Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2012

731 - Ο Γερο Φιλάρετος από τα Καρούλια



Λίγα χρόνια, πριν να φύγει από τον κόσμο τούτο, ένας κακοποιός άνθρωπος έκλεψε ότι πολύτιμο είχε ό Γέρο - Φιλάρετος στην Καλύβα του, δηλαδή όλα τα Πατερικά βιβλία πού είχε και μελετούσε, του τα έκλεψε. 
H Αστυνομική Αρχή, συνέλαβε τον κλέφτη με τα βιβλία στη Θεσσαλονίκη. O κλέφτης, για να δικαιολογηθεί στην Αστυνομία, είπε πώς αγόρασε τα βιβλία από το Γέρο - Φιλάρετο, που μένει στα Καρούλια. H Αστυνομική Αρχή αυτεπάγγελτα κατήγγειλε το Γέρο - Φιλάρετο για αρχαιοκαπηλία, πώς πούλησε τα βιβλία πού είχαν αρχαιολογική αξία και θεωρούνται Κειμήλια. Ήρθαν οι κλήσεις κι έπρεπε να παρουσιαστεί σαν κατηγορούμενος στο δικαστήριο. Οι αδελφοί Δανιηλαίοι έμαθαν το λυπηρό αυτό γεγονός και φρόντισαν αμέσως να ντύσουν με κάπως ευπρεπή ρούχα, να του βγάλουν τα κουρελιασμένα, μπαλωμένα άλλα πεντακάθαρα ρούχα, που φορούσε o Γέρο - Φιλάρετος. Τέλος τον συνόδευσε ένας από την αδελφότητα μέχρι το δικαστήριο στη Θεσσαλονίκη. Εκεί παρουσιάστηκε στο δικαστήριο χωρίς δικηγόρο.
O κακοποιός διέθετε κάποιο, Ιωάννη Λαδά, πολύ δυνατό δικηγόρο, ό οποίος με φοβερό κατηγορητήριο έπεισε τους δικαστές να είναι με το μέρος του κακοποιού. Δυστυχώς πολλές φορές γίνεται ή ανθρώπινη δικαιοσύνη εύκολα να πείθεται στο κακό και πολύ δύσκολα να παραδέχεται το καλό και να απονείμει δικαιοσύνη στο σωστό, γι' αυτό έχομε πολλές άδικες καταδίκες και δικαστικές πλάνες.
Ένας ευσεβής δικηγόρος, πού παρακολουθούσε την υπόθεση, και κατάλαβε την απάτη του κλέφτη και την ψεύτικη ρητορεία του κατηγορούντος δικηγόρου, ό οποίος γνώριζε την αλήθεια, αλλά διέστρεφε αυτήν, ανέλαβε την υπεράσπιση του Γέροντα Φιλάρετου, άνευ αμοιβής, και αγόρευσε υπέρ του αγίου και ευλαβέστατου Γέροντα, ό οποίος ήταν τόσο απλός και αγαθός, πού όταν άκουσε το Δικηγόρο του αυτόν να αγορεύει και να υπερασπίζεται το δίκιο του, θαύμαζε και έλεγε: «Που τα ξέρει όλα αυτά πού λέει, ο ευλογημένος αυτός άνθρωπος; Φαίνεται θα έχει χάρι του Αγίου Πνεύματος, για να τα λέει τόσο ωραία και μάλιστα τα λέει όπως ακριβώς Έγιναν!»
Όταν ό πρόεδρος του δικαστηρίου, κάλεσε το Γέρο - Φιλάρετο να ορκιστεί, τότε αυτός σηκώθηκε από το εδώλιο του κατηγορούμενου, πλησίασε το ιερό ευαγγέλιο, έκαμε το σταυρό του τρεις φορές και ασπάσθηκε με ευλάβεια το ευαγγέλιο.
O πρόεδρος τότε, με αυστηρό ύφος είπε στον Γέροντα, ότι πρέπει να βάλει το χέρι του επάνω στο Ευαγγέλιο και να ορκιστεί. Ό Γέρων Φιλάρετος ρώτησε τον πρόεδρο, Τι είναι αυτό το βιβλίο κι ό πρόεδρος του είπε: «Αυτό είναι το ευαγγέλιο, στο οποίο βάνουν, οί πιστοί χριστιανοί το χέρι και ορκίζονται για να μας βεβαιώσουν πώς λένε την αλήθεια».
O Γέρο - Φιλάρετος είπε στον κ. πρόεδρο: «Αν αυτό όπως λέτε είναι το ιερό Ευαγγέλιο, τότε σας παρακαλώ να ανοίξετε το Ε' κεφάλαιο παράγραφος 34 στο κατά Ματθαίον ευαγγέλιο και θα ιδείτε ότι λέγει επί λέξει: «Εγώ δε δηλαδή ό Χριστός λέγω υμίν μη ομόσαι όλως, μήτε εν τω ούρανω, ότι θρόνος εστί του Θεού μήτε εν τη γη, ότι υποπόδιο εστί των ποδών αυτού μήτε εις Ιεροσόλυμα, ότι πόλις εστί του μεγάλου βασιλέως μήτε εν τη κεφαλή σου ομόσης, ότι ου δύνασαι μίαν τρίχα λευκή ή μέλαιναν ποιήσαι» (Ματθ. Ε' 34 - 37).
O πρόεδρος διέταξε τον Κλητήρα να ανοίξει το Ευαγγέλιο, αλλά όταν το άνοιξε διεπιστώθη ότι έλειπε όλο εκείνο το φύλλο πού είχε την περικοπή αυτή της διδασκαλίας του Κυρίου που αναφέρεται στον όρκο και τότε με θάρρος ό Γέρο-Φιλάρετος είπε στον κ. πρόεδρο: «Κύριε πρόεδρε, με τη χάρι του Θεού, -προσπαθούμε να φυλάμε αυτά πού ορίζει το Ιερό ευαγγέλιο του Δεσπότη Χριστού, σαν γνήσιοι χριστιανοί, και έφ' όσον ό ίδιος ό Χριστός μας λέγει να μην ορκιζόμαστε, πώς εμείς να παραβούμε του Θεού την εντολή, για να φυλάξομε «τα εντάλματα των ανθρώπων» (Ματθ. ιέ' 9), πού είναι οι δικές σας εντολές, να ορκίζονται οι άνθρωποι -πού λένε, πώς είναι πιστοί χριστιανοί, και οι οποίοι καταπατούν και αθετούν την εντολή Του αυτή, άλλα και. σεις ό ίδιος ορκίζεστε, λυπούμαι κ. πρόεδρε, πού λέγεστε μόνον χριστιανοί, αλλά δεν φυλάττεται τις εντολές του Χριστού.
O πρόεδρος και οι δικαστές θίχθηκαν από τα καυτερά λόγια της αλήθειας πού τους είπε ό Γέρο - Φιλάρετος, και για την άρνηση του όρκου τον δίκασαν σε 9 μήνες φυλάκιση.
O Γέρων με χαρά δέχθηκε την καταδικαστική απόφαση και ήταν έτοιμος να πάει στη φυλακή, αλλά οι παρευρισκόμενοι στο δικαστήριο ακροατές, αγανακτισμένοι για την άδικη αύτη κρίση του δικαστηρίου, πού δε θέλησε να τιμωρήσει τον κλέφτη και άδικα καταδίκασε τον οσιότατο και άγιο Γέροντα, ενέργησαν αμέσως έρανο μεταξύ τους, πλήρωσαν το δικαστήριο και γύρισε ό Γέρων, αδικημένος μεν, από την ανθρώπινη δικαιοσύνη, νικητής δε και τροπαιούχος και υπέρμαχος της αλήθειας στην ασκητική του Καλύβα, στα Καρούλια.

 
Όταν ήρθε στα Καρούλια, λέγει ό πάτερ Δανιήλ, τον ρωτήσαμε: «Πώς τα πέρασες Γέροντα στη Θεσσαλονίκη; Πώς είδες τον κόσμο; Τι έγινε με το δικαστήριο;» 
..........O Γέρο - Φιλάρετος, με χαρούμενο πρόσωπο και το χαμόγελο στα χείλη, όπως συνήθιζε να είναι πάντα, είπε: «Αδελφοί μου, όλος ό κόσμος τρέχει και προσπαθεί για τη σωτηρία του, εκτός από μένα τον αμαρτωλό», τίποτε άλλο δεν μας είπε και κλείστηκε στον εαυτό του.

..........Οι φωτογραφίες είναι του 1956, ανήκουν στην "Αγιορειτική Φωτοθήκη" και εκτέθηκαν στην έκθεση φωτογραφιών «Όρος Άθως. Εικόνες του Ιερού Τόπου» της Ι.Μ. Σίμωνος Πέτρας, στη Μόσχα

730 - Ο σφυγμός του Αγίου Όρους


Ομιλία του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου
κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Γέροντα Μωυσή
«Μέ­γα Γε­ρο­ντι­κό ε­να­ρέ­των α­γιο­ρει­τών του ει­κο­στού αι­ώ­νος»

δημοσιεύτηκε στη Romfea.gr

Έ­χω γρά­ψει πολ­λές φο­ρές σε βι­βλί­α και έ­χω μι­λή­σει σε διά­φο­ρα α­κρο­α­τή­ρια για το Ά­γιον Ό­ρος και την ζω­ή του, α­πό την α­να­το­λή έ­ως την δύ­ση. Σε μια ο­μι­λί­α μου και συ­ζή­τη­ση που έ­γι­νε σε ορ­θο­δό­ξους φοι­τη­τές και ε­πι­στή­μο­νες στην Δα­μα­σκό της Συ­ρί­ας και κρά­τη­σε πε­ρί­που μια ο­λό­κλη­ρη μέ­ρα (9 ώ­ρες) στο τέ­λος κά­ποιος α­ρα­βό­φω­νος ορ­θό­δο­ξος εί­πε με δυ­να­τή φω­νή: «Μάς μέ­θυ­σες α­πό το κρα­σί του Α­γί­ου Ό­ρους».
Πράγ­μα­τι, το Ά­γιον Ό­ρος δια­θέ­τει έ­να δυ­να­τό κρα­σί, ά­κρα­τον οί­νον, α­νέ­δει­ξε μο­να­χούς που ή­ταν με­θυ­σμέ­νοι α­πό την νη­φά­λια μέ­θη και γι’ αυ­τό ως με­θυ­σμέ­νος μπο­ρεί κα­νείς να γρά­ψη, να μιλήση και να α­κού­ση για το Ά­γιον Ό­ρος.
Σε έ­να άλ­λο τρι­ή­με­ρο σε­μι­νά­ριο στην Τα­κό­μα του Σιάτλ της Α­με­ρι­κής ά­κου­σαν για τρεις η­μέ­ρες πε­ρί­που 200-300 προ­σή­λυ­τοι στην Ορ­θο­δο­ξί­α για την δι­δα­σκα­λί­α του α­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου του Πα­λα­μά με εν­δια­φέ­ρον, προ­σευ­χή και κα­τά­νυ­ξη, σε συ­σχε­τι­σμό με την σύγχρο­νη ζω­ή του Α­γί­ου Ό­ρους και εί­παν ό­τι ο­σφράν­θη­καν την α­τμό­σφαι­ρα Α­γί­ου Ό­ρους.
Πα­ντού ο λό­γος πε­ρί του Α­γί­ου Ό­ρους προ­κα­λεί εν­δια­φέ­ρον και προ­σευ­χή.
Η συγ­γρα­φή του τρί­το­μου έρ­γου του π. Μω­ϋ­σή με τίτ­λο «Μέ­γα Γε­ρο­ντι­κό ε­να­ρέ­των α­γιο­ρει­τών του ει­κο­στού αι­ώ­νος» μου δί­νει την ευ­και­ρί­α για μια α­κό­μη φο­ρά να εκ­φρά­σω την α­γά­πη μου για το Ά­γιον Ό­ρος που γνώ­ρι­σα και την ση­μα­σί­α του για την Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α γε­νι­κό­τε­ρα, αλ­λά και την αν­θρω­πό­τη­τα, για­τί πα­ρου­σιά­ζει έ­ναν τρό­πο ζω­ής που εί­ναι δυ­σεύ­ρε­τος.
Για να κα­τα­λά­βη κα­νείς το Ά­γιον Ό­ρος χρειά­ζε­ται να το προ­σεγ­γί­ση με τα μά­τια της καρ­δι­άς, με τον έ­σω άν­θρω­πο, την ορ­μή του πνεύ­μα­τος, για­τί το φώς του εί­ναι τό­σο δυ­να­τό που τυ­φλώ­νει τον άρ­ρω­στο ο­φθαλ­μό και η α­κο­ή τό­σο ι­σχυ­ρή που σπά­ζει τα τύ­μπα­να, τα ο­ποί­α εί­ναι συ­νη­θι­σμέ­να να α­κού­νε συμ­βα­τι­κές φω­νές.
1. Η προ­σω­πι­κή μου προ­σέγ­γι­ση του Α­γί­ου Ό­ρους
Ά­κου­γα γε­νι­κά για το Ά­γιον Ό­ρος α­πό την μι­κρή μου παι­δι­κή η­λι­κί­α, α­φού ο πα­τέ­ρας μου πριν πα­ντρευ­τή εί­χε ι­σχυ­ρά ε­πι­θυ­μί­α να μο­νά­ση στο Ά­γιον Ό­ρος και έ­κτο­τε ζού­σε συ­νε­χώς με την α­να­φο­ρά του σε αυ­τό. Διά­βα­ζε βι­βλί­α που ε­ξέ­φρα­ζαν το Ά­γιον Ό­ρος και την α­γιο­ρεί­τι­κη ζω­ή και μας με­γά­λω­σε με α­για­σμέ­νες δι­δα­σκα­λί­ες και ι­στο­ρί­ες α­σκη­τών. Α­πό μι­κρός γνώ­ρι­σα έ­ναν α­γιο­ρεί­τη Μο­να­χό που μό­να­ζε στα Ζα­γο­ρο­χώ­ρια, τον π. Ι­ά­κω­βο Βο­λο­δή­μο, που μου μί­λη­σε πρώ­τη φο­ρά για την ευ­χή.
Την δε­κα­ε­τί­α του ’­60 γνώ­ρι­σα προ­σω­πι­κά το Ά­γιον Ό­ρος. Η προ­ε­τοι­μα­σί­α μου έ­γι­νε στο Πα­νε­πι­στή­μιο με την ε­κμά­θη­ση της πα­λαιο­γρα­φί­ας, δη­λα­δή δι­δά­χθη­κα να δια­βά­ζω τους κώ­δι­κες με τα βι­βλι­κά και πα­τε­ρι­κά κείμενα.
Μέ αυ­τό το κί­νη­τρο ε­ξω­τε­ρι­κά, αλ­λά και με την καρ­δια­κή μου α­να­ζή­τη­ση πλη­σί­α­σα το Ά­γιον Ό­ρος για να με­λε­τή­σω μα­ζί με ο­μά­δα συμ­φοι­τη­τών μου και Κα­θη­γη­τών στις Βι­βλιο­θή­κες των Μο­νών του Α­γί­ου Ό­ρους, μό­λις εί­χε γιορ­τα­σθή η χι­λε­τη­ρί­δα του (1963), και τό­τε υ­πήρ­χαν κο­σμι­κοί άν­θρω­ποι που πε­ρι­έ­γρα­φαν τις γιορ­τές ε­κεί­νες ως τον ε­πι­θα­νά­τιο ρόγ­χο του.
Ό­μως το Ά­γιον Ό­ρος δεν πε­θαί­νει εύ­κο­λα, για­τί δια­θέ­τει άλ­λους ρυθ­μούς, και τό­τε που φαί­νε­ται ό­τι τε­λει­ώ­νει στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τε­λειού­ται, α­να­σταί­νε­ται και ζω­ο­γο­νεί­ται.
Πλη­σί­α­σα το Ά­γιον Ό­ρος έ­να πρω­ϊ­νό –βα­θύ όρ­θρο– του Ι­ου­νί­ου του έ­τους 1966. Τα μά­τια του σώ­μα­τος μου μα­γεύ­ο­νταν α­πό το καταπληκτικό το­πί­ο που έ­βλε­παν και τα μά­τια της καρ­δι­άς μου προ­σπα­θού­σαν να συλ­λά­βουν αυ­τό που δεν φαι­νό­ταν ε­ξω­τε­ρι­κά, να αι­σθαν­θούν τον τό­πο του μυ­στη­ρί­ου εκ­στα­τι­κά.
Ξε­κί­νη­σα α­πό τις βι­βλιο­θή­κες των Ι­ε­ρών Μο­νών, σε συν­δυ­α­σμό με τις α­γιο­ρεί­τι­κες α­κο­λου­θί­ες, που μου φαί­νο­νταν σaν μια νε­κρο­α­να­στά­σι­μη ζω­ή κου­βέ­ντια­ζα με τους μο­να­χούς και κα­τα­λά­βαι­να ό­τι εί­χαν άλ­λο ή­θος και χρη­σι­μο­ποιού­σαν άλ­λη γλώσ­σα ά­κου­γα τις συ­νο­μι­λί­ες τους, που εί­χαν μια ι­διαί­τε­ρη χά­ρη και α­να­φέ­ρο­νταν σε άλ­λα ζη­τή­μα­τα έ­βλε­πα έ­ναν κό­σμο που ερ­χό­ταν α­πό πα­λαιά και ε­ξέ­φρα­ζε μια άλ­λη πα­ρά­δο­ση πο­λύ δια­φο­ρε­τι­κή α­πό τον στο­χα­στι­κή-α­κα­δη­μα­ϊ­κή νο­ο­τρο­πί­α και την η­θι­κί­στι­κη γνώ­ση που συ­να­ντού­σα έ­ως τό­τε έ­βλε­πα μια νε­κρο­α­να­στά­σι­μη πο­λι­τεί­α.
Σάν να ξυ­πνού­σα α­πό έ­ναν ύ­πνο και έ­βλε­πα άλ­λους αν­θρώ­πους, που έρ­χο­νταν α­πό κά­ποιο άλ­λον πλα­νή­τη, με άλ­λα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, άλ­λη νο­ο­τρο­πί­α, άλ­λη βιο­τή.
Α­πό τις βι­βλιο­θή­κες και τους κώ­δι­κες, πέ­ρα­σα στην ζω­ή των κοι­νο­βια­κών και ι­διορ­ρύθ­μων Μο­νών –πού τώ­ρα ε­ξέ­λει­παν α­νοί­χτη­κα στην σκη­τι­ώ­τι­κη ζω­ή και την έ­ρη­μο περ­πά­τη­σα ώ­ρες ο­λό­κλη­ρες μέ­σα στα ή­συ­χα και α­για­σμέ­να μο­νο­πά­τια του Α­γί­ου Ό­ρους, που συν­δέ­ουν ό­λες τις Ι­ε­ρές Μο­νές πέ­ρα­σα α­πό α­πό­το­μους, κρη­μνώ­δεις βρά­χους γνώ­ρι­σα σο­φούς και α­πλούς μο­να­χούς, λο­γά­δες και σι­ω­πη­λούς, κα­τά Χρι­στόν σα­λούς, α­νυ­πό­δυ­τους και μο­νο­χί­τω­νες, αλ­λά και σο­φούς και ευ­παι­δεύ­τους, που στέ­κο­νταν θαυ­μά­σια σε κο­σμι­κά α­κρο­α­τή­ρια εί­δα μά­τια έ­ντο­να και δι­εισ­δυ­τι­κά, α­γνά, ή­ρε­μα, γλυ­κά, αλ­λά και με­ρι­κά πο­νη­ρά που α­πο­τε­λού­σαν την πα­ρα­φω­νί­α του Ό­ρους μοι­ρά­στη­κα το φα­γη­τό και το πο­τό τους, αλ­λά και τον γλυ­κύ­τα­το λό­γο τους ά­κου­γα λό­γους για τον θά­να­το και την ζω­ή α­γά­πη­σα την νύ­κτα και τον όρ­θρο, τις α­γρυ­πνί­ες με το παι­χνι­διά­ρι­κο ψάλ­σι­μο προ­σευ­χή­θη­κα στα μο­νο­πά­τια και κά­τω α­πό τα δέν­δρα, στους βρά­χους και τις σπη­λι­ές ξα­γρύ­πνη­σα σε ο­λο­νύ­κτι­ες α­κο­λου­θί­ες, αλ­λά και σε μι­κρά εκ­κλη­σά­κια, και μά­λι­στα στις α­πλω­τα­ρι­ές, σε κα­λο­και­ρι­νές ο­λό­φεγ­γες βρα­δυ­ές.
Το κυ­ρι­ό­τε­ρο εί­ναι ό­τι στις ε­πα­νει­λημ­μέ­νες ε­πι­σκέ­ψεις μου ά­κου­σα την μυ­στι­κή κραυ­γή του Α­γί­ου Ό­ρους, τον ε­σω­τε­ρι­κό κτύ­πο της καρ­δι­άς του, τον ρυθ­μό της ε­σω­τε­ρι­κής μυ­στι­κής ζω­ής του.
Εί­δα το Ά­γιον Ό­ρος ως έ­ναν ζω­ντα­νό άν­θρω­πο, που έ­χει πνευ­μό­νια με τα ο­ποί­α α­να­πνέ­ει το ο­ξυ­γό­νο της αι­ω­νι­ό­τη­τας στό­μα για να κραυ­γά­ζη α­κα­τά­παυ­στα και να βρυ­χά­ται α­πό πεί­να και δί­ψα για Θεό καρ­διά που έ­χει τον ρυθ­μό της ε­σω­τε­ρι­κής νο­ε­ράς προ­σευ­χής, μέ­σα α­πό την ο­ποί­α βγαί­νει μια δυ­να­τή φω­νή με την ε­πέν­δυ­ση της σι­ω­πής σώ­μα πο­λυ­όμ­μα­το, σaν τα Χε­ρου­βείμ, που βλέ­πουν μα­κρυά.
Ό­λα αυ­τά αν και φαί­νο­νται α­ντί­θε­τα με­τα­ξύ τους, εν τού­τοις εί­ναι αρ­μο­νι­σμέ­να.
Σε ό­λες τις με­τέ­πει­τα ε­πι­σκέ­ψεις μου, στις δε­κα­τί­ες του '­60, '­70, '­80, εί­χα κέ­ντρο την Νέ­α Σκή­τη, μια ευ­λο­γη­μέ­νη α­πό κά­θε πλευ­ρά πε­ριο­χή, μέ­νο­ντας στο κα­λύ­βι του Αρ­χι­μαν­δρί­του Σπυ­ρί­δω­νος (Ξέ­νου), που τον εί­χα Δι­ευ­θυ­ντή στο οι­κο­τρο­φεί­ο του Α­γρι­νί­ου, κα­τά τα μαθητικά μου χρό­νια, μια ι­σχυ­ρή φυ­σιο­γνω­μί­α, που ε­ξέ­φρα­ζε την αρ­ρε­νω­πό­τη­τα των α­γιο­ρει­τών Πα­τέ­ρων, με τον αυ­θόρ­μη­το, δι­εισ­δυ­τι­κό, ε­λε­γκτι­κό λό­γο, αλ­λά και την μη­τρι­κή καρ­διά, ό­ταν χρεια­ζό­ταν. Α­πό την Νέ­α Σκή­τη, ό­που α­σκού­νταν ευ­λο­γη­μέ­νοι Πα­τέ­ρες και δια­τη­ρώ συ­γκι­νη­τι­κές α­να­μνή­σεις στην καρ­διά μου, ως πο­λύ­τι­μο θη­σαυ­ρό, ξα­νοι­γό­μουν, ως σε ορ­μη­τή­ριο πνεύ­μα­τος, στην έ­ρη­μο του Α­γί­ου Ό­ρους.
Στο Ά­γιον Ό­ρος γνώ­ρι­σα έ­ναν άλ­λον κό­σμο, μια άλ­λη Ή­πει­ρο, γύ­ρι­σα στο πα­ρελ­θόν και αι­σθα­νό­μουν το μέλ­λον, εί­δα πώς πε­ρί­που ζού­σε ο Α­δάμ προ της πτώ­σε­ως, πώς θρη­νού­σε με­τά την έ­ξο­δο α­πό τον Πα­ρά­δει­σο, πώς ζού­σε μέ­σα στον ά­δη και πώς ζή τώ­ρα στον Πα­ρά­δει­σο. Γνώ­ρι­σα πολ­λούς α­γιο­ρεί­τες που ζού­σαν ό­λες τις φά­σεις της α­δα­μι­κής ζω­ής, δη­λα­δή της προ­πτω­τι­κής, της με­τα­πτω­τι­κής, και της ε­σχα­το­λο­γι­κής. Το Ά­γιον Ό­ρος εί­ναι σε σμι­κρο­γρα­φί­α ο­λό­κλη­ρη η πνευ­μα­τι­κή αυ­το­βιο­γρα­φί­α της αν­θρω­πό­τη­τας, με τις πτώ­σεις και τις α­να­στά­σεις, την κοι­νω­νι­κό­τη­τα και την α­ναρ­χί­α, την η­θι­κή και την α­σκη­τι­κή, την λο­γι­κή και την υ­περ­λο­γι­κή, τον βί­ο και την ζω­ή.
2. Ο ά­γιος Γρη­γό­ριος ο Πα­λα­μάς για το Ά­γιον Ό­ρος
Α­πό φοι­τη­τής α­σχο­λή­θη­κα ι­διαί­τε­ρα με τον βί­ο και την δι­δα­σκα­λί­α του α­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου του Πα­λα­μά και σε αυ­τό ο­φεί­λω με­γά­λη ευ­γνω­μο­σύ­νη στον μα­κα­ρι­στό Κα­θη­γη­τή μου Πα­να­γι­ώ­τη Χρή­στου και τους τό­τε συ­νερ­γά­τες του, για­τί μας ά­νοι­ξαν τα μά­τια σε αυ­τή την δι­δα­σκα­λί­α που εί­ναι η καρ­διά της ορ­θό­δο­ξης θε­ο­λο­γί­ας, αλ­λά και του Α­γί­ου Ό­ρους, αλλά και μας συνέδεσαν με το Αγιώνυμο Όρος.
Στις πε­ρί­φη­μες τριά­δες του, το γνω­στό­τε­ρο έρ­γο του πε­ρί των ι­ε­ρώς η­συ­χα­ζό­ντων, υ­πάρ­χει και μια θαυ­μά­σια α­να­φο­ρά για το Ά­γιον Ό­ρος. Α­να­φε­ρό­με­νος ο ά­γιος Γρη­γό­ριος ο Πα­λα­μάς στον ό­σιο και ο­μο­λο­γη­τή Νι­κη­φό­ρο γρά­φει: «Βί­ον αι­ρεί­ται και α­κρι­βέ­στε­ρον, δη­λα­δή τον μο­νή­ρη, τό­πον δε προς κα­τοι­κί­αν τον της α­γι­ω­σύ­νης ε­πώ­νυ­μον, εν με­θο­ρί­ω κό­σμου και των υ­περ­κο­σμί­ων (Ά­θως ού­τός ε­στιν, η της α­ρε­τής ε­στί­α), εν­διαι­τά­σθαι προ­θυ­μη­θείς».
Α­πό το χω­ρί­ο αυ­τό και τα ό­σα προ­η­γού­νται και έ­πο­νται μπο­ρού­με να σχο­λιά­σου­με δύ­ο ση­μεί­α.
Το πρώ­τον ό­τι ο Ά­θως εί­ναι το ε­πώ­νυ­μο της α­γι­ω­σύ­νης, δη­λα­δή το Ά­γιον Ό­ρος εί­ναι ο α­για­σμέ­νος τό­πος, α­φού εί­ναι το με­θό­ριον με­τα­ξύ του κό­σμου και των υ­περ­κο­σμί­ων, η ε­στί­α της α­ρε­τής. Εί­ναι ε­πώ­νυ­μος της α­γι­ό­τη­τος, για­τί ε­κεί κα­τοι­κούν μο­να­χοί που α­γιά­ζο­νται. Άλ­λω­στε, γνω­ρί­ζου­με α­πό την ορ­θό­δο­ξη θε­ο­λο­γί­α ό­τι η Χά­ρη του Θε­ού α­πό την ψυ­χή δια­πορθ­μεύ­ε­ται στο σώ­μα και α­πό ε­κεί σε ο­λό­κλη­ρη την κτί­ση. Τα πά­ντα α­γιά­ζο­νται α­πό την Χά­ρη του Θε­ού δια του α­για­σμέ­νου αν­θρώ­που.
Το Ά­γιον Ό­ρος εί­ναι έ­νας τό­πος με­τα­ξύ του κό­σμου και των υ­περ­κο­σμί­ων, α­φού σε αυ­τό μέ­νουν ε­πί­γειοι άγ­γε­λοι και ου­ρά­νιοι άν­θρω­ποι.
Εί­ναι με­τα­ξύ του κό­σμου και του Πα­ρα­δεί­σου, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εί­ναι ο προ­θά­λα­μος, ο πρό­να­ος της θεί­ας Λει­τουρ­γί­ας, που τε­λεί­ται στον ου­ρα­νό, ό­πως την πε­ρι­γρά­φει το βι­βλί­ο της Α­πο­κα­λύ­ψε­ως του Ευ­αγ­γε­λι­στού Ι­ω­άν­νου. Εί­ναι ε­στί­α των α­ρε­τών, για­τί ε­κεί ε­ξα­σκεί­ται η πρα­κτι­κή φι­λο­σο­φί­α, η ά­σκη­ση με την νη­στεί­α, την α­γρυ­πνί­α και την προ­σευ­χή, που εί­ναι η ε­πί­βα­ση της θε­ω­ρί­ας.
Το δεύ­τε­ρον εί­ναι ό­τι στο χω­ρί­ο αυ­τό του α­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου του Πα­λα­μά και σε ό­λη αυ­τήν την ε­νό­τη­τα κα­τα­γρά­φε­ται σα­φέ­στα­τα η δια­φο­ρά της θε­ο­λο­γί­ας και του τρό­που ζω­ής με­τα­ξύ του ο­σί­ου Νι­κη­φό­ρου και του δυ­τι­κό­φρο­νος Βαρ­λα­άμ.
Ο Νι­κη­φό­ρος ήλ­κε το γέ­νος «εξ Ι­τα­λών», κα­τέρ­ρι­ψε την κα­κο­δο­ξί­α τους και προ­σε­χώ­ρη­σε στην Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α, η ο­ποί­α ορ­θο­το­μεί τον λό­γο της α­λη­θεί­ας.
Πή­γε στο Ά­γιον Ό­ρος, υ­πο­τά­χθη­κε στους ε­γκρί­τους των Πα­τέ­ρων, δεί­χνο­ντας για πο­λύ χρό­νο την τα­πεί­νω­σή του, προ­σέ­λα­βε α­πό ε­κεί­νους την τέ­χνη της ει­ρή­νης, δη­λα­δή την πεί­ρα της η­συ­χί­ας, και έ­γι­νε αρ­χη­γός αυ­τών που α­γω­νί­ζο­νται με τον κό­σμο της δια­νοί­ας, δη­λα­δή τους λο­γι­σμούς και τις φα­ντα­σί­ες, και πα­λεύ­ουν με τα πνευ­μα­τι­κά της πο­νη­ρί­ας, ο­πό­τε έ­γι­νε δι­δά­σκα­λος των μο­να­χών στην η­συ­χα­στι­κή πα­ρά­δο­ση.
Ε­πει­δή έ­βλε­πε ό­τι πολ­λοί αρ­χά­ριοι δεν μπο­ρού­σαν να συ­γκρα­τή­σουν ού­τε με­τρί­ως την α­στά­θεια του νού τους, ο ό­σιος Νι­κη­φό­ρος πρό­τει­νε τον τρό­πο με τον ο­ποί­ον ή­ταν δυ­να­τόν να συ­στεί­λουν με­τρί­ως «τό πο­λυ­πό­ρευ­τον και φα­ντα­σι­ώ­δες» του νού.
Σε άλ­λο ση­μεί­ο ο ά­γιος Γρη­γό­ριος ο Πα­λα­μάς, α­να­φε­ρό­με­νος στον ό­σιο Νι­κη­φό­ρο, γρά­φει ό­τι για πο­λύ και­ρό πέ­ρα­σε «εν η­ρε­μί­α και η­συ­χί­α», έ­πει­τα ει­σήλ­θε στα ε­ρη­μι­κό­τε­ρα μέ­ρη του Α­γί­ου Ό­ρους, και α­φού συ­γκέ­ντρω­σε διά­φο­ρα πα­τε­ρι­κά χω­ρί­α «τήν νη­πτι­κήν η­μίν αυ­τών πα­ρέ­δω­κεν πρά­ξιν».
Α­πό τις α­να­φο­ρές αυ­τές του α­γί­ου Γρη­γο­ρί­ου Πα­λα­μά φαί­νε­ται η μέ­θο­δος της ευ­σε­βεί­ας και της η­συ­χα­στι­κής ζω­ής. Προ­η­γεί­ται η υ­πα­κο­ή στους πε­πει­ρα­μέ­νους Πα­τέ­ρας, μέ­σα σε ζω­ή υ­πα­κο­ής, η­συ­χί­ας και η­ρε­μί­ας, και α­κο­λου­θεί η πα­ρα­λα­βή της τέ­χνης της ει­ρή­νης των λο­γι­σμών. Μέ την ει­δι­κή αυ­τή τέ­χνη της νο­ε­ράς η­συ­χί­ας οι μο­να­χοί συ­στέλ­λουν τον νού α­πό τις φα­ντα­σί­ες και την διά­χυ­σή του στο πε­ρι­βάλ­λον, και με τον τρό­πο αυ­τόν νι­κούν τα πνεύ­μα­τα της πο­νη­ρί­ας και λαμ­βά­νουν το στε­φά­νι της νί­κης.
Α­ντί­θε­τα, ο φι­λό­σο­φος Βαρ­λα­άμ, ε­νώ ήλ­θε και ε­κεί­νος α­πό την Ι­τα­λί­α, εν τού­τοις κρά­τη­σε την «κα­κο­δο­ξί­α».
Και «ο φι­λό­σο­φος ού­τος την ε­αυ­τού φα­ντα­σι­ώ­δη πο­λύ­νοιαν ε­πα­φή­κεν, οί­όν τι πύρ, τώ κω­λύ­ο­ντι κα­θά­περ ύ­λη χρη­σά­με­νον» ε­να­ντί­ον του Νι­κη­φό­ρου και της δι­δα­σκα­λί­ας του. Δεν σε­βά­σθη­κε την ο­μο­λο­γί­α του και την ε­ξο­ρί­α του, δεν σε­βά­σθη­κε ε­κεί­νους που εκ­παι­δεύ­θη­καν α­πό αυ­τόν στα θεί­α, δια των ο­ποί­ων ο Θε­ός στό­λι­σε και συ­νε­κρό­τη­σε την Εκ­κλη­σί­α Του.
Έ­τσι, ε­νώ ο ό­σιος Νι­κη­φό­ρος α­κο­λού­θη­σε την η­συ­χα­στι­κή μέ­θο­δο, ο φι­λό­σο­φος Βαρ­λα­άμ στη­ρί­χθη­κε στην φι­λο­σο­φί­α και τον φα­ντα­σι­ώ­δη νού ε­νώ ο Νι­κη­φό­ρος υ­πο­τά­χθη­κε στους Πα­τέ­ρας, πα­ρα­λαμ­βά­νει την τέ­χνη της η­συ­χί­ας και γεν­νά λα­μπρούς μα­θη­τάς, ο Βαρ­λα­άμ προ­σβάλ­λει και α­τι­μά­ζει τα συγ­γράμμα­τα των α­γί­ων και την μέ­θο­δο με την ο­ποί­α ο άν­θρω­πος α­πο­κτά την γνώ­ση του Θε­ού. Δύ­ο κό­σμοι διά­φο­ροι με­τα­ξύ τους, ο έ­νας κό­σμος εί­ναι της ορ­θό­δο­ξης ζω­ής, ο άλ­λος κό­σμος εί­ναι της ζω­ής της στο­χα­στι­κής και σχο­λα­στι­κής.
Ο π. Μω­ϋ­σής στο τρί­το­μο έρ­γο του πε­ρι­γρά­φει τους α­γιο­ρεί­τες Πα­τέ­ρες του ει­κο­στού αι­ώ­νος, οι ο­ποί­οι α­κο­λού­θη­σαν την ζω­ή και την μέ­θο­δο του ο­σί­ου Νι­κη­φό­ρου και ό­χι του Βαρ­λα­άμ. Και αυ­τό εί­ναι ση­μα­ντι­κό για­τί αυ­τήν την δια­φο­ρά με­τα­ξύ των δύ­ο αυ­τών αν­θρώ­πων την συ­να­ντά­με και σή­με­ρα στην εκ­κλη­σια­στι­κή μας ζω­ή. Υ­πάρ­χουν μο­να­χοί και λα­ϊ­κοί που α­γα­πούν την ορ­θό­δο­ξη η­συ­χα­στι­κή πα­ρά­δο­ση και άλ­λοι που α­κο­λου­θούν την βαρ­λα­α­μι­κή πα­ρά­δο­ση, η ο­ποί­α εί­ναι στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα η σύγ­χρο­νη λε­γό­με­νη με­τα­πα­τε­ρι­κή θε­ο­λο­γί­α.
Γι’ αυ­τό το έρ­γο του π. Μω­ϋ­σή εί­ναι ση­μα­ντι­κό, α­φού μας δεί­χνει το Ά­γιο Ό­ρος ως το με­θό­ριο με­τα­ξύ του κό­σμου και των υ­περ­κο­σμί­ων, ως ε­στί­α της α­ρε­τής και ως το ε­πώ­νυ­μο της α­γι­ό­τη­τος, που συ­νε­χί­ζει την πα­ρά­δο­ση των με­γά­λων α­σκη­τών της Εκ­κλη­σί­ας.
3. Το Ά­γιον Ό­ρος με τα μά­τια του π. Μω­ϋ­σή
Τόν π. Μω­ϋ­σή τον γνώ­ρι­σα στο Ά­γιον Ό­ρος, στην Μο­νή της Σί­μω­νος Πέ­τρας. Ε­κεί­νος μου εί­πε ό­τι με συ­νά­ντη­σε για πρώ­τη φο­ρά στο κα­ρά­βι που πη­γαί­να­με στο Ά­γιον Ό­ρος ε­γώ ή­μουν Κλη­ρι­κός και ε­κεί­νος λα­ϊ­κός. Δεν θυ­μά­μαι αυ­τήν την σκη­νή ού­τε και τον π. Μω­ϋ­σή.
Ό­μως ή­μουν στην Ι­ε­ρά Μο­νή Σι­μω­νό­πε­τρας το έ­τος 1979, ό­ταν την ε­πι­σκέ­φθη­κε ο π. Πα­ΐ­σιος για να μι­λή­ση με τους μο­να­χούς. Την ε­πο­χή ε­κεί­νη α­να­ζη­τού­σα τον π. Πα­ΐ­σιο για να συ­ζη­τή­σω μα­ζί του κά­ποιο θέ­μα και τον βρή­κα στην Ι­ε­ρά Μο­νή του ο­σί­ου Γρη­γο­ρί­ου.
Α­νέ­βη­κα μα­ζί του στην Σι­μω­νό­πε­τρα και ε­πει­δή δεν μπο­ρού­σε να με δη ε­κεί, με προ­σέ­λα­βε στην συ­νο­δεί­α του, βα­δί­ζο­ντας πε­ρί­που τέσ­σε­ρεις ώ­ρες για να πά­με στο Κελ­λί του, την Πα­να­γού­δα, και να μι­λή­σου­με ε­κεί, ό­που και δια­νυ­κτέ­ρευ­σα και α­ξι­ώ­θη­κα να γί­νω αυ­τή­κο­ος μάρ­τυ­ρας του τρό­που της νυ­κτε­ρι­νής προ­σευ­χής του.
Στην Σι­μω­νό­πε­τρα, λοι­πόν, ά­κου­σα την δι­ή­γη­ση του π. Πα­ϊ­σί­ου για τον πει­ρα­σμι­κό νυ­κτε­ρι­νό ε­πι­σκέ­πτη, το «τα­γκα­λά­κι» που ε­νό­χλη­σε τον π. Πα­ΐ­σιο, που κοι­μό­ταν δί­πλα α­πό το κελ­λί του π. Μω­ϋ­σή.
Έ­κτο­τε ο π. Μω­ϋ­σής εί­χε πολ­λούς πει­ρα­σμούς και ό­λους τους α­ντι­με­τω­πί­ζει με θάρ­ρος, υ­πο­μο­νή, σι­ω­πή, η­συ­χί­α και προ­σευ­χή. Μι­λά και γρά­φει μέ­σα α­πό πό­νο και χα­ρά, με ποί­η­ση και λό­γο, με ε­πι­χει­ρή­μα­τα σο­βα­ρά και α­πο­φα­τι­κά, πά­ντως, ό­μως, μέ­σα α­πό την μυ­στι­κή α­κρό­α­ση του ε­σω­τε­ρι­κού σφυγ­μού του Α­γί­ου Ό­ρους. Α­ξι­ώ­θη­κε και αυ­τός να γνω­ρί­ση τον κτύ­πο της καρ­δι­άς του Α­γί­ου Ό­ρους, την μυ­στι­κή και α­πόρ­ρη­τη α­γρυ­πνί­α του, το δυ­να­τό του κρα­σί.
Δεν πα­ρα­μέ­νει στο ε­ξω­τε­ρι­κό πε­ρί­βλη­μα, που μπο­ρεί να εί­ναι σaν το σκλη­ρό κα­ρύ­δι, αλ­λά ει­σέρ­χε­ται φι­λάν­θρω­πα στην ψύ­χα, τον καρ­πό, που τρώ­γε­ται ευ­χά­ρι­στα, θερ­μαί­νει και ζω­ο­γο­νεί.
Ο λό­γος του εί­ναι ποι­η­τι­κός και εκ­φα­ντι­κός, βγαλ­μέ­νος μέ­σα α­πό τον δι­κό του πό­νο, την μυ­στι­κή του προ­σευ­χή, τον α­λά­λη­το στε­ναγ­μό, την α­να­ζή­τη­ση την καρ­δια­κή, την α­γω­νί­α και την η­συ­χί­α του νο­σο­κο­μεί­ου, το άγ­γιγ­μα του θα­νά­του και την βί­ω­ση της α­να­στά­σι­μης ζω­ής, την δεύ­τε­ρη ζω­ή που του χά­ρι­σε ο Θε­ός με την συ­νέρ­γεια των για­τρών, αλ­λά και την άλ­λη ζω­ή της αι­ω­νί­ου α­παρ­χή.
Εί­ναι μια μαρ­τυ­ρί­α ζω­ντα­νή και ευ­ερ­γε­τι­κή. Θαυ­μά­ζω την δρα­στη­ρι­ό­τη­τά του, την κι­νη­τι­κό­τη­τά του, τον λό­γο του και την μαρ­τυ­ρί­α του, τα πε­τάγ­μα­τα και την ι­σορ­ρο­πί­α του, την αρ­ρε­νω­πό­τη­τα και την μη­τρι­κό­τη­τά του. Έ­τσι ε­ξη­γεί­ται και η συγ­γρα­φή, που την ε­κλαμ­βά­νει ως ευ­λο­γί­α θε­ϊ­κή.
Στο τρί­το­μο αυ­τό έρ­γο μου ά­ρε­σαν πολ­λές εκ­φρά­σεις και χα­ρα­κτη­ρι­σμοί που δί­νει σε διά­φο­ρους α­γιο­ρεί­τας που βιο­γρα­φεί. Πα­ρα­θέ­τω με­ρι­κούς α­πό αυ­τούς: «Ε­ξα­σκών την νο­ε­ράν ερ­γα­σί­αν και ε­σθί­ων της θεί­ας α­γά­πης το μέ­λι, γε­νό­με­νος και εις άλ­λους ω­φέ­λι­μος». «Η προ­σευ­χή τον α­νέ­βα­ζε σε θεί­ες θε­ω­ρί­ες». «Ι­ε­ρός βλα­στός και ευ­ώ­δης αν­θός… την ευ­ω­δί­α του ευ­φράν­θη­σαν πολ­λοί». «Δό­θη­κε με­τά δα­κρύ­ων στην φί­λη προ­σευ­χή». «Υ­πέ­τα­ξε τον α­ντάρ­τη νού, την δέ­σποι­να κοι­λί­α και α­πέ­κτη­σε χρη­στο­ή­θεια» «Γέ­ρα­σε μό­νος και δεν εί­χε κα­μιά βο­ή­θεια». «Ήλ­θε στο Ά­γιον Ό­ρος στην πε­ρι­βό­τη­τη Χερ­σό­νη­σο των α­γί­ων.
Η τρι­ε­τής φοί­τη­σή του στο α­θω­νι­κό φρο­ντι­στή­ριο της ο­σι­ό­τη­τος… του έ­δω­σε ι­σχυ­ρή δύ­να­μη, για ν’ αρ­χί­σει ι­ε­ρα­πο­στο­λι­κό έρ­γο» «Τίς α­σθέ­νει­ες του σώ­μα­τος θε­ω­ρού­σε υ­γεί­α της ψυ­χής και πη­γή τα­πει­νώ­σε­ως» «Έ­να σπά­νιο ευ­ώ­δες άν­θος του Πε­ρι­βο­λιού της Πα­να­γί­ας. Ε­πί 70 έ­τη μού­ντζω­νε την κο­σμι­κή μα­ται­ό­τη­τα, κά­θε αν­θρώ­πι­νη πα­ρη­γο­ριά» «Ά­δο­λος, α­πλός, ευ­θύς, πρά­ος, υ­πά­κου­ος, α­κτή­μων, σπά­νιος α­γω­νι­στής, ευ­λα­βέ­στα­τος, ει­λι­κρι­νής, α­πο­νή­ρευ­τος» «Ε­κού­σια και α­κού­σιος πεί­να, φτώ­χεια, στέ­ρη­ση, κα­κου­χί­α, και τα­λαι­πω­ρί­α. Πυ­κνές α­σθέ­νει­ες και πολ­λοί πει­ρα­σμοί τον κού­ρα­σαν αλ­λά δεν τον α­πο­γο­ή­τευ­σαν.
Τα δε­χό­ταν ό­λα ως α­πό Θε­ού» «Υ­πήρ­ξε α­σκη­τι­κός και βια­στής στην κα­λο­γη­ρι­κή του». «Οι έν­θε­ες α­ρε­τές στό­λι­ζαν την α­γνή του καρ­διά…. Το νού του εί­χε μό­νι­μα στραμ­μέ­νο στα ου­ρά­νια. Εί­χε χά­ρη το προ­σω­πό του. Γα­λή­νευ­ε κα­νείς μό­νο που τον έ­βλε­πε. Εί­χε παι­δι­κή ψυ­χή, α­πλό­τη­τα, α­κα­κί­α, α­γα­θό­τητ­τα. Την α­ρε­τή του την έ­κρυ­βε ε­πι­στα­μέ­νως. «Ζεί α­πλά, λι­τά, κα­λο­γε­ρι­κά, α­να­πτύσ­σο­ντας την α­ρε­τή της φι­λο­ξε­νί­ας». «Έ­ως της κοι­μή­σε­ώς του δια­τή­ρη­σε α­κμαί­α τη φι­λο­θε­ΐ­α, τη φι­λα­γι­ό­τη­τα, το φι­λά­ρε­το, το φι­λά­δελ­φο, φι­λά­ρε­το και φι­λο­α­θω­νι­κό πνεύ­μα».
Πρίν τε­λει­ώ­σω αυ­τήν την σύ­ντο­μη ει­σή­γη­σή μου δεν μπο­ρώ να α­γνο­ή­σω την ά­πο­ψη του π. Μω­ϋ­σή για το Ά­γιον Ό­ρος, ό­πως την δια­τύ­πω­σε με ποι­η­τι­κό τρό­πο.
«Κα­ρά­βι που τα­ξι­δεύ­ει το Ά­γιον Ό­ρος με κα­τάρ­τι τον Ά­θω­να, ση­μαί­α την Με­τα­μόρ­φω­ση κι ά­γκυ­ρα την Πα­να­γί­α, στ’ α­μπά­ρια κου­βα­λά­ει νά­μα, μέ­λι, κε­ρί και λι­βά­νι για τους πει­να­σμέ­νους του νάρ­θη­κα, για τους λα­βω­μέ­νους των στα­σι­δι­ών».
Κα­ρά­βι εί­ναι το Ά­γιον Ό­ρος σaν την Εκ­κλη­σί­α –ναύς– που πλέ­ει μέ­σα στην νε­κρά θά­λασ­σα του βί­ου τού­του, για να α­πο­βι­βά­ση τους ε­πι­βά­τες του στο εύ­διο λι­μά­νι, την θε­ω­ρί­α του Θε­ού. Αυ­τό το ζω­ντα­νό και ζω­η­φό­ρο κα­ρά­βι δέ­χε­ται πολ­λούς πει­ρα­σμούς, α­πό πει­ρα­τές και δια­φό­ρους ε­σμούς, α­πό κύ­μα­τα και ο­νει­δι­σμούς, βρά­χια και πά­θια και ό­μως αυ­τό πο­ρεύ­ε­ται για να ελ­λι­με­νι­σθή στον προ­ο­ρι­σμό του, στο πέ­ρας του μυ­στη­ρί­ου.
Κα­τάρ­τι του εί­ναι ο πε­ρι­ώ­νυ­μος Ά­θως, τον ο­ποί­ο στο­λί­ζει το α­γιο­ρεί­τι­κο Θα­βώρ, που κρύ­βει με­τα­μορ­φω­μέ­νους α­γιο­ρεί­τας, φα­νε­ρούς και α­φα­νείς, γνω­στούς και α­γνώ­στους, θε­α­τούς και α­θε­ά­τους, εν­δε­δυ­μέ­νους και γυ­μνούς.
Ά­γκυ­ρα εί­ναι η Πα­να­γιά, η ά­γκυ­ρα της πί­στε­ως και της ελ­πί­δας, τα μη­τρό­θε­α σπλά­χνα που α­γκα­λιά­ζουν ό­λον τον κό­σμο, που πα­ρα­μέ­νει σι­ω­πη­λή και εύ­λα­λη μη­τέ­ρα, η ο­ποί­α α­γα­πά ό­λους τους αν­θρώ­πους, ι­διαι­τέ­ρως ό­σους γί­νο­νται πνευ­μα­τι­κές μη­τέ­ρες του Υι­ού της.
Στά α­μπά­ρια του αυ­τό το ευ­λο­γη­μέ­νο κα­ρά­βι, ως πο­λύ­τι­μους θη­σαυ­ρούς δεν κου­βα­λά­ει α­πλώς τους καρ­πούς της αρ­χι­τε­κτο­νι­κής, της α­γιο­γρα­φί­ας, της πα­λαιο­γρα­φί­ας, αλ­λά ό,τι πιο τα­πει­νό, φτω­χό και γλυ­κό δια­θέ­τει η Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α και εί­ναι πέ­ρα α­πό τα α­πο­κυ­ή­μα­τα της φα­ντα­σί­ας, τους στο­χα­σμούς και τους ευ­σε­βι­σμούς. Εί­ναι το νά­μα, που γλυ­καί­νει και τρελ­λαί­νει το μέ­λι, που γί­νε­ται α­πό τις μέ­λισ­σες της η­συ­χί­ας και προ­σφέ­ρε­ται γι’ αυ­τούς που α­γα­πούν τα γλυ­κέ­α τώ λά­ρυγ­γι, τα άρ­ρη­τα ή και ρη­τά ρή­μα­τα το κε­ρί, που φω­τί­ζει κε­νω­τι­κά και πα­ρη­γο­ρεί ι­λα­ρά, ό­πως ι­λα­ρό εί­ναι το Φως του κό­σμου το λι­βά­νι, που ευ­ω­διά­ζει ου­ρα­νό και α­νε­βαί­νει ως ο­σμή ευ­ω­δί­ας θα­νά­του και ζω­ής, ευ­λο­γη­μέ­νης θα­να­το­ζω­ής.
Και τους θη­σαυ­ρούς αυ­τούς τους φυ­λά­ει κρυ­φά, μυ­στι­κά για να τους δώ­ση με α­πλο­χε­ριά σ’ αυ­τούς που το α­γα­πούν και την μυ­στι­κή φω­νή του α­κούν, σε ό­σους έ­χουν πο­νέ­σει ε­σχα­το­λο­γι­κά και έ­χουν πλη­γω­θή βα­θειά, σ’ αυ­τούς που κά­θο­νται στον Νάρ­θη­κα και πει­νούν για άλ­λη δι­καιο­σύ­νη και πο­νούν α­πό τις πλη­γές που κα­νέ­να Νο­σο­κο­μεί­ο δεν θε­ρα­πεύ­ει και κα­νέ­νας δεν μπο­ρεί να α­κου­μπή­ση πα­ρά μό­νον ο αι­ώ­νιος για­τρός που αγ­γί­ζει τρυ­φε­ρά.
Το Ά­γιον Ό­ρος εί­ναι τό­πος λό­γου και σι­ω­πής, μυ­στη­ρί­ου και φα­νέ­ρω­σης, ά­σκη­σης και θε­ο­πτί­ας, αν­θρω­πι­άς και θε­ϊ­κής φο­ράς, πα­ρελ­θό­ντος και ε­σχά­του.
Ό­λο το Ά­γιον Ό­ρος βρί­σκε­ται μέ­σα στην καρ­διά του και το κα­τα­λα­βαί­νει αυ­τός που α­κού­ει τον μυ­στι­κό κτύ­πο της, που λέ­γει α­κα­τά­παυ­στα την ευ­χή, την ου­ρά­νια ω­δή. Το ε­ξω­τε­ρι­κό πλη­σί­α­σμα του Α­γί­ου Ό­ρους εί­ναι οι λα­μπρές α­κο­λου­θί­ες του, αλ­λά το ε­σω­τε­ρι­κό του άγ­γιγ­μα εί­ναι τα τερ­ρι­ρέμ, ό­χι της ψαλ­τι­κής, αλ­λά της ζω­ής της καρ­δια­κής. Άν μπο­ρού­σε κα­νείς να πλη­σιά­ση την καρ­διά ε­νός Α­θω­νί­του μο­να­χού, που κά­θε­ται στο στα­σί­δι του σε στά­ση ύ­πνου και ξύ­πνιου, ό­ταν ψάλ­λο­νται τα τερ­ρι­ρέμ, αυ­τός μπο­ρεί να δη τί εί­ναι το Ά­γιον Ό­ρος.
Αυ­τήν την στά­ση του α­γρυ­πνού­ντος κε­κοι­μη­μέ­νου μο­να­χού και την ε­σω­τε­ρι­κή κραυ­γή του, που ορ­μά προς τον ά­ναρ­χο Τρια­δι­κό Θε­ό, σε μια α­ει­κί­νη­τη στά­ση και σε μια στά­σι­μη κί­νη­ση πε­ρι­γρά­φει στο τρί­το­μο έρ­γο του ο π. Μω­ϋ­σής.
Έ­τσι το διά­βα­σα και αυ­τήν την αί­σθη­ση δι­έ­κρι­να. Αυ­τό εί­ναι το Ά­γιον Ό­ρος. Ό­ποιος γνώ­ρι­σε κά­ποιο άλ­λο Ά­γιον Ό­ρος, έ­χει σφα­λε­ρή αί­σθη­ση και γνώ­μη που προ­σφέ­ρε­ται για τα­χύ­τα­τη α­να­θε­ώ­ρη­ση, για να προ­σεγ­γί­ση κά­ποιον ζω­η­φό­ρο ε­ρη­μί­τη. Το Ά­γιον Ό­ρος εί­ναι γε­μά­το α­πό πνεύ­μα και ζω­ή, α­γά­πη και θαλ­πω­ρή, κο­μπο­σχοί­νι και προ­σευ­χή, α­να­μο­νή και προ­σμο­νή, ό­νει­ρο και κραυ­γή, λά­δι και κρα­σί, ώ­σμω­ση κα­τα­πλη­κτι­κή και αι­ώ­νια ευ­λο­γη­τή.
Για να μι­λή­σης για το Ά­γιον Ό­ρος πρέ­πει να εί­σαι καρ­δια­κός α­να­ζη­τη­τής, νη­φά­λια με­θυ­σμέ­νος και οι­νο­χό­ος κα­λός, πο­νε­μέ­νος ε­ρα­στής και ευ­αί­σθη­τος ποι­η­τής, ό­πως εί­ναι ο π. Μω­ϋ­σής.
Ευ­χα­ρι­στώ για την δική σας προσοχή.–

729 - Ο εορτασμός της Χιλιετούς πορείας του Κοινοβιακού Μοναστηριακού πολιτεύματος στο Άγιο Όρος (Ι)



ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΕΓΑΛΟΠΡΕΠΟΥΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΥ 
ΧΙΛΙΕΤΟΥΣ ΠΟΡΕΙΑΣ ΚΑΙ ΔΡΑΣΕΩΣ (963 – 1963) 
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ


Από το Βιβλίο ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ,
του Σιμωνοπετρίτη Μοναχού Ανδρέα,
τ. Γραμματέα της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Κατά τα τέλη του έτους 1949 ανέλαβε το Πηδάλιο της κατά Ανατολάς Μιάς Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας και ανεκηρύχθη Οικουμενικός Πατριάρχης ο Αθηναγόρας ο Α΄, για να πηδαλιουχεί και κατευθύνει το τιμόνι της Μητρός Εκκλησίας, του Οικουμενικού Θρόνου, να ορθοτομεί τον λόγον της Αληθείας και να κηρύττει απανταχού της Οικουμένης την Ορθοδοξίαν και να οδηγεί το χριστεπώνυμον πλήρωμα, τα λογικά του Χριστού πρόβατα, «εις νομάς των του Αγίου Πνεύματος χαρισμάτων». Αυτός λοιπόν σαν πρωταρχική ιδέα είχε συλλάβει τον εορτασμόν αυτόν του Αγίου Όρους και τον εμήνυσε στους Αγιορείτες, με την αφιχθείσα στο Όρος Πατριαρχική Εξαρχία, αποτελούμενη από τους Σεβασμιώτατους Μητροπολίτες Προύσης Πολυκάρπου, Προικοννήσου Φιλοθέου και Περγάμου Αδαμαντίου, μαζί με τον Υπογραμματέα Οσιολογιώτατο Γεώργιο Ορφανίδη, στις 13.5.1951.
Εις την Κ΄ και ΚΓ΄ Συνεδρίαση της Εκτάκτου Διπλής Ιεράς Συνάξεως του Ιερού ημών Τόπου, η Πατριαρχική αυτή Εξαρχία, μεταξύ των υπό συζήτηση και λύση θεμάτων, έθεσε υπόψη της Ιεράς Κοινότητος και το του εορτασμού της Χιλιετηρίδος ζήτημα, ότι, υπό της Μητρός Εκκλησίας και του Προκαθημένου αυτής, κρίνεται απαραίτητος ο εορτασμός ούτος, επί τη συμπληρώσει χιλιετίας, το έτος 1963, από της ιδρύσεως της πρώτης μεγάλης Μονής του Αγίου Όρους «Μεγίστης Λαύρας», κατά τον οποίο εορτασμό θα γίνονταν παγκόσμια προβολή του Αγίου Όρους και του Μοναχισμού του, ανά την υφήλιο, επ’ ωφελεία και αγαθώ της Ορθοδοξίας και του Γένους μας ολοκλήρου.
Αλλά επειδή οι όσιοι Πατέρες και οικιστές του Όρους τούτου, σαν έμβλημα και βίωμά τους έχουν το «λάβε βιώσας», γι’ αυτό άκρως συντηρητικοί γύρω απ’ αυτά τυγχάνουν. Απέφυγαν λοιπόν τότε να σχολιάσουν την πρόταση αυτή της Μητρός Εκκλησίας και παρέμεινε το θέμα αυτό αναπάντητο και ασυζήτητο στις Αγιορειτικές «Καλένδες», σαν θέμα μελλοντικά εξεταστέο, αφού κανείς δεν υπελόγιζε, ότι θα ήθελε να πραγματοποιηθεί ένα τέτοιο γεγονός.
Όταν όμως ο Παναγιώτατος το 1954 ήλθε σε επαφή με την πρώτη Αγιορειτική Επιτροπή, η οποία μετέβη στο Οικουμενικό Πατριαρχείο για να υποβάλει τα σέβη αυτής και του Ιερού Τόπου στη Μητέρα Εκκλησία, αυτός εξέφρασε και πάλι τον διακαή πόθον Του, προς τους επιλέκτους Αγιορείτες. Αυτοί ήταν οι Πανοσιολογιώτατοι Γέροντες: α) Αλέξανδρος Βατοπεδινός, β) Πορφύριος Δοχειαρίτης, γ) Βασίλειος Καρακαλλινός και δ) Παντελεήμων Φιλοθεΐτης. Προς αυτούς είπε ότι το Άγιον Όρος, πρέπει κατά το έτος 1963 να γιορτάσει μεγαλοπρεπώς την χιλιετηρίδα του, από της ιδρύσεως της Μεγίστης Λαύρας. Και για το γεγονός ότι από τότε άρχισε πλέον ιστορικά να σχετίζεται επίσημα, το Άγιον Όρος, με τους Αυτοκράτορες του Βυζαντίου, με Πατριάρχες και ηγετικά στελέχη και υψηλές προσωπικότητες του Έθνους και του Γένους μας. Άρχισε να γίνεται εμφανής η ζωή και δράση του, από την επελθούσα βελτίωση και διοργάνωση σ’ αυτό του Μοναχικού πολιτεύματος, το οποίο συστηματοποιήθηκε προς το καλύτερο, με την ίδρυση του πρώτου μεγάλου Κοινοβίου της Ι.Μ. Μεγίστης Λαύρας, με το τυπικό και την τάξη του Ιδρυτή και Καθηγουμένου αυτής Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών Αθανασίου, του επονομασθέντος Αθωνίτου.
Το τυπικό και την τάξη της Μοναχικής Πολιτείας του Αγίου Αθανασίου, προϊόντος του χρόνου, μιμήθηκαν και άλλες Ιερές Μονές του Αγίου Όρους, γι’ αυτό κατά την εορταστική εκδήλωση της Χιλιετηρίδος αναφέρεται και η διοργάνωση του Κοινοβιακού Μοναστηριακού πολιτεύματος.
Με τον εορτασμό της Χιλιετηρίδος θα προβληθεί, είπε η Α.Θ. Παναγιότης, η Ορθοδοξία αφ’ ενός και αφ’ ετέρου θα γίνει γνωστός σε ολόκληρη την Οικουμένη ο Ιερός Φάρος της Εκκλησίας και του ορθόδοξου Μοναχισμού, θα γνωρίσει ο κόσμος όλος την Ακρόπολη, στην οποία με απαράμιλλο ζήλο και πολλή επιμέλεια διατηρούνται τα ιερά και όσια της Πίστεως και της Φυλής μας. Το Άγιον Όρος, «Το Περιβόλι της Παναγίας», όπως το αποκαλεί ο λόγιος Αγιορείτης Μοναχός Καισάριος ο Δαπόντες, είναι εκείνο το οποίο διεφύλαξε, σαν άλλη σωστική Κιβωτός, τις εθνικοθρησκευτικές Παραδόσεις και τα Κειμήλια.
Το 1962, η Αγία και Ιερά Σύνοδος της Μητρός ημών Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, με εισήγηση του Προκαθημένου της, συνέστησε τριμελή επιτροπή, με εντολή όπως, έλθει στο Άγιον Όρος για την επίλυση διαφόρων ζητημάτων αυτού και την ρύθμιση του επικειμένου εορτασμού της Χιλιετηρίδος, ο οποίος θα ελάμβανε χώρα κατά το προσεχές έτος 1963, να συνεργασθεί με την Ιερά Κοινότητα, για την κατάρτιση προγράμματος εορτασμού, το οποίο θα έπρεπε να υποβληθεί έγκαιρα στη Μητέρα Εκκλησία για έγκριση και περαιτέρω φροντίδα, σε συνεργασία με την Ελληνική Κυβέρνηση, για την εξεύρεση και χορήγηση των απαραίτητων υλικών και πνευματικών κεφαλαίων για την πραγματοποίηση του επιδιωκομένου σκοπού.
Πράγματι κατά τον Φεβρουάριο του 1962 έφτασε στο Άγιον Όρος Πατριαρχική Εξαρχία αποτελούμενη από τους Σεβασμ. Μητροπολίτες: Φιλαδελφείας Ιάκωβο, ως Προέδρου, Καρπάθου και Κάσου Απόστολο και Σελευκείας Αιμιλιανό, η οποία ενημέρωσε τους Αγιορείτες, ότι ο εορτασμός αυτός θα είναι Πανορθόδοξος με καθαρά πνευματικό χαρακτήρα, αποκλείοντας κατηγορηματικώτατα, έστω και στο ελάχιστο, την συμμετοχή σ’ αυτόν όλων των ξένων προς την Ορθοδοξίαν ομολογιών. Προσκλήσεις στις Ορθόδοξες Εκκλησίες θα στέλνονταν από το Σεπτό Οικουμενικό Πατριαρχείο και αν τυχόν ερχόταν αντιπροσωπείες ξένες προς την Ορθοδοξία Εκκλησιών, αυτές θα παρίσταντο σαν θεατές και καμμία ενεργό ανάμιξη θα είχαν σε όλες γενικά τις εορταστικές εκδηλώσεις.
Οι Οσιώτατοι Αγιορείτες Πατέρες, μετά από τις ανωτέρω επίσημες δηλώσεις των Πατριαρχικών Εξάρχων, δέχτηκαν αρχικά, στις Συνάξεις τους, τον εορτασμό αυτό, με μερικές επιφυλάξεις κάποιων Ι. Μονών, οι οποίες διατύπωσαν αρνητική γνώμη. Σύντομα όμως απεφάσισαν την συμμετοχή του Ιερού μας Τόπου σε όλες τις εκδηλώσεις και για τον σκοπό αυτόν συστήθηκε Ιεροκοινοτική Επιτροπή, η οποία συνεργάστηκε με την Π. Εξαρχία για την κατάρτιση των σχετικών.
Έτσι μετά την αναχώρηση από το Άγιον Όρος των Πατρ. Εξάρχων, σε συνεννόηση το Σεπτό Οικουμενικό Πατριαρχείο με την Αγιωτάτη Εκκλησία της Ελλάδος, και την ευσεβή Κυβέρνηση του Βασιλείου της Ελλάδος, «Υψηλή επιταγή της Α.Μ. του Βασιλέως ημών Παύλου», εξέδωσε ο Πρόεδρος της Ελληνικής Κυβερνήσεως Κ. Καραμανλής, την υπ’ αριθ. 78502/3.7.1962 απόφαση, σύμφωνα με την οποία συγκροτήθηκε η μεγάλη Κεντρική Επιτροπή της Χιλιετηρίδος του Αγίου Όρους, με συμμετοχή Αγιορειτών Πατέρων. Επίσης συστήθηκε και άλλη, μικρότερη της πρώτης, η οποία ονομάσθηκε Εκτελεστική Επιτροπή, στην οποία μετείχαν και πάλι Αγιορείτες. Οι δύο αυτές Επιτροπές σε στενή συνεργασία κατέστρωσαν ολόκληρο το πρόγραμμα εορτασμού και καθώρισαν σχεδόν όλες τις λεπτομέρειες αυτού.
Το γενικό αυτό πρόγραμμα εστάλη στην Ιερά Κοινότητα, για την τυπική έγκριση από τον Ιερό Τόπο. Το πρόγραμμα αναγνώσθηκε στην έκτακτη Διπλή Ιερά Σύναξη και αφού τροποποιήθηκε σε μερικά σημεία, με ευχαρίστηση έγινε δεκτό και επιστράφηκε στην Κεντρική Επιτροπή για να εφαρμοσθεί.
Κατά το Πρόγραμμα, ο εορτασμός θα γινόταν σταδιακά με εκδηλώσεις, στις οποίες θα ελάμβαναν χώρα πανηγυρικές ομιλίες, Αρχιερατικές Συλλειτουργίες, λιτανεύσεις Αγίων εικόνων, κηρύγματα υπέρ του Αγίου Όρους και της ζωής και δράσεως αυτού, εκδόσεις πανηγυρικών τόμων και άλλων συγγραμμάτων, σχετικών με το Άγιον Όρος.
Οι εορταστικές εκδηλώσεις της Χιλιετηρίδος του Αγίου Όρους, για να μετάσχει σ’ αυτές όλος ο ορθόδοξος χριστιανικός κόσμος, ωρίσθηκαν να γίνουν σε τέσσερα μέρη, κατά τέσσερις χρονικές περιόδους, ως εξής:
Α΄.  Η πρώτη την Α΄ Κυριακή των Νηστειών – Κυριακή της Ορθοδοξίας – (3 Μαρτίου 1963) στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, για την έναρξη των εορτών από την Μητέρα της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.
Β΄.  Η δεύτερη στην πρωτεύουσα της Βορείου Ελλάδος Θεσσαλονίκη, την Β΄ Κυριακή των Νηστειών, με την οποία συμπίπτει και η γιορτή του Γεαρού Αρχιεπισκόπου αυτής Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, διαπρεπούς Αγιορείτου, την 10ην Μαρτίου.
Γ΄.  Η Τρίτη στην πρωτεύουσα του Ελληνικού Βασιλείου στην Αθήνα, την Γ΄ Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως, 17 Μαρτίου, και
Δ΄.  Το επισφράγισμα των εορτών τοποθετήθηκε εντός του Αγίου Όρους, στην πρωτεύουσά του τις Καρυές, όπου ο πανάρχαιος και ιστορικός Ιερός Ναός του Πρωτάτου και στην Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Αθανασίου, την Κυριακή των Αγίων Πατέρων 12/25 Μαΐου και την Δευτέραν 13/26 Μαΐου 1963. Σύμφωνα με το Πρόγραμμα, τα προσκλητήρια Γράμματα, για την στο Άγιο Όρος συμμετοχή στις γιορτές των Ορθοδόξων Πατριαρχείων και των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, θα συντάσσονταν και αποστέλλονταν από το Σεπτό Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Τα δε προσκλητήρια, για τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη, τον Μακαριώτατον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και πάσης Ελλάδος, την Α.Μ. τον Βασιλιά Παύλο τον Α΄, τον Α.Ε. τον Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβερνήσεως, τους Εξοχότατους Υπουργούς, επί των Εξωτερικών, της Παιδείας και Θρησκευμάτων, των Οικονομικών, τον Πρόεδρον της Βουλής των Ελλήνων και λοιπούς Επισήμους θα συντάσσονταν και θα αποστέλλονταν από την Ιερά Κοινότητα. Έτσι άρχισε ο Εορτασμός

συνεχίζεται…
  



 .
.

728 - Ιερά Λαυριωτική Σκήτη Τιμίου Προδρόμου (ντοκιμαντέρ)

. . . . .



Η Ιερά Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, επονομαζόμενη και Ρουμανική, βρίσκεται σε άγονη, βραχώδη τοποθεσία, στο ανατολικότερο άκρο της χερσονήσου του Άθω και σε υψόμετρο 250 μέτρων. Ανήκει στην Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας, από την οποία απέχει περίπου μία ώρα.
Ήδη από τον 15ο αιώνα ήταν ονομαστό κελλί και έφερε το όνομα «Γιαννακόπουλον». Μέχρι το 1754 δέχθηκε αλλεπάλληλες μετατροπές. Το 1772 το κελλί ανήκε σε Χίους ησυχαστές. Είχε εγκατασταθεί εδώ ο Χίος ιερομόναχος Ιωσήφ με τη συνοδεία του και κατέβαλε προσπάθειες να δώσει σ' αυτό τη μορφή μικρής μονής. Το κελλί γίνεται πόλος έλξης πολλών μοναχών και καθίσταται κέντρων των Χίων ησυχαστών.
Ο πρώτος Βλάχος που έρχεται να μονάσει στο κελλί είναι ο ιερομόναχος πνευματικός Ιουστίνος, ο οποίος βάζει στόχο να αυξήσει το κελλί και με θείο ζήλο προσπαθεί να το μεταρρυθμίσει σε σκήτη, που ν' ανήκει στην Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας. Για τον λόγο αυτό κατέβαλε αμέτρητους κόπους και υπερβολικά έξοδα.
Μετά τον θάνατό του, οι επόμενοι μοναχοί του «Γιαννακόπουλου», αγνοούντες τις προσπάθειές του, δέχτηκαν το σπίτι σαν κελλί και έτσι συνέχισε να είναι μέχρι το 1817, όταν ο Μητροπολίτης Μολδαβίας Βενιαμίν, αποστέλλει επιστολή στη Μεγίστη Μονή της Λαύρας και κατορθώνει, τον Ιούνιο του 1820, ν' αποσπάσει Συμβόλαιο αυτής, αποτελούμενο από 13 άρθρα, προς τους Μολδαβούς Γερω-Ποτάπιον και Γρηγόριον, το οποίο αναφέρεται στη μετατροπή του κελλιού σε Σκήτη Μολδαβική «…Μετά την αποβίωσιν του μακαρίτου Ιουστίνου εδέχθησαν το οσπήτιον εκείνο οι διάδοχοί του ως κελλίον πάλιν με μοναστηριακήν ομολογίαν κατά την συνήθειαν του Αγίου Όρους. Αλλ' ο πανιερώτατος και σεβασμιώτατος ημών Δεσπότης άγιος Μολδαβίας κυρ Βενιαμίν, γινώσκων τον σκοπόν του Ιουστίνου και φιλοτιμούμενος ν' αποκατασταθή το κελίον εκείνο κοινοβιακή Σκήτη Μολδοβάνων προς ανάπαυσιν των εις τα ενταύθα χάριν ησυχίας και μοναδικής πολιτείας επιδημούντων αδελφών Μολδοβάνων, έγραψεν άπαξ και δις τη καθ' ημάς ιερά Αδελφότητι, αξιών να συγκατανεύση εις την θεοφιλή ταύτην αίτησιν της σεβασμιότητός του και να συστηθή το κελλίον του Τιμίου Προδρόμου κοινοβιακή σκήτη του ευσεβούς γένους των Μολδοβάνων. Όθεν περιχαρώς δεξάμενοι την ένθεον προτροπήν της αυτού σεβασμιότητος δεδώκαμεν τοις εις τα ενταύθα Μολδοβάνοις την περί Σκήτης άδειαν και ανάκτισιν κελλίων. Πλην λείποντος εις Μολδαβίαν του οσιωτάτου Γέρω-Ποταπίου, ος ην διάδοχος του μακαρίτου Ιουστίνου, δεν επεκυρώθη τότε η άδεια μ' ενσφράγιστον γράμμα του ιερού ημών Μοναστηρίου προς ησυχίαν και ανάπαυσιν των εκείσε προσκαρτερούντων αδελφών. Ήδη δε, ελθόντος του ειρημένου Γέρω-Ποταπίου και ενώπιον της ιεράς ημών Συνάξεως παραστάντος μετά του συναδέλφου αυτού Γρηγορίου Μοναχού, εζήτησαν αμφότεροι μεθ' ικεσίας έγγραφον επικύρωσιν, κατά την γνώμην του σεβασμιωτάτου αγίου Μολδαβίας και Γέροντος ημών περί της συστάσεως της ιεράς ταύτης Σκήτεως, ήτις με ψιλόν όνομα μέχρι σήμερον υπάρχει. Και δη αποδεξάμενοι την ένθερμον αίτησιν αυτών καθώς και πρότερον, βεβαιούμεν την σύστασιν της κοινοβιακής ταύτης ιεράς Σκήτεως των Μολδοβάνων δια του παρόντος ημών ενσφραγίστου γράμματος διηρημένου εν τοις εφεξής κεφαλαίοις…».
Το σημαντικότερο άρθρο του Εσωτερικού Κανονισμού είναι το 8ο «επειδή έξωθεν της περιοχής της Σκήτης ευρίσκονται καλύβαι εν αις κατοικούσι Μολδοβάνοι και Ρωμαίοι, οίτινες δυσαρεστούμενοι, δεν υποτάσσονταν στη Σκήτη, αυτοί να είναι εξαρτημένοι της Λαύρας»
Όμως ο επόμενος χρόνος (1821) και τα δραματικά γεγονότα που ακολούθησαν, ως το 1830, γίνονται αιτία να ναυαγήσουν όλα τα σχέδια. Λόγω των ανωμάλων καταστάσεων που προέκυψαν από την έκρηξη της Ελληνικής Επαναστάσεως, οι δύο ανωτέρω μοναχοί Ποτάπιος και Γρηγόριος, φέροντες μαζί τους το σημαντικό έγγραφο του Εσωτερικού Κανονισμού, μετέβησαν στη Μολδαβία, στο Μοναστήρι Νεαμτζουλούη, όπου και απεβίωσαν. Εν τω μεταξύ η Κυρίαρχος Μονή παραχωρούσε το σπίτι σε διαφόρους Μοναχούς σαν κελλί.
Και φθάνουμε στα 1852, όταν δύο Μολδαβοί, ο Νήφων και ο Νεκτάριος, αγοράζουν από την Κυρίαρχο Μονή το κελλί με το ποσό των 7000 γροσίων. Σύντομα, χάριν ελέους, επισκέπτονται την Μολδαβία, όπου πληροφορούνται ότι το έγγραφο του 1820 βρίσκεται στη Μονή Νεαμτζούλούη. Αφού το πήραν το έδειξαν στον τότε ηγεμόνα Γρηγόριο Γκίκα και του εξήγησαν τα της υποθέσεως. Την 19η Απριλίου 1852, ο Μητροπολίτης Μολδαβίας Σωφρόνιος, σαν εκπρόσωπος του Ηγεμόνα και των δύο μοναχών, απέστειλε επιστολή στη Μεγίστη Λαύρα με την οποία ζητούσε «όπως παραδεχθή την περί εκ νέου συστάσεως της Σκήτης ταύτης γενομένην δι' εμού πρότασιν των ευσεβών Μολδαβών, επικυρούσα και αύθις τα δικαιώματά της δυνάμει του προμνημονευθέντος ενσφραγίστου εγγράφου της, όπερ διατηρείται εισέτι ανέπαφον παρ' ημίν ενταύθα».
Η Μονή Μεγίστης Λαύρας, αφού κάλεσε τους Νήφωνα και Νεκτάριο, συνέταξε στις 24 Σεπτεμβρίου 1852 έγγραφο, αποτελούμενο από 4 άρθρα, με το οποίο ονόμαζε το κελλί Μολδαβική Σκήτη «…και κατεχωρίσθη εν τω της Ιεράς Κοινότητος κώδικι». Το γεγονός αυτό ανήγγειλαν οι πατέρες στον ηγεμόνα Γκίκα ο οποίος διέταξε να χορηγούνται ετησίως 300 φλωρία.
Σε νέα τους μετάβαση στη Μολδαβία (5 Σεπτεμβρίου 1855), οι Νήφων και Νεκτάριος, πέτυχαν την έκδοση από τον ηγεμόνα του υπ' αριθμ. 7.134 της 14ης Δεκεμβρίου 1855 χρυσοβούλλου, με το οποίο η Σκήτη ωνομαζόταν ρωμουνική. Στη συνέχεια ο Γκίκας έγραψε στον Οικουμενικό Πατριάρχη ζητώντας την έκδοση σιγιλλίου, το οποίο εξεδόθη τον Ιούνιο του 1856, επί Κυρίλλου Ζ΄.
Την 15η Μαρτίου 1857 θεμελιώνεται το Κυριακό από τον Δικαίο της Σκήτης Νήφωνα, ο οποίος απέστειλε δύο αδελφούς στον ηγεμόνα και στον Μητροπολίτη Βλαχίας, να αναγγείλουν την έναρξη της ρωμουνικής Σκήτης. Αυτοί, μετά την άφιξή τους, τον Απρίλιο του 1857, έκαναν έκκληση προς όλο του ρουμανικό έθνος, ζητώντας συνδρομή για τη ρουμανική Σκήτη του Άθω. Τότε ο ηγεμόνας Αλέξανδρος Δημητρίου Γκίκας προσέφερε 500 φλωρία και μέσα σε δύο χρόνια συγκεντρώθηκαν 4.226 φλωρία και πολλά αφιερώματα.
Με την πάροδο του χρόνου συγκεντρώθηκαν και άλλοι Μοναχοί ρωμούνοι, οι οποίοι υπερτερήσαντες των Μολδαβών, άρχισαν να εγείρουν αξιώσεις και ν' απαιτούν από τον Δικαίο και κτίτορα της Σκήτης Νήφωνα, να εξαλειφθεί το Μολδαβικό όνομα αυτής και να μεταβληθεί σε Ρωμουνικό Κοινόβιο. Επειδή ο Νήφων δεν δέχτηκε αυτή την πρόταση, διαιρέθηκαν οι μοναχοί της Σκήτης σε δύο ομάδες, Βλάχους και Μολδαβούς. Τότε ο Νήφων αφήνει τοποτηρητή τον Πνευματικό Καλλίνικο και μαζί με τον Νεκτάριο αναχωρεί για το Ιάσιο, όπου παρέμεινε τρία χρόνια εισπράττοντας ελέη για τη Σκήτη. Κάθε φορά που οι πατέρες έγραφαν σ' εκεινον, σαν Δικαίο, να επιστρέψει, αυτός έστελνε την παραίτησή του. Τελικά το 1870, μετά την αποστολή και της τρίτης παραιτήσεως, αναγκάζονται οι πατέρες και με προτροπή του Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας, να εκλέξουν Δικαίο τον αρχηγό των Βλάχων Δαμιανό.
Ο Δαμιανός έχοντας την υποστήριξη του Ρουμάνου ηγεμόνα Καρόλου Α΄, μετατρέπει αυθαίρετα τη Σκήτη σε μονή (1881), και όταν επιστρέφει ο Νήφων με 35 Μολδαβούς, ο Δαμιανός του αποκλείει την είσοδο. Μετά την ανακήρυξη του Καρόλου σε βασιλιά, ο φυλετισμός στη Σκήτη και οι αυτονομιστικές ενέργειες βρίσκονται σε έξαρση. Αυτός είναι ο λόγος που η Κυρίαρχος Μονή ζητά την επέμβαση του Πατριαρχείου και την εκδίκαση της υπόθεσης απ' αυτό. Έτσι συνοδικό έγγραφο, υπογραμμένο κι από τον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ (Ιούλιος 1881), επικυρώνει τα κυριαρχικά δικαιώματα της Μεγίστης Λαύρας επί της Σκήτης και αναγνωρίζει τα πρωτεία των Μολδαβών – ιδρυτών της Σκήτης. Τέλος το 1882 υπογράφεται συμφωνία μεταξύ της Λαύρας επί της Σκήτης όπου τονίζεται ο εξαρτηματικός χαρακτήρας της δεύτερης και καταργείται η διάκριση μεταξύ Μολδαβών και Βλάχων. Η Σκήτη ορίζεται ως «Βλαχομολδαβική» και λίγο μετά, ως «Ρουμανική».
Στις αρχές του 20ου αιώνα η Σκήτη θα βρίσκεται σε ακμή και θα αριθμεί 105 μοναχούς (30 Τρανσυλβανούς, 50 Ρουμάνους, 25 Μολδαβούς). Θα οργανώσει μεγάλα έργα, όπως: τη διώρυξη σήραγγας στον αρσανά της, στον Ακράθω. Τη δημιουργία μουσείου, εικονογραφείου, καθώς και άλλων εργαστηρίων.
Σήμερα εγκαταβιούν 25 μοναχοί Ρουμανικής καταγωγής.
Το Κυριακό της Σκήτης Τιμίου Προδρόμου βρίσκεται στο μέσον της αυλής και θεμελιώθηκε το 1857. Έχει μήκος 30 και ύψος 18 μέτρα. Είναι αφιερωμένο στη βάπτιση του Χριστού.
Είναι αγιορείτικου ρυθμού εξ ολοκλήρου αγιογραφημένο από Ρουμάνους ζωγράφους το 1863, με τρεις τρούλους και εξωνάρθηκα. Φυλάσσονται τα Άγια λείψανα διαφόρων αγίων και εικόνες μεταξύ των οποίων η Παναγία η Αχειροποίητος.
Για την Αχειροποίητο Εικόνα της Θεοτόκου ο Γερ. Σμυρνάκης (σελ. 423) αναφέρει: Εν τω Κυριακώ εύρηται ανηρτημένη επί του κατ' ανατολάς αριστερού κίονος αχειροποίητος εικών της Θεομήτορος μόνον κατά την μορφήν, ην ο εν Ιασίω ζωγράφος Γιωργάκης Νικολάου ονόματι πολλά μοχθήσας και μη δυνηθείς να ιστορήση κατά την θέλησιν του τότε Δικαίου της σκήτης Νήφωνος Ιερομονάχου (1857-1870) και κατά την ιδίαν αυτού τέχνην παρήτησεν ανεπιμέλητον εν ερμαρίω, ίνα παραλάβη αυτήν ο ειρημένος Δικαίος. Ημέραν τινά όμως, ως αφηγήθη ημίν ο μέχρι του Δεκεμβρίου 1899 ζων Ιερομόναχος Νήφων, λαβών αυτήν ο ρηθείς ζωγράφος εκ του ερμαρίου προς δυνατήν αποπεράτωσιν εύρε λαμπράν και ωραίαν την μορφήν, ως σήμερον δείκνυται. Τότε δε ούτος εξέδωκε τη 29η Ιουνίου 1863 εν Ιασίω πιστοποιητικόν, δι΄ου δηλοποιεί: «Αφού κατά την τέχνην μου επέρασα το πρώτον και δεύτερον χέρι επί των ενδυμάτων και του προσώπου της εικόνος , κατά το τρίτον χέρι είδον την Παναγίαν και τον Χριστόν ηλλοιωμένους την μορφήν. Διό εξοργισθείς ενόμισα ότι επιλαθόμενος της τέχνης μου δεν ηδυνάμην να τελειοποιήσω την εικόνα. Και επειδή ήτο εσπέρα, κατεκλίθην, ίνα την επαύριον μετά ζέσεως επαναλάβω την εργασίαν. Την δε πρωίαν ποιήσας τρεις μετανοίας προς έναρξιν της εργασίας, ω του θαύματος! Εύρον τα πρόσωπα της Θεομήτορος και του Χριστού υπερφυώς συντετελεσμένα.
Ο εξωνάρθηκας περικλύεται με περίτεχνο τζαμωτό. Σε χώρο πάνω από τον εξωνάρθηκα, στεγάζεται το σκευοφυλάκιο της Σκήτης με αρκετά μεγάλο αριθμό κειμηλίων.
Οι πτέρυγες της Σκήτης Τιμίου Προδρόμου, σχηματίζουν ορθογώνιο. Στη διώροφη δυτική πτέρυγα βρίσκεται η είσοδος της Σκήτης με το καμπαναριό ύψους 25 μέτρων, παρεκκλήσι, καθώς και το αρχονταρίκι, η τράπεζα το μαγειρείο.
Στη μονόροφη ανατολική πλευρά σε αυτοτελές κτίσμα, η βιβλιοθήκη ,ο φούρνος, και το ξυλουργείο.
Η βιβλιοθήκη αριθμεί 5000 έντυπα βιβλία, τα περισσότερα του 19ου αιώνα και γραμμένα στην Ρουμανική γλώσσα. Διαθέτει και 130 χειρόγραφα.
Στη Νότια πτέρυγα κτισμένη το 1882 είναι τα κελλιά των μοναχών, το Συνοδικό, το γραφείο του Δικαίου και το Νοσοκομείο. Στην εξωτερική πλευρά βρίσκεται ο ναός του Τιμίου Προδρόμου από το αρχικό Κελλί και πρώτο Κυριακό της Σκήτης. Στη Βόρεια πτέρυγα βρίσκονται κελλιά για μοναχούς και ένα παρεκκλήσιο.
Στη Σκήτη, πλην του Τιμίου Ξύλου υπάρχουν και τα εξής λείψανα: του Τιμίου Προδρόμου, του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του Αγίου Χαραλάμπους, του Αγίου Κλήμεντος, των Αγίων Μαρτύρων Μηνά και Βίκτωρος, αίμα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Σημητρίου, Τμήμα λίθου του Παναγίο Τάφου κλπ.

727 - Επιστολή της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου Όρους στον Ελευθέριο Βενιζέλο




Πηγή: Ιστότοπος της διαδικτυακής έκδοσης του ψηφιακού αρχείου του Ελευθερίου Βενιζέλου

726 - Άγιος Σάββας ο Β΄, αρχιεπίσκοπος των Σέρβων (+1271)

Αγιορείτης Άγιος
Μνήμη 8 Φεβρουαρίου

 
  
Υιός του κράλη Στεφάνου Πρωτοστεφή και ανεψιός του Αγίου Σάββα του Α΄. Γεννήθηκε περί το 1208. Το κοσμικό του όνομα ήταν Πρεντισλάβ. Ακολούθησε το παράδειγμα του μεγάλου θείου του και μετά το προσκύνημά του στα Ιεροσόλυμα εκάρη μοναχός στη μονή Χιλανδαρίου.
Εξελέγη επίσκοπος Ζαχουμίου και στη συνέχεια αρχιεπίσκοπος των Σέρβων με το όνομα Σάββας ο Β΄ (1263). Κυβέρνησε την Εκκλησία με μεγάλο ζήλο και αγάπη. Κοιμήθηκε στη μονή Πεκίου, όπου βρίσκονται τα’ άφθαρτα λείψανά του και όπου τιμάται ιδιαίτερα η μνήμη του.
Το βίο του έγραψε ένας από τους μαθητές του αρχιεπισκόπου Δανιήλ του Β΄και την ακολουθία του ο μητροπολίτης Βελιγραδίου Μιχαήλ. Τοιχογραφίες του σώζονται σε αρκετές σερβικές μονές.
Η μνήμη του τιμάται στις 8 Φεβρουαρίου.


Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ

725 - Χιονοθύελλα από το πρωί στη Δάφνη (σημερινές φωτογραφίες)



Πολικές συνθήκες επικρατούν από σήμερα το πρωί στη Δάφνη. Ισχυροί βορειοανατολικοί άνεμοι με πυκνή χιονόπτωση την κρατούν αποκλεισμένη για 5η συνεχή μέρα.
Από χθες το βράδυ, με πρωτοβουλία του Πρωτεπιστάτη του Αγίου Όρους Γέροντα Βαρνάβα Βατοπαιδινού, καταβάλλονται προσπάθειες με μηχανήματα της Επιστασίας, να διατηρηθεί ανοιχτός τουλάχιστον ο δρόμος που συνδέει το λιμάνι με την πρωτεύουσα του Αγίου Όρους, τις Καρυές.
Οι φωτογραφίες που δημοσιεύω είναι από το σημερινό ξημέρωμα στη Δάφνη και μου τις έστειλε ο αγαπητός φίλος Νίκος, τον οποίο ευχαριστώ.


724 - Από την παρουσίαση των δυο βιβλίων Αγιορειτών μοναχών (πληροφορίες, φωτογραφίες, βίντεο)


Τη Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου στη Θεσσαλονίκη και την Τρίτη 7 Φεβρουαρίου στην Αθήνα, έγινε η παρουσίαση δυο αξιόλογων βιβλίων Αγιορειτών Μοναχών.

Παρουσίαση του βιβλίου του Μοναχού Μάξιμου Ιβηρίτου
«Τα Αγιορειτικά Μνημεία της Φύσεως»

Παρουσία πλήθους κόσμου, μεταξύ των οποίων ο Σεβ. Μητροπολίτης Λαγκαδά κ. Ιωάννης, ο Γ.Γ. της Γ.Γ.Μακεδονίας Θράκης και Πρόεδρος του Κε.Δ.Α.Κ. κ. Χατζηκωνσταντίνου, Πανεπιστημιακοί Καθηγητές, στελέχη της Δ/νσης Πρασίνου του Δήμου Θεσσαλονίκης, κληρικών, μοναχών, έγινε στο Βιβλιοπωλείο της Αγιορειτικής Εστίας η παρουσίαση της έρευνας του Μοναχού Μαξίμου Ιβηρίτου «Τα Αγιορειτικά Μνημεία της Φύσεως», την Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2012.

Καθ’ όλη τη διάρκεια των ομιλιών και χαιρετισμών, το κοινό είχε την ευκαιρία να παρακολουθεί προβολή φωτογραφιών από το φυσικό περιβάλλον, από την σχετική με το θέμα ιστορία του Αγίου Όρους, ντοκουμέντα, κλπ.

Χαιρετισμούς στην εκδήλωση απεύθυνε ο Σεβ. Μητροπολίτης Λαγκαδά κ. Ιωάννης, ο Γ.Γ. Μακεδονίας Θράκης κ. Χατζηκωνσταντίνου, ο εκπρόσωπος της Αγιορειτικής Εσταίς και ο εκπρόσωπος του Συλλόγου «Ενωμένη Ρωμηοσύνη» που εξέδωσε και τον σχετικό τόμο.
Την έκδοση παρουσίασαν οι κ.κ.:
Παναγιώτης Εσκίογλου, Καθηγητής Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος ΑΠΘ
Θανάσης Καραθανάσης, Καθηγητής Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας ΑΠΘ
Πρωτ. π. Αναστάσιος Παρούτογλου, Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος Ι. Μ. Λαγκαδά

Θερμές ευχαριστίες προς όλους τους συμμετέχοντες της Έκδοσης και της οργάνωσης της εκδήλωσης αλλά και τους προσκεκλημένους απεύθυνε ο συγγραφέας Μάξιμος Ιβηρίτης, ο οποίος παράλληλα αναφέρθηκε και στη μακρόχρονη έρευνα την οποία διενήργησε, τους λόγους που τον ώθησαν σ’ αυτό και στη σημασία του φυσικού περιβάλλοντος της Μοναστικής Πολιτείας και την αγάπη, την φροντίδα και τον σεβασμό που τρέφουν προς αυτό οι Μοναχοί του Αγίου Όρους.
Ακολούθησε μικρή δεξίωση, προσφορά του κ. Αντώνη Χούτου, που έδωσε την ευκαιρία στον συγγραφέα να συνομιλήσει με τον κόσμο και να υπογράψει τα βιβλία του.



Παρουσιάστηκε το τρίτομο έργο του Γέροντος Μωυσέως
«Μέγα Γεροντικό Εναρέτων Αγιορειτών του Εικοστού Αιώνος»

Στην Αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρανασσός», με την παρουσία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερωνύμου, των Σεβασμιωτάτων Μητροπολιτών Πειραιώς κ. Σεραφειμ, Κοζάνης κ. Παύλου, Εδέσσης κ. Ιωήλ, Νεαπόλεως κ. Βαρνάβα και Κυθήρων κ. Σεραφείμ, του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Διαυλείας κ. Γαβριήλ, Αγιορειτών Πατέρων, Καθηγητών και πλήθους ακροατών, παρουσιάστηκε απόψε το τρίτομο έργο του πολυγραφότατου Μοναχού Γέροντος Μωυσέως Αγιορείτου, με τίτλο «Μέγα Γεροντικό Εναρέτων Αγιορειτών του Εικοστού Αιώνος».


Το έργο παρουσίασαν ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος, ο Ηγούμενος της Ι. Μονής Χειλανδαρίου Αρχιμ. Μεθόδιος, ο Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός, ο Οικονόμος της Ι. Μονής Σίμωνος Πέτρας Αρχιμ. Εφραίμ και ο Πρωτοσύγγκελος της Ι. Μ. Φλωρίνης Αρχιμ. Ιουστίνος Μπαρδάκος.


Στην εκδήλωση παρέστη και ο Σεβασμιώτατος κ. Δωρόθεος Β΄, ο οποίος συνεχάρη τον Γέροντα Μωυσή για τη συγγραφική του δραστηριότητα και τον ευχαρίστησε την εν γένει πνευματική του παρουσία.

.



Πηγές:





Σχετικά:

516 - Τα Αγιορειτικά μνημεία της Φύσεως