Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

4054 - Του Παραδείσου τ’ όνειρο (Μνήμες Όρους Αγίου…Οκτ. 2013). Μέρος 10ο



Η κορυφή του Άθωνα και η πανταχού σκιά του, 
Με γαληνεύει πάντοτε μαζί με τα παιδιά του …
Αυτή που λαχταρούν πολύ  να την πατήσουν όλοι
Για να βρεθούν πιο κοντινά προς την απάνω Πόλη …
Απ το Πρωτάτο βήματα ως την Κουτλουμουσίου
Και έπειτα ο κατήφορος μέχρι του Παϊσίου,
τα μονοπάτια τα ιερά και τα κελιά Αγίων,
που εικόνες χάρτινες σκορπούν το μύρο των δακρύων….
Του Γαβριήλ του Μοναχού  φιλήσαμε το χέρι
και διδαχές που ταπεινός μόνο να δίνει ξέρει,
γράφτηκαν ανεξίτηλα για πάντα σε βιβλία
που κλείνουν  μέσα αρετές και κάθε αμαρτία,
που οι συνειδήσεις τα κρατούν  και κάποτε θ’ ανοίξουν
να διαβαστούνε δυνατά, τα αιώνια να δείξουν ….


Το λεωφορείο για Καρυές μας περίμενε έξω απ την πύλη της Μονής Φιλοθέου γύρω στις 8 το πρωί. Ανεβήκαμε παίρνοντας μαζί μας  τις πιο έντονα χρωματισμένες με του Θεού την ωραιότητα εικόνες. Δίπλα μου κάθισε ένας αδερφός που κάτι μου θύμιζε το πρόσωπό του. Είχα να τον δω είκοσι ολόκληρα χρόνια! Από νέα παιδιά ανταμώναμε ξανά σε ένα λεωφορείο, με προορισμό την πρωτεύουσα της Αθωνικής Πολιτείας. Μόλις είχε κατέβει από την κορυφή του Άθωνα. Μας περιέγραψε με ενθουσιασμό αυτήν την ανεπανάληπτη εμπειρία της ανάβασής του  στα απόκρυμνα μονοπάτια της Αγίας Κορυφής. Εκεί τα ξηρά και άνυδρα προσφέρουν «υγρασία» στην ψυχή, τα γυμνά και τα απαρήγορα την «ντύνουν» με  ευλογία και  Θεία χάρη. Ίσως η κορυφή του Άθωνα να ναι η πιο κοντινή στην Ουράνια Πατρίδα, την Άνω Πόλη. Δεν έχει σημασία το ύψος της μα η σκιά της …Αυτή που θα γαληνεύει πάντα όσους παραμυθητικά  σκέπασε και εκείνοι την «φορούν» κατάσαρκα πλέον πανταχού, σαν χειροποίητο Εσταυρωμένο  σε κάθε τους  επίγειο βήμα. 

Παντοτινοί Αναβάτες του  βουνού, Οικήτορες του ονείρου …

Μνήμη ….λαού που σε λένε  Άθω 
Εσύ μόνη απ' την φτέρνα τον άνδρα γνωρίζεις
Εσύ μόνη απ' την κόψη της πέτρας μιλάς
Εσύ την όψη των Αγίων οξύνεις
κι εσύ στου νερού των αιώνων την άκρη σύρεις
Πασχαλιάν Αναστάσιμη…
(Οδυσσέας  Ελύτης, Το Άξιον Εστί /Τα Πάθη, Ε'/Ίκαρος)


Οι Καρυές είναι γεμάτες από προσκυνητές. Εύκολα καταλαβαίνεις ποιος φεύγει, ποιος έρχεται και ποιος συνεχίζει. Τα πρόσωπα καθρεφτίζουν συναισθήματα. Ενθουσιασμός, γλυκιά μελαγχολία, ανυπομονησία, μπερδεύονται με τους σύγχρονους ρυθμούς, με το παρελθόν που σκορπά σεβασμό  αλλά και νοσταλγία για όσα δεν έζησες ποτέ… Αρκεί μια  πέτρα στον πλακόστρωτο δρόμο,  ένας γέρικος κορμός στην άκρη του, ένα κοίταγμα ψηλά σ ένα ερειπωμένο  κελί, ένας ήχος καμπάνας από κονάκι, να σε ταξιδέψουν σε μέρες ένδοξες   μόλις  κλείσεις για λίγο τα μάτια. 
......Πήραμε τον δρόμο για Κουτλουμουσίου. 

Το Πρωτάτο ήταν ακόμα κλειστό. Η Βασιλική του κυριαρχεί στην πρωινή πολύβουη πολίχνη. Θα επιστρέφαμε αργότερα να προσκυνήσουμε την Τιμιωτέρα των Χερουβίμ.  Λίγα λεπτά ως την πολυδιάβατη  αυλή της Φοβεράς Προστασίας. Αφήσαμε τα πράγματά μας στο Αρχονταρίκι. Θα επιστρέφαμε το μεσημέρι για να πάρουμε δωμάτιο. Συναντήσαμε τον γνωστό μας Πατέρα Π.. Το δικό του όνειρο σιγά-σιγά βγαίνει συν Θεώ αληθινό. Φτιάχνει κάτω απ την Κουτλουμουσίου σε γειτονιά των Αγγέλων το δικό του ασκηταριό. Μας πήγε ως την αυλή του υπό ανέργεση καθίσματος. Χώματα και πέτρες σχημάτιζαν λόφους. Τα απόκρυμνα λίγο –λίγο και έπαιρναν να ισιώνουν, να γίνουν και αυτά βάση για ακόμα έναν ταπεινό του Θεού Οίκο. Γαλήνια χαρά στα μάτια του Μοναχού. Πλέον είχε βρει μετά από έμπονη αναζήτηση το δικό του καταφύγιο ηρεμίας και σιωπής. Δίχως πολλά μέσα και πόρους προσπαθεί να οικονομηθεί με του Θεού την πρόνοια, για να φυτέψει και αυτός άλλο ένα ευσκιόφυλλο  δέντρο  μέσα στο πυκνόφυτο δάσος που ο Άθωνας αιώνια σκεπάζει. 
......Είμαστε σίγουροι ότι θα τα καταφέρει και ευχόμαστε κάποτε να αξιωθούμε να ξημερώσουμε  στο Εκκλησάκι που θα θεμελιωθεί σύντομα…
......Κατηφορίσαμε κι άλλο προς τα μέρη της Παναγούδας, η οποία απείχε πλέον ελάχιστα. Δεν θα μπορούσαμε να μην πάρουμε την ευχή του Γέροντα Γαβριήλ. Χτυπήσαμε την πόρτα του. Πάνω της κολλημένα χαρτάκια με ονόματα για προσευχή  από προηγούμενους επισκέπτες. Δεν πήραμε απάντηση… Θα ησυχάζει, σκεφτήκαμε και καθίσαμε στο καθιστικό κάτω απ το υπόστεγο. Στο τραπέζι υπήρχε ένα παγούρι με δροσερό  νερό και μια σκεπασμένη γαβάθα με λουκούμια. 
Παρατήρησα για πρώτη φορά το δέντρο που στέκεται απέναντι από την είσοδο του κελιού. Το σχήμα του ήταν εντυπωσιακό. Ένας τέλεια σχηματισμένος Σταυρός … ένας κορμός σαν  αγκαλιά ορθάνοιχτη που καρτερά τον γυρισμό … Ακούγαμε χτυπήματα από κάπου κοντά. Κάποιος σαν κάτι να μαστόρευε. Ο Αριστοτέλης κίνησε προς τα εκεί. Έπειτα από λίγο ήρθε και μας ανακοίνωσε με ενθουσιασμό ότι ήταν ο Γέροντας Γαβριήλ με ακόμα δυο Γέροντες  και φτιάχναν ένα φράχτη για να μην περνούν τα ζώα. Είχαμε ακούσει ότι ο  Γέροντας πρόσφατα νοσηλεύθηκε και εντυπωσιαστήκαμε όταν ακούσαμε ότι έκανε τόσο κοπιαστικές δουλειές. Ακόμα περισσότερο εκπλαγήκαμε μόλις τον είδαμε να κατεβαίνει προς το μέρος μας με βήμα ανάλαφρο και ταχύ. Τον είχαμε συναντήσει άλλες φορές ακόμα και εξαντλημένο να μας νουθετεί απ το κρεβατάκι του … Τώρα φαινόταν δυνατός … Γέμισε τις καρδιές μας με ελπίδα η όψη του. Δυνάμωσε και εμάς. Ήρθαν στο μυαλό μου τα λόγια του Αγίου  πλέον Γέροντος Πορφυρίου  που έλεγε: Να δουλεύεις σαν αθάνατος και να ζεις σαν ετοιμοθάνατος !
......–Παιδιά κεραστήκατε; Πάω λίγο μέσα και έρχομαι. Πάρτε αυτό και διαβάστε… μας είπε και έδωσε σε έναν από τους πολλούς που πλέον είχαν συγκεντρωθεί, να διαβάσει ένα θαυμαστό περιστατικό από μια οπτασία γυναικός που είδε τα φριχτώδη  της κολάσεως και τα φωτεινά του Παραδείσου  σε  μια μεταθανάτια εμπειρία …
......Η Ζωή μετά την ζωή !
......Δεν ήθελε ο Γέροντας να αφήσει έστω και λίγο απ το χρόνο μας να περάσει ανεκμετάλλευτος… Ήθελε εκτός απ τα συνταρακτικά και διδακτικά της αληθινής ιστορίας που ακούστηκε, να μας δείξει τον δρόμο της εγρήγορσης, της διαρκούς αγρύπνιας.... Ύστερα από λίγο βγήκε και κάθισε μαζί μας. Χωρίς προλόγους με την γνώριμη απαλή φωνούλα του άρχισε να μας μιλά: -Παιδιά αν θέλετε να πεινάσετε να αποθηκεύετε! Αν θέλετε να φτωχύνετε να θησαυρίζετε! Σε δυο απλά ταπεινά λογάκια του  Χριστού μας οι διδαχές:   Εμβλέψατε εις τα πετεινά του ουρανού οτι ου σπείρουσιν ουδε θερίζουσιν ουδε συνάγουσιν εις αποθήκας και ο Πατήρ υμών ο ουράνιος τρέφει αυτά ουχ υμείς μάλλον διαφέρετε αυτών..

Δεν είπε πολλά ο Γέροντας εκείνο το πρωινό… Ήταν όμως τόσο αρκετά για τις ψυχές μας και τόσο επίκαιρα για τις αγχωμένες αδέσποτες μέρες μας. Ο Γέρο –Γαβριήλ μας ευλογεί έναν –έναν ακουμπώντας  την γροθιά του στα κεφάλια μας. Είναι τόσο ιδιαίτερος, τόσο ταπεινός και τόσο ολόψυχος  αυτός ο τρόπος που ευλογεί …Σαν να έχει φυλακισμένη μια καρδιά μες στην χούφτα του, την δική του …Και την προσφέρει χωρίς εξαίρεση σε όποιον τον αναζητήσει …
......Παρατηρεί έναν νεαρότατο Ρώσο με μακριά μαλλιά  που είχε εν τω μεταξύ φτάσει στο κελάκι του Αγίου Χριστοδούλου. Αστειεύεται μαζί του … - Μακριά μαλλιά πείτε του ότι αφήνουν ή οι αφηρημένοι ή οι αφιερωμένοι! Αυτός τι είναι από τα δυο; -Και τα δυο!  απαντά με χαμόγελο  ο νέος! –Ε τότε πείτε του να με συγχωρέσει είπε ο Γέροντας και το εννοούσε! Ο νέος έσκυψε και του φίλησε το χέρι με σεβασμό που μαρτυρούσε πολλά… Τον φαντάστηκα σύντομα αφ… ιερωμένο μπροστά απ την Αγία Τράπεζα κελιού φτωχού σαν του Γέροντα με εικόνες μικρές ακόμα και χάρτινες   μυροβλύζουσες… σαν του Γέροντα … να στολίζουν μικρά  προσκυνητάρια και τους τοίχους του …-Να σας φάει όλους ο Παράδεισος!  μας ευχήθηκε ο φίλος του Γέροντος Παϊσίου … -Μην μου αφήνετε ονόματα παιδιά …Λέω την ευχούλα για όλον τον κόσμο! Πάτε τώρα  στην ευχή του Χριστού μας! 
......Πήραμε τον ανηφορικό δρόμο της επιστροφής επαναλαμβάνοντας κάθε τόσο τις φράσεις του ξακουστού χαρισματούχου  Γέροντα … Να μην μείνουμε στα λόγια παιδιά!  σαν να ακούστηκαν  από μακριά  ίσως και απ την κορφή του Άθω, φωνές Ουράνιων πλέον πρεσβευτών!

Ξαναμπήκαμε στο Κουτλουμούσι. Ο Γερμανικής  καταγωγής Μοναχός αεικίνητος, και πρόσχαρος, με διακόνημα του την φροντίδα των επισκεπτών, αφού μας ενημέρωσε με την χαρακτηριστική του προφορά για το πρόγραμμα του Μοναστηριού, μας τακτοποίησε σε  ένα μεγάλο δωμάτιο στην άκρη του πρώτου  ορόφου με δυο παράθυρα που κοιτούν στην αυλή της Μονής. Κοιτώ την θολοσκέπαστη κρήνη και το Καθολικό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Κάθε φορά όπως η πρώτη … Ξανά  νέες εικόνες και άλλες οράσεις  να γεμίζουν τα Κουτλουμουσιανά θυμητάρια. Μέχρι τον εσπερινό είχαμε τρείς  ώρες μπροστά μας. Ανεβήκαμε ως το Πρωτάτο. Μπήκαμε μέσα και συναντήσαμε τον γνωστό νεότατο Μοναχό τον Εκκλησάρη, που μας «μίλησε» τόσο ένα χρόνο πριν. Μας θυμήθηκε με χαρά και μας ένευσε δείχνοντάς μας προς το Ιερό. Καταλάβαμε ότι η Παναγιά ήταν  στο πιο ταιριαστό και περίβλεπτο για τις ψυχές  μέρος. 
Εκεί πίσω από την Αγία Τράπεζα η Πανίερη Εικόνα του Άξιον Εστί μας πρόσμενε ....

(συνεχίζεται)
νώντας σκοπετέας /Ημερολόγιο Όρους 2013
Πρώτη δημοσίευση στο ...ν τ φωτί Σου ψόμεθα φς

Προηγούμενα:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου