Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

2449 - Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός και το Άγιον Όρος



Ομιλία εκφωνηθείσα στο Διεθνές Επιστημονικό Συμπόσιο:
Κύπρος και Άγιον Όρος,
Λευκωσία, 15-16 Δεκεμβρίου 2012


Οι σχέσεις της Κύπρου με το Άγιον Όρος κατατίθενται μέσω της ιεράς παραδόσεως από τον πρώτο κιόλας αιώνα, σχεδόν αμέσως μετά την ίδρυσιν της αγίας μας καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας την ημέραν της Πεντηκοστής, όταν η Παναγία μας, επιθυμούσα να επισκεφθεί τον άγιο Λάζαρο στο Κίτι, το πλοιάριο στο οποίο επέβαινε παρασύρθηκε από την θαλασσοταραχή και άραξε στο Άγιον Όρος. Αυτό τον τόπο ζήτησε η Παναγία μας από τον Υιόν της, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, ως τόπον αγιασμού των ψυχών εκείνων που θα ήθελαν απερίσπαστα να λατρεύουν τον Θεό.
Η κατάθεσις αυτής της ιεράς παραδόσεως διασφαλίζεται και επικυρώνεται από την ιστορίαν διαχρονικά, αφού πλειάδα αγίων εξ Αγίου Όρους -επιλεκτικά αναφέρομε τους αγίους Αθανάσιον Αθωνίτην, Σάββαν Βατοπαιδινόν τον δια Χριστόν Σαλόν, Γρηγόριον Σιναΐτην κ.α.- διέμειναν για κάποιο διάστημα στην Κύπρο. Αλλά και κύπριοι εγκαταβίωσαν σε μονές, σκήτες η καλύβες του Αγίου Όρους, όχι μόνον πρόσφατα -οι οποίοι και μας είναι γνωστοί- αλλά και παλαιότερα.
Δεν είναι όμως μόνο σε αυτό το επίπεδο που φαίνεται η σχέσις. Υπάρχουν και άλλοι τομείς όπως η ανταλλαγή αλληλογραφίας, η εκζήτησις πνευματικών νουθεσιών, οι εκκλήσεις για μεταφοράν αγίων λειψάνων η της αγίας Ζώνης της Παναγίας μας, η αγιογράφησις ναών από κυπρίους αγιορείτες, η οικονομική αλληλοϋποστήριξις, τα χειρόγραφα, η πνευματική δόσις και πολλοί άλλοι τομείς, οι οποίοι φυσικά χρήζουν μελέτης και ερεύνης. Έτσι, πολλές πληροφορίες θα δουν το φως της δημοσιότητος και θα φωτίσουν έτι περισσότερον τις σχέσεις μεταξύ του Αγίου Όρους και της Κύπρου.
Η ημετέρα ταπεινότης ανέλαβε την ευθύνην, εν όψει του παρόντος επιστημονικού συμποσίου «Άγιον Όρος και Κύπρος», να εξερευνήσει τον ιδιαίτερον αυτόν τομέα της σχέσεως του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού με το Άγιον Όρος. Ξεκινώντας την προσπάθεια αυτή, υπήρχαν στην κατοχή μας κάποια έγγραφα προερχόμενα εκ της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου. Το πρώτο είναι μία επιστολή την οποίαν απέστειλε ο αρχιεπίσκοπος Κυπριανός στην Μονή Βατοπαιδίου το 1813. Το δεύτερο είναι ένα μουσικό κείμενο μέσα σε κάποιο κώδικα της αυτής Μονής. Στην εισαγωγή που προτάσσεται του μουσικού κειμένου, αναφέρεται ο αρχιεπίσκοπος Κυπριανός. Το τρίτο είναι ένα ποίημα που συνέθεσε βατοπαιδινός μοναχός το 1820.
Παρά το μικρό χρονικό διάστημα που είχαμε μπροστά μας αφ ότου μας ανετέθη το θέμα, εν τούτοις επιχειρήσαμε εκ του μακρόθεν μίαν έρευνα στα αρχεία των Μονών του Αγίου Όρους, ελπίζοντες στην ανεύρεση επιπροσθέτων πληροφοριών. Αρκετά από τα μοναστήρια απάντησαν, πλην όμως αρνητικά. Το μοναδικό επιπρόσθετο τεκμήριο που μας απεστάλη είναι και αυτό εκ της μονής Βατοπαιδίου, ένας μουσικός χειρόγραφος κώδικας που ανήκε στον Θεοδώρητον, διάκονον του «μακαριωτάτου ημών δεσπότου κυρίου Κυπριανού».
Η εξέταση των στοιχείων που έχουμε στα χέρια μας έριξε φως σε μία μεγάλη περίοδο της ζωής του Κυπριανού, την παραμονή του στην Μολδοβλαχία, μας έδωσε δε και κάποιες επιπρόσθετες πληροφορίες για την περίοδο κατά την οποία διακονούσε το λογικόν ποίμνιο του Χριστού ως αρχιεπίσκοπος Κύπρου.
Το πρώτο στοιχείο είναι η κάτωθι επιστολή:
«Πανοσιώτατοι επίτροποι της ιεράς βασιλικής και μεγίστης λαύρας του Βατοπεδίου, υιοί εν Πν<εύματ>ι αγίω αγαπητοί και περιπόθητοι της ημών μετριότητος, την φίλην ημίν υμετέραν πανοσιότητα πατρικώς ευχόμενοι, αρχιερατικώς ευλογούμεν υπερήδιστα προσαγορεύοντες.
Του κυρ Διονυσίου, μαθητού των εν αγίω Πνεύματι τέκνων αγαπητών της ημών μετριότητος κυρ Ιωαννικίου και Μελετίου, ευοδωθέντος εις Κύπρον, και τα υμέτερα γράμματα εγχειρίσαντος ημίν, αναγνώσαντες και ευαγγελισάμενοι τα αίσια της υγιείας σας, πάσης ηδονής και θυμηδίας ενεπλήσθημεν.
Ημείς, υιοί περιπόθητοι, περιπλακέντες εις τύρβας τας κοσμικάς, μάλιστα εν τοιούτοις δυστυχεστάτοις αιώσι, χρήζομεν της παρά του αγίου Θεού ισχυράς βοηθείας και αντιλήψεως, αν είναι να αποβή το τέλος ημίν αγαθόν, και να μη επιχαρώσιν εφ  μς τα έθνη τα αλλόφυλα και βάρβαρα. Ο δε Θεός συνηθίζει να δυσωπήται δια προσευχών αγίων ανδρών, των ιδίων αυτού θεραπόντων, οίτινες τω Όρει της αρετής προσεπέβησαν. Διο και αξιούμεν την υμετέραν πανοσιότητα ίνα μνημονεύητε και ημών εν τε ταις γενομέναις ιεραίς τελεταίς και παννυχίοις στάσεσί τε και αγρυπνίαις, όπως ο Κύριος ελεήση και ημάς τους εν τοις πολιτικοίς συμφυρομένους, και υπέρ των λογικών ημών προβάτων προσπαλαίοντας, όπως αποσπώμεν αυτούς των καταδυναστευόντων λύκων. Τούτο πρώτον και ύστατον αξιούμεν υμάς.
Ημείς δε ότι χρέος έχομεν απαραίτητον να δίδωμεν χείρα βοηθείας εν τοις τοιούτοις ιεροίς χώροις, υιοί περιπόθητοι, καλώτατα οίδαμεν. Πλην μη όντος του τρόπου κατά το παρόν, ημών αδυνατούντων προς πάντα δια τας βασιλικάς συνεχείς απαιτήσεις, ουδέν ηδυνήθημεν εξαποστείλαι βοήθημα τη αγία Μονή, και ας έχωμεν την παρ  μν συγγνώμην.
Ο κυρ Διονύσιος επολιτεύθη ενταύθα φρονίμως και καλογερικώς, και εις εκείνο οπού εχρειάσθη την ημετέραν προστασίαν δεν ελείψαμεν αόκνως να τω συνδράμωμεν όλαις δυνάμεσι.
Και ταύτα μεν εν τοσούτω. Η δε του Θεού χάρις συν τη παρ  ημών ευχή και ευλογία είη μετά πάντων ημών.
Εν Λευκοσίας (sic) της Κύπρου. 1813, Σεπτεμβρίου 21η.
† Ο Κύπρου Κυπριανός ευχέτης σας».
Εκ του περιεχομένου της επιστολής κατανοούμε ότι οι επίτροποι της μονής Βατοπαιδίου απέστελλαν τα γράμματά τους δια χειρός του κυρ Διονυσίου. Το ότι αποστέλλονταν τα γράμματα από τους επιτρόπους και όχι από τον ηγούμενο της Μονής, είναι διότι δεν υπήρχε ηγούμενος. Η διοίκηση της Μονής και των πλείστων εκ των Μονών δεν γινόταν από ηγούμενον, αλλά από επιτρόπους – προϊσταμένους, κάτι που συναντάτο μέχρι πρότινος στο Άγιον Όρος. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας οι πλείστες των Μονών εντός και εκτός Αγίου Όρους μετέτρεψαν το κοινοβιακό σύστημα, το οποίο είχε παγιωθεί στους κόλπους της Εκκλησίας από τους πρώτους κιόλας αιώνες της ακμής της μετά τους διωγμούς και διατηρήθηκε καθ όλην την περίοδο της Ρωμηοσύνης, σε ένα διαφορετικό σύστημα το οποίο ονομάστηκε ιδιόρρυθμο. Αυτό, κατά τους πρώτους αιώνες της εφαρμογής του, εξυπηρέτησε τα μέγιστα, τόσο τους μοναχούς όσο και την Εκκλησία. Προϊόντος του χρόνου εξέκλινε του αρχικού του σκοπού και απετέλεσε παρατυπία, γι αυτό τον λόγο σχεδόν όλα τα μοναστήρια επανασυστάθηκαν ως κοινόβια τις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνος.
Έτσι λοιπόν, αντί να απευθυνθεί στον ηγούμενο, απευθύνεται στους επιτρόπους. Η προς αυτούς προσφώνηση είναι πολύ οικεία. «Υιοί εν Πνεύματι αγίω αγαπητοί και περιπόθητοι». Εάν ήταν σχήμα λόγου η τυποποιημένη προσφώνησις δεν θα ήταν πλήρης οικειότητος και αγάπης. Την αγάπη αυτή την εκδηλώνει και δεύτερη φορά, όταν μετά που τους έχει αποκαλέσει «αγαπητούς», κατόπιν εκφωνεί, «την φίλην ημίν υμετέραν πανοσιότητα». Επικυρώνει δε την ιδιαίτερήν του αυτήν αγάπη, κατακλείοντας την προσφώνησιν με την φράσιν «υπερήδιστα προσαγορεύοντες».
Όλην αυτήν την αγαπητικήν έκχυσιν της καρδίας του δεν την διατυπώνει σε όλα τα γραπτά του κείμενα. Σε περιορισμένο βαθμό την καταθέτει κυρίως στις εγκυκλίους όπου απευθύνεται προς το ποίμνιό του, και σε μεμονωμένες περιπτώσεις επιστολών. Αυτή η οικειότητα και αγάπη δεν θα μπορούσε να υπάρχει, εάν τα πρόσωπα προς τα οποία απευθυνόταν δεν ήταν γνώριμα, μάλιστα δε όχι εξ αποστάσεως αλλ εκ του σύνεγγυς συναναστροφής. Αυτό δεν καταφαίνεται μόνον εκ της προσφωνήσεως όπως ανωτέρω διεσαφηνίσθη, αλλά και εκ των ονομάτων που ολίγον κατωτέρω κατατίθενται: «Του κυρ Διονυσίου, μαθητού των εν αγίω Πνεύματι τέκνων αγαπητών της ημών μετριότητος κυρ Ιωαννικίου και Μελετίου». ΟΔιονύσιος εγχειρίζει τα γράμματα στον αρχιεπίσκοπο και η απάντησις του αρχιεπισκόπου αποστέλλεται στο Βατοπαίδι.
Ο κατονομασμός υπό του αρχιεπισκόπου των δύο πατέρων, οι οποίοι φαίνεται να είναι δύο εκ των επιτρόπων, καταδεικνύει την προσωπική γνωριμία που θα πρέπει να είχαν με αυτόν. Ηδε «πάσα ηδονή και θυμηδία» των οποίων ενεπλήσθη αναγινώσκων «τα αίσια της υγιείας τους», επιβεβαιώνει για άλλη μία φορά τη αγάπην του προς αυτούς. Αυτό το γεγονός μας δημιουργεί κάποια ερωτήματα. Πότε και που γνωρίστηκαν; Πως συνδέθηκαν πνευματικά; Από που προήλθεν αυτή η αγάπη;
Οι πληροφορίες για τους βατοπαιδινούς πατέρες είναι ανύπαρκτες στα αρχεία και το μοναχολόγιον της μονής Βατοπαιδίου. Ερευνώντες όμως άλλα βιβλία και έγγραφα, εξάγομεν αρκετές και σημαντικές πληροφορίες περί των αναφερομένων στην επιστολή πατέρων.
Περί του Ιωαννικίου μαθαίνομεν εκ της ερεύνης ότι το 1805 διατελούσε έξαρχος της μονής Βατοπαιδίου στην μονή της Γκόλιας στο Ιάσιον, ενός των μετοχίων της μονής Βατοπαιδίου στην Μολδοβλαχία[1]. Καταχωρείται ως συνδρομητής μουσικού βιβλίου, εκ δε της σημειώσεως αυτής φαίνεται ότι ήταν πελοποννήσιος την καταγωγή και μουσικολογιώτατος, καθώς και ότι γνώριζε την παλαιάν παρασημαντική μέθοδο της βυζαντινής μουσικής. Ήταν ο διδάσκαλος στην βυζαντινή μουσική του μοναχού Ματθαίου Βατοπαιδινού. Ο Ιωαννίκιος, μαθητής του Πέτρου Βυζαντίου, έμαθε την βυζαντινή μουσική στην Κωνσταντινούπολιν. Εκεί διέτριβεν ο διδάσκαλός του Πέτρος ο Βυζάντιος, εξ ου και το επώνυμον, μεταξύ των ετών 1771-1800, ο οποίος διαδοχικά ανέβηκε την κλίμακα της ψαλτικής τέχνης γενόμενος πρώτον δομέστικος (1771-1789), έπειτα λαμπαδάριος (1789-1800) και τέλος πρωτοψάλτης (1800-1805). Εκεί στην Κωνσταντινούπολιν ο Πέτρος είχε την διεύθυνσιν της Πατριαρχικής Μουσικής Σχολής. Έτσι, μπορούμε να υποθέσουμε ότι έμαθε την βυζαντινή μουσική στην Κωνσταντινούπολιν και επανέκαμψε στην Μολδοβλαχίαν, όπου και μετέδωσε στον Κυπριανόν την ψαλτικήν τέχνην.
Υπάρχει και η παραμικροτάτη υποψία ότι ο Ιωαννίκιος με τον Κυπριανό μετέβησαν στην Κωνσταντινούπολιν και μαθήτευσαν και οι δύο μαζί στον Πέτρον τον Βυζάντιον. Μας οδηγεί σ αυτή την υποψίαν το γεγονός ότι όλα τα μουσικά χειρόγραφα αγοράσθηκαν μετά το 1791, όταν ο Χαράλαμπος έλαβε το οφφίκιο του αρχιμανδρίτη, αφού σε όλα υπάρχει η υπογραφή του ως αρχιμανδρίτου. Παρατηρούμε δε το εξής παράδοξο:ενώ σε όλα τα μουσικά βιβλία με την υπογραφή του Χαραλάμπους η αναφορά είναι η ίδια, δηλ. «Χαραλάμπους αρχιμανδρίτου», σε κάποια ο γραφικός χαρακτήρας διαφέρει, ομοιάζει δε με τον γραφικό χαρακτήρα της υπογραφής στα δύο μοναδικά μουσικά χειρόγραφα που φέρουν την υπογραφή του Κυπριανού ως ιερομονάχου και μαχαιριώτου. Εξ άλλου, το γεγονός ότι δεν υπάρχει αναφορά σε τόπον, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο γραφέας ενός εκ των μουσικών τόμων είναι ο Απόστολος Κώνστας ο οποίος έδρασε κατά κύριον λόγον στην Κωνσταντινούπολιν, και ενός άλλου ο Μπαλάσιος, ιερέας και νομοφύλακας στην Κωνσταντινούπολιν, τείνουν να έπικυρώσουν την υποψίαν μας. Έχουμε την πεποίθησιν ότι το γεγονός της εκζητήσεως εκ μέρους των Χαραλάμπους και Κυπριανού αντιγραφής μουσικών βιβλίων από γνωστούς μουσικούς και καλλιγράφους, προϋπέθετε την ενεργόν εμπλοκήν των πρώτων στα μουσικά ώστε να είναι γνωστοί, ίσως και συστημένοι στους δευτέρους.
Πιθανόν λοιπόν ο Κυπριανός να κατέβηκε στην Κωνσταντινούπολιν μαζί με τον Χαράλαμπον όταν ο δεύτερος επέστρεψε στην Κύπρο το 1794, μάλλον το 1792, αφού αυτή είναι η τελευταία ημερομηνία που αναγράφεται σε κάποιο κειμήλιο (εκτός του μουσικού κώδικος με ημερομηνίαν 1794, για τον οποίον βλ. κατωτέρω). Πρώτον μεν για να τον συνοδεύσει και να τον βοηθήσει με τα πράγματά του, και δεύτερον για να μπορέσει θαλασσοπορών να επιστρέψει στην Κύπρον, αφού η Κωνσταντινούπολις ήταν λιμάνι και υπήρχε η διακίνησις πλοίων. Ίσως δε στην Κωνσταντινούπολιν να παρέμεινε στο βατοπαιδινό μετόχι όπου υπήρχε ο έξαρχος και εκπρόσωπος της Μονής, ο οποίος διαχειριζόταν ποικίλων υποθέσεων θέματα.
Εάν είναι έτσι τα πράγματα, τότε, επιστρέφοντας ο Χαράλαμπος από την Κύπρο θα συναντήθηκε εκεί με τον Κυπριανό. Είναι πολύ σημαντικό να παρατηρήσουμε τις ημερομηνίες. Η συστατική επιστολή του ηγουμένου Ιωαννικίου έχει ημερομηνία Μάρτιο του 1794, και ο μουσικός κώδικας που αντιγράφει ο Απόστολος Κώνστας κατ αίτησιν του ιεροψάλτου Χαραλάμπους της μονής Μαχαιρά, όπως ο ίδιος καταχωρεί στον κολοφώνα, έχει ημερομηνίαν 21 Ιουνίου 1794. Γνωρίζουμε ότι ο Απόστολος Κώνστας δεν ήταν μόνο καλλιγράφος αλλά και ταχυγράφος. Μπορούσε να τελειώσει έναν μουσικό κώδικα μέσα σε εννέα η σε είκοσι μέρες. Έτσι, φαίνεται ότι περί τον Μάιον μήναν οι δύο μαχαιριώτες Χαράλαμπος και Γρηγόριος μετέβησαν στην Κωνσταντινούπολιν. Εκεί, μαζί με τον Κυπριανόν παρουσιάστηκαν στον πατριάρχην όπου, αφού έδειξαν το παλαιόν εκείνο σιγίλλιον του 1760, ζήτησαν να λάβουν νέον, ανακαινισμένον, επικυρούν τα προνόμια της Μονής τους.
Σημαντικό είναι το γεγονός ότι ο οικουμενικός πατριάρχης Γεράσιμος ήταν κύπριος, και όπως αναφέρει μέσα στο σιγίλλιο που εξεδόθη το 1795, γνώριζε ο ίδιος προσωπικά την κατάστασιν της Μονής Μαχαιρά. Δεδομένου δε ότι οι βατοπαιδινοί πατέρες πολλάκις εξασφάλισαν σιγίλλια, ειδικά για τα βατοπαιδινά μοναστήρια στην Μολδοβλαχία, είναι πιθανόν να συνέδραμαν στην προσπάθεια των μαχαιριωτών.
Επειδή η ετοιμασία του σιγιλλίου προϋπέθετε χρόνον, κατέθεσαν την παράκλησίν τους και αποχώρησαν. Έπρεπε όμως να βρίσκονται κοντά, ώστε μόλις τους ειδοποιήσουν ότι είναι έτοιμο, να το παραλάβουν. Έτσι, ο μεν Χαράλαμπος, ως έχων διοικητικές ευθύνες, μετέβη με τον Γρηγόριον στην Μολδοβλαχίαν, ο δε Κυπριανός, ως έχων περισσότερην άνεσιν, ίσως να παρέμεινε στην Κωνσταντινούπολιν συνεχίζοντας τις ψαλτικές του σπουδές. Η διαμονή του Κυπριανού στην Κωνσταντινούπολιν εν όψει της ετοιμασίας και παραλαβής του σιγιλλίου, θα μπορούσε να είχε συνδυαστεί με μίαν επίσκεψιν στο Άγιον Όρος. Ο δε Χαράλαμπος, ευρισκόμενος στην Μολδοβλαχία, μερίμνησε ώστε να εκδοθεί και από τον Μιχαήλ Σούτσο, που εκπροσωπούσε την πολιτεία, χρυσόβουλλο το οποίο, εκτός των άλλων, να επικυρώνει τα προνόμια της Μονής κατά τον ίδιο τρόπο με το πατριαρχικό σιγίλλιο. Και επειδή υπάρχει έθος τα εκκλησιαστικά να ακολουθούν τα πολιτειακά, ερχόμενοι σε συνεννόηση οι δύο μαχαιριώτες πατέρες, φρόντισαν ώστε η ημερομηνία στα δύο έγγραφα να ταυτίζεται. Έτσι εξηγείται η ίδια ημερομηνία, ιγ΄ Φεβρουαρίου 1795, που αναγράφεται και στα δύο.
Η μουσικοφιλία του Κυπριανού φαίνεται και από το δεύτερο στοιχείο-έγγραφο, που βρίσκεται σε μουσικό κώδικα της μονής Βατοπαιδίου, και στον οποίον το προταχθέν κείμενο εξηγεί το μουσικό μέλος ως ακολούθως: «Πολυέλεος ψαλλόμενος εις τας εορτάς της Υπεραγίας Θεοτόκου της ιεράς και θείας μονής της επιλεγομένης μαχαιράδος, συντεθείς νεωστ παρά Χουρμουζίου διδασκάλου της νέας μεθόδου της μουσικής, και αποσταλθείς παρ’ αυτού εκ της βασιλευούσης τω μακαριωτάτω και αγιωτάτω αρχιεπισκόπω νέας ιουστινιανής και πάσης κύπρου κυρίω κυρίω Κυπριανώ ως μελεδωνώ και ιδιαιτέρω προστάτη της βασιλικής ταύτης μονής». Ώστε λοιπόν ως αρχιεπίσκοπος ο Κυπριανός ενδιαφέρθηκε για την προαγωγή της εκκλησιαστικής μουσικής, παραγγέλλοντας την συγγραφή μουσικών κειμένων σε διαπρεπείς διδασκάλους. Το ανωτέρω γεγονός επιβεβαιώνεται και εκ σημειώσεως τινός του μοναχού Ματθαίου Βατοπαιδινού: «Έτερος πολυέλεος μελοποιηθείς μεν παρά χουρμουζίου διδασκάλου, αποσταλείς δε τω Μακαριωτάτω Αγίω Κύπρου Κυρίω Κυπριανώ, ωρισμένως εν λέξεσιν ανηκούσαις μόνον, τη κατά την Κύπρον Ιερά μονή της μαχαιράδος, ας εγώ ύστερον μετέβαλον εις άλλας ελευθέρας, ανηκούσας εν πάση εορτή της κεχαριτωμένης ΘΕΟΤΟΚΟΥ».
Συνεχίζοντας τις πληροφορίες για τον Ιωαννίκιο, φαίνεται ότι είτε τη προτροπή του, είτε χάριν προσκυνήματος εις τους θεοβαδίστους τόπους της Ιερουσαλήμ, ο Ματθαίος κατήλθε στην Κύπρο. Εκεί επισκέφθηκε τον Μαχαιρά όπου μελέτησε και αντέγραψε τον πολυέλεον, το μουσικόν εκείνο κείμενο που παρήγγειλε ο Κυπριανός και το διέσωσε σε ιδιόγραφο μουσικό κώδικα που βρίσκεται στην Μονή Βατοπαιδίου. Στην Κύπρο ευρισκόμενος συνάντησε τον Κυπριανό και εκ της συναντήσεώς του με αυτόν, αναχωρώντας εκ της Κύπρου το 1820, έγραψε το κατωτέρω ποίημα, το τρίτο στοιχείο-έγγραφο που μας δίδει πληροφορίες για την σχέση του Κυπριανού με το Άγιον Όρος.
 «Ω άναξ των ανάκτων, προνοητά απάντων,
 Υιέ μονογενές·
 έπιδε εξ αγίου σου κατοικητηρίου
 με όμμα ευμενές.
 Προς ον αυτός προέγνως, προ χρόνων και επέγνως,
 ο πάντα προειδώς·
 ότι αυτός υπάρχει, άξιος ίνα άρχη,
 ως πάντων πρακτικός·
 εις τούτον τον αιώνα, τον πάνδεινον χειμώνα,
 πλήρη δεινών πολλών.
 Γέμοντα δυστυχίας, και συμφοράς παντοίας,
 παντοδαπών κακών·
 με το μακρόθυμόν του και χριστομίμητόν του,
 έλεος εις πολλούς·
 άπαντας θεραπεύει, πανσόφως ιατρεύει,
 πλουσίους και πτωχούς·
 αυτός δε μόνον πάσχει, δια την ποίμνην ταύτην
 με αχ παντοτεινόν·
 πως να την διασώση, και να την ελυτρώση,
 εκ πάντων των δεινών.
 Είθε δε πληρωθείη, ο πόθος του να γένοι,
 καθώς υπερμαχεί·
 να παύση τρικυμία, των δεινών η παντοία,
 ειρήνη να γενή·
 ναι, ω Θεέ παντάρχα, απάντων ειρηνάρχα,
 ελέους η πηγή·
 δια των δεινών το πέρας, με του σταυρού το κέρας,
 τη κραταιά αρχή.
 Εις τας λαμπράς ημέρας, Κυπριανού τας νέας,
 δείξον μεταβολάς·
 ίνα δοξάζωμέν σε, και μεγαλύνωμέν σε,
 μετά φωνής λαμπράς.
 Φρούρει τον σον προστάτην, ως άξιόν σου λάτρην,
 συν τους περί αυτόν·
 σεμνούς μητροπολίτας, και πάντας τους πολίτας,
 αφορώντας εις αυτόν.
 Εις δε το νέον έτος, φρούρει ερειρισμένον,
 ισχύων και φρουρών·
 έπιδε σον ποιμένα, τον εκλεκτόν σου ένα,
 με όμμα ιλαρόν».
Εκ του ύφους του ποιήματος καταδηλώνεται η συνάντησις του μοναχού Ματθαίου με τον αρχιεπίσκοπον Κυπριανόν, και η βαθιά εντύπωσις που άφησε στον πρώτον η προσωπικότητα, ο χαρακτήρας και η εν γένει παρουσία του δευτέρου.
Ο Μελέτιος καταχωρείται και αυτός ως φιλόμουσος συνδρομητής σε βιβλία βυζαντινής μουσικής με το επίθετο «πανοσιομουσικολογιώτατος». Δίπλα από το όνομά του τις πλείστες φορές αναγράφεται η λέξις βηματάρης. Είχε φαίνεται το διακόνημα -την εργασία δηλαδή- του βηματάρη στην μονή Βατοπαιδίου. Ο βηματάρης είναι ο υπεύθυνος του ιερού βήματος και τακτοποιεί τα ιερά σκεύη, τα άγια λείψανα, τα άμφια. Συνήθως αυτό το διακόνημα ανελάμβαναν μοναχοί που είχαν χειροτονηθεί κληρικοί – διάκονοι η πρεσβύτεροι. Από το 1840 φαίνεται ότι ανέλαβε καθήκοντα στα μετόχια της μονής Βατοπαιδίου ως προηγούμενος και εγκατεστάθη στο μοναστήρι της Γκόλια στο Ιάσιο.
Ο Διονύσιος παρέμεινε στο Βατοπαίδι μέχρι το 1836, οπότε μετέβη στο Ιάσιο για να αναλάβει καθήκοντα ηγουμένου στο μοναστήρι της Γκόλιας. Εκ της υπό εξέτασιν επιστολής μαθαίνουμε ότι αυτός, ο κυρ Διονύσιος, βρέθηκε στην Κύπρο όπου «επολιτεύθη ενταύθα φρονίμως και καλογερικώς». Η συνεσκιασμένη αναφορά του Κυπριανού προς τους επιτρόπους δι «εκείνο οπού εχρειάσθη την ημετέραν προστασίαν», σε συνδυασμό με την αναφορά στην ίδια επιστολή λίγες γραμμές πιο πάνω για την αδυναμία του να ανταποκριθεί οικονομικά στην βοήθεια που του ζήτησαν, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Διονύσιος εστάλη από τους επιτρόπους της Μονής του για να διεξάγει έρανον-ζητείαν προς οικονομικήν ανακούφισιν των ενασκουμένων εν τη μονή Βατοπαιδίου πατέρων.
Αυτό το γεγονός δεν ήταν σπάνιο. Υπάρχουν διασωσμένες εκ της γραφίδος περιηγητών παρόμοιες περιπτώσεις, όπως αυτή του ιερομονάχου Διονυσίου εξ Αγίου Όρους το 1727, την οποίαν διασώζει ο μοναχός Βασίλειος Μπάρσκυ. Κατά πάσαν πιθανότητα θα είχε μαζί του ο κυρ Διονύσιος Βατοπαιδινός τεμάχια αγίων λειψάνων όπως είχε και ο Λεόντιος, βατοπαιδινός και αυτός μοναχός, τα οποία εμφάνισε μετά την θεία λειτουργία κατά την εορτήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην μονή Μαχαιρά, γεγονός που διασώζει και πάλιν ο Μπάρσκυ.
Όπως είδαμε και πιο πάνω, ο κυρ Διονύσιος καταγράφεται ως προηγούμενος σε καταλόγους συνδρομητών μουσικών βιβλίων. Άρα έχομε μίαν ομάδα ανδρών καλλιεργημένων και φιλόμουσων βατοπαιδινών, οι οποίοι γνωρίζουν και συνδέονται με τον αρχιεπίσκοπον Κυπριανόν και έχουν το θάρρος που προέρχεται από την οικειότητα, μάλλον το θάρρος του και την αγάπη του. Γι αυτό και εν ώρα ανάγκης στρέφονται και απευθύνονται προς αυτόν. Εξ αυτών ο μεν Διονύσιος, μαθητής των δύο άλλων πατέρων όπως αποκαλείται από τον Κυπριανό στην επιστολή του, και προφανώς μικρότερός τους στην ηλικία, ίσως να μην γνωριζόταν από προηγουμένως με τον Κυπριανό. Την πληροφορία δε ότι ήταν μαθητής των δύο άλλων, πιθανόν να την ανέφερε ο ίδιος στον Κυπριανό κομίζοντας τα εκ Βατοπαιδίου γράμματα, η και στα ίδια τα γράμματα να αναφερόταν με αυτή την ιδιότητα. Οι δύο άλλοι πατέρες, οι οποίοι εισπράττουν την εκχυνομένην καρδιακήν αγάπην του Κυπριανού, φαίνεται ότι του ήταν γνώριμοι από παλαιά. Εδώ αναφύεται και πάλι το προηγουμένως διατυπωθέν ερώτημα. Πότε και που γνωρίστηκαν;
Περί μεν του Ιωαννικίου γνωρίζομε ότι το 1805 βρισκόταν στο Ιάσιο, το 1813 στο Βατοπαίδι, σε μουσικό δε βιβλίο του 1832 συγκατελέγετο μεταξύ των φιλομούσων συνδρομητών εν τη ιερά μονή Βατοπαιδίου. Είναι σημαντικό να αναφέρομε ότι στην Μολδοβλαχία, Ουγγροβλαχία και Βεσσαραβία η μονή Βατοπαιδίου είχε 9 μοναστήρια και 4 σκήτες. Σ αυτά διακονούσαν είτε βατοπαιδινοί είτε ξενοχωρήτες πατέρες, άλλοι στα διοικητικά και άλλοι στα χειρονακτικά διακονήματα. Όλοι οι διακονητές υπέγραφαν «κοντράκτο» (η «κοντράτο»), δηλαδή συμφωνητικόν έγγραφο με την Μονή, διαρκείας μερικών χρόνων με την δυνατότητα ανανεώσεως υπό την προϋπόθεσιν ότι η Μονή συμφωνούσε. Επομένως, είναι πολύ πιθανόν να έμενε ο Κυπριανός στο μοναστήρι της Γκόλιας όπου ήταν ο Ιωαννίκιος, είτε ως φιλοξενούμενος είτε ως διακονητής είτε ως συνεργάτης.
Τα λιγοστά αυτά στοιχεία περί του Ιωαννικίου δεν επαρκούν για να μας οδηγήσουν σε ασφαλή συμπεράσματα. Ως εκ τούτου καταλήγουμε στην απορία που έχουν γνωριστεί, στο Βατοπαίδι η στο Ιάσιο; Και κατ επέκτασιν που πήγαν πρώτα, στο Βατοπαίδι και μετά στην Μολδοβλαχία, η το αντίθετο; Για να απαντηθεί η απορία και να διασαφηνισθεί το δίλημμα, είναι σημαντικό να δούμε ποιά ήταν η δυνατότερη σχέση, η δυνατότερη σύνδεση, Μαχαιράς – Μολδοβλαχία η Μαχαιράς – Βατοπαίδι.
Η σχέση του Μαχαιρά με την Μολδοβλαχία διαχρονικά, εξαιρώντας την περίοδον της διαμονής των Κυπριανού και Χαραλάμπους, είναι ανύπαρκτη. Δεν υπάρχει ούτε μία πληροφορία περί αυτής της σχέσεως, ούτε μία αναφορά. Υπάρχουν αρκετές αναφορές και πολλές σημαντικές πληροφορίες περί της σχέσεως Κύπρου – Μολδοβλαχίας τόσο στον εκκλησιαστικό τομέα όσο και στον πολιτειακό, με όλες τις εκφάνσεις τους, από το δεύτερο μισό του δεκάτου πέμπτου αιώνος μέχρι το πρώτο μισό του δεκάτου ογδόου. Η δοσοληψία εξ αμφοτέρων των μερών είναι έντονη. Μένει όμως ως εκεί. Και τοπικά και τροπικά η μονή Μαχαιρά βρίσκεται εκτός. Σημειωτέον ότι υπάρχει ύφεσις μέχρι και τελεία διακοπή αυτής της σχέσεως Κύπρου – Μολδοβλαχίας κατά την χρονικήν περίοδον όπου ο Κυπριανός μετέβη σ εκείνες τις περιοχές. Ούτε γνωστοί, ούτε γνώριμοι, ούτε αναφορές. Ποιός ο λόγος λοιπόν της μεταβάσεώς τους στο άγνωστον; Την στιγμή μάλιστα που πήγαιναν για μία σημαντική αποστολή με συγκεκριμένο σκοπόν και στόχον, για ποιό λόγο να ψάχνουν στα χαμένα σαν χαμένοι;
Μισό αιώνα αργότερα, όταν εξερράγη πυρκαϊά και απετεφρώθη η μονή Μαχαιρά το 1892, οι πατέρες πήγαν για ζητείες στην Αλεξάνδρεια. Για ποιό λόγο πήγαν εκεί; Πήγαν εκεί διότι τους παρέπεμψαν οι δικοί τους σε γνωστούς τους. Συγκεκριμένα ο αρχιμανδρίτης της Αρχιεπισκοπής Φιλόθεος Χριστοφίδης εκ των Περάτων (1832-1918), διετέλεσε μοναχός στον Μαχαιρά. Ακολούθως κάποια στιγμή ανέλαβε σημαντικά καθήκοντα παρά τον αρχιεπίσκοπο Σωφρόνιο. Όταν συνέβη το μοιραίο και οι πατέρες βρέθηκαν σε δεινή οικονομική κατάσταση, αυτός, υπογράφοντας ενίοτε εκ μέρους του αρχιεπισκόπου την σημείωσιν που προηγείτο ως επεξήγηση του σκοπού της ζητείας στο τετράδιο των εισφορών, μερίμνησε λόγω των γνωριμιών που είχε στην Αλεξάνδρεια, να μεταβούν εκεί οι πατέρες. Τους έστειλε συστημένους σε γνωστούς του, όπως τον αδελφό του Νικόλαο Χριστοφίδη, μέγα ευεργέτη της κοινότητας των Περάτων με την ανέγερση του Παρθεναγωγείου το 1835, ο οποίος ήταν εγκατεστημένος στην Αίγυπτο.
Στην περίπτωσή μας ούτε οι πατέρες είχαν γνωστούς στην Μολδοβλαχία, αλλά ούτε οι εκκλησιαστικοί και πολιτικοί ηγέτες. Επομένως, πως ήταν δυνατόν να ταξιδέψουν στο άγνωστο, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων; Εκ των ανωτέρω, φαίνεται μάλλον αδύνατη η περίπτωσις να μετέβηκαν πρώτα στην Μολδοβλαχία.
Τώρα, ας εξετάσουμε την δεύτερη περίπτωση, την σχέσιν Μαχαιρά – Βατοπαιδίου και την υπόθεσιν να πήγαν πρώτα στο Βατοπαίδι και μετά στην Μολδοβλαχία. Ο Μπάρσκυ καταχωρεί στις σημειώσεις του από τις περιπλανήσεις του το εξής γεγονός, με την δική του χαριτωμένη γραφίδα:
«Όταν ήλθε η ημέρα της Κοιμήσεως της Αγίας Παρθένου, η 15η Αυγούστου, εορτάσαμε με λειτουργία προς τιμήν της Θεομήτορος, αφού προηγήθηκε εσπερινός, και με πλήρεις και κατάλληλες ψαλμωδίες· οι ψάλτες έψαλλαν με μεγάλη δεξιοτεχνία, ιδιαίτερα δε γλυκειά και μελετημένη ήταν η ψαλμωδία κάποιου μοναχού, που ήλθε τυχαίως από το Άγιον Όρος για να συλλέξει ελεημοσύνες, και ο οποίος ονομαζόταν Λεόντιος, από την μονή Βατοπεδίου. Γοήτευσε την ακοή του πολυάριθμου πλήθους που είχε συγκεντρωθεί εκεί, με την έξοχη δεξιοτεχνία των ύμνων του. Είχε μεταφέρει μαζί του μερικά ιερά λείψανα που του είχε εμπιστευθεί το μοναστήρι του, δηλαδή ένα μέρος της κάρας του αγίου μάρτυρος Σεργίου και ένα οστούν με σάρκα του αγίου μάρτυρος Παντελεήμονος· άνοιξε και επέδειξε αυτά τα λείψανα σε όλους μας και εμείς τα προσκυνήσαμε ο ένας μετά τον άλλο, δοξάζοντας τον Θεό και τους αγίους Του».
Στο πιο πάνω γεγονός, το οποίον έλαβε χώραν τον δεκαπενταύγουστο του 1735, βλέπουμε ότι βατοπαιδινός μοναχός πέρασε από τον Μαχαιρά και άφησε ιδιαίτερα καλές εντυπώσεις.
Εκτός αυτού, ένα άλλο γεγονός που καταγράφεται συνεσκιασμένα, δείχνει την σχέσιν Μαχαιρά – Βατοπαιδίου την εποχή κατά την οποίαν ο Κυπριανός βρισκόταν στον Μαχαιρά. Συγκεκριμένα, ο Φίλιππος Γεωργίου αναφέρει ότι ο Κυπριανός, μικρό παιδί, μάθαινε γράμματα στο σχολείο της Μονής και είχε δάσκαλο ένα μαθητή του Ευγενίου Βουλγάρεως. Εκ πρώτης όψεως η πληροφορία αυτή δεν αποκαλύπτει τίποτα. Εάν όμως την συνδυάσουμε με το γεγονός ότι ο Ευγένιος Βούλγαρις ήταν διευθυντής της Αθωνιάδος Σχολής, τότε φθάνουμε στην σχέσιν. ΗΑθωνιάδα Σχολή τότε στεγαζόταν σε κτίριο της μονής Βατοπαιδίου, τα ερείπια του οποίου σώζονται μέχρι σήμερα έξω από την Μονή. Επομένως ο διδάσκαλος του Κυπριανού είχε μαθητεύσει στην Αθωνιάδα Σχολή του Βατοπαιδίου στο Άγιον Όρος.
Τα συνεπακόλουθα του γεγονότος αυτού είναι προφανή. Ο εν λόγω διδάσκαλος ευκαίρως – ακαίρως θα εξέφραζε προς τους μαθητές του, κατά την διάρκεια του μαθήματος η και εκτός αυτού, τις εμπειρίες του από το Άγιον Όρος και συγκεκριμένα το Βατοπαίδι. Στην ψυχή δε του μικρού Κυπριανού, όπως και κάθε παιδιού, τυπώθηκαν οι αγαθές αυτές εικόνες και τον συντρόφευαν, ίσως και να του άναψαν τον πόθον να επισκεφθεί και ο ίδιος τον περιγραφόμενον τόπον. Αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Κυπριανός και ο Χαράλαμπος μετέβησαν πρώτα στο Βατοπαίδι για να βρουν τους γνωστούς τους, η άλλως ειπείν, εκεί όπου αισθάνοντο περισσότερον άνετα, και απ εκεί και πέρα θα τους καθοδηγούσαν οι γνωστοί τους για το που θα πάνε και τι θα κάνουν.
Το ανωτέρω συμπέρασμα ενισχύεται και από τα εξής: α) Πρώτον, από το γεγονός ότι δεν διασώζεται προηγούμενη παρόμοια επιστολή του ηγουμένου Ιωαννικίου προς τους ηγεμόνες και τον λαόν της Μολδοβλαχίας. Εάν δηλαδή οι μαχαιριώτες πατέρες είχαν αναχωρήσει από το μοναστήρι τους με προορισμό την Μολδοβλαχίαν, ο ηγούμενος τους θα είχε φροντίσει να τους εφοδιάσει με ένα συστατικό γράμμα. Αυτό όμως το έπραξε μόλις το 1794, όταν οι πατέρες είχαν καταλήξει ως προς τον τόπο προορισμού τους. β) Δεύτερον, από το ότι μέχρι και την μικρασιατική καταστροφή η ναυτιλιακή σύνδεση της Κύπρου με όλους τους προορισμούς γινόταν μέσω Σμύρνης. Στην Σμύρνη δε υπήρχε κυκκώτικο μετόχι όπου φιλοξενούνταν οι κύπριοι ταξιδιώτες. Από εκεί, οι πλέον προσιτοί τόποι ήταν το Άγιον Όρος και η Κωνσταντινούπολις. Ένας μοναχός δε, ασφαλώς θα σκεφτόταν να κατευθυνθεί προς κάποιαν Μονή, κατά τον ίδιο τρόπο που και ο βατοπαιδινός Λεόντιος κατευθύνθηκε προς την μονή Μαχαιρά. Έτσι και οι δύο μαχαιριώτες πατέρες, αποπλέοντες από την Σκάλα της Λάρνακας, είναι πολύ πιθανόν ότι αφίχθηκαν πρώτα στην Σμύρνη και από εκεί στο Άγιον Όρος. Εκεί βεβαίως επέλεξαν την Μονή στην οποία είχαν γνωστούς.
Πηγαίνοντας στο Βατοπαίδι, εκεί οπωσδήποτε θα συνάντησαν τον Μελέτιο τον βηματάρη, με τον οποίο γνωρίστηκαν και συνδέθηκαν. Ο Μελέτιος διέμενε στο Βατοπαίδι μέχρι το 1840, οπότε τον βρίσκουμε στο Ιάσιο να διακονεί στο μοναστήρι της Γκόλιας που ανήκε στο Βατοπαίδι. Εάν, όπως εξάγεται από την επιστολή του Κυπριανού του 1813, ο Μελέτιος συνδεόταν με τον Ιωαννίκιο πνευματικά, αφού οι δύο πατέρες έχουν κοινήν και ίσην αναφορά στην επιστολή και κοινό μαθητή, ίσως να πήγαν και την ίδια περίοδο δόκιμοι μοναχοί στο Βατοπαίδι, στον ίδιον πνευματικό γέροντα, να δημιουργήθηκε δηλαδή η πνευματική τους σχέσις από τα νεανικά τους χρόνια και να συνεχίστηκε δια βίου. Σε αυτή την περίπτωσιν, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η γνωριμία με τον Ιωαννίκιο να έλαβε και αυτή χώρα στο Βατοπαίδι. Εάν αυτό συνέβη, τότε οι δύο βατοπαιδινοί πατέρες, αφού γνωρίστηκαν με τους μαχαιριώτες, και θέλοντας να τους βοηθήσουν στον πρωταρχικό σκοπό της αποστολής τους, την συλλογή δηλαδή χρημάτων για την μονή Μαχαιρά, θα τους συνέστησαν να κατευθυνθούν προς την ακμάζουσα περιοχή της Μολδοβλαχίας, Ουγγροβλαχίας και Βεσσαραβίας στα εκεί μοναστήρια και σκήτές τους. Εκεί θα μπορούσαν να φιλοξενούνται, να εργάζονται και να διεξάγουν τους εράνους – ζητείες τους.

Η γενική αναφορά του Κυπριανού «εις όσους περιήλθομεν τόπους και ξένας επαρχίας» φανερώνει την διακίνησίν τους εις την γεωγραφικήν περιοχήν που προαναφέραμε. Οι δε χειρόγραφες σημειώσεις στα αφιερώματα των Χαραλάμπους και Κυπριανού στις οποίες αναφέρεται το Ιάσιον επανειλημμένως, δείχνουν τον τόπον της μονίμου εγκαταστάσεώς τους εκεί. Όπως και προηγουμένως αναφέραμε, ένας μοναχός πάντοτε κατευθύνεται προς κάποιο μοναστήρι για προσωρινή η μόνιμη διαμονή. Αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι και οι δύο μαχαιριώτες πατέρες κατά πάσαν πιθανότητα κατευθύνθηκαν προς βατοπαιδινό μοναστήρι στο Ιάσιο και εκεί διέμεναν, από εκεί δε πραγματοποιούσαν τις εξορμήσεις τους προς επιτέλεσιν του σκοπού τους. Εξ άλλου στο μοναστήρι θα είχαν εξασφαλισμένες, εκτός της διαμονής και διατροφής, ασφάλειαν και εργασίαν, το οποίο συνεπάγεται διαφύλαξιν των προσωπικών τους αντικειμένων και των χρημάτων που θα μάζευαν, καθώς και οικονομικήν υποστήριξιν. Επιπροσθέτως, θα βρίσκονταν σε εκκλησιαστικό χώρο, πνευματικό, όπου θα μπορούσαν να προσεύχονται, να λειτουργούνται και να λειτουργούν, να έχουν την δυνατότητα της πνευματικής χαράς όπως στο μοναστήρι τους τον Μαχαιρά, βιβλιοθήκη για να μελετούν, και ανθρώπους με κοινά γι αυτούς θέματα και ζωήν.
Υπάρχει η πιθανότητα η καλύτερα η υποψία, ότι ο Ιωαννίκιος τους συνόδευσε στα βατοπαιδινά μοναστήρια. Όπως είδαμε, το 1805 υπάρχει μαρτυρία ότι βρισκόταν στο Ιάσιο. Σίγουρα βρισκόταν εκεί πριν το 1805, πόσο πριν όμως και αν είχε πάει μαζί με τους πατέρες η αργότερα, αυτό δεν είναι δυνατόν να το γνωρίζουμε.
Η υπόθεσις ότι οι Χαράλαμπος και Κυπριανός μετέβησαν στην Μολδοβλαχία μέσω της μονής Βατοπαιδίου, εξηγεί και το γεγονός της σχέσεώς τους με τον ηγεμόνα Μιχαήλ Σούτσο. Γνωρίζουμε ότι ο Σούτσος έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και εύνοια κυρίως στον Κυπριανό, αλλά και στον Χαράλαμπο. Πως όμως γνωρίστηκαν; Επειδή οι πατέρες που διέμεναν στα βατοπαιδινά μοναστήρια είχαν διάφορα θέματα διοικητικής, οικονομικής και κτηματολογικής φύσεως, απευθύνονταν στους τοπικούς αυθέντες και ηγεμόνες για να τακτοποιήσουν τις εκκρεμότητες που αναφύονταν. Έτσι τους ήταν γνωστοί, και επειδή οι τελευταίοι ήταν φιλόχριστοι, αγαπούσαν την Εκκλησία και παντοιοτρόπως την βοηθούσαν, το ίδιο και τους μοναχούς. Γι αυτό και είχαν την άνεσιν να τους επισκέπτονται, να τους συναντούν και να εκζητούν τα δίκαια της Μονής τους. Μέσα στην σχετική βιβλιογραφία υπάρχουν επιστολές και προς τους ηγεμόνες. Πρόδηλον είναι ότι οι βατοπαιδινοί πατέρες θα σύστησαν τους μαχαιριώτες στους ηγεμόνες. Το ήθος δε, η σεμνοπρέπεια και η εν γένει διαγωγή των πρώτων, έγινε αιτία να εκτιμηθούν, τόσον ο Κυπριανός όσον και ο Χαράλαμπος. Γι αυτό και ο πρώτος προωθείται στον δεύτερο βαθμό της ιερωσύνης, επιμορφώνεται στην αυθεντική Ακαδημία προφανώς ως προστατευόμενος του ηγεμόνα, και αναλαμβάνει την πνευματικήν καθοδήγησιν της αυλής. Ο δεύτερος, ο Χαράλαμπος, προάγεται στην ιερατικήν του τάξιν λαμβάνοντας το οφφίκιον του αρχιμανδρίτου το 1791. Προφανώς, και τα δύο ευλογημένα αυτά γεγονότα, δηλ. η εις πρεσβύτερον χειροτονία του Κυπριανού και η εις αρχιμανδρίτην χειροθεσία του Χαραλάμπους, έλαβαν χώρα κατ αυτό το έτος.
Η προαγωγή του Χαραλάμπους δεν ήταν τυχαία ούτε και επιφανειακή, διότι διασώζεται μαζί με την υπογραφή του και η σφραγίδα του. Συνήθως τα εκκλησιαστικά πρόσωπα που έφεραν σφραγίδα είχαν και κάποια εξουσία, κυρίως διοικητική. Έτσι, είναι πιθανόν ότι η προαγωγή του Χαραλάμπους σε αρχιμανδρίτη συνοδεύτηκε και με την εγκαθίδρυσή του σε μίαν εκκλησιαστικήν θέσιν. Η μοναδική αναφορά του ονόματος Χαράλαμπος που μπορέσαμε να εντοπίσουμε σε παρόμοιαν θέσιν, σχετίζεται με την μονή Βατοπαιδίου και υπάρχει στην επιστολήν του Ιωαννικίου του 1805. Εκεί αναφέρεται κάποιος Χαράλαμπος συνέξαρχός του, ο οποίος γνωρίζει θέματα που αφορούν διοικητικές υποθέσεις της μονής Βατοπαιδίου στο Ιάσιον. Λαμβανομένου υπ όψιν ότι ακόμη και οι διοικητικές θέσεις μπορούσαν να πληρωθούν όχι μόνον από βατοπαιδινούς μοναχούς αλλά και ξένους, οι οποίοι υπέγραφαν το κοντράκτον -την συμφωνίαν εργασίας- με το Βατοπαίδι, τότε πολύ πιθανόν ο αναφερόμενος Χαράλαμπος να είναι το αυτόν πρόσωπον μετά του ιερομονάχου Χαραλάμπους Μαχαιριώτου. Αν συνέβη αυτό, τότε οι ίδιοι οι βατοπαιδινοί πατέρες τον ενέκριναν, τον συνέστησαν και τον προώθησαν ως γνωστόν σε αυτούς και αγαπητόν. Εξάλλου, εκτός από ένα ζέον κατασκευής του 1785, όλα τα άλλα αντικείμενα και βιβλία τα οποία φέρουν το όνομα του Χαραλάμπους, παραγγέλθηκαν κατά τα χρόνια 1791-1795, αφ ότου έγινε δηλ. ο Χαράλαμπος αρχιμανδρίτης και μέχρι την πρώτη καθοδό του στην Κύπρο. Από αυτό εξάγουμε το συμπέρασμα ότι μετά το 1791 είχε περισσότερη οικονομική άνεσιν, κάτι που δείχνει ότι πιθανόν έπαιρνε μισθό από κάποια εκκλησιαστική θέσιν που κατείχε.
Εάν η ανωτέρω υπόθεσή μας ευσταθεί, τότε αλλάζουν άρδην τα όσα μέχρι σήμερα πιστεύαμε για την περίοδο της απουσίας των δύο μαχαιριωτών πατέρων από την Κύπρο. Έως τώρα επιστεύετο ότι αναχωρώντας το 1783 κατευθύνθηκαν απ ευθείας προς την Μολδοβλαχία, όπου, ο μεν Κυπριανός παρέμεινε συνεχώς για 19 ολόκληρα χρόνια μέχρι το 1802, ο δε Χαράλαμπος σε κάποια στιγμή επέστρεψε στο μοναστήρι του, μετέβη ξανά στην Μολδοβλαχία το 1794 μετά του ιερομονάχου Γρηγορίου κομίζοντας και το γράμμα του ηγουμένου προς την Εκκλησίαν και τον λαόν της Μολδοβλαχίας, επανέκαμψε δε οριστικά και αυτός στην Κύπρο το 1802 μετά του Κυπριανού. Όπως φαίνεται όμως οι δύο πατέρες ούτε πήγαν απ ευθείας στην Μολδοβλαχία, ούτε και παρέμεναν συνεχώς εκεί όλα αυτά τα χρόνια, αλλά μετακινούνταν σε όλη την γεωγραφική περιοχή μεταξύ Κύπρου – Μολδοβλαχίας. Υπ αυτήν την προοπτική, θα πρέπει να επισκέφθηκαν κι άλλες φορές την Κύπρο και το μοναστήρι τους, είτε και οι δύο μαζί είτε ο ένας εκ των δύο, μόνη δε η περίπτωσις του Χαραλάμπους το 1794 διασώζεται λόγω της επιστολής του ηγουμένου. Ίσως αυτή η περίπτωσις να ήταν και η πρώτη.
Η επιστολή την οποίαν έγραψε ο ηγούμενος Μαχαιρά Ιωαννίκιος το 1794, διεδραμάτισε σημαντικό ρόλο ώστε να κινήσει τα φιλεύσπλαγχνα αισθήματα του αυθέντου και ηγεμόνος Ιωάννου Μιχαήλ Κωνσταντίνου Σούτζου βοεβόδα της Μολδοβλαχίας, ώστε να εκδώσει το 1795 το γνωστό χρυσόβουλλο, με το οποίο έδιδε εντολή να επιχορηγείται κατ έτος στην μονή Μαχαιρά σημαντικό ποσόν προς ενίσχυσιν οικονομικήν της Μονής.
Αλλά και για τον χρόνο της οριστικής τους επανακάμψεως στην Κύπρο, εάν ισχύει η υπόθεσίς μας, τότε και εδώ τα πράγματα αλλάζουν όσον αφορά τον Χαράλαμπο, αφού για τους άλλους δύο πατέρες έχουμε ιστορικές πληροφορίες. Ο μεν Κυπριανός λοιπόν παρέμεινε στην Κύπρο το 1802, αφού έκτοτε μαρτυρείται η παρουσία και δράση του σ αυτήν, ο δε ιερομόναχος Γρηγόριος δεν επέστρεψε ξανά ζωντανός, αλλά παρέμεινε στην Μολδοβλαχία μέχρι τον θάνατό του το 1838. Μετά τον θάνατό του, ο ηγούμενος Μαχαιρά Μελέτιος απέστειλε συγγενή του κεκοιμημένου τον οποίον εφοδίασε με πληρεξούσιο, και μετέφερε πίσω στην Μονή όλα τα υπάρχοντα του Γρηγορίου. Για τον Χαράλαμπο όμως δεν έχουμε καμμία μαρτυρία μετά το 1802. Είναι λοιπόν πιθανόν η παραμονή του στην Μολδοβλαχία μετά που επέστρεψε εκεί το 1794, να παρατάθηκε και μετά το 1802, με ενδιάμεσες ίσως επισκέψεις στην Κύπρο. Μία τέτοια επίσκεψη έλαβε χώρα το 1802, μετά την οποία ο Κυπριανός, όπως θα δούμε παρακάτω, υποχρεώθηκε να παραμείνει για πάντα στην Κύπρο, ο Χαράλαμπος όμως προφανώς επέστρεψε ξανά στην Μολδοβλαχία, όπου και συνέχισε να ασκεί καθήκοντα εξάρχου σε μετόχι της μονής Βατοπαιδίου, μάλλον στην Μονή της Γκόλιας. Εκεί τον συναντούμε το 1805 όπως αναφέρεται στην επιστολή του Ιωαννικίου. Πιστεύουμε ότι ο Χαράλαμπος επέστρεψε μόνιμα στην Κύπρο πολύ αργότερα, αφού σε γραπτά κείμενα αναφέρεται μόλις το 1819. Αυτό είναι πολύ παράδοξο, δεδομένου ότι αν ήταν στην Κύπρο κατά τα χρόνια της αρχιερατείας του Κυπριανού, ασφαλώς θα είχε αναμιχθεί ενεργά στις διάφορες υποθέσεις της αρχιεπικοπής όπως συνέβη και με τον μεγάλο οικονόμο της Αρχιεπισκοπής παπα Σάββα, επίσης κατά σάρκα συγγενή του αρχιεπισκόπου.
Στο σημείο αυτό μπορεί να τεθεί το ερώτημα, γιατί τότε έφεραν τα πράγματά τους το 1802 αφού δεν είχαν σκοπό να παραμείνουν για πάντα στην Κύπρο. Φρονούμε όμως ότι δεν συνέβη αυτό. Η μόνη μαρτυρία που έχουμε γι αυτό είναι του Γεωργίου, που επαναλαμβάνεται από τον Χάκκεττ, οι οποίοι αναφέρουν ότι οι Κυπριανός και Χαράλαμπος, επιστρέφοντας εκ της Μολδοβλαχίας, αφιέρωσαν στην Μονή τους διάφορα πολύτιμα ιερά σκεύη και άλλα κειμήλια. Ωστόσο έχουμε να παρατηρήσουμε τα εξής: α) Οι μαρτυρίες αυτές χρονικά απέχουν σημαντικά από τα γεγονότα, και εφ όσον δεν τεκμηριώνονται, παραμένουν κι αυτές στην σφαίρα της εικασίας. Θα μπορούσαν δηλαδή τα αφιερώματα των δύο πατέρων να είχαν μεταφερθεί στην Κύπρο σε κάποια μεταγενέστερη ημερομηνία. β) Θα μπορούσε να είχε συμβεί αυτό που αναφέρουν οι Γεωργίου και Χάκκεττ, σε περιορισμένο όμως βαθμό. Θα ήταν δυνατόν δηλαδή οι Χαράλαμπος και Κυπριανός σε κάθε επίσκεψή τους στην Κύπρο να έφερναν και ένα μέρος των προσωπικών τους αντικειμένων και αφιερωμάτων.
Βεβαίως όλα τα ανωτέρω παραμένουν στην σφαίρα της υποθέσεως, αφού δεν υπάρχουν πληροφορίες η άλλα στοιχεία. Εμμέσως όμως ενισχύεται η υπόθεσίς μας περί πολλαπλών επισκέψεων των δύο μαχαιριωτών πατέρων στην Κύπρο, και από ένα άλλο στοιχείο. Ο πρωταρχικός σκοπός της αναχωρήσεώς τους από την Κύπρο ήταν η διεξαγωγή εράνων για οικονομική ενίσχυση της Μονής τους. Οι οικονομικές ανάγκες της τελευταίας ήταν τρέχουσες και επείγουσες, και συνεπώς δεν θα ήταν δυνατόν να παρέδωσαν τα συγκομισθέντα χρήματα μετά από 19 χρόνια, αλλά θα πρέπει οπωσδήποτε κατά την χρονική αυτή περίοδο να είχαν αποστείλει με κάποιο τρόπο χρήματα προς την Μονή τους. Οι μόνοι τρόποι αποστολής χρημάτων που υπήρχαν τότε ήταν είτε μέσω ενός εμπίστου προσώπου, είτε μέσω πόλιτζας, είτε με προσωπικήν τους επίσκεψιν και μεταφοράν.
Η πρώτη περίπτωσις φαίνεται αδύνατη. Που θα έβρισκαν έμπιστο άνθρωπο στα ξένα, μόνοι, έρημοι και άγνωστοι; Εξ άλλου όπως είδαμε και προηγουμένως, δεν υπήρχε απ ευθείας σύνδεσις της Κύπρου με την Μολδοβλαχίαν, αλλά οι συγκοινωνίες και οι διακινήσεις γίνονταν μέσω Κωνσταντινουπόλεως και Σμύρνης. Οι διακινήσεις εμπορικών πλοίων από την Κύπρο μέσω του λιμανιού της Σμύρνης, είχαν ως προορισμό την Γαλλία, την Μικρά Ασία (Καραμανία) και άλλους προορισμούς εντός της Μεσογείου. Έτσι, θα ήταν δύσκολο να βρουν έμπιστο άνθρωπο που να διακινείται στις ίδιες με αυτούς περιοχές, για να του εμπιστευθούν αντικείμενα αξίας η χρήματα.
Η δεύτερη περίπτωσις ήταν συνηθισμένο φαινόμενο την εποχήν εκείνη. Οι πόλιτζες ήταν ως συναλλαγματικές, ως γραμμάτια τα οποία εξαργυρώνονταν στους δικαιούχους στους τόπους αποστολής. Αυτή ήταν μία εύκολη και ασφαλής διακίνησις χρημάτων.
Η τρίτη περίπτωσις ήταν κι αυτή συνηθισμένο φαινόμενο και φυσιολογικό. Καθένας μετέφερε την περιουσία του προσωπικά και με ασφάλεια. Δεν έλειπαν φυσικά και οι περιπτώσεις ληστείας κατά την μεταφορά. Παρά ταύτα όμως οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν κι αυτόν τον τρόπο. Πιστεύουμε ότι και οι μαχαιριώτες πατέρες αυτόν εφάρμοζαν. Αυτό μπορεί κανείς να συμπεράνει διαβάζοντας στην επιστολή του Γαβριήλ Ζαχαρίου προς τον αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο, όπου αναφέρει ότι ο Κυπριανός «απαρχής έκαμεν το κονάκιν κοντά μου». Αυτό σημαίνει ότι εγκαταστάθηκε κοντά του. Πότε όμως ξεκίνησε αυτό; Το «απαρχής» θα μπορούσε να ερμηνευθεί ότι επιστρέφοντας από την Μολδοβλαχία στην Κύπρο ο Κυπριανός γνωρίστηκε και φίλεψε με τον Γαβριήλ και ο τελευταίος τον φιλοξενούσε στο σπίτι του. Εξ άλλου ήταν εμπλεκόμενος με το εμπόριο, και ίσως να βοηθούσε και ναυτιλιακά τον Κυπριανό. Θα μπορούσε όμως η λέξις «απαρχής» να εισχωρεί και πιο βαθειά στον χρόνο, άρα η πιθανότητα να πηγαινοέρχονταν δεν είναι μακράν της αλήθειας.
Εάν ισχύουν τα ανωτέρω, τότε ο Κυπριανός είναι πολύ πιθανόν ότι το 1802 δεν ήλθε στην Κύπρο με σκοπό να παραμείνει για πάντα σε αυτήν, αλλά, παραμένοντας στην Λάρνακα, με την βοήθεια του Γαβριήλ Ζαχαρίου προετοίμαζε το επόμενό του ταξίδι για την Μολδοβλαχία. Παρατείνοντας όμως ο Κυπριανός την παραμονή του στην Λάρνακα μέχρι τον Μάϊο του 1803, τον πρόλαβε το διοριστήριο για το Φιλάνι που του έστειλε ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος, κάτι που τον υποχρέωσε να αλλάξει τα σχέδιά του και να παραμείνει στην Κύπρο.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να εξετάσουμε για ποιό λόγο ο αρχιεπίσκοπος προέβη σε αυτή την ενέργεια. Πιστεύουμε ότι δύο λόγοι τον παρακίνησαν να πράξει έτσι. Ο πρώτος είναι ότι ο Χρύσανθος, κατά το χρονικό διάστημα που ο Κυπριανός βρισκόταν στην Κύπρο, τον χειροθέτησε οικονόμο. Αυτό μπορούμε να το συμπεράνουμε από το ότι για πρώτη φορά αναφέρεται ως οικονόμος στην επιστολή του Γαβριήλ Ζαχαρίου το 1803. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι ο Χρύσανθος προσέβλεπε στην αξιοποίηση των πολλαπλών ικανοτήτων του Κυπριανού. Ήδη γνωρίζονταν από την εποχή που ο Κυπριανός φοιτούσε στο Ελληνομουσείο, και είχε υπόψιν του ο αρχιεπίσκοπος τα σπάνια χαρίσματα και τις αρετές του. Ακόμη περισσότερο μετά την δεκαεννεαετή παραμονή του στην Μολδοβλαχία, κατά την οποίαν έτυχε λαμπράς και ζηλευτής μορφώσεως. Έτσι, τον αναγκάζει με το διοριστήριο να παραμείνει στην Κύπρο.
Προσφάτως ευρέθη και απεστάλη εις ημάς ένα νέον βατοπαιδινόν τεκμήριον. Πρόκειται για ένα μουσικόν χειρόγραφον κώδικα ο οποίος έχει μέσα τις εξής χειρόγραφες σημειώσεις: «ι(η) παρού(υ)σα ψαλτική ει(ι)ναι του Θεοδωρί(η)του διάκου του μακαριωτάτου ι(η)μω(ω)ν δεσπότου κυρίου κ(Κ)υπριανού(υ)» και δύο φύλλα μετά, στο πάνω μέρος της σελίδας που αρχίζει το μουσικόν κείμενο: «κ  τόδε Θεοδωρί(η)του ιεροδ.». Αυτός ο Θεοδώρητος ήταν κύπριος τω γένει, κατά σάρκα συγγενής και συγκεκριμένα ανηψιός των ιερομονάχων Θεοδωρήτου και Ιωαννικίου, πατέρων της μονής Βατοπαιδίου οι οποίοι κατάγονταν από τον Πεδουλά. Ο Κυπριανός πρέπει να γνώριζε τον Θεοδώρητο εκ νεαράς ηλικίας, καθότι ως οικονόμος είχε αναλάβει «τον τερουκτέν του χορίου πεδουλά». Έτσι, όταν έγινε αρχιεπίσκοπος και χρειάστηκε ανθρώπους για να τον βοηθήσουν στα εκκλησιαστικά, χειροτόνησε τον Θεοδώρητο διάκονό του. Ο Θεοδώρητος παρέμεινε μέχρι τέλους της ζωής του διάκονος. Το συμπεραίνουμε αυτό από το ότι τόσο σε μουσικά βιβλία ως συνδρομητής όσο και σε έγγραφα των επομένων δεκετιών, καταχωρείται ως διάκονος. Από το γεγονός ότι το όνομά του συγκαταλέγεται μεταξύ των φιλομούσων συνδρομητών μουσικών βιβλίων, όπως και το ότι έχει υπό την κατοχή του το χειρόγραφο μουσικό βιβλίο του βατοπαιδινού κώδικος, θεωρούμε ότι πρέπει να γνώριζε την βυζαντινή μουσική και να είχε αγάπη προς αυτήν, μάλιστα την νέαν παρασημαντικήν, αφού ο κώδικας είναι γραμμένος στην νέαν μέθοδον. Ίσως λοιπόν να τον έστειλε ο Κυπριανός στην Κωνσταντινούπολη για να μάθει την νέα μέθοδο της ψαλτικής τέχνης. Είναι δε πιθανόν όταν βρισκόταν στην Βασιλεύουσα να τον πρόλαβαν τα γεγονότα του 1821 γι αυτό και γλύτωσε τον θάνατο, περιπλανώμενος δε σε διάφορους τόπους να κατέληξε στο Βατοπαίδι όπου το 1846 εγκατεστάθη οριστικά και μόνιμα. Μετά τον θάνατό του έμειναν εκεί όλα τα υπάρχοντά του, γι αυτό και διασώθηκαν εκεί.
Συνοψίζοντας τις πιο πάνω αναφορές και τα συμπεράσματα που προέκυψαν, έχουμε να πούμε ότι:
Ο Κυπριανός με τον Χαράλαμπο αναχωρούν από τον Μαχαιρά προς το Άγιον Όρος και συγκεκριμένα το Βατοπαίδι, διότι υπάρχουν σχέσεις με αυτό και γνωστοί. Εκεί συνδέονται και γνωρίζονται με πατέρες, μεταξύ των οποίων ο Ιωαννίκιος και ο Μελέτιος. Ακολούθως μεταβαίνουν στην Μολδοβλαχία και εγκαθίστανται στο Ιάσιον, σε μετόχι της μονής Βατοπαιδίου. Αυτό χρησιμοποιούν ως ορμητήριον για την διακίνησίν τους εντός της γεωγραφικής περιοχής της Μολδοβλαχίας, Ουγγροβλαχίας και Βεσσαραβίας, όπου διαμένουν στα βατοπαιδινά μοναστήρια και σκήτες διενεργώντας ζητείες. Παράλληλα αναλαμβάνουν καθήκοντα, ο μεν Χαράλαμπος διοιηκητικά στο μοναστήρι του Ιασίου, ο δε Κυπριανός πνευματικά στην αυλήν. Κατά διαστήματα αποστέλλουν χρηματικά ποσά στην μονή Μαχαιρά είτε μέσω πόλιτζας είτε προσωπικώς, επισκεπτόμενοι την Κύπρον. Ο Κυπριανός επιστρέφει μόνιμα στην Κύπρο το 1802 και το 1810 εκλέγεται, χειροτονείται και ενθρονίζεται αρχιεπίσκοπος Κύπρου. Το 1813 επισκέπτεται την Κύπρον ο κυρ Διονύσιος Βατοπαιδινός, μαθητής των γνωστών και αγαπητών του Ιωαννικίου και Μελετίου, εγχειρίζει γράμματα των τελευταίων στον Κυπριανό και διαμένει στην Κύπρο ενεργώντας ζητείες. Ο Κυπριανός απαντά στα γράμματα με επιστολήν του που μας είναι γνωστή, καταθέτοντας την αδυναμία του να βοηθήσει οικονομικά την Μονήν. Κατά τα έτη 1818-1820, επισκέπτεται την Κύπρο ο βατοπαιδινός μοναχός Ματθαίος, παρακινούμενος από τον διδάσκαλό του στα μουσικά Ιωαννίκιον, τον πνευματικόν φίλον του Κυπριανού. Ο Ματθαίος μένει εντυπωσιασμένος από τον άνδρα, τον αρχιεπίσκοπον Κυπριανόν, και συνθέτει ένα ποίημα – προσευχή μάλλον προς τον Χριστόν υπέρ του Κυπριανού. Μεσολαβούν τα γεγονότα της 9ης Ιουλίου 1821 και ο Θεοδώρητος, διάκονος του Κυπριανού, με την ψαλτική στο χέρι, διαβαίνει από τόπο σε τόπο μέχρι που τελικά εγκαθίσταται στο Βατοπαίδι, όπου και η κατάθεσις των στοιχείων αυτών, διασώζει και εξασφαλίζει την σχέσιν του αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού με την μονήν Βατοπαιδίου και κατ επέκτασιν με το Άγιον Όρος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου