Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2012

2291 - Η προσφορά της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου εις το Γένος και εις την Παιδείαν





Αρχιμανδρίτης Έφραίμ 
Καθηγούμενος 
Ίεράς Μονής Βατοπαιδίου
ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΜΠΟΣΙΟ
"ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ
ΧΘΕΣ-ΣΗΜΕΡΑ-ΑΥΡΙΟ"
ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1993




Συζητείται πολύ σήμερον o ρόλος του αγιορειτικού μοναχισμού εντός της ζωής της Εκκλησίας.
Διατυπώνονται ποικίλαι απόψεις,  αι όποίαι είναι καρπός των ιδιαιτέρων σκέψεων και αντιλήψεων των συζητητών.
Μετά πολλής χαράς διαπιστώνομεν ότι έκτιμάται όλως ιδιαζόντως η άγιορειτική προσφορά προς το Γένος.
Απόδειξις τούτου είναι και η διοργάνωσις του παρόντος συνεδρίου.
Είναι τοις πάσι γνωστόν ότι το Άγιον Όρος διεδραμάτισε και ευτυχώς διαδραματίζει και σήμερον μέγιστον ρόλον εις την πνευματικήν και κοινωνικήν άναβάθμισιν του ευλογημένου ημών Γένους.
Μελετώντες τα άρχεία των πλουσιωτάτων βιβλιοθηκών των 'Ιερών Μονών του Άθωνος βλέπομεν  τους άγώνας και την πολυσχιδή δράσιν των 'Αγιορειτών πατέρων υπέρ της ’Ορθοδόξου ημών πίστεως και του Γένους.
Τό άξιον προσοχής είναι ότι οι Αγιορείται, όπως και πάντες οι ευσυνείδητοι ’Ορθόδοξοι μοναχοί, δεν διετήρησαν μόνον την ’Ορθόδοξον πίστιν άλώβητον και μετά σχολαστικότητος έβίωσαν την πατερικήν ζωήν, αλλά διέσωσαν την γλώσσαν και την παιδείαν, συνετήρησαν τα μνημεία της βυζαντινής τέχνης και συνέλεξαν εύλαβώς ό,τι πολύτιμον έναπέμεινεν εκ του βυζαντινού πολιτισμού.
Αί άγιορειτικαι μοναί επί πλέον έξετέλουν και μέγα κοινωνικόν εργον και ιδιαιτέρως εις περιόδους εθνικών δοκιμασιών.
Πάντοτε οι μοναχοί έμοιράζοντο τον άρτον μετά του πονεμένου λαού.
Ή παρούσα άνακοίνωσις δεν προτίθεται να παρουσιάση την πολυποίκιλον προσφοράν του άγιορειτικού μοναχισμού, αλλά την προσφοράν μιας των είκοσιν εύαγών μονών του Άθωνος, της καθ’ ήμας Ίερας, Βασιλικής, Πατριαρχικής, Μεγίστης Μονής του Βατοπαιδίου.
 Όφείλομεν να είπωμεν ότι επί του παρόντος είναι αδύνατος η συγγραφή ώλοκληρωμένης μελέτης επί του θέματος τούτου, καθ’ ότι το ήμέτερον άρχείον είναι τεράστιον και μέγα μέρος αύτού τυγχάνει είσέτι άνεξερεύνητον.
Ή ήμετέρα Μονή του Βατοπαιδίου, η οποία εσχεν εν τοσούτον ένδοξον ύπερχιλιετές παρελθόν, προσέφερεν εις το επίσημον αγιολόγιον της ’Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας ύπέρ  τους τεσσαράκοντα Βατοπαιδινούς αγίους.
Έξ αύτών, λόγω της στενότητος του χώρου, θά άναφέρωμεν μόνον
 τον άγιον Σάββαν, άρχιεπίσκοπον της Σερβίας, 
τον όσιον Μάξιμον, τον καλούμενον Γραικόν,
και τον όσιον Μακάριον τον Μακρήν, οι όποιοι άνέπτυξαν ίεραποστολικήν δράσιν και εις άλλα έθνη.
Περί το έτος 1197, o άγιος Σάββας και o εκ του βασιλικού θρόνου παραιτηθείς πατήρ του Στέφανος Νεμάνια προσέρχονται εις την 'Ιεράν Μονήν Βατοπαιδίου και λαμβάνουν το μέγα και άγγελικόν σχήμα.
Ή φήμη του αγίου Σάββα έξήλθε του ’Άθωνος, ώστε o Αύτοκράτωρ, προσκαλέσας τον άγιον εις Κωνσταντινούπολιν, έζήτησε την συμβουλήν του, όσον άφορά τας  βυζαντινοσερβικάς διπλωματικός σχέσεις.
Μετά την αύξησιν των Σέρβων μοναχών εις το Βατοπαίδιον παραχωρείται υπό της ήμετέρας Μονής το «μελισσομάνδριον» αυτής Χελανδάρι, δια  να κτίσουν οι δύο άγιοι «αύτοδέσποτον και αυτεξούσιον» ομώνυμον σερβικήν Μονήν, δια  να καταστή τόπος παρακλήσεως και άναπαύσεως των Σέρβων ’Ορθοδόξων.
Ένώ o άγιος Σάββας ήτο ήγούμενος της του Χελανδαρίου Μονής, έκών άκων έξελέγη πρώτος άρχιεπίσκοπος Σερβίας. 
Έκ της θέσεώς του ταύτης οργανώνει την ’Ορθόδοξον Σερβικήν Εκκλησίαν και συμβάλλει τα μέγιστα εις την πνευματικήν, κοινωνικήν και πολιτιστικήν άνάπτυξιν του Σερβικού έθνους.
 Ό άγιος Σάββας δεν κατέστη απλώς ένας Ιεραπόστολος αλλά αναμορφωτής και ποδηγέτης ολοκλήρου του Σερβικού λαού.
Ό έτερος Μέγας Βατοπαιδινός άγιος, o Μάξιμος o επονομαζόμενος ύπό των Ρώσων «Γραικός», κατήγετο εξ ’Άρτης, έκ της οικογενείας των Τριβωλών.
Μετέβη δια  σπουδάς εις την ’Ιταλίαν, παρακολουθήσας μαθήματα εις την έλληνικήν Σχολήν της Βενετίας, εις το Πανεπιστήμιον της Παδούης, εις την Φερράραν και την Φλωρεντίαν.
Άποφασίσας να άσπασθή τον μοναχικόν βίον, προσήλθεν εις την Ίεράν Μονήν Βατοπαιδίου περί το έτος 1505, καρείς μοναχός και διαμείνας ενταύθα επί μίαν συναπτήν δεκαετίαν.
Μετά άπό γραπτήν αίτησιν του Μεγάλου Ήγεμόνος της Ρωσίας Βασιλείου Ίωάννοβιτς μεταβαίνει εις Ρωσίαν προς μετάφρασιν του Ψαλτηρίου εις την σλαβονικήν και διόρθωσιν των σλαβονικών μεταφράσεων των λειτουργικών βιβλίων. 
Ό άγιος Μάξιμος, ως φιλόλογος και ιστορικός, θεολόγος και φιλόσοφος, ποιητής και ρήτωρ, συνετέλεσεν εις την άφύπνισιν των πνευματικών δυνάμεων της Ρωσίας και εις την άνάπτυξιν της εσωτερικής ζωής της έκεί  ’Εκκλησίας.
Έάν άπουσίαζεν η άγία προσωπικότης του όσίου Μαξίμου άπό την Ρωσικήν ’Εκκλησίαν, o Ρωσικός ’Ορθόδοξος λαός θά έκινδύνευε να άπολέση την ’Ορθόδοξον ταυτότητά του.
Κατά δε τον 15ον αιώνα εις την του Βατοπαιδίου Μονήν, εύρίσκομεν τον Ισάξιον μέ  τους δύο προαναφερθέντας Βατοπαιδινούς φωστήρας όσιον Μακάριον τον Μακρήν, άνδρα άρτιας θεολογικής και θύραθεν μορφώσεως.
Έγεννήθη εις την Θεσσαλονίκην περί το 1391.
Μετά τον θάνατον της μητρός του, εις ηλικίαν μόλις 18 έτών, άποσύρεται και κείρεται μοναχός εις το Βατοπαίδιον.
Μαθητεύει παρά  τους πόδας έναρέτων και σοφών γερόντων επί δώδεκα συναπτά έτη.
Ή φήμη του άγίου τούτου άνδρός φθάνει μέχρι της πρωτευούσης, ώστε o αύτοκράτωρ Μανουήλ Β' o Παλαιολόγος να τον διορίση ηγούμενον της Μονής Παντοκράτορος και να του άπονείμη τον τίτλον του Μεγάλου Πρωτοσυγκέλλου της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως.
Ό δε αύτοκράτωρ ’Ιωάννης o Η' πέμπει τον όσιον Μακάριον εις την Ρώμην δια  να συζητήσει το περί συγκλήσεως Οικουμενικής Συνόδου και ένώσεως των δύο Εκκλησιών πρόβλημα. 
Καίτοι εχθρός της τοιαύτης ένώσεως, o άγιος Μακάριος έμελλε να άπέλθη εις Ρώμην, επί κεφαλής δευτέρας άποστολής, άλλ’ όμως επιδημική νόσος τον ήνάγκασε να άποσυρθή εις την Χάλκην, όπου και έκοιμήθη την 7ην Ίανουαρίου 1431.
Ή καθ’ ημάς Ιερά Μεγίστη Μονή τοϋ Βατοπαιδίου, ως προανεφέρθη, προσέφερε μεγάλην χορείαν άγίων εις το άγιολόγιον της ’Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Παραλλήλως άνέδειξε και λογίους μοναχούς, σπανίων χαρισμάτων και ικανοτήτων, οι όποιοι υπηρέτησαν την Μονήν και το Αγιον Ορος, διατελέσαντες επί πολλά ετη πρωτεπιστάται, άντιπρόσωποι, γραμματείς της Ιεράς Κοινότητος, διδάσκαλοι και πληρεξούσιοι άπεσταλμένοι της Μονής μας η και ολοκλήρου του 'Αγιωνύμου ήμών "Ορους εις Κωνσταντινούπολιν, Θεσσαλονίκην, Ρουμανίαν και Ρωσίαν.
Διέκρινεν αυτούς η πνευματικότης, η άγιορειτική και ελληνική συνείδησις, χαρίσματα με τα όποια έταξαν  τους εαυτούς των θεματοφύλακας των ίερών παραδόσεων της φυλής μας και άναλώθησαν υπέρ των ύψίστων του τόπου συμφερόντων. 
Οί περιφανείς ούτοι άνδρες δεν έλαθον της προσοχής της Μητρός Εκκλησίας, υπό της όποίας ούτοι εκαλούντο εις πάσαν περίστασιν δια  να άναλάβουν ύψηλάς άποστολάς και προασπίσωσι τα συμφέροντα της Εκκλησίας και τοϋ Γένους.
Πλείστοι όσοι Βατοπαιδινοί πατέρες άνεδείχθησαν πατριάρχαι, μητροπολίται και  τιτουλάριοι επίσκοποι του  Οικουμενικού Θρόνου, άλλά και ούκ ολίγοι πατριάρχαι και μητροπολίται άφυπηρετήσαντες διήλθον τα τελευταία ετη της ζωής των εις το κλεινόν Βατοπαίδιον.
Τρανόν παράδειγμα τυγχάνει o διαπρεπής μητροπολίτης Είρηνουπόλεως και Βατοπαιδίου Γρηγόριος, διατελέσας επί πολλά έτη έξαρχος και ηγούμενος των Βατοπαιδινών μετοχίων της Ρουμανίας.
Έγεννήθη το έτος 1761 εις την Έφεσον και έσπούδασε τα Ιερά γράμματα εις τας  νήσους Πάτμον και Χίον, έχων διδασκάλους Δανιήλ τον Πάτμιον και "Αθανάσιον τον Πάριον. Άποπερατώσας τας  σπουδάς του, μεταβαίνει εις την Κωνσταντινούπολιν, όπου διορίζεται Πρωτοσύγκελλος της Ίεράς Μητροπόλεως Σηλυβρίας.
Ό πόθος δια  την μάθησιν τον έλκει πάλιν εις το Βουκουρέστιον, όπου έδίδασκεν o Λάμπρος Φωτιάδης. Έκεί συνεδέθη μετά του Γέροντος Αρσενίου Βατοπαιδινου, ήγουμένου του Βατοπαιδινου μετοχιού του καλουμένου «Μύρα».
Προτροπή δε του Γέροντος Αρσενίου, o Γρηγόριος ένεγράφη εις την Βατοπαιδινήν αδελφότητα.
Τό 1802 μεταβαίνει εις την Μονήν όπου προβιβάζεται εις ήγούμενον αύτής.
Κατόπιν δε κανονικής ψηφοφορίας, εκλέγεται μητροπολίτης Είρηνουπόλεως και Βατοπαιδίου και χειροτονείται υπό του πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου του Ε', εν τώ καθολικώ της ήμετέρας Μονής.
Μετά παρέλευσιν τριών μηνών, άποστέλλεται υπό της Μονής ως γενικός έφορος των εν Μολδαβία Βατοπαιδινών μοναστηρίων και σκητών.
Μετά την άνάληψιν της ηγουμενίας του Βατοπαιδινού Μοναστηριού της Γκόλιας, κατά το 1806, άρχεται η πλουσία δραστηριότης του Γρηγορίου, εν μέσω πολλών δυσχερείων, ένεκα του τότε έκραγέντος μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας πολέμου.
Ό επί εξαετίαν διαρκέσας πόλεμος έπέφερε πολλά δεινά εις τον λαόν και o Γρηγόριος δεν έπαυσεν στηρίζων και παρηγορών  τους πάσχοντας, συντρέχων ύλικώς  τους έχοντας ανάγκην.
Τό σάλπισμα της ελληνικής έξεγέρσεως του 1821 διεγείρει τα αισθήματα του Γρηγορίου και τον επιστρατεύει εις νέους αγώνας. 
Βοηθεί  και ύλικώς το έθνικόν κίνημα, προσφέρων μέχρι και την πολύτιμον άρχιερατικήν του μίτραν, μίαν πατερίτσαν, εν έγκόλπιον μέ σμαράγδια και ένα σταυρόν μέ ρουμπίνια.
Επίσης προσφέρει εις τον εν Ίασίω έλληνικόν στρατόν δύο χιλιάδας όκάδας μολύβδου.
Πρόσφυγες εκ Κωνσταντινουπόλεως ύπέρ  τους έπτακοσίους εγκαθίστανται υπό του Γρηγορίου εις εν Βατοπαιδινόν μετόχιον της Βεσσαραβίας, παρέχοντος αύτοίς πάντα τα άναγκαία.
Τό έτος 1826 διεδραμάτισε καθοριστικόν ρόλον εις την διασφάλισιν των δικαιωμάτων των Μοναστηρίων και μετοχίων του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, της Ιεράς Μονής Σινά και του 'Αγίου Όρους. 
Ή προσφορά του Γρηγορίου έξαπλούται και εις τον τομέα της παιδείας. 
Τό 1821 προσφέρει δέκα χιλιάδας γρόσια εις την Ακαδημίαν της Σπάρτης και άργότερον βοηθεί  εις την άνέγερσιν Σχολής εις την πατρίδα του Έφεσον και την Θεολογικήν Σχολήν της Χάλκης.
Τέλος o Αύτοκράτωρ Ρωσίας Νικόλαος, έκτιμήσας την άρετήν και την πλουσίαν φιλανθρωπικήν δράσιν του Γρηγορίου, έτίμησεν αύτόν δια  των παρασήμων της αγίας ’Αννης.
Διά δε την ιδιαιτέραν συμβολήν του εις  τους αγώνας του έθνους, έτιμήθη ύπό του βασιλέως της Ελλάδος Όθωνος δια  του παρασήμου των Ταξιαρχών του Σωτήρος.
Εις το σημείον αύτό πρέπει να άναφερθώμεν και εις την προσφοράν των ούκ ολίγων μετοχίων της καθ’ ημάς Ιεράς Μονής, τα όποια έξηπλούντο εις όλην την έλληνικήν επικράτειαν, όπως εις την Χαλκιδικήν και εις όλην την Μακεδονίαν, την Μικράν Ασίαν, εις τας  νήσους, και εις άλλα μέρη της τέως ’Οθωμανικής αύτοκρατορίας και δή εις τας  παραδουναβίους ηγεμονίας.
Εις τα Βατοπαιδινά μετόχια άπεστέλλοντο διακεκριμένοι πατέρες ως έποπτεύοντες αύτά και διαχειριζόμενοι τας  όχι εύκαταφρονήτους περιουσίας των.
Μάλιστα δε τινες εξ αύτών διεκρίθησαν δια  την άγιότητά των και την επιρροήν την όποίαν ήσκουν εις τας  ήγεμονικάς αύλάς όσον αφορά τα συμφέροντα του υποδούλου ελληνικού έθνους.
Οί Βατοπαιδινοί ούτοι πατέρες όχι μόνον έπαρηγόρουν και ήγίαζον τον λαόν, άλλά και τον έπροστάτευον και από τας  καταλυτικός ένεργείας των ετεροδόξων και άλλοδόξων γειτονικών λαών.
Εις δε τα μετόχια αύτά εύρισκον καταφύγιον οι διδάσκαλοι του γένους, οι όποιοι πολλάκις έμισθοδοτούντο και διετρέφοντο ύπό των μετοχίων.
Συγκεκριμένως εις τα μετόχια της Ρουμανίας έλειτούργουν σχολαι δια  την διαπαιδαγώγησιν των ομογενών και τυπογραφεία δια  την έκδοσιν βιβλίων, θρησκευτικού και εθνικού περιεχομένου.
Εις  τους δυσκόλους εκείνους χρόνους της δουλείας, βλέπουσα η ήμετέρα Μονή  τους σκλαβωμένους 'Έλληνας να βυθίζονται εις την άμάθειαν, κινδυνεύοντες να άπωλέσουν και αύτήν την μητρικήν των γλώσσαν, δεν ήτο δυνατόν να μή έπικεντρισθή το ενδιαφέρον της και εις τον τομέα της παιδείας.
Κατά το έτος 1745 άποφασίζει την ίδρυσιν της περιωνύμου Άθωνιάδος Ακαδημίας εις τον παρακείμενον προς άνατολάς λόφον αύτής.
Την  άνέγερσιν των κτηρίων και την λειτουργίαν της Σχολής αναλαμβάνει καθ’ ολοκληρίαν η Μονή, εις μίαν περίοδον μάλιστα κατά την όποίαν άντιμετώπιζε μεγάλα οικονομικά προβλήματα, λόγφ της βαρείας φορολογίας υπό των τουρκικών αρχών.
Ένεκα τούτου δέχεται τον έπαινον και την ευαρέσκειαν της Μητρός Εκκλησίας.
Ή ιδρυσις της Σχολής άνεπτέρωσεν το ήθικόν του υποδούλου Ελληνισμού και συνεκίνησε  τους πατριάρχας και άλλους λογίους του Έθνους, ώστε o ’Αδαμάντιος Κοραής εγκωμιάζουν  τους Βατοπαιδινούς μοναχούς να λέγη:
Εύγε και υπερεύγε, Σεβασμιώτατοι Βατοπαιδινοί!
Έάν εσείς έπληρώσατε ο,τι χρεωστεί τε εις την ημών μητέρα και πατρίδα, η πατρίς πρέπει να σας ευχαρίστηση ως εύεργέτας και όχι ως πληρωτάς...
Ή Άθωνιάς ήτο η μεγαλυτέρα Ελληνική Σχολή εις τον τουρκοκρατούμενον χώρον και έφθασε να άριθμή διακοσίους μαθητάς.
Προσήλθε πλήθος σπουδαστών, όχι μόνον εξ όλων των εστιών του Ελληνισμού, άλλά και εξ άλλων χωρών της Βαλκανικής.



Πρώτος Σχολάρχης αύτής έχρημάτισεν o ίεροδιάκονος Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης o εξ Εβραίων, τον όποιον διεδέχθη o σοφώτατος των Ελλήνων του 18ου αίώνος Ευγένιος Βούλγαρις.


Διδάσκαλοι της Σχολής διετέλεσαν εκτός του Ευγενίου Βουλγάρεως και o ’Αθανάσιος o Πάριος, o Παναγιώτης Παλαμάς, o Νικόλαος Τζερτούλης και o ίεροδιάκονος Κυπριανός o Κύπριος, o μετέπειτα πατριάρχης ’Αλεξάνδρειάς. Μεταξύ των μαθητών της Άθωνιάδος Σχολής συγκαταλέγονται, o άγιος Κοσμάς o Αιτωλός, o Ρήγας Φερραί ος, o Σέργιος o ΜακραΙος, o Ίώσηπος Μοισιόδαξ.
Ό Οικουμενικός Πατριάρχης Κύριλλος Ε', το έτος 1750 έξέδωκε σιγίλλιον, γνωστοποιών εις το χριστεπώνυμον πλήρωμα την ιδρυσιν της Σχολής και ζητών την οίκονομικήν ένίσχυσιν αύτής. Παραλλήλως η Μονή Βατοπαιδίου άπέστειλεν εις την Θεσσαλονίκην τον ιερομόναχον Ίωάσαφ μετ’ άγίων λειψάνων, προς συλλογήν χρημάτων ύπέρ της Άθωνιάδος Σχολής.
Δυστυχώς έριδες και άντιζηλίαι συνετέλεσαν εις τον κλείσιμον της γεραράς Άθωνιάδος Σχολής, η οποία εις τόσον μικρόν χρονικόν διαστημα είχεν άποδώση λαμπρά άποτελέσματα, ώστε να καταστή γνωστή εις όλον τον ’Ορθόδοξον κόσμον.
Ή Μονή του Βατοπαιδίου, έχουσα ως παράδοσιν να πρωτοστάτη εις έθνικάς προσφοράς, δεν κατέλιπε την ιδέαν της επαναλειτουργίας της Σχολής και άποστέλλει τον ιερομόναχον Γαβριήλ Βατοπαιδινόν εις τας  άκμαζούσας τότε έλληνικάς παροικίας της Βενετίας, της Τεργέστης, της Αύστρουγγαρίας και της Σερβίας προς διενέργειαν εράνων.
Παρ’ όλα ταύτα η Σχολή δεν έπανελειτούργησε και άντ’ αύτής μία μικροτέρα ήρχισε να λειτουργή εντός της Μονής δια  τας  άνάγκας της Βατοπαιδινής άδελφότητος.
Εφέτος συμπληρώνονται 240 έτη άπό της έλεύσεως του Ευγενίου Βουλγάρεως εις τον Άθωνα και 40 ετη άπό της επαναλειτουργίας της Άθωνιάδος Σχολής εις τα κτήρια της Βατοπαιδινής Σκήτεως του Αγίου Άνδρέου.
Έκτοτε η Μονή βοηθεί  οίκονομικώς την Σχολήν, παρέχουσα μερίδιον έκ των προσόδων της άνηκούσης εις αύτήν λιμνοθαλάσσης Βιστωνίδος.
Ή καθ’ ημάς 'Ιερά Μονή του Βατοπαιδίου, έχουσα διαρκώς φιλόστοργον μέριμνα δια  την παιδείαν, συντρέχει οίκονομικώς και άλλας Έλληνικάς Σχολάς και εκτός του Αγίου ’Όρους.
Τό έτος 1880 προσφέρει το ποσόν των τριών χιλιάδων επτακοσίων χρυσών λιρών δια  την άνέγερσιν της Μεγάλης του Γένους Σχολής.
 Ό Οικουμενικός Πατριάρχης ’Ιωακείμ Γ' δια  συνοδικού γράμματος εκφράζει την ευαρέσκειαν και τον έπαινον της Μεγάλης του Χριστού ’Εκκλησίας προς την Ίεράν ήμών Μονήν, θεωρών την δωρεάν ταύτην εις ακραιφνούς φιλογενείας τε και ενσεβείας τρανοτάτην ενδειξιν.
Τό ετος 1908 η Μεγίστη αύτη Μονή βοηθει οικονομικώς και το έτερον πνευματικόν ίδρυμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου την περιώνυμον Θεολογικήν Σχολήν της Χάλκης, προσφέρουσα το μέγα ποσόν των πέντε χιλιάδων χρυσών λιρών.
Ή Μεγάλη του Χριστού πρωτόθρονος ’Εκκλησία, δια  Πατριαρχικού Γράμματος, ευχαριστούσα την Μονήν, διαβεβαιοί  ταύτην ότι η τε ευεργετηθείσα Σχολή και η Μήτηρ Εκκλησία μεγίστην εχουσι χάριν τή Ίερα υμών Μονη επί τη εύκαιρια και γενναία ταύτη δωρεά.
Κατά δε το ετος 1912, η Ιερά ήμών Μονή αποδέχεται όπως άνεγείρη εις Κωνσταντινούπολη —ίδίαις δαπάναις— την Έλληνικήν Σχολήν Γλωσσών και ’Εμπορίου.
Ή φιλανθρωπική δράσις της Μονής προς την παιδείαν του Γένους ήμών έπεκτείνεται και πέραν των ορίων της Κωνσταντινουπόλεως.
Πλείστα αλλα εκπαιδευτικά Ιδρύματα, εις όλας τας  εστίας του Ελληνισμού της Βαλκανικής και της Μικράς ’Ασίας, άπέλαβον των εύεργεσιών του Βατοπαιδίου άλλοτε δια  χρηματικών ποσών, άλλοτε δια  παραχωρήσεως οικοπέδων και άλλοτε δια  μετατροπής των ιδίων των Μοναστηρίων εις σχολεία, προκειμένου να πραγματωθούν τα φιλογενή αισθήματα και o διακαής πόθος των Βατοπαιδινών πατέρων δια  την έλληνορθόδοξον διαπαιδαγώγησιν των Έλληνοπαίδων.
Ένδεικτικώς άναφέρομεν σχολεία, τα όποια η Μονή δια  άξιολόγου ποσού συνέδραμεν η εκ βάθρων άνήγειρεν εις τας  κοινότητας Καλλιπόλεως, Κισνοβίου, Σωζοπόλεως, Παριγκόβης, Τερισσού, Μαγνησίας, Φιλιππουπόλεως, Σερρών, Νευροκοπίου, Θεσσαλονίκης, Όρμυλίας, Δράμας, Μουδανιών και Πεδουλά και Λάρνακος Κύπρου.
Ερευνώντες το άρχείον της Ίερας ήμών Μονής μανθάνομεν ότι πλειστοι επίσκοποι δια  πάσαν άνάγκην του ποιμνίου των κατέφευγον εις την Μονήν δια  να ζητήσουν την βοήθειαν αυτής.
Όθεν η Μονή προσέρχεται αρωγός εις πρόσφυγας, σεισμοπαθείς και πυροπαθείς, σώζει κινδυνευούσας κοινότητας εκ της πείνης και της δυστυχίας και ενίοτε ύπό παντελούς άφανισμού.
Εξαγοράζει έκ του Τούρκου ’Αγά δια  του ποσού των οκτώ χιλιάδων χρυσών λιρών  τους κατοίκους των χωρίων Βρασνών και Σταυρού Χαλκιδικής, οι όποιοι ήσαν καταδικασμένοι εις σφαγήν, διότι δεν ήδύναντο να πληρώσουν  τους εντεταλμένους ύπό των Τούρκων φόρους.
Εις δε την Θεσσαλονίκην, μετά την μεγάλην πυρκαϊάν του 1917, χορηγεί το ύπέρογκον ποσόν των πέντε χιλιάδων χρυσών φράγκων προς άντιμετώπισιν των καταστροφών.
Εις δε τον γαλλικόν ’Ερυθρόν Σταυρόν το μέγα τότε ποσόν των είκοσι χιλιάδων δραχμών.
Επί πλέον η Ιερά Μονή παραχωρεί οικόπεδα προς άνέγερσιν έπισκοπείων, γηροκομείων και νοσοκομείων.
Ένδεικτικώς, κατά το ετος 1910 παραχωρεί 71 στρέμματα προς άνέγερσιν του Νοσοκομείου Σερρών.
Μεγάλη η συνεισφορά της Μονής και εις την άνέγερσιν 'Ιερών Ναών, όχι μόνον δια  χρηματικής συμβολής, άλλά έξοπλούσα αυ τους δια  Ιερών άμφιων και σκευών και άγίων λειψάνων.
Ένδεικτικώς,  αι εννέα ίεραι είκόναι  αι όποί αι κοσμούν σήμερον το Πατριαρχικόν παρεκκλήσιον του Αποστόλου Άνδρέου, έδωρήθησαν ύπό της Μονής το 1882.
Εις δε τον καέντα ίερόν ναόν του Πολιούχου της Θεσσαλονίκης, κατά την μεγάλην πυρκαϊάν του έτους 1917, προσφέρει όλην την ξυλείαν προς άποκατάστασιν της σκεπής αύτού.
Θεωρούμεν εύλογον πρίν τελειώσωμεν να ρίψωμεν εν ταχύτατον βλέμμα και εις την συμμετοχήν της Μονής του Βατοπαιδίου εις  τους εθνικούς άγώνας του 1821.

Ή έκρηξις του μεγάλου τούτου άπελευθερωτικού κινήματος εύρε ζωηράν άπήχησιν και εις το Άγιον ’Όρος, ώστε χίλιοι πεντακόσιοι μοναχοί να ταχθούν παρά το πλευράν του επιφανούς οπλαρχηγού ’Εμμανουήλ Παπά και να εκστρατεύσουν κατά των Τούρκων εις την Χαλκιδικήν.
 Ώς γνωστόν, η εκστρατεία αύτη άπέτυχε και  αι μοναι ύπέστησαν σκληρά άντίποινα παρά του πασά της Θεσσαλονίκης Άβδούλ Ρομπούτ.
Κηρυχθείσης της Ελληνικής ’Επαναστάσεως την 25ην Μαρτίου 1821, το Άγιον ’Όρος έδέχθη τα γυναικόπαιδα της Χαλκιδικής και η Μονή Βατοπαιδίου έφιλοξένησεν εις τα παράλια αυτής όλα τα γυναικόπαιδα της Ιερισσού επί ενα μήνα, παρέχουσα εις αύτά πάντα τα άναγκαια.
Αί μοναι του Άγιου Όρους άμέσως προσφέρουν εις τον έθνικόν άγώνα δλα τα πυρομαχικά των, μετά μεγάλου ποσού τροφίμων και μετατρέπουν τα «χαλκαδιά» των εις όπλουργεία.
Ή δε Μονή του Βατοπαιδίου, κατόπιν αίτήσεως της Ιεράς Κοινότητος, έστειλεν εν πλοίον μεστόν τροφίμων προς ένίσχυσιν του στρατού εις τον Πρόβλακα.
Ή έξέγερσις άποτυγχάνει και o στρατός διασκορπίζεται εις το όρος Παγγαίον και εις τα χαρακώματα της Βίγλας.
Βλέπουσα δε η Μονή Βατοπαιδίου την κατάστασιν αυτήν και προβλέπουσα την άναπόφευκτον καταστροφήν των μονών, προτρέπει τας  άλλας μονάς και την 'Ιεράν Κοινότητα δπως άποστείλουν προϊσταμένους Γέροντας, ως εκπροσώπους αύτών εις τον Πρόβλακα και δηλώσωσιν ύποταγήν εις τον τουρκικόν στρατόν.
Κατ’ άπαίτησιν δε του πασά μεταβαίνουν εις τον Πρόβλακα 120 Προϊστάμενοι, οι όποιοι κρατούνται ως όμηροι.
Ό δε πασάς, δια  την έξέγερσίν των, επιβάλλει εις αυ τους χρηματικήν ποινήν ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων γροσίων.
’Επειδή όμως ήτο άδύνατον να έξευρεθή άμέσως όλον το ποσόν, παρεκλήθη o πασάς και έδέχθη έν μέρος του ποσού, ύπό τον όρον να δώσωσι και εις τον ’ίδιον προσωπικώς εν μέγα χρηματικόν δώρον.
 Έκ των 120 προϊσταμένων των μονών, οι μέν 38 έκρατήθησαν εις Κομίτσα, οι δε λοιποί 82 ώδηγήθησαν εις τας  φυλακάς της Θεσσαλονίκης, ένθα πολλοί εξ αύτών έκοιμήθησαν, ενεκα των πολλών κακουχιών και βασάνων.
Μετά δε την σύναψιν της συμφωνίας, o Ραμπούτ πασάς επεμψεν άμέσως τρεις χιλιάδας στρατιώτας εντός του Αγίου Όρους, ύπό την άρχηγίαν του Μουράτ άγά, δια  να περισυλλέξουν όπλα και πυρομαχικά και να συλλάβουν  τους έπαναστάτας.
Οί Τούρκοι στρατιώται περιήρχοντο όλας τας  μονάς μισθοτροφοδοτούμενοι ύπό τών 'Αγιορειτών.
Ό δε Μουράτ αγάς έγκατέστησε το άρχηγείόν του εις την Μονήν Βατοπαιδίου.
Έν τω μεταξύ οι Βατοπαιδινοί πατέρες έκ των φυλακών Θεσσαλονίκης, προηγούμενος Θεόφιλος, Δαμασκηνός και Θεωνάς, έγραφον εις την Μονήν τα εξής:
Δηλοποιούμεν ύμίν μέ πόνον ψυχής και μετά θερμών δακρύων ότι απόψε εις τας  πέντε της νυκτός, άφού μάς έδειραν όλους άνηλεώς, έδειραν κατ’ εξοχήν τον δυστυχή Σπανδωτήν.
Τώρα προ δύο ώρών, ευρίσκεται ημιθανής και δεν άρκεί  τούτο μάς έφεραν υψηλήν προσταγήν, εάν εις πέντε ημερών διάστημα δεν οίκονομήση όλον το χρέος του 'Αγίου ’Όρους o κυρ Σπανδωτής, αυτόν θέλουν τον άποθάνει μέ μαρτυρικόν θάνατον, καθώς και ημάς όλους.
Παρατηρήσατε έν Χριστω άδελφοί, την τραγικήν μας περίστασιν και λαμβάνοντες σπλάγχνα οίκτιρμών, προφθάσατέ μας άδελφοί δι ’ άγάπην Θεού, μέ όσα μετρητά δύνασθε... διότι δεν κινδυνεύομεν μόνον ημείς μέ τοιούτον μαρτυρικόν θάνατον άλλά και όλοι οι  του Αγίου 'Όρους άδελφοί και αυτά τα ιερά καταγώγια, διότι η οργή του ύφους του, ταύτη τη νυκτί έφάνη εις ημάς άπαραδειγμάτιστος και άποφασιστική...
Ή κατάστασις λοιπόν αύτη έξηνάγκασε τας  μονάς να καταβάλουν το όφειλόμενον χρέος των και δια  την συμπλήρωσιν ολοκλήρου του ποσού άπετάθησαν δια  παρακλητικών έπιστολών εις την Μονήν του Βατοπαιδίου.
Ή δε καθ’ ημάς Ιερά Μονή έξαντλήσασα το ταμείον αύτής έπώλησε και αυτά τα έναπομείναντα άργυρά, ινα δυνηθή να συμπληρώση το όφειλόμενον χρέος.
Ούτως οι Τούρκοι δι’ άφορήτων πιέσεων και παραλόγων άξιώσεων έρριπτον όλον το βάρος εις τας  πέντε πρώτας μεγάλας μονάς και δή εις την Μονήν του Βατοπαιδίου, η οποία σύν τοίς άλλοις είχε να διαθρέψη και την πολυέξοδον συνοδίαν του Μουράτ άγά, να άποζημειώνη  τους Τούρκους δια  κάθε άπώλειαν η κλοπήν ένεργουμένην ύπό των κλεπτών, άλλά και να άνταποκρίνεται εις τας  παρακλητικός έπιστολάς των άλλων μονών.
Ένεκα των δεινών και της πτωχείας των, πάσαι σχεδόν  αι μοναί άπηυθύνοντο εις την ήμετέραν Μονήν, ως εύποροτέραν, ζητούσαι «...όρυζαν και κριθήν...» δια  τον τουρκικόν στρατόν, διότι εάν δεν έδιδον τας  αίτουμένας τροφάς έδέχοντο  τους άγριους δαρμούς των Τούρκων στρατιωτών.
Ό ήμέτερος άντιπρόσωπος Νικηφόρος Προηγούμενος—γράφει η Μονή Μεγίστης Λαύρας προς την Μεγίστην Μονήν του Βατοπαιδίου— μάς ειδοποιεί ότι η Ύμετέρα Πανοσιότης έδείξατε πάλιν εις ημάς την έν Χριστφ εύσπλαγχνίαν ότι θέλετε μάς δώσει δέκα μουντζούρια κουκουνάρες.
'Όθεν δια  την άκραν δυστυχίαν όπου δοκιμάζομεν άπό τροφήν δεν άμελήσαμεν εις το να στείλωμεν άμέσως την βάρκαν...
Ή δε 'Ιερά Μονή των Ίβήρων γράφει προς την ήμετέραν Μονήν:
Ούτε εντροπήν ούτε φόβον έχει η πείνα. 
Έφθάσαμεν ήδη εις μίαν άθλιοτάτην κατάστασιν εξ αιτίας της έλλείψεως τροφής, ώστε να άφήσωμεν να περιγράψωμεν εις ποίαν έλεεινήν κατάστασιν εύρισκόμεθα, λέγομεν μόνον ότι ούτε έντρεπόμεθα ούτε συστελλόμεθα άπό του να ζητήσωμεν και αϋθις παρά της Ύμετέρας άγάπης καμμίαν έκατοστήν οκάδες καλαμπόκι, δια  να προφθάσωμεν μερικούς άδελφούς μας γέροντας, οίτινες πέντε ημέρας εχουσι σήμερον να φάγωσι και άπέκαμαν οι δυστυχείς...
Γνωρίζομεν και την στενοχώριαν της Ύμετέρας άγάπης και ότι πολλούς τοιούτους ωσάν ημάς προφθάνετε έκ τοϋ υστερήματος σας σχεδόν, πλήν και ημάς αύθις προφθάσατέ δια  τον Κύριον, δια  την Ύπεραγίαν Θεοτόκον, δια   τους δυστυχείς άδελφούς μας Γέροντας.
Τοϋτο μετά πόνου καρδίας...
Ή εννεαετής παραμονή του τουρκικού στρατού εις το "Άγιον "Ορος έπέφερε πολλά δεινά και πάσαι  αι άγιορειτικαι μοναί περιήλθον εις άθλίαν οίκονομικήν κατάστασιν.
Άπωλέσθησαν άνθρώπιναι ζωαί, μοναστηριακά κτήρια και ίερά κειμήλια και αυτά τα μετόχια των Ιερών μονών έλεηλατήθησαν και κατεστράφησαν ύπό των Τούρκων.
Τότε και η Μονή του Βατοπαιδίου άπώλεσε τα πλειστα αυτής μετόχια, εκ των οποίων άλλα μεν έκάησαν, άλλα δε κατελήφθησαν ύπό των Τούρκων, άφού προηγουμένως έφονεύθησαν οι φύλακες των μετοχίων μοναχοί.
Αλλά και τα εν Μολδοβλαχία κτήματα των μονών κατελήφθησαν ύπό του ήγεμόνος Κούζα, κατηγορήσαντος  τους ήγουμένους των εν Μολδοβλαχία μετοχίων ως ύποθάλψαντας εις Βλαχίαν την έπανάστασιν.
Ένεκα τούτου o Κούζα προέτρεψε τον σουλτάνον να έκδιώξη  τους μοναχούς εκ της Μολδοβλαχίας.
Πάντα ταύτα όμως ώφέλησαν τα μέγιστα την έλληνικήν έπανάστασιν, καθ’ ότι σημαντικός άριθμός Τούρκων στρατιωτών έκαθηλώθη επί εννέα έτη εις το Άγιον 'Όρος, μακράν των εστιών του πολέμου της νοτίου Ελλάδος, άλλά και δέκα χιλιάδες άλλοι Τούρκοι στρατιώται κατά το 1821 εις την περίοδον τοϋ πρώτου άναβρασμού της έπαναστάσεως έκαθυστέρησαν επί έξάμηνον εις την Χαλκιδικήν.
Θά ήτο μεγίστη παράλειψις εάν δεν άναφέρωμεν εις την παρούσαν ομιλίαν και την μεγάλην προσφοράν της Μονής Βατοπαιδίου εις την έλληνικήν έπανάστασιν δια  της αποστολής του έξ ’Ιθάκης Βατοπαιδινού μοναχού ’Ιωακείμ, καλουμένου ύπό του λαού ως «Παππουλάκη», άνδρός χαρισματούχου και τή άληθεία ηγιασμένου, ώστε δι’ αύτής της διακονίας να καταστή συμφώνως μέ τον πρώτον βιογράφον του «Ιεραπόστολος της έλευθερίας του "Εθνους».
Ό όσιος ’Ιωακείμ Βατοπαιδινός έγκατέλειψε καθ’ ύπακοήν την ήγαπημένην του Μονήν και ως άληθινός Ιεραπόστολος περιέτρεχε πόλεις και χωρία της Πελοποννήσου, ως δεύτερος Κοσμάς Αίτωλός, άφοσιωμένος εις την οικονομίαν του δοκιμαζομένου λαού. 
Όλη του η φροντίς ήτο η παρηγορία και o στηριγμός των διωκομένων ύπό της τουρκικής άγριότητος.
Ό εκ της όλης βιοτής του και κατά πολλάς μαρτυρίας του ’Ιθακήσιου λαου, τον όποιον διηκόνησε μετά την έπανάστασιν, o σύγχρονος άγιος ‘Ιωακείμ κατήρτιζεν άόκνως τον λαόν, άναλόγως της ίδιότητος του καθενός να συμβάλη εις την έπανάστασιν και ειδικώς δια  να κρατήσουν υψηλά την πίστιν των εις τον Χριστόν, άκολουθοϋντες μετ’ ακρίβειας τα ορθόδοξα ήθη.
Συνεκέντρωσε διαφόρους εισφοράς και έφόδια, τα όποια προσέφερεν o λαός και τα διένειμε καταλλήλως προς άνακούφισιν των μαχομένων.
Πολλά ύπέστη o όσιος ’Ιωακείμ, κατά την διάρκειαν της έπαναστάσεως, άλλά παρ’ όλα ταύτα συνέχισε μετά πολλού ζήλου να στηρίζη και να καταρτίζη τον τετραυματισμένον λαόν, ειδικώς δε έπαρηγόρει τα γυναικόπαιδα, τα όποια περιεφέροντο διωκόμενα και στερούμενα και αυτών των σκεπασμάτων και τροφών.
Μετά την λήξιν της έπαναστάσεως, o όσιος ’Ιωακείμ άπεσύρθη εις την πατρίδα του ’Ιθάκην, όπου και έκοιμήθη το 1868, τιμώμενος ύπό των ’Ιθακήσιων ως άγιος.
Διά το πλήθος των πρό της κοιμήσεως και μετά την κοίμησίν του θαυμάτων, η καθ’ ήμάς 'Ιερά Μονή προέβη εις τα άνάλογα διαβήματα προς το Σεπτόν Οίκουμενικόν Πατριαρχειον, προς επίσημον καταχώρησιν του οσίου Ιωακείμ εις το άγιολόγιον της ’Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας.
Δέν θά ήτο πρέπον εις την παρούσαν άνακοίνωσιν να μή άναφέρωμεν και την προσφοράν της Μονής Βατοπαιδίου εις τα θύματα της μικρασιατικής καταστροφής. 
Όταν το Έθνος έκινδύνευε και η τότε Ελληνική Κυβέρνησις αντιμετώπιζε το πρόβλημα της στεγάσεως πολλών Μικρασιατών προσφύγων, άμέσως η ήμετέρα Μονή παρέδωσε την Άμμουλιανήν, την Ούρανούπολιν, τα Νέα Ρόδα, την Νέαν Τρίγλιαν, τα Νέα Μουδανιά, τον Άγιον Μάμαντα, το όμώνυμον χωρίον του Βατοπαιδίου και ετέρα τρία μετόχια εν Θάσω συνολικής έκτάσεως πέραν τώνεκατό χιλιάδων δεκαδικών στρεμμάτων προς έγκατάστασιν των προσφύγων και άκτημόνων.
Μετά την σύντομον και άμυδράν ταύτην εικόνα, όσην έπέτρεψεν άφ’ ενός o άνεξάντλητος πλούτος της ενδόξου ιστορίας της Μεγίστης Μονής του Βατοπαιδίου και άφ’ ετέρου o περιορισμένος χρόνος μιάς διαλέξεως, έπωφελούμεθα της εύκαιρίας ταύτης δια  να έκφράσωμεν τας  ταπεινάς ημών εύχάς, όπως παραμείνη άμείωτον το ενδιαφέρον των Ελλήνων και ξένων επιστημόνων δια  την έρευναν και άξιοποίησιν των πλουσιωτάτων άρχείων των Μονών του Άγιου Όρους.
Είναι κατάδηλον και ιδιαιτέρως άναγκαιον κατά τας  χαλεπάς ταύτας ήμέρας να προβληθή η προσφορά και η άξιόλογος παρουσία του Αγίου Όρους δια  συγκεκριμένων ιστορικών γεγονότων και άπτών στοιχείων εις τον χώρον του Ελληνικού ημών ’Ορθοδόξου Γένους.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου