Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

715 - Ιωακείμ Γ’, ο από Θεσσαλονίκης «Μεγαλοπρεπής» Οικουμενικός Πατριάρχης


Επιστημονικό συνέδριο στη Θεσσαλονίκη μ’ αφορμή τη συμπλήρωση 100 ετών από την εκδημία του



Του Χάρη Ανδρεόπουλου *

Την μεγάλη εκκλησιαστική προσωπικότητα, του από Θεσσαλονίκης Οικουμενικού Πατριάρχου Ιωακείμ του Γ΄ και το έργο που προσέφερε στη διάρκεια των δύο θητειών του στον οικουμενικό θρόνο (1878 – 1884 και 1901 – 1912) προκειμένου να καταστήσει το Πατριαρχείο σημείο αναφοράς και κέντρο της ορθόδοξης οικουμένης, ανέλυσαν διακεκριμένοι επιστήμονες  στο τρίμερο συνέδριο (3 – 5 Φεβρουαρίου) που πραγματοποιήθηκε στη συμπρωτεύουσα  μ’  αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από την εις Κύριον εκδημία του.
Το Συνέδριο που είχε θέμα  «Ιωακείμ Γ΄, ο Μεγαλοπρεπής. Ο από Θεσσαλονίκης Οικουμενικός Πατριάρχης και η εποχή του» συνδιοργάνωσαν ο δήμος Θεσσαλονίκης και η τοπική Φιλόπτωχος Αδελφότης Ανδρών, υπό την αιγίδα της Αυτού Θειοτάτης Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου. Οι εργασίες του Συνεδρίου ξεκίνησαν στην αίθουσα διαλέξεων της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών με ομιλητή τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Αρκαλοχωρίου της Εκκλησίας της Κρήτης και Καθηγητή Εκκλησιαστικής Ιστορίας στο Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ, κ.κ. Ανδρέα Νανάκη, ο οποίος με τη μεστή ομιλία του ανέδειξε το πολυσχιδές έργο προσφοράς στη Ρωμιοσύνη και το απαράμιλλο εκκλησιαστικό φρόνημα του Ιωακείμ Γ΄,  του πατριάρχη που, όπως τονίσθηκε από τον ομιλητή «αγαπήθηκε μέχρι λατρείας από το Γένος μας». 

Ομιλία του Αρκαλοχωρίου κ.κ. Ανδρέα


Ο Μητροπολίτης Αρκαλοχωρίου κ.κ. Ανδρέας στην ομιλία του, μεταξύ άλλων ανέφερε:
«Πριν εκατό χρόνια το Νοέμβριο του 1912 ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ  αναχωρούσε από τον πρόσκαιρο αυτό κόσμο, για τον άλλο κόσμο, τον αιώνιο και παντοτινό. Ο Ιωακείμ είχε ξεκινήσει την πορεία της ζωής του από το Βαφεοχώρι, τη γενέτειρά του, με έμφυτη αγάπη κλήση και κλίση για την Εκκλησία. Τα χαρίσματά του με την ευλογία του Θεού, τον αξίωσαν να έχει δυσεύρετη και μεγάλη εκκλησιαστική προσφορά και διακονία. Υπήρξε πρόσωπο με βαθύτατο εκκλησιαστικό φρόνημα, τον διέκρινε όμως παραλληλα και διορατικότητα και ενόραση, χάρη στην οποία προσλάμβανε τα γενόμενα και τις εξελίξεις που κυοφορούσε το αύριο και το μέλλον. Έθεσε στην διακονία της Εκκλησίας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου την ύπαρξή του, με τα πάμπολλα χαρίσματά του.
Συμπληρώνονται εφετος εκατό χρόνια από την εις Κύριον εκδημία του Ιωακείμ. Ο Πατριάρχης Σωφρόνιος εξέλεξε και χειροτόνησε τριακονταετή το 1864 τον Ιωακείμ Μητροπολίτη Βάρνας . Στα ελληνόφωνα παράλια , με τη σλαβόφωνη ενδοχώρα της μητρόπολης του, ο Ιωακείμ εργάστηκε και δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την ειρηνική συνύπαρξη, συμπόρευση και συμβίωση των ορθόδοξων χριστιανών με τις άλλες κοινότητες μακριά από γλωσσικές η άλλες διακρίσεις. Άλλωστε το 1864 ο βουλγαρικός εθνικισμός είχε βραχύ τον βίο του, η Εξαρχία, ο ιδεολογικός πυρήνας δηλαδή του βουλγαρικού εθνικισμού, ο οποίος ξεκίνησε τη δημιουργία του κράτους, δεν είχε ακόμα ανδρωθεί και ο Ιωακείμ, όπως και σε όλη τη διάρκεια της πρώτης του πατριαρχίας (1878-1884), πιστεύει οραματίζεται εργάζεται και ζει για τη δόξα και το μεγαλείο της ορθόδοξης οικουμενικότητας, του ορθόδοξου Γένους και της Ρωμιοσύνης, ελληνόφωνης, δίγλωσσης η πολύγλωσσης, εν μέσω πολυφώνων κοινοτήτων με κέντρο την Κωνσταντινούπολη και σημείο αναφοράς το Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Ο Ιωακείμ ακολουθεί την για αιώνες δοκιμασμένη εκκλησιαστική πρακτική και τακτική του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως ο ίδιος την είχε γνωρίσει, βιώσει και ενστερνιστεί στην πορεία της ζωής του. Γεννημένος στο Βαφεοχώρι του Βοσπόρου στις 18 Ιανουαρίου του 1834, στα παιδικά του χρόνια τον αναλαμβάνει υπό την προστασία του ο εφημέριος της γενέτειράς του, ιερομόναχος Χρύσανθος Ρύσιος. Μεταβαίνει με το γέροντα του Χρύσανθο για μικρό διάστημα στη Μονή Παντοκράτορος στο Άγιον  Ορος, και το 1848 επιστρέφουν στην Κωνσταντινούπολη.
Το 1854 μεταβαίνει στη Βιέννη, ως διάκονος στους ναούς του Αγίου Γεωργίου και της Αγίας Τριάδος. Τον Οκτώβριο του 1860 Πατριάρχης εξελέγη, για πρώτη φορά κατά τους Γενικούς Κανονισμούς, ο γέροντάς του, Ιωακείμ Β , ο από Κυζίκου. Ο διάκονος Ιωακείμ Δεβετζής η Δημητριάδης επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη και διορίζεται το Νοέμβρη του 1860 δευτερεύων πατριαρχικός διάκονος. Χειροτονείται από τον Πατριάρχη πρεσβύτερος, προχειρίζεται σε Αρχιμανδρίτη και διορίζεται το Μάρτιο του 1863 Μέγας Πρωτοσύγκελλος. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους ο Πατριάρχης Ιωακείμ Β  παραιτεῖται για λόγους υγείας, ο δε Ιωακείμ αναχωρεί από την πρωτοσυγκελλία και το 1864 εκλέγεται όπως είπαμε Μητροπολίτης Βαρνας.

Από τη Βάρνα στη Θεσσαλονίκη

Η Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου δέκα χρόνια αργότερα εξέλεξε το 1874, στις 9 Ιανουαρίου, Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης τον από Βάρνας Ιωακείμ. Πατριάρχης στην εκλογή αυτή ήταν ο γέροντάς του, ο Ιωακείμ Β  κατά τη δεύτερή του πατριαρχία (1873-1878) .
Ο Ιωακείμ αρχιερατεύει από το 1874 έως το 1878 στη Θεσσαλονίκη. Είναι ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης της ορθόδοξης κοινότητας, ελληνόφωνης σχεδόν στο σύνολό της, την οποία ειρηνεύει μετά τις κοινοτικές διενέξεις που ξέσπασαν με τον προκάτοχο του Νεόφυτο, ο οποίος αποχώρησε από τη Θεσσαλονίκη. Ο Καθηγητής Παναγιωτίδης γράφει: στη Θεσσαλονίκη «εύρον ευρύτερον στάδιον αναδείξεως αι κοσμούσαι Αυτόν μεγάλαι αρεταί: η σύνεσις και η διορατικότης, η δραστηριότης και η μεγαλοπραγμοσύνη, η αγαθότης και η φιλανθρωπία, δια των οποίων εδικαίωσε τας ελπίδας της Εκκλησίας και επεβλήθη εις την εκτίμησιν του έθνους Του».
Είναι ο πρόεδρος της Δημογεροντίας. Διευθετεί τα εκκλησιαστικά, τα εκπαιδευτικά διευθετεί, επίσης, τα κοινωνικά ζητήματα και προβλήματα της ορθόδοξης κοινότητας. Οι δικαιοδοσίες του απορρέουν από τα προνόμια του Πορθητή, αλλά και από τα δικαιώματα των Τανζιμάτ (μεταρρυθμίσεων) και των Γενικών Κανονισμών. (…)
Αρχιερατεύοντος του Ιωακείμ το Μάρτιο του 1878, ο πληθυσμός της πόλης με στατιστική της δημαρχίας, αριθμούσε τους 53.926 κατοίκους . Τα κύρια μιλέτια των αυτόχθονων κατοίκων της Θεσσαλονίκης, οι θρησκευτικές δηλαδή κοινότητες, ήταν οι ισραηλίτες 46.798, οι μουσουλμάνοι 24.129 και οι ορθόδοξοι κατ απόλυτη πλειοψηφία ελληνόφωνοι 10.613 . Κατοικούσαν βέβαια και πολλές μικρότερες πληθυσμιακές κοινότητες ρωμαιοκαθολικών, Αρμενίων, Σύρων, προτεσταντών, λατίνων, τσιγγάνων, βλάχων.
Οταν ο Ιωακείμ το 1874 ενθρονίζεται στη Θεσσαλονίκη είχε παρέλθει μισός και πλέον αιώνας από την οδύνη και τις σφαγές της επανάστασης του 1821. Το 1874 όταν ο Ιωακείμ Γ  ἐγκαθίσταται στη Θεσσαλονίκη, έχουν παρέλθει σχεδόν δύο γενιές από την τραγικότητα των σφαγών του 1821. Τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών είναι σαν να ζούμε στην ελληνική κοινωνία του 2012 πενηντατρία χρόνια μετά το τέλος (1949) του εμφύλιου πολέμου.
Ο Ιωακείμ ως μητροπολίτης Θεσσαλονίκης εργάστηκε πιστός στις απόψεις που πρέσβευε μέχρι και το τέλος της πρώτης του πατριαρχίας, προκειμένου να διασώσει την ενότητα της αυτοκρατορίας και να προαγάγει παραπέρα την κοινωνική, πνευματική και οικονομική προκοπή του ορθόδοξου μιλετιού, σε συνεργασία και ειρηνική συνύπαρξη με τις άλλες θρησκευτικές κοινότητες, ως εκφραστής των μεταρρυθμίσεων και των Γενικών Κανονισμών.

Πρώτη πατριαρχία

Από τη Θεσσαλονίκη ο Ιωακείμ αναχωρεί για την Κωνσταντινούπολη μετά την εκλογή του στον Οικουμενικό Θρόνο. Στην πρώτη του πατριαρχία (1878-1884) ο Ιωακείμ, ανακαίνισε τον πατριαρχικό oίκο, ο οποίος διατηρήθηκε ως την πυρκαϊά του 1941, για να ανοικοδομηθεί το 1990, ανασύστησε το τυπογραφείο και άρχισε την έκδοση της «Εκκλησιαστικής Αλήθειας» ίδρυσε σχολή εκκλησιαστικής μουσικής, οικοδόμησε λαμπρό κτίριο στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, το οποίο εγκαινίασε στις 14 Σεπτεμβρίου 1882, ανασύστησε στη Χάλκη την ιερατική σχολή που λειτουργούσε στο Μουχλί, οικοδόμησε τη Μεγάλη του Γένους Σχολή, συνέστησε τη φιλανθρωπική και φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα, προκειμένου να ενισχύσει τα χριστιανικά σχολεία, που λειτουργούσαν στις επαρχίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου και να ιδρύσει νέα.
Με τον Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο του 1882 παραχώρησε στην αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος τις επαρχίες της Θεσσαλίας, η οποία ενσωματώθηκε στην Ελλάδα το 1881 μετά τη συνθήκη του Βερολίνου το 1878. Το 1879 ανεγνώρισε αυτοκέφαλη την Εκκλησία της Σερβίας. Κατά την πρώτη του πατριαρχεία ο Ιωακείμ έζησε με το όραμα της ενότητας του Ορθόδοξου κόσμου, μέσα από τη συνύπαρξη και συνεργα¬σία όλων των ορθοδόξων στο πλαίσιο μιας ορθόδοξης κοινοπολιτείας, όπου ο Οικουμενικός Θρόνος θα είχε καθοριστικό ρόλο και λόγο, γι’ αυτό και δημιούργησε καλές σχέσεις με τους Ρώσους, εξ αιτίας των οποίων και κατηγορήθηκε ως ρωσόφιλος, ενώ στο Πατριαρχείο υπήρχε μερίδα ρωσόφιλων αρχιερέων. Είναι δε χαρακτηριστικό το γεγονός ότι σε αντιδιαστολή προς την Αθήνα, πρωτεύουσα του ελεύθερου κράτους με μεγάλη την επιρροή των δυτικών δυνάμεων, στην Κωνσταντινού¬πολη και το Πατριαρχείο τότε η Ρωσία ασκούσε τη δική της επιρροή .
Στο τέλος του 1883 προέκυψε το προνομιακό ζήτημα. Ο Ιωακείμ αντιμετώπισε την πρώτη φάση του προνομιακού ζητήματος (1883-1884). Ο Σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ Β  θέλησε να περιορίσει τα προνόμια με τα οποία οργανώναν τη ζωή τους οι χριστιανοί μέσα στην οθωμανική αυτοκρατορία. Ο Πατριάρχης αντέδρασε σθεναρά στην προσπάθεια του περιορισμού των προνομίων και υπέβαλε την παραίτησή του το Μάρτιο του 1884.

Η διάσταση με τον Τρικούπη

Στη διάσταση του Ιωακείμ με την Πύλη, ήλθε να προστεθεί και η στάση της κυβέρνησης Τρικούπη, η οποία αδυνατούσε να κατανοήσει τον ευρύτερο, διορθόδοξο και οικουμενικό χαρακτήρα του Πατριαρχείου. Ο Τρικούπης προσλάβανε το Πατριαρχείο ως μέσον για άσκηση αθηνοκεντρικής πολιτικής, ως εθνοποιητικό μηχανισμό για τους ομογενείς μας στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Γι’ αυτό ζητούσε τόσο από τον Πατριάρχη, όσο και από τους αρχιερείς, να ενεργούν ως αποδέκτες των υποδείξεων και εντολών της ελληνικής κυβέρνησης. Αντιμετώπιζε τους ιεράρχες περίπου ως προξένους, ως υπηρεσία του ελληνικού υπουργείου εξωτερικών, παραλλήλιζε δηλαδή η κυβέρνηση της Αθήνας τη θέση και σχέση των ιεραρχών, με εκείνη των Ελλήνων προξένων, και ζητούσε να συστοιχίζονται, σύμφωνα με τις προτροπές και υποδείξεις του εθνικού κέντρου της Αθήνας.
Διαφορετική όμως υπήρξε η άποψη του Πατριάρχη Ιωακείμ Γ . Πίστευε στο Πατριαρχείο ως κέντρο της ορθόδοξης οικουμένης.Ήθελε να έχει καθοριστικό λόγο στην άσκηση των εκκλησιαστικών αρμοδιοτήτων και στην χάραξη της εκκλησιαστικής του αποστολής. Εξ αιτίας του προνομιακού ζητήματος και των σχέσεών του με την ελληνική κυβέρνηση, ο Ιωακείμ στις 30 Μαρτίου 1884 παραιτήθηκε οριστικά από τον Θρόνο. Μετά την παραίτησή του έμεινε στο Βαφεοχώρι, στη συνέχεια μετέβη το 1887 στα Ιεροσόλυμα, στην Αντιόχεια και στην Αλεξάνδρεια και το 1889 ανεχώρησε για το Άγιον Όρος, στο ησυχαστήριο του Μυλοπόταμου, όπου εγκαταβίωσε μέχρι την επανεκλογή του στον Πατριαρχικό Θρόνο.



«Ο Ιωακείμ αγαπήθηκε μέχρι λατρείας από το γένος μας».

Η ισχυρή προσωπικότητά του, η ικανότητα να συλλαμβάνει, να επεξεργάζεται, να δίνει λύση στα προβλήματα και προοπτική στα θέματα που απασχολούσαν την εποχή του και το Πατριαρχείο, ως εθναρχικό κέντρο του εξωελλαδικού ελληνισμού, δημιούργησαν θαυμασμό προς το πρόσωπο του Ιωακείμ, σε ένα μεγάλο μέρος των αρχιερέων, των ιερέων, των λογάδων, των προυχόντων και του απλού λαού. Σε πολλά εικονοστάσια της Ανατολής οι ρωμιοί είχαν τοποθετήσει με τις εικόνες των αγίων τη φωτογραφία του. Όλοι αυτοί που αγάπησαν το έργο και την προσφορά του Ιωακείμ αποτέλεσαν το Ιωακειμικό λεγόμενο κόμμα, ενώ οι αντίπαλοι του Ιωακείμ, με επικεφαλής τον Μητροπολίτη Χαλκηδόνος Γερμανό, αποτέλεσαν την αντιϊωακειμική παράταξη, η οποία επανεξέλεξε τον Ιωακείμ Οικουμενικό Πατριάρχη τον Μάϊο του 1901, ενώ εγκαταβίωνε στο Άγιον Όρος.



Δεύτερη πατριαρχία

Ο Ιωακείμ Γ κατά τη δευτερη πατριαρχία του (1901 – 1912), ίδρυσε ορφανοτροφείο θηλέων στην Πρώτη και αρρένων στην Πρίγκηπο. Συνέστησε τη σχολή γλωσσών και εμπορίου. Συνεπλήρωσε την οικοδομή των νοσοκομείων Βαλουκλή, συνέχισε όπως και στην πρώτη του πατριαρχία να σπουδάζει νέους και να διαμορφώνει δυναμικά στελέχη για την Εκκλησία.
Βελτίωσε την οικονομική κατάσταση του Πατριαρχείου, καθαγίασε για τρίτη φορά (1879, 1903, 1912) το Άγιον Μύρο, συμφιλιώθηκε με τον επικεφαλής της αντιϊωακειμικής παράταξης Χαλκηδόνος Γερμανό, ο οποίος και τον διαδέχθηκε τον Ιανουάριο του 1913 στον Οικουμενικό Θρόνο, δέχθηκε επισκέψεις υψηλών προσωπικοτήτων, όπως το βασιλέα της Σερβίας Πέτρο, προς τον οποίον έδωσε το πατριαρχικό του εγκόλπιο και ο βασιλέας το φύλαξε στο εικονοστάσιο των ανακτόρων στο Βελιγράδι. Δέχθηκε επίσης τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον πρίγκηπα της Ελλάδος Χριστόφορο. Ενδιαφέρθηκε να διασφαλίσει τους δεσμούς τόσο μεταξύ των ορθοδόξων Εκκλησιών αλλά και με τους ετεροδόξους. Για το σκοπό αυτό αντάλλαξε και σχετική αλληλογραφία (1902-1904).

Στροφή προς το εθνικό κέντρο

Στην αρχή του 20ου αιώνα ο Ιωακείμ αντιλαμβάνεται ότι μέσα από την επικείμενη δίνη των εθνικών αντιπαραθέσεων θα δοκιμαστεί η ορθόδοξη οικουμένη, που έχει κέντρο της την Κωνσταντινούπολη. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο στην περίοδο αυτή έχομε τη στροφή του Ιωακείμ προς την Αθήνα και τη σύνδεση του Πατριαρχείου με το εθνικό κέντρο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι ο Ιωακείμ επανδρώνει τη Μακεδονία που δοκιμάζεται από τον βουλγαρικό εθνικισμό και την εξαρχία με νέους και δυναμικούς αρχιερείς, πτυχιούχους της θεολογικής σχολής της Χάλκης. Οι αρχιερείς αυτοί: Δράμας Χρυσόστομος (1901), Στρωμνίτσης Γρηγόριος(1902), Νευροκοπίου Θεοδώρητος(1903), Θεσσαλονίκης Αλέξανδρος(1903), Πελαγωνείας Ιωακείμ(1903), Γρεβενών Αιμιλιανός (1908) έχουν ξεπεράσει το πολιτικό και κοινωνικό σχήμα της εθναρχίας και της εθναρχούσας Εκκλησίας, που διαμορφώθηκε από το 1453 και μέχρι το 19ο αιώνα με τα τανζιμάτ και τις μεταρρυθμίσεις. Οι νέοι αρχιερείς με τους οποίους ο Πατριάρχης Ιωακείμ επανδρώνει τις δοκιμαζόμενες μητροπόλεις της Μακεδονίας εμφορούνται από την εθνική συνείδηση, την εθνική ιδέα και ιδεολογία. Οι περισσότεροι εγκαθίστανται στη Μακεδονία πριν από τον Παύλο Μελά, και άλλους πρόξενους, οι οποίοι ήλθαν από την Αθήνα για να ενισχύσουν και να διαμορφώσουν το έθνικό φρόνημα των εδώ πληθυσμών που δοκιμαζόταν από τη δράση των εξαρχικών, βουλγάρων, εθνικιστών.

Ανάμεσα σε δύο κόσμους

Πρόκειται, όπως είπαμε, για ένα μεγάλο Οικουμενικό Πατριάρχη, ο οποίος συνδέεται και τέμνει δύο εποχές και δύο κόσμους. Την προεθνική εποχή, με τον κόσμο των αυτοκρατοριών και την εποχή των εθνοτήτων με την κυριαρχία του έθνους - κράτους. Οι εθνικές ομάδες διαμορφώνουν το 19ο αιώνα τα εθνικά κέντρα: την Αθήνα, το Βελιγράδι, τη Σόφια, το Βουκουρέστι ως συνέπεια, συνέχεια και αποτέλεσμα της γαλλικής επανάστασης του 1789 και της αρχής των εθνοτήτων, η οποία εισάγει στην ιστορία το λαϊκό κράτος. Ήταν η εποχή όπου η νέα ιδεολογία του έθνους με νεανικό σφρίγος, ορμή, δυναμισμό και μεσσιανικό ενθουσιασμό προχωρούσε στη διάλυση των αυτοκρατοριών. Στην περίπτωσή μας η οθωμανική αυτοκρατορία διαμελίζεται από τα έθνη – κράτη της βαλκανικής.
Το 1912, που εξεδήμησε ο Ιωακείμ, μόνο στην περιοχή των Σκοπίων δεν είχαν ξεκινήσει τη διαμόρφωση της εθνοκρατικής ιδεολογίας τους. Στην οθωμανική αυτοκρατορία οι νεότουρκοι, ήδη με το κίνημα του 1909, συνέπεια, και αντίδραση προς τα άλλα εθνικά κέντρα της βαλκανικής, διεκδικούσαν τη διαμόρφωση ενός εθνικού κράτους, το οποίο όμως εκαλείτο να μεταπλάσει τις μουσουλμανικές ισλαμικές συνειδήσεις της αυτοκρατορίας σε εθνικές τουρκικές συνειδήσεις. Έχουμε δηλαδή την πορεία της μεταστροφής της θρησκευτικής συνείδησης σε εθνική. Η επίτευξη αυτού του στόχου ήταν μακρόσυρτη και δύσκολη. Το έργο αυτό ανέλαβε ο στρατός που συγκροτήθηκε από τους νεότουρκους με επικεφαλής τον Κεμάλ. Βέβαια και στη δική μας περίπτωση, της ελληνικής επανάστασης και του ελληνικού έθνους – κράτους, οι κρατικές δομές συμβάλουν καθοριστικά στην εθνοποίηση της θρησκευτικής συνείδησης του ρωμιού ελληνόφωνου, του αρβανιτόφωνου, η του βλαχόφωνου, αλλά και των τουρκόφωνων «καραμανλήδων» της Καππαδοκίας που έρχεται στην Έλλάδα με τις ανταλλαγές των πληθυσμών. Όμως σε μας, όπως και στα άλλα βαλκανικά έθνη – κράτη: Σερβία, Βουλγαρία, Ρουμανία, η σύνδεση της θρησκείας με το έθνος και η κυριαρχία του εθνικού επί του θρησκευτικού υπήρξε ευκολότερο εγχείρημα, διότι η χριστιανική πίστη είναι συγκαταβατική και με τη διδασκαλία της δεν διαπερνά ούτε καθορίζει κάθε πτυχή της προσωπικής και κοινωνικής ζωής του πιστού, όπως συμβαίνει με το κοράνι και το ισλάμ. Ο Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ , αλλά και ολόκληρη η ιωακειμική παράταξη, προβλέπει και κατανοεί, στη δεύτερη πατριαρχία του (1901-1912), το τέλος του σχήματος που ζει και υπηρετεί, της οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπου στο μιλέτ των ορθοδόξων, στο ρουμ μιλέτ, ο ο Πατριάρχης αποτελεί την κεφαλή του, είναι ο ανώτατος, δηλαδή, άρχοντας του.
Είναι σίγουρο ότι ο Ιωακείμ ο Γ  κατανοεῖ την ολοκλήρωση της πολιτιστικής συμβολής της αυτοκρατορίας. Γι’ αυτό και σε αντίθεση με την πρώτη του πατριαρχία (1878-1884) που υπερασπίζεται την ορθόδοξη οικουμένη, τώρα στη δεύτερη πατριαρχία του στρέφεται σταθερά προς το εθνικό μας κέντρο, την Αθήνα, όπου προς το τέλος της πατριαρχίας του Ιωακείμ έχει κυριαρχήσει η προσωπικότητα του Ελευθερίου Βενιζέλου. Στη Κρήτη ήδη με το κίνημα στο Θέρισσο το 1905 δημιουργήθηκαν οι δύο παρατάξεις βενζελικών και αντιβενζελικών, οι οποίες περί το 1915 θα διαμορφώσουν το γνωστό διχασμό και στον μείζονα ελληνισμό της οθωμανικής αυτοκρατορίας, όπου είχαν προηγηθεί οι παρατάξεις των ιωακειμικών και αντιϊωακειμικών.
Ο βουλγαρικός στρατός το Νοέμβριο του 1912, στον πρώτο βαλκανικό πόλεμο, νικάει τον τουρκικό, προελαύνει και καταλαμβάνει την Τσατάλτζα, πενήντα εξ χιλιόμετρα δυτικά της Κωνσταντινούπολης. Ο Πατριάρχης Ιωακείμ, ενημερώνεται για τις εξελίξεις. Ανησυχεί για τον εκεί ελληνισμό και για τη θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εάν οι Βούλγαροι καταλάμβαναν την Πόλη. Ξαγρυπνάει καθισμένος στο ανοικτό παράθυρο του δωματίου του και από τα ακούσματα των οβίδων παρακολουθεί την πορεία του πολέμου. Στις 3 Νοεμβρίου ασθένησε από πνευμονία και την Τρίτη 13 Νοεμβρίου 1912 εξεμέτρησε το ζειν ο τελευταίος εν ενεργεία Πατριάρχης του Γένους μέσα στην οθωμανική αυτοκρατορία, μετά από πατριαρχεία δεκαεπτά περίπου ετών .

Χάρισμά του η διορατικότητα

Υπήρξε ένας από τους μεγάλους Πατριάρχες. Εργάστηκε με ζήλο και αφοσίωση για τα όσια και τα ιερά του Γένους μας. Τον διέκρινε ρεαλισμός και διορατικότητα. Γι' αυτό κατανόησε το πνεύμα και τα προβλήμα¬τα των εποχών που πατριάρχευσε. Είναι από τους λίγους μετά την άλωση Πατριάρχες, όπως και ο επί εικοσαετία (1991-2011) ευκλεώς και θεαρέστως πατριαρχεύων πατριάρχης Βαρθολομαίος, που έζησε το μεταίχμιο κοσμογονικών αλλαγών. Και στις δύο του πατριαρχίες ο Ιωακείμ γνώρισε τη μεγίστη ακμή των ομογενών μας στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Κατά τη δεύτερη πατριαρχεία του είδε την Πύλη να καταρρέει και το Ελληνικό κράτος με τα άλλα Βαλκανικά κράτη να οδεύουν προς την ολοκλήρωση των εθνικών τους οραματισμών.
Ο Πατριάρχης Ιωακείμ υπήρξε μία εκκλησιαστική προσωπικότητα, η οποία είχε το χάρισμα να προσλαμβάνει το μεταβαλλόμενο κόσμο, να τοποθετείται σ’ αυτόν και να διαμορφώνει το αύριο του Οικουμενικού Πατριαρχείου και το μέλλον του οριοθετώντας τους σκοπούς και τους στόχους του μέσα στο χρόνο.
Το 2012, εκατό χρόνια μετά την εκδημία του, ο Ιωακείμ ο Γ  συναντᾶται στον άξονα αυτής της προοπτικής με τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο Α , ο οποίος μάλιστα τη χρονιά αυτή, το 2012 έχει ήδη εισέλθει στην τρίτη δεκαετία της ευκλεούς, δυναμικής και λυσιτελούς πατριαρχίας του. Αμφότεροι οι Πατριάρχες, Ιωακείμ και Βαρθολομαίος, πέραν της μακράς Πατριαρχίας, με την οποία εκόσμησαν και κοσμούν τον πανευκλεή και μαρτυρικό Πατριαρχικό Θρόνο της Βασιλεύουσας, διαπνέονται από μία βαθεία και οξύτατη ενόραση περί των κατά καιρούς διαδραματισθέντων και διαδραματιζομένων σε ένα διαρκώς εξελισσόμενο κοινωνικο-πολιτικό-οικονομικό περιβάλλον. Αποτελούν δε προφητικές εκκλησιαστικές μορφές σε κρίσιμες εποχές – σταθμούς, όπου παρατηρούνται κοσμογονικές αλλαγές προς αντίθετη, βεβαίως, κατεύθυνση: ο μεν Ιωακείμ, στο τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα, με την μετάβαση από την πολυεθνική αυτοκρατορία στα έθνη-κράτη της Βαλκανικής χερσονήσσου, ο δε Βαρθολομαίος, μετά την πάροδο σχεδόν εκατονταετηρίδος, από τα περιχαρακωμένα εθνικά σύνολα στην υπερεθνική, πολυπολιτισμική, παγκοσμιοποιούμενη ανοικτή κοινωνία των πολιτών των πολιτισμών και των λαών. Παρά τις διαφορετικές ιστορικές φάσεις και εποχές δράσης των, αμφότεροι, προσλαμβάνοντας τα αιτουμένα των καιρών, ευρίσκονται στην πρωτοπορία των εξελίξεων, προσδίδοντες πρωταγωνιστικό και, όντως, οικουμενικό ρόλο στην πρωτόθρονη και πρωτεύθυνη Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως τόσο σε διορθόδοξο όσο και σε διαχριστιανικό επίπεδο και ευρύτερα».

Χαιρετισμοί - Εισηγήσεις
Στο Συνέδριο απηύθυναν χαιρετισμό ο Παναγιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ.κ. Ανθιμος, οι κοσμήτορες της Θεολογικής και Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, καθηγητές κ.κ. Μιχ. Τρίτος και Μιλτ. Παπανικολάου, ενώ εισηγήσεις ανέπτυξαν, μεταξύ άλλων, οι καθηγητές Απ. Γκλαβίνας, Αιμ. Ταχιάος (ομότιμοι Θεολογικής ΑΠΘ), Αθαν. Καραθανάσης, Διον. Βαλαής, Αντ. Κυριατζή (Θεολογική ΑΠΘ), Σπ. Σφέτας, Σιδηρούλα Καραστεργίου, Ιακ. Μιχαηλίδης, Βασ. Φούκας (Φιλοσοφική ΑΠΘ), Σία Αναγνωστοπούλου (Πάντειο Πανεπιστήμιο) και διακεκριμένοι ιστορικοί επιστήμονες και συγγραφείς, όπως ο Ευαγ. Χεκίμογλου και ο Θεοδ. Τσιρώνης, ο Γέρων Μάξιμος Ιβηρίτης (Νικολόπουλος), κ.α..

Σημείωση: O Χάρης Ανδρεόπουλος είναι καθηγητής (ΠΕ01) Β/θμιας εκπαίδευσης και  δημοσιογράφος - συνεργάτης της εφημερίδας «Ελευθερία» της Λάρισας και της Πύλης Εκκλησιαστικών Ειδήσεων “Amen.gr” 




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου