία κατσίκια, τα δύο τα ψήσαμε ενώ το άλλο το κάναμε μαγειρευτό με γάλα και καλέ­σαμε όλους τους καλόγερους να τους κάνουμε το τρα­πέζι. Έφεραν αυτοί μαζί τους κρασιά και τσίπουρα και όσα έμειναν μας τα άφησαν εκεί και είχαμε να πίνουμε για κανένα μήνα. Πάντως ευχαριστήθηκαν πολύ.
Το καλοκαίρι ξαναπήγαμε στον Άθωνα. Εκεί συμμαζέψα­με και τα γελάδια. Από 40 μας έμειναν καμιά 20. Εκεί τα έπιασε και μια αρρώστια και τελικά μας έμειναν περίπου δεκαπέντε.
Εκεί στον Άθωνα που ήμασταν ήταν κοντά η Ρουμανική σκήτη. Είχε έναν παπά τον Παπα-Γεράσιμο που ήταν ο πιο καλλίφωνος μέσα στο όρος. Όποιο μοναστήρι είχε πανηγύρι τον καλούσε κι έψελνε. Αυτός πήγαινε και στην Αγία Άννα κι έπαιρνε τα λείψανα και γύριζε στα κοπάδια να κάνει αγιασμούς Ο πατέρας μου ήταν αρκετά θεοφοβούμενος, μόλις το έμαθε τον κάλεσε να κάνει αγιασμό και στο δικό μας κοπάδι. Ήρθε διάβασε, δώσαμε και για τα λείψα­να ότι είχαμε ευχαρίστηση. Ο πατέρας μου του έδωσε και μια λίρα για να διαβάζει παρακλήσεις για τον αδερφό μου.
Το βράδυ κάθισε στο μαντρί, ήταν πολύ γαλατάς θυ­μάμαι. Ήπιε όλη τη νύχτα πέντε οκάδες γάλα. Είχαμε ένα κουτί με χέρι το είχαμε για μέτρο, χωρούσε μία οκά. Πέντε φορές το γέμισα και το ήπιε. Τον έλεγα, παπά θα πάθεις τίποτα και θα βρούμε τον μπελά μας. Μη φοβάσαι μου λέει, μόνο να το γεμίζεις όταν σου λέω εγώ. Ψωμί δεν τρώω αλλά γάλα πίνω πολύ. Πιες όσο θέλεις του λέω το καζάνι είναι γεμάτο.
Όταν πέρασε το καλοκαίρι οι καλόγεροι έκαναν ε­νέργειες να διώξουν την κτηνοτροφία από το Άγιο Όρος. Τελικά τα κατάφεραν. Τον Οκτώβρη του 1949 ήρθε διαταγή να πάρουμε τα κοπάδια από το Άγιο Όρος και να πάμε στη Σιθωνία.
Οκτώβρης του 1949. Ο Εμφύλιος πλησιάζει στο τέ­λος. Εμείς οι κτηνοτρόφοι μετά από παραμονή δύο χρό­νων στο Άγιο Όρος παίρνουμε διαταγή να πάρουμε τα κοπάδια και να πάμε στη Σιθωνία.
Όποιος ήθελε μπορούσε να ναυλώσει καΐκι και να πάει απ ευθείας, όποιος ήθελε μπορούσε να πάει με τα πόδια κάνοντας τον κύκλο και έχοντας συνοδεία στρα­τό για να μην πάθουμε ζημία από τους αντάρτες.
Εμείς φύγαμε με τα πόδια. Εγώ με το θείο μου το Θεοχάρη είχαμε τα γίδια και ο πατέρας μου με το συμπέθερο του θειου μου το γερο-Μπότσαρη είχαν τα γελάδια, τα μουλάρια και τα πράγματα μας.
Μια βραδιά μείναμε στην  Τρυπητή, την άλλη φτάσα­με ότου Σαλονικιού και την τρίτη φτάσαμε στη Σκαμνιά μια τοποθεσία μέσα στη Σιθωνία. Εκεί καθίσαμε μια βδομάδα αλλά ακούστηκε πως ήρθαν αντάρτες. Ο πατέρας μου φοβούμενος μήπως πάρουν και μένα, είπε στο θείο μου να φύγουμε και να πάμε βαθιά μέσα στη Σιθωνία.
Φύγαμε και πήγαμε σ ένα μέρος ανάμεσα στη Συκιά και στο Κουφό. Βρήκαμε ένα μέρος εκεί και κάναμε ε­γκαταστάσεις. Ο πατέρας μου όμως πάλι ανησυχούσε και μια μέρα μου είπε.
-Μήτσο να πουλήσουμε τα γίδια και τα γελάδια και να πάμε στη Θεσ/νίκη να σου βρω καμιά δουλειά κι εγώ να πάω στο Παλαιοχώρι με τη μάνα σου και την αδερφή σου.
Ήμουν τότε 19 χρονών και δεν μπορούσα να πάρω πρω­τοβουλία. Το συζήτησα με το θείο μου. Αυτός ήταν αντί­θετος σε κάτι τέτοιο.
 -Μήτσο, μου λέει., έφαγες τόσα χρόνια να κάνεις μια πε­ριουσία και τώρα να τα πουλήσεις; Ο πατέρας σου έχει απελπιστεί, άστον να πουλήσει τα γελάδια κι ας πάει στο Όρος να πάρει τα τυριά και τις δραχμές που αφή­σατε στο Μοναστήρι κι από κει ας πάει στο Παλαιοχώρι. Εμείς θα μείνουμε μαζί, κρίμα είναι να πουλήσεις την περιουσία που έκανες με τόσα βάσανα!
Πραγματικά μίλησα με τον πατέρα μου και του είπα την απόφαση μου να μην πουλήσω τα γίδια και να μείνω με το θείο μου. Πουλήσαμε τα γελάδια και πήραμε 20 λίρες, τα υπόλοιπα τα πήραμε σε χαρτιά.
Είπαμε στον πατέρα μου νάρθει μόνο το Φλεβάρη όταν γενούν τα γίδια για να μας βοηθήσει.
Έτσι και έγινε. Εμείς κάναμε το μαντρί και σιγά-σιγά τακτοποιηθήκαμε. Κατέβηκα και στη Συκιά, εκεί ή­ταν η θεια-Λενιώ η Πεύκαινα η μάνα του Αδάμ, είχε έρ­θει να τον ζυμώνει και να τον πλένει. Πήγα εκεί στη Θεια-Λενιώ και με βοήθησε να βρω μια γυναίκα να με ζυμώνει και να με πλένει τα ρούχα. Κατέβαινα στο χω­ριό δυο φορές τη βδομάδα κι άρχιζα να προσαρμόζομαι στη κοινωνία. Έκανα ένα κουστούμι αγόρασα και που­κάμισα για να μην είμαι με τις μάλτες τις λεριάρικες που είχα από το Όρος.΄Γνώρισα και κόσμο εκεί κάναμε παρέες και γλέντια. Από λεφτά δεν είχα στεναχώρια. Πέρασα στη Συκιά ένα εξάμηνο πολύ ωραία.
Έφτασε η Άνοιξη του 1950.Οι αντάρτες άρχισαν να λιγοστεύουν. Οι πιο πολλοί πέρασαν στη Βουλγαρία και στη Σερβία. Εν τω μεταξύ έκλεισαν τα σύνορα και δεν μπορούσαν να μπαινοβγαίνουν. Όσοι έμειναν άλλοι πα­ραδόθηκαν και άλλους ξεκαθάρισε ο στρατός.
Στα μέσα Απριλίου έφτασε διαταγή να επιστρέψουμε στα χωριά μας. Ξεκινήσαμε κι εμείς και μετά από πέ­ντε μέρες δρόμο φτάσαμε έξω από το χωριό στο Ντρεβενίκο
Μετά από τρία χρόνια στο Άγιο Όρος και στη Συκιά φτάσαμε έξω από το χωριό. Ήταν Άνοιξη του 1950.
Ο πατέρας μου κι ο θείος μου τράβηξαν κατευ­θείαν για τον Μπάσλακα. Εγώ πήρα τα μουλάρια με τα πράγματα να τα πάω στο σπίτι. Από το Ντρεβενίκο ά­φησα μπροστά μόνα τους τα μουλάρια να δω αν μετά από τρία χρόνια θυμούνται το δρόμο. Ξεκίνησαν και σταμάτησαν μπροστά στην αυλή του σπιτιού. Αυτό μ' έκανε μεγάλη εντύπωση...
Εκεί κατέβηκε η μάνα μου και η αδερφή μου που είχαν να με δουν τρία χρόνια. Μ αγκάλιασαν και δεν ήθελαν να μ αφήσουν. Ήταν πολύ συγκινητικές στιγ­μές. Θυμηθήκαμε τον αδερφό μου τον Κωσταντή που τον είχαν πάρει οι αντάρτες το 1948 και ήταν στους εξαφανισθέντες, δεν ξέραμε αν ζει ή αν σκοτώθηκε.
Αρχίσαμε και πάλι την οικογενειακή ζωή. Συμμα­ζέψαμε τα σπίτια μας που ήταν έρημα, καθαρίσαμε τις αυλές που αυτά τα τρία χρόνια είχαν χορταριά­σει.
Ο πατέρας μου άρχισε να ψάχνει για τον αδερφό μου, να μάθουμε αν ζει. Πήγε σε αστυνομίες σε πρε­σβείες, μέχρι στον Ερυθρό Σταυρό έφτασε. Μετά από λίγο καιρό μας ήρθε μια απάντηση που μας έλεγε πως αν γίνει σύμβαση με τη Σερβία και τη Βουλγαρία θα ψάξουν και θα μας ενημερώσουν ...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου