Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

2282 - Ὄψεις τῆς ἀπήχησης τῆς ἀπελευθέρωσης τοῦ Ἁγίου Ὄρους (1912) στή ζωή τῶν Ἁγιορειτῶν μοναχῶν.



Εἰσήγηση τοῦ π. Παταπίου Καυσοκαλυβίτου,
στό Ζ’ Διεθνές Ἐπιστημονικό Συνέδριο:
Τό Ἅγιον Ὄρος στά χρόνια τῆς Ἀπελευθέρωσης (1912),
23 Νοεμβρίου 2012,
Θεσσαλονίκη, Μουσεῖο Βυζαντινοῦ Πολιτισμοῦ.

 Ἡ 2α Νοεμβρίου τοῦ 1912 ἔμεινε καί θά μείνει ἀνεξίτηλα χαραγμένη στή μνήμη τῶν Ἁγιορειτῶν πατέρων, καθώς ὁ τόπος τῆς μετανοίας τους ἀπελευθερώθηκε ἀπό τόν μακραίωνο τουρκικό ζυγό μισῆς χιλιετίας.
Ἡ Ἱερά Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, μέ τήν ἔναρξη τοῦ Α’ Βαλκανικοῦ Πολέμου ὅρισε νά ψάλλεται στό ναό τοῦ Πρωτάτου, κάθε ἀπόγευμα μετά τόν Ἑσπερινό, παράκληση ὑπέρ τοῦ βασιληᾶ, τοῦ στρατοῦ καί τοῦ στόλου καί ὑπέρ τῆς εὐοδώσεως τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνα. Τό ἴδιο συνέβαινε καί στίς μονές, τίς σκῆτες καί τά κελλιά. Οἱ Ἁγιορεῖτες μοναχοί λοιπόν, μέ ὅπλο τῆς προσευχή τους, συμμάχησαν ἀπό τήν ἀρχή στόν δίκαιο ἀπελευθερωτικό ἀγῶνα.
Στό πρόσωπο τοῦ διαδόχου Κωνσταντίνου τοῦ ΙΒ΄, τοῦ ἐπονομαζομένου Ἐλευθερωτή, οἱ Ἁγιορεῖτες εἶδαν τόν ζῶντα διάδοχο τῶν βυζαντινῶν αὐτοκρατόρων, τῶν ἀοιδίμων δηλαδή ἱδρυτῶν καί κτητόρων τῶν μονῶν τους. Κι αὐτό, καθώς διατηροῦσαν ἀκόμη ἀκμαία τήν ἀνάμνηση τῶν ἔνδοξων βυζαντινῶν χρόνων σέ σχέση μέ τούς λοιπούς κατοίκους τῶν ἀλύτρωτων περιοχῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀπό τίς ὁποῖες κάποιες, ὅπως ἡ Μακεδονία, μόλις αὐγάζονταν ἀπό τό φῶς τῆς ἐλευθερίας. Τά ὀνόματα τῶν βασιλέων-κτητόρων-εὐεργετῶν μνημονεύονταν καθημερινά στίς νυχθήμερες ἀκολουθίες. Στά μοναστηριακά ἀρχεῖα καί τίς βιβλιοθῆκες φυλάσσονταν αὐτοκρατορικά χρυσόβουλλα, ἐνῶ οἱ ἐπιβλητικές μορφές τῶν βυζαντινῶν βασιλέων ξεχώριζαν ἀνάμεσα στίς τοιχογραφίες μέ τίς ὁποῖες εἶχαν ἱστορηθεῖ οἱ ναοί, πού ἐκεῖνοι μέ τίς χορηγίες τους εἶχαν ἀναγείρει. Στό πρόσωπο τοῦ Κωνσταντίνου εἶδαν τήν ἐκπλήρωση πολλῶν προφητειῶν πού ἦταν πολύ διαδεδομένες σ᾿ ὁλόκληρο τόν ἑλληνικό χῶρο. Ἀξίζει νά ἀναφέρουμε τί σημειώνεται χαρακτηριστικά λίγους μῆνες μετά τήν Ἀπελευθέρωση τοῦ Ἁγίου Ὄρους σέ ἐπιστολή τῆς μονῆς Ξηροποτάμου πρός τούς κατοίκους τῶν Πετροκεράσων Χαλκιδικῆς: «Ελογημένον τό νομα το Θεο, το εδοκήσαντος να πληρώσ ν τας μέραις μν τάς θνικάς μν προφητείας καί παραδόσεις, ναστήσας ν μν τόν προσδοκώμενον Μεσσίαν, τόν ντάξιον το θνομάρτυρος Κωνσταντίνου το Παλαιολόγου Διάδοχον, τόν κραταιόν καί δαφνηφόρον Στρατηλάτην καί Μεγαλεπίβουλον νακτα μν Κωνσταντνον τόν ΙΒ΄, πρός πραγμάτωσιν τν θνικν μν πόθων καί νείρων...
 Ὅπως ἦταν φυσικό, μέ ἀγωνία ἀναμενόταν ἀπό μέρα σέ μέρα ἡ κατάληψη τοῦ ἱεροῦ Ἄθωνα ἀπό τόν «γενναῖο» ἑλληνικό στρατό καί στόλο, καί ὅπως σημειώνει ἕνα χρόνο μετά, στίς 21 Νοεμβρίου 1913, ὁ Ἁγιορείτης μοναχός Νικηφόρος Ἀγλαοεργοῦ σέ μία «Ἐξ Ἄθωνος Ἐπιστολή» του, πού δημοσιεύθηκε στή μηναῖα ἐπιθεώρηση «Ἑλληνισμός», «ο φθαλμοί πάντων τν γνησίων γιορειτν πατέρων σαν στραμμένοι πρός τήν θάλασσαν καί κεθεν νέμενον τήν σωτηρίαν ατν. ν τ μεταξύ δέ, σημααι παρηγγέλλοντο, ατινες καί κατά κατοντάδες προητοιμάζοντο καί ες τούς παραγγελες παρεδίδοντο, πως δι᾿ ατν, καί δαφνν, κκλησιαστικν λαβάρων (τά ποα ντιπροσώπευον τήν λληνικήν σημαίαν κατά τήν ζοφεράν τς δουλείας νύκτα), καί τν σταυρν, προϋπαντήσωσι τούς πελευθερωτάς ατν πό τς φορήτου τυραννίας καί σκληρς δουλείας».   
    Ἀξιοσημείωτο εἶναι τό γεγονός ὅτι ἡ ἀπελευθέρωση τῆς Θεσσαλονίκης πού προηγήθηκε, θεωρήθηκε ἀπό τούς Ἁγιορεῖτες ὡς προάγγελος τῆς ἀπελευθέρωσης καί τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Σημειώνει στόν ἀνέκδοτο Χρονογράφο του ὁ μοναχός Ἰσίδωρος Καυσοκαλυβίτης τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1912, λίγες μέρες πρίν τήν ἀπελευθέρωση τοῦ Ἁγίου Ὄρους: Μήν κτώβριος 1912. 23: Καιρός νεφελώδης καί ψυχρώτατος, θάλασσα τρικυμιώδης μετά βορείου νέμου. Σημείωσις: τήν ραν ταύτην πληροφορήθην τι λληνικός Στρατός κυρίευσε τήν ραίαν μας Θεσσαλονίκην. δέ Δικαος μας λίαν νθουσιωδς, νθιμος μοναχός Μυτιληναος κ τς Καλύβης τν Νεομαρτύρων, διά κωδονοκρουσιν ναστατε τήν Σκήτην μας, καί λοι ς πόπτεροι ν ροπ φθαλμο συνάχθημεν ες τό προαύλιον το Κυριακο μας, λλοι ζητωκραυγάζοντες, λλος λλον περισφύγγων, λλος κ τς χαρς του πυροβολοσε, καί λλοι δακρύοντες κ τς χαρς των, καί τεροι ζηλοτώτεροι, λληνικά χρώματα ψώνουν ντί σημαιν. λθόντες ες τόν Ναόν ποιήσαμεν δοξολογίαν καί παράκλησιν πέρ νισχύσεως τν λληνικν πλων. Διήρκησεν σπερινή παράκλησις πί πολλάς μέρας, καί κάθε Κυριακήν ποιούσαμε γρυπνίας καί μνημόσυνα πέρ τν ν πολέμ λλήνων».
    Ἀπό μία ἄλλη πηγή πληροφορούμαστε ὅτι μέ τό ἄκουσμα τῆς ἀπελευθέρωσης τῆς Θεσσαλονίκης σχεδόν ὁλόκληρη ἡ ἀδελφότητα τῆς μονῆς Ἰβήρων ἀποφάσισαν νά μεταβοῦν στή Θεσσαλονίκη καί νά τελέσουν ἁγιορειτική ἀγρυπνία στόν Ἅγιο Δημήτριο, ὅπου καί δώρησαν ἱερατικά ἄμφια καί ἀργυρά ἐκκλησιαστικά σκεύη. Δύο χρόνια μετά μάλιστα, τό 1914, οἱ Ἰβηρίτες ἀφιέρωσαν στόν ἴδιο ναό τίς σωζόμενες καί σήμερα δεσποτικές εἰκόνες τοῦ ἀρχικοῦ τέμπλου, ἔργα τῶν καυσοκαλυβιτῶν ζωγράφων Ἰωασαφαίων.
   Τό πρωΐ τῆς 1ης Νοεμβρίου, οἱ προϊστάμενοι τῆς Μεγίστης Λαύρας ἔγραφαν σέ ἐπιστολή τους πρός τόν ἀντιπρόσωπο τῆς Μονῆς στήν Ἱερά Κοινότητα τήν ἑξῆς: Χριστς νέστη! Ζήτω λευθερία, Ζήτω λληνισμός, Ζήτω ρθοδοξία, Ζήτω λλάς, Ζήτω Διάδοχός μας Κωνσταντνος, Κατακτητς κα Πορθητής. Σήμερον λίαν πρω μετ τν θείαν λειτουργίαν νηρτήσαμεν τν λληνικν Σημαίαν ες τ κωδωνοστάσιον. Κρουουμένων δ πανηγυρικς τν Κωδώνων, κα ψαλλομένου το ξιον στν εσήλθομεν ες τν Καθολικν Ναόν... ψάλη Δοξολογία ργή, ες δ τ τέλος βροντοφωνήσαμεν παντες ν τ Να. Ζήτω λλάς. Ζήτω ρθοδοξία. Ζήτω Διάδοχος. ερ μν Μον λαβεν π σήμερον πανηγυρικν ψιν. Σείεται δ λόκληρος π τος τυφεκισμούς. Συγχαίρομεν δελφο ν Χριστ λλήλους, συγχαίρομεν κα μς, π τ λευθερί ν θεία πρόνοια μς χάρισε.
  Μία ἡμέρα μετά, δηλ. τήν 2α Νοεμβρίου, ἡμέρα τῆς ἀπελευθέρωσης τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὁ ἐπίτροπος τοῦ Ἁγίου Ὄρους στή Θεσσαλονίκη, Ἁγιοπαυλίτης ἱεροδιάκονος Κοσμᾶς Βλάχος ἔστειλε ἀπό τή Θεσσαλονίκη στήν Ἱερά Κοινότητα ἐκτενῆ ἀναφορά, μέ τήν ὁποία ἀναγγέλει τήν ἀπελευθέρωση τῆς Θεσσαλονίκης. Σημειώνει χαρακτηριστικά:
«Σεβαστή ερά Κοινότητα καί ερά πιστασία. Μεθ᾿ νεκλαλήτου γαλλιάσεως χαιρετ μς κ τς λευθέρας λληνικς Θεσσαλονίκης διά το Χριστός νέστη... πό τς 27 το παρελθόντος μηνός λληνική σημαία κυματίζει ες παντα τά δημόσια κτίρια νταθα καί ες λας τάς δούς... ζείδωρος πνοή τς λευθερίας δέν μφιβάλλω τι πρό πολλο φθασε καί μέχρι το νεφελογείτονος θω καί τι κοσμήσατε ατόν διά το ερο συμβόλου τς περηφάνου καί δεδοξασμένης πατρίδος. Θεί βουλήματι τυχόντες τς λευθερίας καί μες ο μοναχοί, γαπήσωμεν λλήλους καί ργασθμεν θεαρέστως πέρ διορθώσεως τν κακς χόντων καί ναπλάσεως το μοναχισμο, να μή στερήσωμεν ν τ δ το φωτός...
Εἶναι χαρακτηριστική ἡ ἀναστάσιμη προσφώνηση στίς παραπάνω ἐπιστολές. Ἀπό σχετικές πηγές τῆς ἐποχῆς γνωρίζουμε ἄλλωστε ὅτι τό Χριστός Ἀνέστη ἀντηχοῦσε καί στή Θεσσαλονίκη, κατά τίς πρῶτες μέρες τῆς ἀπελευθέρωσής της. Τά γεγονότα πού ὁδήγησαν στό «ἱστορικό καί εὐφρόσυνο γεγονός» τῆς ἀπελευθέρωσης τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἀναφέρθηκαν ἀπό ἄλλους εἰσηγητές. Ἡ ὑποδοχή τήν ὁποία ἔτυχε τό ἀπελευθερωτικό ἄγημα ἦταν ἐνθουσιώδης. «Ο μοναχοί, γουμένων τν λαβάρων καί τν ξαπτερύγων, ξλθον πανταχο πρός ποδοχήν το γήματος καί προεπορεύοντο ατο ψάλλοντες τό Δοξαστικόν ‘’ξιόν στιν’’».
Ἀναφέρεται ἐπίσης ὅτι κατά τόν παράπλου τῶν πολεμικῶν πλοίων πρό τῆς δυτικῆς ἀκτῆς τῆς ἀθωνικῆς χερσονήσου, μπροστά ἀπό τίς μονές Ἁγίου Παύλου, Γρηγορίου, Σίμωνος Πέτρας, Ἁγίου Παντελεήμονος, Ξενοφῶντος καί Δοχειαρίου, «ψοντο α θρησκευτικαί ατν σημααι καί ο κώδωνες χουν χαρμοσύνως». Σημειώνει ὁ Ἁγιορείτης μοναχός Νικηφόρος στήν προαναφερθείσα «Ἐξ Ἄθωνος Ἐπιστολή» του: «τε τήν πρωΐαν τς δευτέρας Νοεμβρίου παρελθόντος τους μέραν Παρασκευήν, ο τήν μεσημβρινήν πλευράν οκοντες μοναχοί, κ το πνου γερθέντες καί τόν ψιστον δοξολογήσαντες, ντίκρυσαν ες τό βάθος τς θαλάσσης τόν γενναον «βέρωφ» μετά το «Πάνθηρος» καί το «έρακος» καί τς «Θυέλλης» ρχομένους ς πολυομμάτους γίγαντας, να καταλύσωσι τήν π᾿ αώνων δουλείαν, νελύθησαν ο πάντες ες δάκρυα χαρς καί γαλλιάσεως, καί μή δυνάμενοι κ τς χαρς κείνης λλο τι νά πράξωσιν επωσιν, ψαλλον ο πάντες ν ξάλλ νθουσιασμ τό «Χριστός νέστη κ νεκρν».
κρουον χαρμοσύνως τούς κώδωνας τν κκλησιν καί πλήρουν τόν έρα τουφεκισμν». Ὅπως διθυραμβικά σημειώνει ὁ Μελέτιος Μεταξάκης, ἐφησυχάζων ἐκείνες τίς μέρες στό Ἅγιον Ὄρος μητροπολίτης Κιτίου, καί μετέπειτα Οἰκουμενικός Πατριάρχης: «Ο κώδωνες περχιλίων ναν πλήρουν τόν έρα διά τν ρμονικν των χων καί ο τουφεκισμοί φύπνιζον τάς χούς τν δειράδων διαλαλοντες τήν θριαμβευτικήν νάστασιν το Γένους».
 Ἱστορική καί πολύ συγκινητική εἶναι ἡ ἀκατάγραφη μαρτυρία τοῦ ἐκ Χαλκιδικῆς καταγομένου μοναχοῦ Δαμιανοῦ, γέροντος τοῦ κουτλουμουσιανοῦ κελλίου τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου, γιά τήν πρώτη ἡμέρα τῆς Ἀπελευθέρωσης. Ὅπως διηγεῖται ὁ π. Δαμιανός, τήν ἡμέρα ἐκείνη ὁ γέροντάς του Δαμιανός μοναχός μαζί μέ τόν γέροντα τοῦ γέροντά του, μοναχό Εὐστράτιο, βρίσκονταν στήν δυτική ἀθωνική ἀκτή ψαρεύοντας μέ τή βάρκα τους. Διατηροῦσαν μάλιστα ἰδιαίτερο ἀποθηκευτικό χῶρο στόν ἀρσανᾶ τῆς μονῆς Ξηροποτάμου. Κατά τή διάρκεια τοῦ ψαρέματος εἶδαν τά πλοῖα τοῦ ἑλληνικοῦ στόλου νά προσεγγίζουν τήν ἀκτή. Ὅταν προσέγγισαν τό μεγαλύτερο ἀπ᾿ αὐτά καί ἀντιλήφθηκαν ὅτι πρόκειται γιά τό θρυλικό θωρηκτό Ἀβέρωφ, τούς κατέλαβε μεγάλη χαρά πού ἀντίκρυσαν τήν ἑλληνική σημαία. Δέν ἄργησε νά ἀρχίσει καί ὁ διάλογος μεταξύ τοῦ ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη καί τοῦ π. Εὐστρατίου, κατά τόν ὁποῖον ὁ πρῶτος ἐνημέρωσε τόν γέροντα ὅτι μόλις ἀπέπλευσαν ἀπό τά νησιά Λέσβος καί Λήμνος, τά ὁποῖα ἀπελευθέρωσαν ἀπό τόν τουρκικό ζυγό καί τώρα ἦλθε ἡ σειρά τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Στό ἄκουσμα ὅτι ἀπελευθερώθηκε ἡ κοινή τους ἰδιαίτερη πατρίδα, μιά πού καί οἱ δύο γέροντες κατάγονταν ἀπό τή Λέσβο, χάρηκαν πολύ καί προσφέρθηκαν νά βοηθήσουν στήν ὁμαλή κατάληψη τοῦ τουρκικοῦ φυλακίου τῆς Δάφνης, μιά πού μιλοῦσαν τήν τουρκική γλώσσα καί γνώριζαν προσωπικά τούς στρατιῶτες, μιά πού τούς προμήθευε ψάρια. Ὁ ναύαρχος δέχτηκε καί ἀφοῦ προσέδεσαν τήν βάρκα τους στό θωρηκτό, ἔπλευσαν πρός τή Δάφνη. Ἐκεῖ, ἀφοῦ ἔδωσαν τουφέκι στόν π. Εὐστράτιο, τόν ἀποβίβασαν μέ βενζινάκατο στή Δάφνη. Ἐκεῖ, ἔμπειρος κυνηγός καθώς ἦταν ὁ π. Εὐστράτιος, εἶδε πάνω στήν ἄμμο τά χνάρια τῶν τούρκων στρατιωτῶν πού ἀφοῦ εἶχαν ἐγκαταλείψει τό φυλάκιο, κατευθύνονταν πρός τή μονή Ἁγίου Παντελεήμονος. Ὁ π. Εὐστράτιος ἀκολούθησε τά χνάρια καί τούς ἐντόπισε σέ μιά ρεματιά μεταξύ Ξηροποτάμου καί Ρωσικοῦ. Ἐκεῖ, μετά ἀπό διάλογο πού ἔκανε μαζί τους, κατά τόν ὁποῖο -ἀφοῦ τούς ξεγέλασε ὅτι οἱ ἕλληνες στρατιῶτες πού ἀποβιβάστηκαν στόν Ἄθωνα εἶναι χιλιάδες- ἔπεισε τούς λίγους, οὕτως ἤ ἄλλως, τούρκους στρατιῶτες καί παρέδωσαν τά ὅπλα. Ὁ ἴδιος ὁ π. Δαμιανός μᾶς διαβεβαίωσε ὅτι μέχρι πρόσφατα διατηροῦσε στό κελλί του ἐπαινετική ἐπιστολή τοῦ βασιληᾶ Κωνσταντίνου πρός τόν π. Εὐστράτιο, μέ τήν ὁποία τόν ἐπαινοῦσε γιά τήν παραπάνω συμβολή του στήν κατάληψη τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἡ Ἱερά Κοινότητα μόλις πληροφορήθηκε τό εὐφρόσυνο αὐτό γεγονός συνῆλθε στίς 2 Νοεμβρίου σέ συνεδρίαση καί ὅρισε τά τῆς ὑποδοχῆς τοῦ στρατιωτικοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγήματος. Τό χαρμόσυνο μήνυμα τῆς ἡμέρας ἐκφράστηκε μέ τόν καλύτερο τρόπο στήν προσφώνηση τοῦ ἀρχιγραμματέα τῆς Κοινότητος. Κατά τόν ὁμιλητή, πού ὁμιλεῖ ἐξ ὀνόματος τῶν Ἁγιορειτῶν πατέρων, τῶν ὁποίων «τάς καρδίας καταπλημμυρεῖ ἡ χαρά καί ἡ ἀγαλλίασις καί διαλάμπει ἐν μεγαλοπρεπεῖ ἐκφάνσει ἡ εὐγνωμοσύνη πρός τόν ἀπελυθερώσαντα» αὐτούς ἑλληνικό στρατό, ἡ 2α Νοεμβρίου τοῦ ἔτους 1912 εἶναι «ἡμέρα νέας παλιγγενεσίας τοῦ Ἔθνους», πού θά μείνει γραμμένη μέ ἀνεξίτηλα γράμματα στίς καρδιές τῶν Ἁγιορειτῶν, οἱ ὁποῖοι στεφανώνουν μέ τόν ἀμάραντο στέφανο τῆς ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης τούς ἥρωες. Ὁ χαρακτηρισμός τῆς Ἀπελευθέρωσης ὡς «νέας παλλιγγενεσίας» προσπαθεῖ νά ἑρμηνευθεῖ ἀπό τόν ὁμιλητή μέσα ἀπό τήν ἐκτενῆ περιγραφή τῆς κατάστασης τοῦ Γένους μετά τήν Ἅλωση τῆς Κωνσταντινούπολης. Κατά τόν ὁμιλητή, μετά τήν πτώση τοῦ Βυζαντίου, «ὁ δικέφαλος ἀετός δέν ἐστόλιζε πλέον τήν βασίλειον πορφύραν, ἀλλ᾿ ἐκρύπτετο εἰς τάς κρύπτας τῶν Μονῶν ὡς συμβολικόν κόσμημα τῶν πολυελαίων». Ἄκρως ἐνδιαφέρουσα εἶναι ἡ ἀναφορά στήν Ἑλληνική Ἐπανάσταση τοῦ 1821, τῆς ὁποίας προέκταση στόν χρόνο ὁ ὁμιλητής θεωρεῖ τήν ἀπελευθέρωση τῆς Μακεδονίας καί τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Μετά τή δημιουργία τοῦ ἐλεύθερου ἑλληνικοῦ βασιλείου ὁ «δουλεύων Ἑλληνισμός» ἔστρεψε τά βλέμματα πρός αὐτό ἐλπίζοντας τήν ἀπολύτρωσή του⋅ κάτι πού συνέβη «σήμερον», Θεοῦ εὐδοκοῦντος. Καί προσθέτει ὅτι τήν «κιβωτό» τῆς Ὀρθοδοξίας, τό Ἅγιον Ὄρος, τήν παραδίδουν οἱ σύγχρονοί του Ἁγιορεῖτες ἀπό «σήμερα» στά χέρια τοῦ Ἔθνους, μέ σκοπό νά τήν ἀναδείξει «περιφανεστέραν» καί ἕναν ἄλλο παμφαῆ ἀστέρα τῆς οἰκουμένης. Λίγες μόνο μέρες μετά τήν ἀπελευθέρωση, σημειώνει τά παρακάτω στό Λεύκωμα Ἐντυπώσεων τῆς καλύβης τῶν Ἰωασαφαίων στά Καυσοκαλύβια ὁ ἀνθυπολοχαγός τοῦ πεζικοῦ Θεμιστοκλής Αἰλιανός πού συνόδευε μία διμοιρία τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. 
Νά σημειώσουμε ὅτι μέ τήν εὐκαιρία τῆς ἐπίσκεψης αὐτῆς ἔγινε ἐπίσημη δοξολογία στό Κυριακό τῆς σκήτης, παρουσία ὅλων τῶν πατέρων καί ἐκφωνήθηκε λόγος ἀπό τόν μοναχό Ἰσίδωρο τῆς καλύβης τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους, ἐνῶ σώζεται καί φωτογραφία τῶν στρατιωτῶν τῆς διμοιρίας παραταγμένων στήν αὐλή τῆς καλύβης τῶν Ἰωασαφαίων: «Δοξάζω τόν Θεόν, τι μέ ξίωσε νά πισκεφθ μετά τς διμοιρίας μου ...τήν εράν σκήτην τν Καυσοκαλυβίων καί τό γιογραφικόν ργαστήριον τς δελφότητος ωσαφαίων, περ κατορθσαν πό τό ζοφερόν σκότος τς στυγνς δουλείας νά ναπτύξ τήν καλλιτεχνίαν ες τοσοτον βαθμόν στε νά τιμ τό γιον ρος καί τό λληνικόν πνεμα. Πέποιθα τι πό τήν ζείδωρον πνοήν τς λευθερίας ς πολαμβάνει δη, θέλει καταστ παγκοσμίου φήμης καί ναπτύξ τό καλλιτεχνικόν ασθημα ες τό τέλειον πρός δόξαν το λληνικο πνεύματος.
 Σχεδόν ἀμέσως μετά τήν Ἀπελευθέρωση, ἡ τότε Κελλιωτική Ἀδελφότης, διώρισε ὑποεπιτροπές, οἱ ὁποῖες περιῆλθαν ὅλα τά ἑλληνικά κελλιά καί τίς περισσότερες ἑλληνόφωνες σκῆτες καί συγκέντρωσαν ἕνα σεβαστό ποσό ἀπό 386 χρυσές λίρες, προκειμένου νά ἐνισχύσουν τίς συνεχιζόμενες πολεμικές ἐπιχειρήσεις τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Τά χρήματα ἀπό τόν ἁγιορειτικό αὐτό ἔρανο, συνοδευόμενα ἀπό ἔγγραφο «μεστό πατριωτικῶν αἰσθημάτων», περέδωσαν στόν Ἐλευθέριο Βενιζέλο τόν Μάρτιο τοῦ 1913 ἐπιτροπή Κελλιωτῶν μοναχῶν. Τήν πατριωτική αὐτή κίνηση τῶν Κελλιωτῶν, ἀκολούθησε καί παρόμοια ἀγαθοεργός πρωτοβουλία τῆς Ἱερᾶς Κοινότητας καί τῶν ἐπιμέρους ἀθωνικῶν μονῶν.
  Ἕνδεκα μῆνες μετά τήν ἀπελευθέρωση τοῦ Ἁγίου Ὄρους, τήν 3 Ὀκτωβρίου 1913 οἱ Ἁγιορεῖτες, σέ ἔκτακτη ἱερά Σύναξη πού συνεκλήθη στόν πανίερο ναό τοῦ Πρωτάτου καί ἐνώπιον τῆς ἐφέστιας καί θαυματουργοῦ εἰκόνας τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου τοῦ Ἄξιόν Ἐστιν, ὑπέγραψαν τό γνωστό σέ ὅλους «Ἱερό Ψήφισμα» μέ τό ὁποῖο εὐλογεῖται τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μέσα ἀπό τό ἄπειρο ἔλεός Του εὐδόκησε νά ἐλευθερωθεῖ ὁ τόπος ἀπό τήν «δεσποτεία τῆς ἡμισελήνου» καί νά ἐπανέλθει «εἰς τήν φωτοβόλον προστασίαν τῆς σημαίας τοῦ Σταυροῦ», ὅπως χαρακτηριστικά σημειώνεται.
Τήν ἀμέσως ἑπόμενη περίοδο πού ἀκολούθησε τήν ἀπελευθέρωση τοῦ Ἁγίου Ὄρους, θά ἐξελιχθοῦν καί οἱ γνωστές διεθνεῖς ἀντιπαραθέσεις καί συγκρούσεις γιά τόν ἔλεγχο τῆς μοναστικῆς πολιτείας. Ὅμως ἡ προστάτιδα τοῦ Ἁγίου Ὄρους κυρία Θεοτόκος, πού πρίν λίγες μέρες, μέ τήν παρουσία τῆς ἐφέστιας εἰκόνας της στή Θεσσαλονίκη ἔδωσε ἐλπίδα σέ χιλιάδες πιστούς καί συνέζευξε τήν ἑορτάζουσα πόλη τοῦ ἁγίου Δημητρίου μέ τόν συνεορτάζοντα ἱερό Ἄθωνα, εἶχε ἐκφράσει γιά πάντα τήν βούλησή της. Ἀπό τήν 2α Νοεμβρίου 1912 μέχρι σήμερα, καί βάσει τοῦ ἱεροῦ Ψηφίσματος πού συνομολογήθηκε ἐνώπιον τῆς εἰκόνας τοῦ Ἄξιόν Ἐστιν, ἡ «δότειρα τῆς ἐλευθερίας τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἑλληνική σημαία» κυματίζει σέ ὅλες τίς ἀθωνικές μονές, τίς σκῆτες καί τά λοιπά ἐξαρτήματα, ὡς «σύμβολο κυριότητος καί προστασίας», πρός δόξαν Θεοῦ καί πρός διαρκή ὑπόμνηση, τοῦ τί μπορεῖ νά καταφέρει ὁ καί σήμερα χειμαζόμενος ἑλληνικός λαός ὅταν ἐπικρατεῖ ἀνάμεσά μας ἡ ἑνότητα καί ἡ ἀλληλεγγύη.


 Φωτογραφίες (http://athosphotoarchive.blogspot.gr)
Ἡ Ἱερά Ἐπιστασία τοῦ Ἁγίου Ὄρους κατά τή χρονιά τῆς Ἀπελευθέρωσης.
Τό ἄγημα τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ στρατοῦ στίς σκάλες τῆς καλύβης τοῦ Ἁγ. Γεωργίου Ἰωασαφαίων στά Καυσοκαλύβια.
Οἱ ἐντυπώσεις τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ Θεμιστοκλῆ Αἰλιανοῦ στό Λεύκωμα ἐντυπώσεων τῶν Ἰωασαφαίων. Καυσοκαλύβια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου