Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014

4327 - Καρυές. Η πρωτεύουσα του Αγίου Όρους και η ευρύτερη περιοχή της



Αν προορισμός σας είναι οι Καρυές, φτάνοντας στην Δάφνη, καλό είναι να κατευθυνθείτε αμέσως στα λεωφορεία. Οι θέσεις καθημένων δεν καλύπτουν την ημερήσια ποσόστωση των προσκυνητών, στους οποίους προστίθενται επιπλέον κληρικοί από τον έξω κόσμο, εργάτες και μοναχοί που επιστρέφουν στο καθίδρυμα ή στην δουλειά τους. Αν δεν κινηθείτε έγκαιρα, θα κάνετε την διαδρομή όρθιος σε συνθήκες δυσβάσταχτου συνωστισμού.
Ο δρόμος ξεκινά παράκτιος στο βόρειο άκρο της Δάφνης. Περνά τον αρσανά της Μονής Ξηροποτάμου, περνά δίπλα από τον Πύργο της Πουλχερίας, στρίβει προς την ενδοχώρα, κάνει μία στάση στην Μονή Ξηροποτάμου, αρχίζει να σκαρφαλώνει με διαδοχικά ζιγκ-ζαγκ την δυτική πλαγιά του ορεινού όγκου, φτάνει στο διάσελο και στην συνέχεια κατηφορίζει μέχρι το πλάτωμα της ανατολικής ακτής, στο οποίο είναι χτισμένη αμφιθεατρικά η πρωτεύουσα της αθωνικής πολιτείας.
Η διαδρομή είναι πολύ όμορφη. Βλέπει κανείς τους εντυπωσιακούς σχηματισμούς των βράχων που στέφουν τον Λάκκο του Δοντά, διασχίζει πυκνή και εύρωστη βλάστηση, από το διάσελο έχει εξαιρετική θέα των Καρυών και του Ιβηρίτικου Λάκκου και όταν η ατμόσφαιρα είναι διαυγής, η Θάσος φαίνεται τόσο καθαρά που νομίζεις ότι θα την αγγίξεις. Κατά κανόνα, όμως, λίγο προσέχουν τα αξιοθέατα της διαδρομής οι επιβάτες. Η ξενητεία, πρόγευση της οποίας έχει ο επιβάτης μόλις αποπλεύσει το πλοίο από την Ουρανούπολη, είναι πλέον πραγματικότητα, και αυτό συχνά φέρνει μία εσωτερική αναστάτωση.


Υπό το κράτος αυτής της αναστάτωσης φτάνουν πολλοί προσκυνητές στις Καρυές. Δεν είναι λοιπόν παράξενο που ελάχιστα προσέχουν την ομορφιά της φύσης· τα νερά που αναβλύζουν παντού, τις συστάδες από τις φουντουκιές και τις καρυδιές που μπλέκονται με λιόδεντρα, τις λεύκες, τα αμπέλια, τις κληματσίδες, τον κισσό και την αγράμπελη που τυλίγουν τους κορμούς από τις υψικάρηνες καστανιές. Επιπλέον, πολλοί προσκυνητές φτάνουν στο Άγιον Όρος αναζητώντας να συναντήσουν το απόλυτο, ακραίες δηλαδή καταστάσεις χαρίτωσης όπως εκείνες των σπηλαιοδίαιτων αναχωρητών στα Καρούλια ή των γυμνών ασκητών του Άθω. Στις Καρυές, οι προσκυνητές αυτοί συναντούν πολλά στοιχεία που θυμίζουν τον έξω κόσμο, όπως αυξημένη παρουσία λαϊκών, εμπορικά καταστήματα, και κατά κανόνα προσπερνούν την πρωτεύουσα θεωρώντας την άνευ σημασίας υβρίδιο της μοναχικής και κοσμικής βιοτής, παρεξηγώντας τελείως τον χαρακτήρα της πρωτεύουσας των μοναχών.
Η παρεξήγηση αυτή φαίνεται ανάγλυφα στις περιγραφές δύο πολύ διαφορετικών συγγραφέων που επισκέφθηκαν τις Καρυές στις αρχές του 20ου αιώνος. Ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης το 1900 περιγράφει το τσαρσί, το εβδομαδιαίο παζάρι των Καρυών, και σχολιάζει το πόσο άλλαξαν τα ήθη του μοναχικού βίου. Είχε επισκεφθεί το Άγιον Όρος ως ανταποκριτής της εφημερίδας Ακρόπολις, διαβάζοντάς τον έχει κανείς την αίσθηση ότι η περιγραφή του καθιστά άγνωστο και μακρινό κάτι που ουσιαστικά ήταν σχετικά οικείο. Έχει επίσης την αίσθηση ότι μπροστά στο θέαμα του παζαριού ο συγγραφέας κουμπώνεται και επιδίδεται σε ηθικολογικά σχόλια για να διατηρήσει την ατομικότητά του. Ο Νίκος Καζαντζάκης το 1914 περιγράφει τις Καρυές ως: θλιβερό ανυπόφορο αρσενοχώρι, χωρίς παιδί, χωρίς γέλιο. Ο χαρακτηρισμός αρσενοχώρι θα ταίριαζε περισσότερο στην Δάφνη, που αναπτύχθηκε ως οικισμός για να ανταποκριθεί στις ανάγκες των διερχομένων προσκυνητών και πλοίων, και όπου μόνη υπόμνηση του λατρευτικού βίου αποτελεί ο ναός των Αγίων Πάντων στον αρσανά της Σιμωνόπετρας. Οι Καρυές αντίθετα, είναι πλήρως αφιερωμένες στον λατρευτικό βίο, γεγονός που αντανακλάται στις ακολουθίες του Πρωτάτου. Επιπλέον, οι Καρυές δεν είναι χωριό, αναπτύχθηκαν εξαρχής ως πρωτεύουσα. Θα μπορούσε μάλιστα κανείς να πει ότι οι Καρυές, με την αδιάκοπη ιστορία τους που καλύπτει περισσότερους από 11 αιώνες, είναι η μακροβιότερη βαλκανική, αν όχι ευρωπαϊκή πρωτεύουσα. Κάθε πρωτεύουσα θέτει το αποτύπωμά της στην συλλογική καλαισθησία και επιβάλει τους τρόπους της ως πρότυπο. Οι Καρυές δεν αποτελούν εξαίρεση, αφού επέβαλαν στην ψαλμωδία έναν σαφέστατο καρυώτικο ύφος, που εκπροσωπείται από ψάλτες όπως οι μακαριστοί πατέρες Διονύσιος Φιρφιρής και Γαβριήλ Μακκαβός. Το καρυώτικο ύφος επιβλήθηκε στην αγιογραφία μέσω των αγιογραφικών οίκων των Γαλατσιανών και των Καρπενησιωτών, που είχαν τα κελλιά τους στις Καρυές, και επικράτησε ιδιαίτερα στην χαλκογραφία και στην μικροτεχνία, όπως ήταν φυσικό, αφού τα περισσότερα εργαστήρια βρίσκονταν στην πρωτεύουσα.
Η αδιαφορία των προσκυνητών προς τις Καρυές δεν είναι απλώς παρεξήγηση, αποτελεί μία χαμένη ευκαιρία να διεισδύσει κανείς με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στον κόσμο του αθωνικού μοναχισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι, όταν οι Ιησουΐτες επεδίωξαν να διεισδύσουν στο Άγιον Όρος, το σχέδιό τους προέβλεπε την εγκατάσταση δύο ιησουϊτών θεολόγων γιατρών στις Καρυές, από όπου θα ήταν σε θέση να δικτυωθούν καλύτερα μέσω των γνωριμιών που θα έκαναν.

α) Ιστορία.

Ήδη από την εποχή της εγκατάστασης των πρώτων αναχωρητών στον Άθω, υπήρχε μία κεντρική ηγεσία, που ονομαζόταν καθέδρα των γερόντων. Η έδρα της βρισκόταν στην περιοχή του Ζυγού, γεγονός φυσικό, μια και ο μοναχικός εποικισμός της χερσονήσου άρχισε από τον λαιμό της. Άλλωστε, στην περιοχή της Ιερισσού έχτισε την Μονή του ο Ιωάννης ο Κολοβός. Καθώς προχώρησε ο εποικισμός προς νότο, κρίθηκε αναγκαίο να μεταφερθεί η έδρα της κεντρικής ηγεσίας στην σημερινή θέση των Καρυών. Η νέα έδρα ονομάστηκε Μέση, λόγω της γεωγραφικής της θέσης, και η ονομασία διατηρήθηκε μέχρι τα τέλη του 10ου αιώνα, οπότε επικράτησε η ονομασία Καρυές. Η προσωνυμία Μέση ή Μεγάλη Μέση διατηρήθηκε, αναφερόταν όμως πλέον στο κεντρικό όργανο διοίκησης, και σταδιακά επισκιάστηκε από την προσωνυμία Σύναξις, κατόπιν Κοινόν, που αναφερόταν στο συλλογικό όργανο διοίκησης.
Κέντρο της Συνάξεως ήταν ο ναός του Πρωτάτου, όπου γινόταν οι συνάξεις, αρχικά 3 ετησίως, κατόπιν περισσότερες. Κοντά στον ναό ζούσε ο Πρώτος και σιγά σιγά, από τον 10ο αιώνα, άρχισαν να δημιουργούνται καταλύματα για τους ηγουμένους και τους μοναχούς που έρχονταν για τις συνάξεις. Εμφανίστηκαν επίσης τα πρώτα στοιχειώδη εμπορικά καταστήματα για τις ανάγκες των μονών και των μοναχών.
Η εξέλιξη των Καρυών είναι άρρηκτα δεμένη με την ανάπτυξη του κελλιώτικου μοναχισμού, ο οποίος εμφανίστηκε νωρίς στον Άθω και πήρε διαφορετική μορφή όταν άρχισαν να ιδρύονται τα μεγάλα κοινόβια. Ο Όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης θέσπισε λεπτομερείς και αυστηρές τις διατάξεις που ρύθμιζαν την κελλιώτικη βιοτή στην Μεγίστη Λαύρα. Ωστόσο το Α΄ Τυπικό του Αγίου Όρους το 972, αντανακλά απόψεις πολύ διαφορετικές· αναγνώριζε στους κελλιώτες μοναχούς το δικαίωμα να έχουν προσωπική περιουσία, τους αποδέσμευε από την υποταγή σε κάποια Μονή, τους απάλλασσε από την υποχρέωση να ασκηθούν σε κοινόβιο πριν εγκατασταθούν σε κελλί.
Με την ίδρυση των μεγάλων κοινοβίων, ο Πρώτος έχασε ουσιαστικά την απόλυτη πνευματική εξουσία που είχε στο παρελθόν επί των ερημιτών, και περιχαρακώθηκε ουσιαστικά στις Καρυές, που σιωπηρά του αναγνωρίστηκαν ως τιμάριο. Το αξίωμα του Πρώτου ήταν τότε ισόβιο. Ήδη από τις αρχές του 11ου αιώνος οι Καρυές ήταν γνωστές ως Λαύρα των Καρυών. Για να βοηθήσει την ανασυγκρότηση του Αγίου Όρους μετά από τις καταστροφές των Σταυροφόρων, των Καταλανών και των ενωτικών λατινοφρόνων, ο Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος εξέδωσε το 1313 χρυσόβουλλο, στο οποίο, ενώ υπάγεται ο Πρώτος στην δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριάρχου, αναγνωρίζεται ταυτόχρονα ως αδιαφιλονίκητος ηγέτης του Αγίου Όρους και ενισχύονται οι εξουσίες του. Στα τέλη του 14ου αιώνος, οι τότε 25 Μονές άρχισαν να σφετερίζονται και δικαιώματα του Πρώτου στις Καρυές. Το Γ΄ Τυπικό του 1394, που επικυρώθηκε το 1406 καταδίκασε τις απόπειρες αυτές και απαγόρευσε στις Μονές να έχουν μετόχι ή σύνορο στις Καρυές. Στο Τυπικό αυτό γίνεται λόγος για Σκήτη των Καρυών, προσωνυμία που επιβίωσε για πολλούς αιώνες –μαρτυρείται σε χαλκογραφία του 1844. Την ίδια εποχή, το αξίωμα του Πρώτου γίνεται ετήσιας διαρκείας.
Για να ενισχύσει την θέση του έναντι των Μονών, ο Πρώτος επέσπευσε τον εποικισμό των Καρυών από κελλιώτες μοναχούς με αποτέλεσμα να υπάρχουν σήμερα κελλιά πολύ κοντά το ένα στο άλλο ή και συνεχόμενα το ένα με το άλλο. Το κελλί το παραχωρούσαν σε έναν μόνο μοναχό εφ’ όρου ζωής, μετά τον θάνατο του μοναχού αυτού ο υποτακτικός του είχε το δικαίωμα να αγοράσει εκ νέου το κελλί και να εξακολουθήσει να εγκαταβιώνει εκεί, ενώ, σε περίπτωση που δεν υπήρχε υποτακτικός, το κελλί επανερχόταν στην εξουσία του Πρώτου, που το πωλούσε σε άλλον μοναχό. Τον 14ο αιώνα, κελλιά και καθίσματα του Πρωτάτου παραχωρούνταν σε συνοδείες δύο ή τριών μοναχών, πρακτική που απαγορεύτηκε με σιγίλλιο του 1393 του πατριάρχη Αντωνίου. Παρά την απαγόρευση όμως, πολλοί Πρώτοι εξακολούθησαν να παραχωρούν τα κελλιά σε περισσότερα από ένα πρόσωπα, και το 1423, μετά από μεσολάβηση του Σέρβου ηγεμόνα Στέφανου, ο Πρώτος και η Σύναξις αναγνώρισαν το δικαίωμα της αενάου διαδοχής για το Κελλί του Αγίου Συμεών του Φιλογόνου που βρισκόταν πάνω από τις Καρυές.
Οι κελλιώτες μοναχοί κάλυπταν τις βιοποριστικές τους ανάγκες καλλιεργώντας γεωργικά προϊόντα, γεγονός που εξηγεί την συχνά σημαντική έκταση γης που συνόδευε ένα κελλί. Τα κελλιά πέριξ των Καρυών είχαν αγροτική έκταση σε όμορες περιοχές, ενώ εκείνα που βρίσκονταν εντός του οικισμού είχαν τσιφλίκια στα βόρεια περίχωρα. Όλα τα κελλιά έδιναν στον Πρώτο μερίδα από τα έσοδά τους, την λεγόμενη ευλογία και είχαν την υποχρέωση να παρέχουν ετησίως στον Πρώτο 5 ημέρες εργασίες, την παγκοινιά, για γεωργικές εργασίες, όπως το κλάδεμα και ο τρύγος.
Ο Πρώτος δεν είχε να αντιμετωπίσει μόνο τις επετακτικές φιλοδοξίες των Μονών. Συχνότατο και αμεσότερο κίνδυνο αποτελούσαν οι εχθρικές επιδρομές. Σύγχρονοι αρχαιολόγοι και ιστορικοί της αρχιτεκτονικής διατυπώνουν την άποψη ότι ο ναός του Πρωτάτου ήταν περιτειχισμένος με αμυντικό περίβολο που είχε 4 πύργους, από τους οποίους σήμερα σώζεται μόνο ο πύργος που είναι ενσωματωμένος στο κτήριο της Ιεράς Κοινότητας. Ακόμη και αν επαληθευτεί η άποψη αυτή, η αμυντική υποδομή των Καρυών ήταν ανεπαρκής, γεγονός που μαρτυρείται από τις βιαιοπραγίες που διέπραξαν οι φιλενωτικοί οπαδοί του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου και του λατινόφρονα πατριάρχη Ιωάννη Βέκκου το 1274, καθώς και οι Καταλανοί στις αρχές του 14ου αιώνος. Με τον καιρό δημιουργήθηκε σύστημα πύργων-παρατηρητηρίων, που επέτρεπαν την έγκαιρη προειδοποίηση· αυτή την λειτουργία εξυπηρετούσε πιθανόν ο πύργος της μετέπειτα Μονής Σταυρονικήτα. Πολιορκίες γνώρισαν επίσης οι Καρυές το 1821, όταν κήρυξε εκεί την Επανάσταση ο Εμμανουήλ Παππάς και πολιορκήθηκε η έδρα του Τούρκου διοικητή, και τον Οκτώβριο του 1944, όταν αντάρτες και αντάρτισσες του ΕΛΑΣ πολιόρκησαν το κτήριο της αστυνομικής διεύθυνσης.
Στα τέλη του 16ου αιώνος καταλύθηκε ο θεσμός του Πρώτου και όλα τα πρωτατινά κελλιά περιήλθαν στην εξουσία της Μεγάλης Μέσης –προγενέστερη μορφή της Ιεράς Κοινότητος. Για να αντιμετωπίσει το υπέρογκο χρέος της, η Μεγάλη Μέση αναγκάστηκε το 1661 να τα πουλήσει στις 20 κυρίαρχες Μονές, οι οποίες τα αγόρασαν ανάλογα με την οικονομική τους κατάσταση την εποχή εκείνη. Η Μονή Χιλανδαρίου απόκτησε 24, η Μεγίστη Λαύρα 14, η Μονή Ιβήρων 9, η Μονή Διονυσίου 7, η Μονή Βατοπεδίου 6, οι Μονές Κουτλουμουσίου, Σίμωνος Πέτρας, Εσφιγμένου, Αγίου Παντελεήμονος από 3, οι Μονές Δοχειαρίου, Φιλοθέου και Σταυρονικήτα από 2, οι Μονές Παντοκράτορος, Ξηροποτάμου, Ξενοφώντος και Κωνσταμονίτου από 1. Οι αγοραπωλησίες δεν έγιναν διαμιάς. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι σχεδόν όλες οι Μονές είχαν ήδη κονάκια –αντιπροσωπεία- στις Καρυές, η δε Μονή Χιλανδαρίου είχε από τις αρχές του 13ου αιώνος δικό της στης Καρυές, το Τυπικαριό του Αγίου Σάββα. Τα κελλιά που πουλήθηκαν συχνά διαιρέθηκαν σε δύο ή συμπτύχθηκαν. Τα περισσότερα όμως παραμένουν ακόμη σήμερα όπως ήταν.
Η οθωμανική επικυριαρχία στο Άγιον Όρος διάρκεσε 488 χρόνια από το 1423-1912, περισσότερο δηλαδή από ό,τι η επικυριαρχία των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου που ήταν 460 χρόνια.
Ακολουθώντας την συμβουλή του τελευταίου διοικητή Θεσσαλονίκης Ανδρόνικου Παλαιολόγου, γιου του αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄, οι Αγιορείτες υποτάχθηκαν αυτοβούλως στον Σουλτάνο Μουράτ.
Αρχικά το Άγιο Όρος αποτέλεσε τμήμα του καζά Σιδηροκαυσίων, χωρίς όμως παρουσία τουρκικών αρχών εντός της επικράτειάς του. Αργότερα παραχωρήθηκε ως τιμάριο στην επικεφαλή της φρουράς των σουλτανικών ανακτόρων, του οποίου ένας αντιπρόσωπος, ο αγάς ή ζαμπίτης, έδρευε στις Καρυές με μία μικρή φρουρά.
Ενώ αρχικά η κτηματική περιουσία των Μονών όχι μόνο αναγνωρίστηκε αλλά έτυχε ευνοϊκής μεταχείρισης, αργότερα δημεύτηκε δύο φορές· το 1433, επί σουλτάνου Μουράτ, και το 1568 επί σουλτάνου Σελίμ Β΄. Και τις δύο φορές οι Αγιορείτες κατόρθωσαν να εξαγοράσουν την περιουσία τους, όχι όμως χωρίς βαρύ τίμημα· αναγκάστηκαν να συνάψουν δάνεια με επαχθέστατους όρους και υποχρεώθηκαν στην καταβολή ετησίου κεφαλικού φόρου και δοσιμάτων στο σουλτανικό ταμείο. Από τα τέλη του 16ου αιώνος, οι Μονές εμπλέκονται σε κλιμακώσεις δανείων, συνάπτοντας νέα για να εξυπηρετήσουν τα παλαιά. Οι συνέπειες υπήρξαν ολέθριες. Την άνθηση του β΄ μισού του 18ου αιώνος ακολούθησε η ερήμωση στην οποία οδηγήθηκαν πολλές Μονές εξαιτίας της εγκατάστασης τον Δεκέμβριο του 1821 τουρκικού στρατού κατοχής μετά τη εξέγερση του Εμμανουήλ Παπά στην Χαλκιδική. Τα στρατεύματα αποχώρησαν το Σάββατο της Διακαινησίμου του 1830, και έκτοτε η Κυριακή του Θωμά τιμάται με πανηγυρική αγρυπνία στο Πρωτάτο.
Αξιοπρόσεχτο είναι ότι, ενώ αναφέρεται η ύπαρξη μουσουλμανικού κοιμητηρίου στην περιοχή που σήμερα ονομάζεται κιόσκι του Αγά, δεν μαρτυρείται πουθενά η ύπαρξη μουσουλμανικού τεμένους στο Άγιον Όρος. Γεγονός πάντως είναι ότι η θέση του αγά του Αγίου Όρους αποτελούσε παροιμιωδώς την δυσμενέστερη μετάθεση κρατικού λειτουργού σε όλη την Οθωμανική αυτοκρατορία. Ο Curzon περιγράφει τον αγά ως απαρηγόρητο για την στέρηση της οικογενείας του και της κοσμικής ζωής της Κωνσταντινούπολης. Το δυσμενές της θέσης αποτέλεσε θέμα μίας τουρκικής θεατρικής επιθεώρησης, με τίτλο: Ayonoros Kadesi
Στις αρχές του 20ου αιώνος το πόλισμα των Καρυών αποτελούσαν 69 όμορα κελλιά που δεν είχαν κτηματική έκταση, ενώ στα πέριξ, ιδιαίτερα στα βορειοανατολικά βρισκόταν άλλα 39 κελλιά. Εντός των ορίων βρισκόταν και η Σκήτη του Αγίου Ανδρέα. Τα κελλιά του πολίσματος περιλάμβαναν 19 αντιπροσωπεία Μονών, 31 κελλιά και 19 εργαστήρια. Τα εργαστήρια ήταν παλαιά κελλιά μοναχών, των οποίων το εργόχειρο δεν είχε πλέον ζήτηση ή το είχαν αναλάβει λαϊκοί. Υπήρχαν σταμπαδούρικα –εργαστήρια χαλκογραφίας-, φωτογραφεία, μπρουντζάδικα –εργαστήρια μεταλλοτεχνίας που κατασκεύαζαν μανουάλια και πολυελαίους-, μαχαιράδικα –εργαστήρια κατασκευής μαχαιριών και όπλων-, ωρολογοποιεία, ιερορραφεία, καθώς και εμπορικά καταστήματα. Υπήρχαν, και υπάρχουν εντός των κελλίων, και τα λεγόμενα κοινά κτήρια· ο ναός του Πρωτάτου, το κτήριο της Ιεράς Κοινότητος, το κοινό νεκροταφείο και η Αθωνιάδα Σχολή, το κτήριο της οποίας χρησιμεύει σήμερα ως αρχονταρίκι της Ιεράς Κοινότητος.

β) Τα κελλιά των Καρυών.

Το λεωφορείο σταματά σε μία μικρή πλατεία, που διαμορφώθηκε από τμήμα του κτήματος του παλαιού αντιπροσωπείου της Μονής Ζωγράφου. Το παλαιό αντιπροσωπείο, στην βόρεια πλευρά της πλατείας, είναι ένα ισόγειο κτίσμα με ενσωματωμένο ναό που αναστηλώθηκε πρόσφατα. Στην βορειοδυτική πλευρά της πλατείας υψώνεται το πολυώροφο νέο αντιπροσωπείο της Μονής Ζωγράφου που χρονολογείται στο β΄ μισό του 19ου αιώνος και μαρτυρεί την τότε οικονομική επιφάνεια της Μονής. Ανάλογη μαρτυρία αποτελεί η βρύση του Αγίου Γεωργίου, γνωστή ως βουλγάρικη βρύση, στην νότια πλευρά της πλατείας, εκεί που αρχίζει ο κεντρικός δρόμος με τα καταστήματα. Το κτήριο με τα κόκκινα τούβλα είναι το σιμωνοπετρίτικο Κελλί του Αγίου Γεωργίου του Καλαθά. Έχει εσωτερική αυλή και χώρους διαβίωσης στον επάνω όροφο. Το κομψό επιστύλιο του τέμπλου του κελλιώτικου ναού φυλάσσεται σήμερα στο Κελλί των Αγίων Πάντων, που στεγάζει το αντιπροσωπείο της Μονής. Στεγάζει καταστήματα. Το διώροφο κτίσμα που βρίσκεται δίπλα στον Καλαθά επί της πλατείας είναι το γρηγοριάτικο Κελλί της Υπαπαντής, όπου εγκαταστάθηκε το τμήμα του αγιογραφικού οίκου των Ιωασαφαίων, που έφυγε από τα Καυσοκαλύβια. Εκεί φιλοξενήθηκε ο οικουμενικός πατριάρχης Αθηναγόρας Α΄ όταν επισκέφθηκε το Άγιον Όρος για τις εορτές της χιλιετηρίδας. Στο ισόγειο κατάστημα στεγαζόταν το παλαιό φαρμακείο των Καρυών, και αργότερα φιλοξενήθηκε έκθεση αγιογραφίας των Ιωασαφαίων, κυρίως αντίγραφα του Πρωτάτου.
Ακολουθώντας τον κεντρικό δρόμο με τα καταστήματα, φτάνει κανείς στην πλατεία του Πρωτάτου, εκεί όπου γινόταν η εβδομαδιαία αγορά. Δεξιά υψώνεται το καμπαναριό του ναού του 1781, στηρίζεται σε δύο τραπεζοειδείς πεσσούς που σχηματίζουν στοά. Πάνω από το άνοιγμα της στοάς βρίσκεται υαλόφρακτη εικόνα της Θεοτόκου. Υπάρχουν καμπάνες εκ των οποίων η μεγαλύτερη, 1,2 τόνοι, φέρει την χρονολογία 1784, για την κατασκευή της χωνεύτηκε μία καμπάνα που προερχόταν από την Πόλα της Ιστρίας της Κροατίας. Μία μικρότερη καμπάνα φέρει την επιγραφή: 1781. Χαραλάμπης Μικελέτης Κεφαλωνίτης, ενώ λέγεται ότι σε δύο μικρότερες καμπάνες παριστάνονται πάπες με τιάρες και ποιμαντορική ράβδο.
Το μικρό κτίσμα με τον ατύμπανο τρούλλο στα αριστερά, απέναντι από την κόγχη του ιερού του Πρωτάτου, είναι ο κοιμητηριακός ναός των Καρυών. Είναι αφιερωμένος στον Άγιο Νικόλαο. Στην νότια και ανατολική πλευρά του ναού βρίσκεται το κοιμητήριο, όπου ενταφιάζονται οι αποβιώσαντες λαϊκοί των Καρυών καθώς και οι ανέστιοι μοναχοί. Ο παρών ναός οικοδομήθηκε το 1882 και αναστηλώθηκε πρόσφατα. Ο παλαιότερος, που βρισκόταν στην ίδια θέση, είχε ιστορηθεί το 1787 από τον ιερομόναχο Μακάριο Γαλατσιάνο, ιδρυτή της ομώνυμης αγιογραφικής αδελφότητας, που εγκαταβίωνε στο καρακαλλινό Κελλί των Εισοδίων της Θεοτόκου του 1819, απέναντι από την βορειοδυτική γωνία του Πρωτάτου. Ανατολικά είναι το βατοπεδινό Κελλί του Αγίου Χαραλάμπους και δυτικά το χιλανδαρινό Κελλί των Αρχαγγέλων. Βόρεια του Κελλιού των Γαλατσιανών και του νεόδμητου γρηγοριάτικου Κελλιού του Αγίου Φιλοθέου του Κοκκίνου, πίσω από το κτήριο της Ιεράς Κοινότητας, βρίσκεται το επίσης καρακαλλινό Κελλί των Αγίων Πάντων, όπου εγκαταβίωνε η αδελφότητα των Καρπενησιωτών ζωγράφων, που ιδρύθηκε από τον Νικηφόρο, έργο του οποίου είναι οι τοιχογραφίες του 1799 του Κυριακού της Σκήτης των Ιβήρων.
Αριστερά από το Κελλί των Γαλατσιανών, απέναντι από την νοτιοδυτική γωνία του Πρωτάτου, βρίσκεται το βατοπεδινό Κελλί του Αγίου Νικολάου. Διακρίνεται εύκολα από τους τοίχους του, που είναι βαμμένοι σε χρώμα κίτρινο καναρινί. Η ευρύχωρη απλωταριά του είναι πνιγμένη από τα φυλλώματα αναρριχητικών φυτών. Εσωτερικά είναι αναπάντεχα μεγάλο, με περίκλειστη αυλή και ενσωματωμένες αποθήκες στο ισόγειο. Στο Κελλί αυτό εγκαταβιώνει ο αρχιμανδρίτης Δαμασκηνός Ροδάκης, αγιογράφος.
Το σοκάκι που περνά μπροστά από το Κελλί του Αγίου Νικολάου οδηγεί σε ένα από τα ιστορικότερα Κελλιά των Καρυών, το Τυπικαριό του Αγίου Σάββα. Το ίδρυσε ο Άγιος Σάββας ο Χιλανδαρινός μετά την επιστροφή του από τους Αγίους Τόπους και το αφιέρωσε στον Άγιο Σάββα τον ηγιασμένο. Είναι κατάγραπτο και έχει δικό του Τυπικό από το 1199. Το Τυπικό καθορίζει τις προϋποθέσεις για την μοναστική άσκηση και τις σχέσεις ησυχαστηρίου και κυρίαρχης Μονής και φέρει την υπογραφή: πάντων σχατος Σάββας μαρτωλός. Είναι γραμμένο σε περγαμηνή που φυλάσσεται στην Μονή Χιλανδαρίου. Είναι επίσης γραμμένο σε υπέρθυρη επιγραφή. Ο ναός του κελλιού οικοδομήθηκε το 1775 και ο νάρθηκας ιστορήθηκε το 1806. Η είσοδος του ναού είναι στην νότια πλευρά του νάρθηκα. Η δεσποτική εικόνα του Χριστού στο τέμπλο είναι του 1786, ενώ η εικόνα της Θεοτόκου της Γαλακτοτροφούσας προέρχεται από την Λαύρα του Αγίου Σάββα στην Παλαιστίνη.
Ψηλότερα στην πλαγιά, βορειοδυτικά του Κελλιού του Αγίου Νικολάου και κάπως μακρύτερα από το κέντρο των Καρυών, περίπου 30 λεπτά πεζοπορία, βρίσκεται το Κελλί του Αγίου Γεωργίου των Σκουρταίων. Εδώ έζησε τα τελευταία χρόνια ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης. Δίπλα στον ενσωματωμένο ναό του κελλιού βρίσκεται το κελλί, στο οποίο έμενε ο Όσιος Νικόδημος. Το τέμπλο του ναού είναι νεότερο, αλλά οι δεσποτικές εικόνες, τα βημόθυρα και το επιστύλιο με τους Αποστόλους και τον Εσταυρωμένο είναι από την εποχή του Οσίου. Εκτός από την δυτικότροπη τοιχογραφία του Παντοκράτορα στον τρούλλο, ο ναός δεν έχει άλλες αγιογραφίες. Εκτός του κελλιού, είχε κατασκευαστεί Ναός αφιερωμένος στον Όσιο Νικόδημο. Λόγω ζημιών εξαιτίας της υγρασίας και της καθίζησης του εδάφους, κατεδαφίστηκε και χτίζεται άλλος με φυσικά υλικά. Ο υπερήλικας γέροντας της σημερινής συνοδείας, ο Νικόδημος, στα νιάτα του συμμετείχε στην αντάρτικη ομάδα του καπεταν-Στεφάνου του Μεγαλοπαναγιώτη, που κυριαρχούσε στην ανατολική Χαλκιδική.
Απέναντι, στην νοτιοανατολική γωνία του Πρωτάτου, κατηφορίζει ένα σοκάκι που οδηγεί στο αντιπροσωπείο της Μεγίστης Λαύρας, και στο ερειπωμένο παλαιό αντιπροσωπείο της Βατοπεδίου, καθώς και σε ιστορικά κελλιά, όπως του Προφήτη Ηλία του Φιρφιρή και το λαυριώτικο Κελλί των Αρχαγγέλων, του Ιαγάρη ονομαζόμενο, από το όνομα του γέροντος που εγκαταβίωνε σε αυτό σε αυτό. Στο κελλί που υπήρχε ήδη από το 1661 και ανακαινίστηκε το 1801, ασκήτευσε ο Όσιος Νεκτάριος ο Καριώτης.
Λαυριώτικο και επίσης ιστορικό είναι και το Κελλί της Ζωοδόχου Πηγής που βρίσκεται στην γωνία του σοκακιού, απέναντι από το Πρωτάτο. Ιδρύθηκε το 1157 και ανακαινίστηκε τον 17ο αιώνα, με έξοδα του επισκόπου Βέλλας. Ο ναός του έχει αξιόλογο τέμπλο. Φυλάσσεται φορητή εικόνα του 1742 με παράσταση των Αγίων Ιωακείμ και Άννα και της Θεοτόκου σε νεαρή ηλικία. Στην αυλή του, όπου σήμερα βρίσκεται το κτήριο του ταχυδρομείου φιλοξενούνταν παλαιότερα εργαστήρια μπρουντζάδων και ο παππούς του σημερινού παντοπώλη Ταλέα έφτιαχνε ρακοκάζανα.
Απέναντι από το ταχυδρομείο βρίσκεται το κουτλουμουσιανό Κελλί του Τιμίου Προδρόμου, του Φουρνά, από τον ιερομόναχο Διονύσιο τον εκ Φουρνά Ευρυτανίας, συγγραφέα του έργου: Ερμηνεία της ζωγραφικής τέχνης, που αποτέλεσε ορόσημο στην εξέλιξη της μεταβυζαντινής εικονογραφίας. Ο ναός του κελλιού είναι κατάγραπτος με τοιχογραφίες του 1711, έργο του Διονυσίου, ο οποίος τις αναστήλωσε το 1734. Σήμερα εγκαταβιώνει στο κελλί ο ιερομόναχος Αναστάσιος, αυτοδίδακτος ζωγράφος και συγγραφέας.


Επανερχόμενοι στην αφετηρία των λεωφορείων με κατεύθυνση αντίθετη προς το Πρωτάτο, συναντάμε αμέσως μετά το Κελλί των Ιωασαφαίων, ένα κομψό διώροφο κτήριο που περιβάλλεται από χτιστό περίβολο, πίσω από τον οποίο ξεπροβάλλει μία μπανανιά. Το κτήριο, που πρόσφατα ανακαινίστηκε ριζικά, φιλοξενεί το αρχονταρίκι της Ιεράς Κοινότητος. Στον 19ο αιώνα εκεί στεγάστηκε η Αθωνιάδα, όταν επαναλειτούργησε το 1845 στις Καρυές ως Σχολή. Η δαπάνη διασκευής του κτηρίου και λειτουργίας της Σχολής καλύφθηκε από κληροδότημα του εθνικού ευεργέτη Ζώη Καπλάνη. Το κτήριο ανήκε στην Μονή Κουτλουμουσίου και αποτελούσε το Κελλί του Σακαρέλλου, που ήταν αφιερωμένο στον Τίμιο Πρόδρομο. Στον περίβολο βρίσκεται ο ναός του κελλιού, τον οποίο οι Αγιορείτες ονομάζουν τρυφερά Προδρομάκι, παρ’ ότι είναι αφιερωμένος στην Αποτομή και όχι στην Γέννηση του Προδρόμου. Αμέσως μετά βρίσκεται το νέο αντιπροσωπείο της Μονής Δοχειαρίου, ενώ ο δρόμος χωρίζει, δεξιά κατηφορίζει προς την Μονή Ιβήρων, ευθεία συνεχίζει προς την Δάφνη. 
Στον αμφιθεατρικό τρίγωνο ανάμεσα στους δύο δρόμους βρίσκονται μία σειρά ιστορικά κελλιά που ανήκουν στην Μονή Σίμωνος Πέτρας.
Το κίτρινο διώροφο σπίτι ακριβώς στην διχάλα των δρόμων είναι το Κελλί του Τιμίου Σταυρού. Πίσω του βρίσκεται το Κελλί του Αγίου Μηνά, που κάηκε σε πρόσφατη πυρκαγιά και ανοικοδομήθηκε. Η θαυματουργή εικόνα του Αγίου φυλάσσεται σήμερα στο Κελλί των Αγίων Πάντων.
Δεξιότερα είναι το κτήριο που στεγάζει την Πολιτική Διοίκηση στον όροφο και το αντιπροσωπείο της Μονής στο ισόγειο. Ο ναός του αντιπροσωπείου είναι αφιερωμένο στους Αγίους Πάντες. Δεξιά του είναι το Κελλί του Αγίου Νικολάου Καπρούλη. Όπως συνέβη και με αντιπροσωπεία άλλων Μονών, το αντιπροσωπείο της Σιμωνόπετρας στεγάστηκε διαδοχικά σε διάφορα κελλιά. Το αρχικό αντιπροσωπείο, Κελλίον Εκκλησιαστικόν, δωρήθηκε στην Μονή από τον Ιωάννη Ουγγλέση, βρισκόταν στο κτήριο που σήμερα στεγάζει τον ΟΤΕ. Κατόπιν στεγάστηκε στο Κελλί του Καπρούλη. Εκεί, το 1847, την εποχή που η ενότητα της Μονής δοκιμαζόταν από αντιδράσεις εναντίον του ηγουμένου Αμβροσίου, ο μοναχός Ιωάσαφ από το Τρίκερι έκοψε με ψαλίδι την γενειάδα του ηγουμένου, την ώρα που εκείνος κοιμόταν. Το 1877-78 ο μητροπολίτης πρώην Πενταπόλεως Νείλος Εσφιγμενίτης αγόρασε το Κελλί των Αγίων Πάντων και το ανακαίνισε. Μετά το Κελλί του Καπρούλη, το αντιπροσωπείο εγκαταστάθηκε στον Άγιο Μηνά και μετακόμισε το 1944 στο Κελλί των Αγίων Πάντων, όταν το κελλί περιήλθε ξανά στην Σιμωνόπετρα.
Πάνω από το αμφιθέατρο των σιμωνοπετρίτικων κελλιών, σε περίοπτη θέση, υψώνεται το ωραίο ανακαινισμένο σταυρονικητιανό Κελλί των Αγίων Πάντων, που στεγάζει το αντιπροσωπείο της Μονής.
Συνεχίζοντας στον δρόμο που πάει προς Δάφνη, προσπερνάμε στα αριστερά μας το ελικοδρόμιο και φτάνουμε στο πελώριο συγκρότημα της Σκήτης του Αγίου Ανδρέα.
Λίγο μετά την Σκήτη συναντάμε ένα μονοπάτι που κατηφορίζει στα αριστερά και οδηγεί στο Κελλί του Ευαγγελισμού που στεγάζει το αντιπροσωπείο της Μονής Χιλανδαρίου. Κτήτορας του κελλιού υπήρξε ο ιερομόναχος Παρθένιος, μαθητής του Γέροντα Χατζή-Γεώργη του Αθωνίτη. Από την αυλή του έχει κανείς την καλύτερη θεά των Καρυών και αντιλαμβάνεται ότι τα κελλιά του πολίσματος είναι διατεταγμένα γύρω από δύο άξονες που τέμνονται σταυροειδώς και έχουν στα άκρα τους τα αντιπροσωπεία των Μονών· Σταυρονικήτα στα βόρεια, Ιβήρων στα νότια, Διονυσίου στα ανατολικά και Χιλανδαρίου στα ανατολικά. Κάτω από το Κελλί του Ευαγγελισμού βρίσκεται η κύρια πηγή των Καρυών, που ονομάζεται Κεραμίδα. Τα άφθονα νερά της εξηγούν την πυκνή βλάστηση της πλαγιάς και παλαιότερα κινούσαν τον νερόμυλο των Καρυών, ταυτόχρονα όμως προκαλούν καθίζηση του εδάφους και κατολισθήσεις. Το πρόβλημα της σαθρότητας του εδάφους πλήττει όλη την δυτική και νότια ζώνη των Καρυών. Το αντιπροσωπείο της Μονής Χιλανδαρίου στεγάστηκε διαδοχικά σε διάφορα κελλιά. Αρχικά ήταν στο Κελλί του Αγίου Νικολάου όπου μαρτυρούνται ίχνη πύργου. Όταν το κελλί κάηκε το 1924, μετακόμισε στο Κελλί του Αγίου Δημητρίου, που είχε τοιχογραφίες και βρισκόταν ανάμεσα στο Κελλί του Αγίου Νικολάου Βραχνιώτη και αντιπροσωπείο της Μονής Ζωγράφου. Το κελλί κατέρρευσε και το αντιπροσωπείο μετακόμισε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο Κελλί του Αγίου Θωμά, όπου παλαιότερα είχε το φωτογραφικό του εργαστήριο ο ιερομόναχος Στέφανος. από εκεί μετακόμισε στο Κελλί του Ευαγγελισμού.
Συνεχίζοντας στον αμαξιτό προς την Δάφνη συναντάμε δύο αντικριστά κελλιά.
Δεξιά είναι το αγιοπαυλίτικο Κελλί της Υπαπαντής.
Αριστερά βρίσκεται το ιστορικό λαυριώτικο Κελλί της Αγίας Τριάδος του Προφούρνη. Σε σπήλαιο μέσα σε συστάδα δένδρων κοντά στο κελλί μόνασε ο Όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης. Από το κελλί ξεκινά μονοπάτι που οδηγεί στο Κελλί των Σκουρταίων.
Απέναντι από την διακλάδωση για το Κελλί του Ευαγγελισμού βρίσκεται μία ανηφορική διακλάδωση που οδηγεί στο Κελλί της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ή Μολυβοκκλησιάς. Βρίσκεται στην θέση αρχαίου μονυδρίου και οφείλει την προσωνυμία του ότι ήταν ο πρώτος κελλιώτικος ναός που σκεπάστηκε με φύλλα μολύβδου, κατά το πρότυπο των μοναστηριακών καθολικών.


γ) Πέριξ των Καρυών Κελλιά-Καψάλα.

Από το ανηφορικό μονοπάτι για την Μολυβοκκλησιά φαίνεται η δυτική όψη της Σκήτης του Αγίου Ανδρέα και ο κυρτός πρόβολος της τράπεζας, που θυμίζει έντονα τον αντίστοιχο πρόβολο της τράπεζας της Μονής Ζωγράφου. Φαίνονται επίσης τα χιλανδαρινά Κελλιά του Τιμίου Προδρόμου στα αριστερά και του Αγίου Νικολάου Μπαρμπερά προς την μεριά της Σκήτης. Ανάμεσά τους διακρίνονται τα ερείπια του ζωγραφίτικου Κελλιού των Αγίων Πάντων. Στην απέναντι πλαγιά διακρίνονται τα Κελλιά του Αγίου Βασιλείου, του Αγίου Σάββα και του Αγίου Θεοφίλου. Από την Μολυβοκκλησιά ένα μονοπάτι οδηγεί στο επίσης χιλανδαρινό Κελλί του Γενεθλίου της Θεοτόκου, του Μαρουδά, στο οποίο εγκαταβιώνει ο πρώην Φιλοθεΐτης ιερομόναχος Μακάριος, που έφτιαξε και ένα παρεκκλήσιο στον Άγιο Νικόλαο τον Πλανά.
Πλάι στην Σκήτη του Αγίου Ανδρέα ξεκινά ένας λιθόστρωτος δρόμος που προχωράει κατά μήκος της δυτικής πλευράς της Σκήτης, ανηφορίζει και συναντά τον αμαξιτό δρόμο Καρυές-Μονή Βατοπαιδίου στο ύψος του Ξενοφωντινού Σταυρού. Ο δρόμος αυτός, βατός για αυτοκίνητο μέχρι ενός σημείου, ήταν μονοπάτι που διευρύνθηκε για να μπορούν να περνούν οι βοϊδάμαξες που μετέφεραν δομικά υλικά για το εργοτάξιο που έχτιζε την Σκήτη.
Ακολουθώντας τον δρόμο αυτό, συναντάμε δεξιά μας το χιλανδαρινό Κελλί του Αγίου Νικολάου του Μπαρμπερά. Παλαιότερα ήταν γνωστό ως Χουχλίον, ανήκε στην Μονή Δοχειαρίου και στέγαζε το αντιπροσωπείο της. Επειδή ήταν μακριά από τις Καρυές, η Μονή Δοχειαρίου το αντάλλαξε με το χιλανδαρινό Κελλί των Αγίων Πάντων στις Καρυές. Εδώ εκοιμήθη ο πρώην Μητροπολίτης Σερβίας Μιχαήλ το 1669. Υπάρχουν φωτοβολταϊκές συστοιχίες σε περιστρεφόμενη βάση, ανεμογεννήτρια, σύστημα με τροχαλίες που φέρνει το νερό από την παρακείμενη πηγή. Στο ισόγειο βρίσκεται επίσης μηχανή για την αποφλοίωση των φουντουκιών.
Συνεχίζοντας στον δρόμο, φτάνουμε στο ιστορικό Κελλί Πατερίτσα, επίσης χιλανδαρινό και αφιερωμένο στην Μεταμόρφωση του Σωτήρος. Λέγεται ότι παραχωρήθηκε από τον Πρώτο στον Άγιο Σάββα τον Χιλανδαρινό και οφείλει την προσωνυμία του στο γεγονός ότι εκεί φυλάσσεται η πατερίτσα –ποιμαντική ράβδος-του Οσίου Σάββα του ηγιασμένου, την οποία έφερε από τους Αγίους Τόπους ο Άγιος Σάββας ο Χιλανδαρινός. Στο κελλί αυτό μαζεύονταν οι γέροντες των γύρω κελλίων και συζητούσαν τα ζητήματά τους υπό την προεδρία του Αγίου Σάββα. Αξιοπρόσεχτος είναι ο βυζαντινός σταυρός στην στέγη του ναού, ο οποίος βρίσκεται σε επίπεδο χαμηλότερο από εκείνο του κελλιού. Ο ναός του 1745 έχει έναν δρομικό νάρθηκα που διατρέχει την βόρεια πλευρά του, στην οποία βρίσκεται και η είσοδός του. Πάνω από την είσοδο βρίσκεται τοιχογραφία της Μεταμορφώσεως. Στον βόρειο τοίχο του ναού, αριστερά της εισόδου, φυλάσσεται σε ειδική θέση η πατερίτσα. Είναι φτιαγμένη από έβενο, φέρει διαδοχικά δακτυλίδια από ελεφαντόδοντο και στο άνω άκρο απολήγει σε αμφίκυρτη λαβή. Το μήκος της είναι 1,347 μέτρα και το μήκος της λαβής 21 εκατοστά. Πριν το 1877 η κυρίαρχη Μονή παρέλαβε την πατερίτσα γιατί ο τότε κελλιώτης μοναχός έκοβε κομματάκια της, τα οποία δώριζε ή πουλούσε σε προσκυνητές. Όταν το κελλί αγοράστηκε από άλλον μοναχό, η πατερίτσα επεστράφη, αλλά για παν ενδεχόμενο η κυρίαρχη Μονή φρόντισε να τοποθετήσει ασημένια επένδυση στο κάτω άκρο της. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο του ναού φέρει ιδιαίτερα αξιόλογο διάκοσμο. Ενδιαφέρουσα είναι η δεσποτική εικόνα του Χριστού, που εικονίζεται να κρατά Ευαγγέλιο, ενώ από τον σχισμένο χιτώνα φαίνεται η πληγή της λόγχης, από την οποία εκχύνεται το Τίμιο Αίμα προς το μισοσκεπασμένο Άγιο Ποτήριο. Οι τοιχογραφίες του Ιερού Βήματος είναι μάλλον λαϊκότροπες, ιδίως οι ιεράρχες, παλαιότερη φαίνεται να είναι η παράσταση των Τριών Παίδων εν Καμίνω σε ημιθόλιο της νότιας πλευράς. Το κελλί αγόρασε το 1841 ο τελευταίος Έλληνας κελλιώτης μοναχός της μετέπειτα Σκήτης του Αγίου Ανδρέα, όταν εκδιώχθηκε από τους Ρώσους. Στο αρχονταρίκι του κελλιού υπάρχουν φωτογραφικά πορτρέτα των αυταδέλφων μοναχών Αρσενίου και Αναστασίου από την Μακρινίτσα του Βόλου, πνευματικών τέκνων της Μονής Αγίου Παντελεήμονος, που εκδιώχθηκαν δια της τουρκικής λόγχης τη ενεργεία των Ρώσων, επειδή δεν θέλησαν να υπογράφουν στην εκλογή Ρώσου ηγουμένου το 1875. Μία άλλη φωτογραφία των αυταδέλφων μοναχών και της υπόλοιπης συνοδείας έχει στην πίσω πλευρά τα βιογραφικά των μοναχών και αναφέρεται το όνομα του ηγουμένου Στέφανου Κόντογλου, θείου του Φώτη Κόντογλου. Σήμερα στο κελλί εγκαταβιώνει ο μοναχός Σάββας. Είχε έναν γέροντα Μυτιληνιό πολύ άγριο και λέγεται ότι μία φορά που ο γέροντάς του τον ξυλοφόρτωνε, του είπε: Τώρα κουράστηκες, σταμάτα λίγο και ξεκουράσου, εδώ θα είμαι και αύριο.
Μετά την Πατερίτσα, ο δρόμος συναντά το χιλανδαρινό Κελλί του Αγίου Δημητρίου των Τρυγωνάδων. Ο ναός του κελλιού βρίσκεται στον πρόσφατα χτισμένο όροφο του κελλιού. Έχει ιδιαίτερα αξιόλογο τέμπλο και βημόθυρα. Ο παλαιός ναός του κελλιού ήταν στο ισόγειο, πάνω από την είσοδό του στην δυτική όψη βρίσκεται υαλόφρακτη τοιχογραφία που εικονίζει τον Άγιο Δημήτριο έφιππο. Δίπλα της υπάρχει επιγραφή που πληροφορεί ότι: στορήθη παρούσα εκν το μεγαλομάρτυρος Δημητρίου δι’ ξόδων του τιμιοτάτου κυρ Δημητρίου το πιλεγομένου Μτα, Γαλατσιάνου και νν Θεσσαλονικέως. 1810, Αγούστου β΄. Το ύφος της τοιχογραφίας και η καταγωγή του κτήτορα συνηγορούν ότι πρόκειται για ανυπόγραφο έργο των Γαλατσιάνων ζωγράφων. Από το Κελλί των Τρυγωνάδων έχει κανείς θαυμάσια θέα των περισσότερων από τα άλλα πέριξ των Καρυών κελλιά.
Αριστερά υψώνεται το ερειπωμένο πολυώροφο Κελλί του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, εξάρτημα της Μονής Χιλανδαρίου, στο οποίο τον 19ο αιώνα εγκαταβίωναν Ρώσοι μοναχοί και αποτελούσε κέντρο της ρωσικής προπαγάνδας, εφοδιασμένο με τυπογραφείο και ταχυδρομείο. Ο γέροντας του κελλιού ίδρυσε τράπεζα, η οποία διακήρυξε ότι καταβάλλει επιτόκιο 8-20% επί των καταθέσεων αντί του συνηθισμένου την εποχή εκείνη 4%. Συγκέντρωσε έτσι σημαντικό κεφάλαιο, με το οποίο ανοικοδόμησε το κελλί και άνοιξε κατάστημα στην Πετρούπολη που εμπορευόταν αγιορείτικα προϊόντα. Η επιχείρηση δεν πήγε καλά, η τράπεζα πτώχευσε και οι καταθέτες έχασαν τα λεφτά τους.
 Δεξιά του κελλιού αυτού διακρίνεται ο ατύμπανος τρούλλος της στέγης του Κελλιού του Αγίου Στεφάνου, εξάρτημα της Μονής του Ρωσικού. Ο ναός του κελλιού έχει τοιχογραφίες του 18ου αιώνος. Το κελλί, στο οποίο εγκαταβίωνε ο Χατζη-Γεώργης ο Αθωνίτης όταν αποφασίστηκε η απέλασή του, είναι ερείπιο σε κατάσταση άμεσης σωστικής επέμβασης.
Πιο πάνω στην πλαγιά είναι το χιλανδαρινό Κελλί των Αρχαγγέλων των Σαββαίων.
Ψηλότερα, στην πλαγιά, μόλις διακρίνεται το γρηγοριάτικο Κελλί του Αγίου Νικολάου Κομμένου, που αναγνωρίστηκε ως κελλί το 1901. Εκεί μονάζει ο πατήρ Αλέξανδρος από την Αυστρία. Το τοπωνύμιο του κελλιού παρουσιάζεται και με την μορφή Κομμένοι, είναι λοιπόν πιθανόν στην τοποθεσία αυτή να σφαγιάστηκαν κάποιοι μοναχοί.
Ανάμεσα στο Κελλί των Σαββαίων και στο Κελλί του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, είναι το ιβηρίτικο Κελλί της Αγίας Τριάδος με τον πράσινο τρούλλο και το επίσης ιβηρίτικο Κελλί του Τιμίου Προδρόμου, που διακρίνεται εύκολα εξαιτίας των μπλε λουλακί όψεών του. Εκεί μονάζει ο πατήρ Δαμασκηνός ο καμπανάρης. Στο κελλί αυτό, στο οποίο παραδοσιακά εγκαταβίωναν Ιερισσιώτες, μόνασε και εκοιμήθη το 1946, ο μοναχός Γαβριήλ, κατά κόσμον Γεώργιος καπεταν-Γιαγκλής, μακεδονομάχος, απελευθερωτής της Νιγρίτας και υπερασπιστής των Σερρών. Στο Άγιον όρος υπήρξε αρχισερδάρης και αρχηγός των δύο ενόπλων τμημάτων που είχαν συσταθεί για την δίωξη των ληστών και την προάσπιση της κυριαρχίας και ακεραιότητας της αθωνικής επικράτειας. Του χάρισε κάποιος ένα κομματάκι Τιμίου Ξύλου, και ο καπεταν-Γιαγκλής το προσκύνησε και το ασπάστηκε, προσευχήθηκε, έβγαλε το μαχαίρι του, έσκισε το μπράτσο του και έβαλε μέσα στην τομή το Τίμιο Ξύλο. Έλεγε από τότε: Με φυλάει το Τίμιο Ξύλο, δεν με βρίσκει εμένα βόλι, ούτε σε μάχη ούτε σε μπαμπεσιά θα πάω, όταν έρθει η ώρα μου, σε κρεβάτι θα πεθάνω. Πριν πεθάνει εξομολογήθηκε στον πνευματικό του και με συντριβή και δάκρυα μετάνοιας, τον παρακαλούσε: Θέλω να ακούσουνε τα αφτιά μου την διαβεβαίωσή σου, Πνευματικέ, για να αναθαρρήσει και να γλυκάνει η ψυχή μου από ελπίδα πως θα δω πρόσωπο Θεού και Παράδεισο... Δεν σκότωνα για να σκοτώνω. Για την Πατρίδα και τα άγιά της το έκανα. Με βαραίνει όμως και με πονάει που στα γιουρούσια, στις μάχες και στο για να προστατευτώ και να προστατέψω, έκαμα έτσι που χάθηκαν και άφταιγοι. Τα ξέρεις όλα. Σκληρός ο πόλεμος. Σου πετρώνει την καρδιά, σου θολώνει το μάτι. Είχα, βλέπεις, στο λαιμό μου και στην υπακοή μου και ένα σωρό παλικάρια. Αλλά για όλους και για όλα ήμουν υπεύθυνος εγώ. Πες μου, ο Θεός θα με συγχωρέσει; Τα οστά του μεταφέρθηκαν αργότερα στην Νιγρίτα και στην γενέτειρά του Ιερισσό, αλλά το θρυλικό ντουφέκι του έμεινε στην Μονή Ιβήρων.
Δεξιότερα, δεσπόζει το παντοκρατορινό Κελλί της Μεταμορφώσεως του Μουτάφη, με μολυβδοσκέπαστο τρούλλο, που προβάλλει στην μέση της δίριχτης κεραμοσκεπής. Μουτάφηδες είναι αυτοί υφαίνουν μάλλινους τορβάδες-ταγάρια. Το κελλί βρίσκεται σε μία προεξοχή που σχηματίζει δύο λάκκους.
Στην ίδια περιοχή υπάρχουν το βατοπεδινό Κελλί της Ζωοδόχου Πηγής με λαμαρινοσκεπή, και το εσφιγμενίτικο των Αγίων Αναργύρων.
Δίπλα στους Αγίους Αναργύρους βρίσκεται το παντοκρατορινό Κελλί του Αγίου Γεωργίου του Φανερωμένου, το οποίο ταυτίζεται με το αρχαίο μονύδριο του Πλάκαρη. Οφείλει  την προσωνυμία του στην παράδοση ότι οι ληστές έφτασαν στο Κελλί την ώρα που έλειπαν οι γέροντες της συνοδείας και ο Άγιος Γεώργιος φανερώθηκε ως υποτακτικός, περιποιήθηκε τους ληστές και τους καθήλωσε αοράτως στις θέσεις τους, όπου τους βρήκαν οι γέροντες όταν γύρισαν. Η εικόνα του Αγίου Γεωργίου φυλάσσεται τώρα στην Μονή Παντοκράτορος. Το κελλί παρέμεινε εγκαταλειμμένο για πολλά χρόνια και υπέστη σοβαρές φθορές, πρόσφατα ένας πρώην Φιλοθεΐτης μοναχός, ο Ισαάκ, άρχισε να το αναστηλώνει και να το ανακαινίζει.
Η απέναντι πλαγιά της μεγάλης ρεματιάς του Λιβαδογένη είναι η περιοχή της Άνω Καψάλας. Διακρίνονται τα παντοκρατορινά κελλιά του Αγίου Νικολάου Χατζούδα και του Αγίου Νικολάου Αυξεντίου, του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου που είναι πλέον σε ερειπιώδη κατάσταση αλλά διασώζει αξιόλογες τοιχογραφίες των Γαλατσιανών ζωγράφων, των Αγίων Αποστόλων, του Αγίου Σάββα, και στο φρύδι της πλαγιάς το Κελλί του παπα-Χρύσανθου αγιογράφου που έχτισε ναό αφιερωμένο στον Άγιο Θεόφιλο τον Μυροβλύτη.
Στα πέριξ των Καρυών κελλιά συμπεριλαμβάνονται και ορισμένα που βρίσκονται ανατολικά της Σκήτης του Αγίου Ανδρέα. Το σημαντικότερο από αυτά, σε μέγεθος και ιστορία, είναι το σιμωνοπετρίτικο Κελλί του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου των Κατσουλιέρηδων, που είναι χτισμένο ακριβώς στο φρύδι της νότιας πλαγιάς του Λάκκου του Άδειν. Ιδρύθηκε το 1450 και αγοράστηκε από την Μονή Σίμωνος Πέτρας το 1660. Το 1840 εγκαταστάθηκε εκεί ρωσική συνοδεία, γεγονός που εξηγεί την μεγάλη κλίμακα του οικοδομικού συγκροτήματος. Το 1990 κάηκε σε μεγάλη πυρκαγιά. Ελάχιστα ίχνη μένουν από την καταστροφή αυτή. Στον δυτικό τοίχο της τράπεζας σύγχρονη τοιχογραφία εικονίζει όλους τους Αγίους των Καρυών. Στο Κελλί του Ευαγγελισμού φτάνει κανείς ακολουθώντας το μονοπάτι που ξεκινά στις Καρυές, ανάμεσα στο αντιπροσωπείο της Μονής Σταυρονικήτα και το σιμωνοπετρίτικο Κελλί του Αγίου Μηνά. Υπάρχει επίσης πρόσβαση με αμαξιτό δρόμο, που διακλαδώνεται αριστερά από τον δρόμο Καρυές-Μονή Ιβήρων. Ακολουθώντας τον δρόμο αυτό, περνά κανείς από το διονυσιάτικο Κελλί του Αγίου Νικολάου της Ψωραρέας και από το σταυρονικητιανό Κελλί των Αρχαγγέλων.
Από το Κελλί του Ευαγγελισμού έχει κανείς εξαιρετική θέα της Καψάλας και του Λάκκου του Άδειν (άδειν, εκ του άδω = ψάλλω). Η περιοχή της Καψάλας αναδείχθηκε σε αγιοτόκο περιοχή και στίβο ασκητικών αγώνων. Κατά τον 19ο αιώνα, η Καψάλα αποτελούσε άτυπη σκήτη με 53 καλύβες. Θωρείται ότι ως Κυριακό χρησιμοποιείτο ο ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου.
Χαμηλά στον Λάκκο του Άδειν, στην βόρεια πλευρά της κοίτης του Λιβαδογένη, φαίνεται το Κελλί του Άξιον Εστί. Στο κελλί φτάνει κανείς ακολουθώντας το μονοπάτι που ξεκινά από το Κελλί των Κατσουλιέρηδων και κατηφορίζει την πλαγιά. Υπάρχει επίσης άλλο μονοπάτι που ξεκινά σύρριζα στην δυτική πλευρά της Σκήτης του Αγίου Ανδρέα. Ο αρχικός ναός του παντοκρατορινού αυτού κελλιού μετετράπη σε Ιερό Βήμα του σημερινού διευρυμένου ναού, στον οποίο προστέθηκε νάρθηκας. Αυτό εξηγεί γιατί το ιερό είναι καμαροσκέπαστο, ενώ ο κυρίως ναός έχει εγγεγραμμένο τρούλλο και μικρό εξώστη στον δυτικό τοίχο. Η ωραία πύλη του τέμπλου βρίσκεται σε εσοχή τραπεζοειδούς κάτοψης. Δίπλα στην πύλη του διακονικού βρίσκεται αντίγραφο της εικόνας του Άξιον Εστί. Εκεί, σύμφωνα με την παράδοση εμφανίστηκε το 982 ο Αρχάγγελος Γαβριήλ με μορφή μοναχού και δίδαξε στον υποτακτικό, την συμπλήρωση του θεομητορικού ύμνου με την φράση: ξιόν στι... και το χάραξε με το δάκτυλο σε μία πλάκα Η εικόνα της Παναγίας μεταφέρθηκε κατόπιν στον ναό του Πρωτάτου και τοποθετήθηκε στο σύνθρονο του Ιερού Βήματος. Η πλάκα στάλθηκε στο πατριαρχείο.
Πίσω από το Κελλί του Άξιον Εστί, στους πρόποδες της πλαγιάς που στεφανώνει τον Λάκκο, υψώνεται επιβλητικό και πολυώροφο το διονυσιάτικο Κελλί των Εισοδίων της Θεοτόκου, με τον μεγάλο τρούλλο που υψώνεται πάνω από τα αετώματα των όψεων.
Βόρεια του Άξιον Εστί, στην πλαγιά, βρίσκεται η ιστορική Καλύβη του Αγίου Βασιλείου, όπου ασκήτευσε ο Άγιος Θεόφιλος ο Μυροβλύτης. Το λείψανό του είναι θαμμένο κάτω από την Αγία Τράπεζα του ναού.
Ανατολικότερα και πιο κοντά στην κοίτη του χειμάρρου βρίσκεται η Καλύβη του Αγίου Σεργίου του Ραντονέζ.


δ) Πρωτάτο

Ο ναός του Πρωτάτου αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα κτίσματα του Άθω. Ιδρύθηκε τον 9ο αιώνα, μετά την Εικονομαχία, από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ Στον πρώτο Βίο του Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη, αναφέρεται ότι ο Άγιος ζήτησε το 965 την συνδρομή του αδελφού του αυτοκράτορα, μαγίστρου Λέοντα Φωκά για την διεύρυνση του αρχικού ναού, ο οποίος δεν χωρούσε τους γέροντες κατά τις συνάξεις. Οι αυτοκράτορες Νικηφόρος Φωκάς και Ιωάννης Α΄ Τσιμισκής τιμούνται ως κτήτορες του ναού. Οι ανακαινίσεις από τον Ανδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο για να αντιμετωπιστούν οι ζημιές που προκάλεσαν οι φιλενωτικοί λατινόφρονες επί Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου, δεν άλλαξαν σημαντικά την προγενέστερη κτηριακή μορφή. Η πρώτη αναφορά στον ναό με την προσωνυμία Πρωτάτο βρίσκεται στο Γ΄ Τυπικό, που ορίζει: Ες δ τν κκλησίαν το πρωτάτου δώδεκα κκλησιαστικο οδαμς μ κλιπέτωσαν· Λαύρας κα Βατοπαιδίου δύο το δεξιο χορο, βηρ και Χιλανδαρίου τέρους δύο το ριστερο χορο, τ δ τερα μοναστήρια τος κτώ, παρέχειν τε ατος ν ν μουζούριον λευρον τν καθέκαστον μνα κα πίδοσιν λαίου, κήρου θυμιάματος τ ρκον κα τοτο τάττομεν τοίνυν μετ λύτου φορισμο, μ στερεσθαι το Πρωτάτου κκλησία τούτων λως κα μ περιφρονεσθαι τν σύναξιν το γίου ρους. Μετά το 1593, οι 20 Μονές συμβάλλουν ισόποσα για την συντήρηση του ναού. Στους χορούς βρίσκονται τα στασίδια όλων των αντιπροσώπων των Μονών, και πάνω από τον καθένα καίει καντήλι μπροστά στην εικόνα του Αγίου ή της εορτής της αφιέρωσης της Μονής.
Η κάτοψη του ναού είναι ριζικά διαφορετική όχι μόνο από εκείνη των αγιορείτικων καθολικών, αλλά και από τους περισσότερους ναούς της Βυζαντινής περιόδου. Εξωτερικά ακολουθεί την τυπολογία της βασιλικής, με 3 ημικυλινδρικές αψίδες στην ανατολική όψη. Η κάτοψη είναι ένα ορθογώνιο που περιλαμβάνει τρίκογχο ιερό βήμα, κυρίως ναό και νάρθηκα. Ο νάρθηκας είναι μεταγενέστερη προσθήκη του 1507 και ο σκεπαστός διάδρομος με την τοξοστοιχία στην βόρεια πλευρά προστέθηκε το 1534 από τον Πρώτο Σεραφείμ. Στον χώρο του κυρίως ναού είναι εγγεγραμμένος ένας ισοσκελής σταυρός. Η από βορρά προς νότο κεραία του σταυρού σχηματίζει τους χώρους των ψαλτών, ενώ οι δύο χώροι που διακρίνονται από τον σταυρό λειτουργούν ως πρόθεση, ο βορειανατολικός και ως διακονικό ο νοτιοανατολικός. Η στέγη του κτίσματος, αρχικά ξύλινη, είναι δίριχτη. Το 1802 υπερυψώθηκε η στέγη του κεντρικού κλίτους, γεγονός που επέτρεψε την διάνοιξη πολλών φωτιστικών θυρίδων, με αποτέλεσμα ο ναός να καταστεί φωτεινότερος.
Στο εσωτερικό του ο ναός είναι κατάγραπτος με τοιχογραφίες, περίπου 1290, του Μανουήλ Πανσέληνου. Ο ζωγράφος αυτός εντυπωσίασε συγχρόνους και μεταγενέστερους όσο κανένας άλλος επώνυμος ζωγράφος του Βυζαντίου, σε βαθμό που το όνομά του να καταστεί ταυτόσημο όχι μόνο ενός μνημειακού συνόλου, αλλά ολόκληρης της εποχής των Παλαιολόγων και της Μακεδονικής Σχολής, που είχε έδρα την Θεσσαλονίκη. Στην αναγωγή του σε θρύλο συνετέλεσε το γεγονός ότι ελάχιστα στοιχεία γνωρίζουμε για την ζωή του, αν και είναι πιθανόν να συμπεριέλαβε την αυτοπροσωπογραφία του στην τοιχογραφία της Προδοσίας του Ιούδα στο καθολικό της Μονής Βατοπεδίου.
Από άποψη τέχνης και αισθητικής, οι τοιχογραφίες του Πρωτάτου αποτελούν κορυφαία δημιουργία του βυζαντινού πολιτισμού και ένα από τα σημαντικότερα σύνολα της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.
Οι ευρύτατες επίπεδες επιφάνειες που προσφέρει το αρχιτεκτονικό σχήμα της βασιλικής επέτρεψαν στον καλλιτέχνη να απλώσει ανεμπόδιστα τις πολυπρόσωπες συνθέσεις και τις παραστάσεις μεμονωμένων προσώπων. Δείγμα της ιδιοφυΐας του Πανσελήνου είναι ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο προσάρμοσε το εικονογραφικό πρόγραμμα ενός τρουλλαίου ναού στις επίπεδες επιφάνειες μιας τρίκλιτης βασιλικής. Το εικονογραφικό πρόγραμμα αναπτύσσεται σε τέσσερις επάλληλες ζώνες. Στην ανώτερη ζώνη εικονίζονται οι Προπάτορες του Χριστού, από τον Αδάμ έως τον Ιωσήφ. Στις 2 επόμενες εικονίζονται σκηνές από το Δωδεκάορτο, τα Πάθη του Κυρίου και τον βίο της Θεοτόκου. Στην κατώτατη ζώνη εικονίζονται ολόσωμοι Άγιοι, ο στρατός του Κυρίου· ιεράρχες, στρατιωτικοί Άγιοι, Μάρτυρες και ονομαστοί ασκητές που καλύπτουν όλες τις εκφάνσεις του μοναχισμού, από την Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, την Μικρά Ασία και το Άγιον όρος. Το εικονογραφικό πρόγραμμα συμπληρώνεται με παραστάσεις από τον κύκλο της Πεντηκοστής, απεικονίσεις Προφητών και Δικαίων, και σκηνές από την παλαιά Διαθήκη, που προεικονίζουν την Θεοτόκο. Η επιλογή των θεμάτων και η διάταξη του εικονογραφικού κύκλου με την έντονη αφηγηματικότητά της στοχεύουν να τονίσουν το γεγονός της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού και αποτυπώνουν το χρονικό της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ο εικονογραφικός κύκλος αντανακλά απόψεις δύο Αγιορειτών μοναχών, μαθητών του Οσίου Νικηφόρου του ησυχαστού· του Αγίου Αθανασίου πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (1230-1310) και του μητροπολίτου Φιλαδελφείας Θεολήπτου (1250-1326) πνευματικού γέροντα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Η δογματική στερεότητα του εικονογραφικού προγράμματος είναι επίσης έκδηλη στην παράσταση του Χριστού ως Αναπεσόντα, στον δυτικό τοίχο, κάτω από την μεγάλων διαστάσεων παράσταση της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
 Χαρακτηριστικό της τέχνης του Πανσελήνου είναι ο αφηγηματικός χαρακτήρας των μνημειακών συνθέσεων, η έμφαση με την οποία αποδίδεται ο όγκος των σωμάτων –ογκηρή ζωγραφική-, οι πολυπρόσωπες σκηνές, η υιοθέτηση προτύπων από την ελληνική και ελληνιστική παράδοση, που αποδίδονται με ιδιαίτερη δραματικότητα και πνευματικότητα. Η χρήση αυτών των προτύπων είναι ευδιάκριτη σε παραστάσεις όπως η Κοίμηση της Θεοτόκου, όπου η έκφραση των προσώπων των πενθούντων έχει κάτι από την συγκρατημένη θλίψη των αρχαίων επιτυμβίων. Στην παράσταση της Βάπτισης επίσης είναι ιδιαίτερα αξιοπρόσεχτη η συμπερίληψη της μορφής του γέρου που ιππεύει τα δύο δελφίνια, προσωποποίηση του Ιορδάνη ποταμού, και των τριών παιδιών που πιασμένα χέρι χέρι περνούν ένα γεφύρι, θέματα και τα δύο που έλκουν την καταγωγή τους από την αλεξανδρινή παράδοση, στην οποία είχε στραφεί η τέχνη της εποχής των Παλαιολόγων. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν επίσης οι απεικονίσεις οικοδομημάτων· το οικοδόμημα με την κόγχη στην παράσταση της Σταύρωσης τονίζει ένα από τα ελάσσονα πρόσωπα της σκηνής, τον εκατόνταρχο, ο οποίος αποτελεί την ανθρώπινη μαρτυρία της σταυρικής θυσίας του Κυρίου. Καθοριστικό χαρακτηριστικό είναι επίσης το χρώμα· επικρατούν λαμπερά και φωτεινά χρώματα σε απαλές τονικές αποχρώσεις και αρμονικούς συνδυασμούς που προσδίδουν λάμψη και εκφραστική ζωντάνια στις μορφές. Βέβαια, τα χρώματα ίσως υπέστησαν αλλοιώσεις από το σοβαρό πρόβλημα υγρασίας που αντιμετωπίζει ο ναός και από τις περιπέτειες διαδοχικών αναστηλώσεων.
Το τέμπλο είναι μαρμάρινο με γεωμετρικά διακοσμητικά και ανάγεται στον 10ο αιώνα.
Στο σύνθρονο του Ιερού Βήματος βρίσκεται η Παναγία του Άξιον Εστί. Η λιτάνευση της εικόνας γίνεται την Δευτέρα του Πάσχα και είναι η μεγαλοπρεπέστερη λιτάνευση εφέστιας εικόνας στο Άγιον όρος.
Η είσοδος στον ναό δεν γίνεται από τον νάρθηκα στην δυτική πλευρά αλλά από μία μικρή πόρτα στο βάθος της τοξοστοιχίας που διατρέχει την βόρεια όψη. Μία σκάλα στο βόρειο άκρο οδηγεί στον άνω όροφο όπου βρίσκεται το παρεκκλήσιο του Τιμίου Προδρόμου. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο του είναι ιδιαίτερα περίτεχνο και το Ιερό Βήμα είναι κατάγραπτο από τοιχογραφίες. Η απεικόνιση Αγίων της περιοχής της Αχρίδας αποτελεί ίσως ένδειξη για την εθνοτική καταγωγή των κτητόρων του παρεκκλησίου Γερασίμου και Μερκουρίου, που μνημονεύονται σε επιγραφή κάτω από το παράθυρο στην νότια πλευρά. Ιστορικοί εντόπισαν ότι οι εν λόγω μοναχοί εγκαταβιούσαν στο Κελλί του Καπρούλη.


ε) Κτήριο Ιεράς Κοινότητος.

Απέναντι, στην βόρεια πλευρά του Πρωτάτου, υψώνεται το κτήριο της Ιεράς Κοινότητας.
Σε παλαιότερες εποχές οι προσκυνητές παρέδιδαν τις ταυτότητες και τα διαβατήριά τους όταν επιβιβάζονταν στο πλοίο στην Ουρανούπολη και παραλάμβαναν τα διαμονητήριά τους στο κτήριο της Ιεράς Κοινότητος, που αποτελούσε υποχρεωτικό σταθμό. Δεν υπάρχει περιηγητικό κείμενο που να μην περιγράφει την υποχρεωτική αυτή επίσκεψη στα γραφεία της Ιεράς Κοινότητος και το σφράγισμα του διαμονητηρίου με την σφραγίδα που απαρτιζόταν από 4 κομμάτια, ένα για κάθε επιστάτη.
Οι Συνάξεις αρχικά λάμβαναν χώρα στο Πρωτάτο, σε έγγραφο όμως του 1153 γίνεται διάκριση μεταξύ ναού και χώρου της Συνάξεως, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι Συνάξεις γινόταν σε άλλο χώρο, εκτός του ναού. Σε εκείνη την εποχή πρέπει να αναζητηθεί ο προπάτορας του σημερινού κτηρίου.
Στον 1ο όροφο του κτηρίου βρίσκονται τα γραφεία της τετραμελούς Ιεράς Επιστασίας, ενώ στον 2ο όροφο βρίσκεται η αίθουσα των Συνάξεων της Ιεράς Κοινότητος, όπου φυλάσσεται και το παλαιό ξυλόγλυπτο τέμπλο του Πρωτάτου. Ενσωματωμένος στο κτήριο της Ιεράς Κοινότητος είναι ο πύργος του Πρωτάτου.
Η αρχική οικοδομική φάση του πύργου κατά την Βυζαντινή περίοδο, εύκολα διακρίνεται στην βάση του. Οι πρωϊμότερες γραπτές αναφορές ανάγονται το 1694. Τον Απρίλιο της χρονιάς εκείνης ο λήσταρχος Τζεπέλης ή Τζελέπης επιτέθηκε με τους άνδρες του στις Καρυές με σκοπό να απαγάγει τον τότε Οθωμανό διοικητή Χασάν Αγά και να ζητήσει λύτρα. Στην αιματηρή συμπλοκή σκοτώθηκαν δύο μοναχοί, ο γιός του διοικητή, ένας Τούρκος αξιωματούχος και 5 ληστές· κάηκε επίσης ολοσχερώς το αντιπροσωπείο της Μονής Βατοπεδίου, όπου έμενε ο διοικητής. Φοβούμενη ότι μία τέτοια καταστροφή θα μπορούσε να επαναληφθεί, η Μεγάλη Σύναξις αποφάσισε να ανακαινίσει τον πύργο και να τον μετατρέψει σε μόνιμη κατοικία του διοικητή. Έρευνες αποδεικνύουν ότι η ανακαίνιση αυτή ήταν η πρώτη επέμβαση που δέχτηκε ο πύργος από τότε που χτίστηκε. Ο πύργος περιλάμβανε 3 λειτουργικές στάθμες, οι 2 κατώτερες είχαν θολωτή οροφή, ενώ η ανώτερη είχε ξύλινη. Φαίνεται ότι σε κάποια περίοδο υπήρχε ένας ξύλινος ανώτατος όροφος και ξύλινη σκεπή, που σκέπαζε τον περίδρομο των επάλξεων. Ο ανώτατος αυτός όροφος ανακαινίστηκε στην δεκαετία του 1890 για να αντιμετωπιστούν οι ζημιές που προκλήθηκαν όταν 2 λαϊκοί υπόδικοι για τον φόνο ενός μοναχού έβαλαν φωτιά στον πύργο στις 8 Μαΐου του 1884. Φαίνεται ότι την εποχή εκείνη ο ισόγειος όροφος χρησιμοποιείτο ως κρατητήριο λαϊκών. Στην ανακαίνιση αυτή δημιουργήθηκε στην δυτική όψη εξώστης και είσοδος στην προτελευταία στάθμη του πύργου, η οποία χρησιμοποιήθηκε για να στεγάσει την βιβλιοθήκη του Πρωτάτου, που μέχρι τότε βρισκόταν στα κατηχούμενα, πάνω από τον νάρθηκα του ναού.
Στην δεκαετία του 1930 χτίστηκε το σημερινό κτήριο της Ιεράς Κοινότητος, που ενσωμάτωσε 2 από τις 3 όψεις του πύργου, με αποτέλεσμα μόνο η ανατολική όψη του πύργου να είναι πλήρως ορατή.
Η κάτοψη του πύργου σχηματίζει τετράγωνο και το ύψος φτάνει τα 17 μέτρα. Το πάχος των τοίχων είναι 2,5 μέτρων στην βάση και 0,8 μέτρα στην ανώτατη στάθμη. Στις εξωτερικές όψεις υπάρχουν καταχύστρες που στηρίζονται σε λίθινα φουρούσια. Ο πύργος παρουσιάζει εντυπωσιακές ομοιότητες με τον πύργο της Μονής Καρακάλλου, ο οποίος μας δίνει μία εικόνα του πως θα ήταν ο πύργος του Πρωτάτου τον 17ο αιώνα. Πρόσφατα ο πύργος ανακαινίστηκε, και η 3η στάθμη του διασκευάστηκε σε μουσείο/σκευοφυλάκιο, όπου φυλάσσονται τα κειμήλια του Πρωτάτου. Επιγραφή στον εσωτερικό τοίχο, στο υπέρθυρο της εισόδου εκφράζει ευγνωμοσύνη για την γενναιόδωρη δωρεά του: κυρ Στεφάνου Ρανσιμάνου, που κατέστησε δυνατή την ανακαίνιση και την διασκευή του χώρου. Δεν πρόκειται για κάποιον ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας, αλλά για τον Βρετανό βυζαντινολόγο Sir Steven Runsiman, που προσέφερε στο Άγιον όρος το χρηματικό έπαθλο του βραβείου Ωνάση. Η οροφή του σκευοφυλακίου καλύπτεται με τοιχογραφίες του 2000, έργο του μοναχού Λουκά Ξενοφωντινού, οι οποίες με ελλειπτικό τρόπο αφηγούνται όλη την ιστορία του Αγίου Όρους, από τον 9ο αιώνα, μέχρι την απελευθέρωση από τον οθωμανικό ζυγό στις 2 Νοεμβρίου του 1912. Στο σκευοφυλάκιο φυλάσσονται ανεκτίμητα κειμήλια· φορητές εικόνες, αργυρεπίχρυσα ιερά σκεύη, βημόθυρα, χρυσόβουλλα και κηρόβουλλα αυτοκρατόρων και ηγεμόνων, φιρμάνια σουλτάνων. Στην βιβλιοθήκη φυλάσσονται 117 χειρόγραφα, εκ των οποίων 47 περγαμηνά και ορισμένα αρχαιότυπα. Στο αρχείο φυλάσσονται όλα τα Τυπικά του Αγίου όρους, συμπεριλαμβανομένου του Α΄ Τυπικού του 972, το οποίο είναι γραμμένο σε δέρμα τράγου, για αυτό αποκαλείται και Τράγος, έχει μήκος μεγαλύτερο από 3 μέτρα και αποτελεί το αρχαιότερο έγγραφο με αυτόγραφη υπογραφή Βυζαντινού αυτοκράτορα, του Ιωάννου Α΄ Τσιμισκή.
Αριστερά της επίσημης σκάλας βρίσκεται μία κρήνη. Η επιγραφή της αναφέρει ότι: αψηη΄ [1788] Δεκεμβρί κ΄/Ο δίψ κατεχόμενοι δετε κα κορεσθείτε/ πηγς κοδομήθη κ το κοινο δαπάνης/ τ συνδρομ πιστατν κα το νδοξωτάτου Χασακ Χαφς Μεχμτ Αγάς/ το ρους. [Χασάκης σημαίνει μέλος του σώματος της φρουράς των σουλτανικών ανακτόρων. Χαφής σημαίνει μελετητής του Κορανίου, σοφολογιότατος]. Διακρίνεται και επιγραφή στην παλαιά τουρκική γραφή.


Σχετικά:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου