Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

2289 - Ὁ ἁγιογραφικός οἶκος τῶν Ἰωασαφαίων στή σκήτη Καυσοκαλυβίων (ἵδρυση 1858): εἰκονογραφικά πρότυπα, ἀπήχηση, ἐπιδράσεις.



Εἰσήγηση τοῦ π. Παταπίου Καυσοκαλυβίτου,
στήν Στρογγυλή Τράπεζα: ΝΑΖΑΡΗΝΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ,
στά πλαίσια τοῦ Ζ΄ Διεθνοῦς Συνεδρίου:
ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ,
Θεσσαλονίκη, Μουσεῖο Βυζαντινοῦ Πολιτισμοῦ,
24 Νοεμβρίου 2012.

Κατά τήν ἐξεταζόμενη  περίοδο, οἱ δυτικότροπες καλλιτεχνικές τάσεις στήν ἁγιορειτική ἐκκλησιαστική ζωγραφική, πού εἶχαν ἀπό τά τέλη τοῦ 18ου αἰ. ἀναφανεῖ στό Ἅγιον Ὄρος, ἀποκτοῦν μεγαλύτερη ἐμβέλεια. Ἔτσι, τά περισσότερα ἁγιορειτικά εἰκονογραφικά ἐργαστήρια, μέ κορυφαῖο ἐκεῖνο τῶν ωασαφαίων τῆς σκήτης Καυσοκαλυβίων, ἀπό τά μέσα ἤδη τοῦ 19ου αἰ, ἀκολουθοῦν τίς γενικότερες τάσεις καί προσανατολίζονται σταδιακά σέ δυτικότροπες ἐκφράσεις, παρασυρόμενα, ἐκτός τῶν ἄλλων, ἀπό τίς αἰσθητικές προτιμήσεις τῶν πολυπληθῶν Ρώσων παραγγελιοδοτῶν, μοναχῶν καί προσκυνητῶν, πού συνέρρεαν τήν ἐποχή ἐκείνη στόν Ἄθωνα καί οἱ ὁποῖοι προτιμοῦσαν τήν οἰκεία σ᾿ αὐτούς ἀναγεννησιακή ρωσική ἐκκλησιαστική τέχνη. Στά ἐργαστήρια αὐτά εἶναι χαρακτηριστικός ὁ συνδυασμός καθιερωμένων ἀπό τήν παράδοση εἰκονογραφικῶν τύπων, οἱ ὁποῖοι στίς περισσότερες περιπτώσεις  ἐμπλουτίζονται μέ τήν εἰσαγωγή νέων στοιχείων, προσαρμοσμένων στίς ἀπαιτήσεις τῆς ἐποχῆς, ὅπως εἶναι οἱ περιπτώσεις θεμάτων ἀπό τήν ρωσική ἐκκλησιαστική παράδοση. Τό χρυσό βάθος, πού τόσο μεγάλη θεολογική καί καλλιτεχνική ἀξία ἔχει στίς βυζαντινές εἰκόνες, ἐλάχιστα ἤ καθόλου χρησιμοποιεῖται καί ἀντικαθίσταται ἀπό ρόδινους ἤ ὑποκύανους οὐρανούς, κατά τά δυτικά πρότυπα.
Ὁ ἁγιογραφικός οἶκος τῶν ωασαφαίων πού ἐγκαινιάζει κατά κάποιο τρόπο τήν περίοδο αὐτή στόν Ἄθωνα, γρήγορα θά ἐξελιχθεῖ  σέ «Σχολή Ἁγιογραφίας» καί σέ πρότυπο ἁγιογραφικῆς τέχνης, ἐπηρεάζοντας μέσα ἀπό τήν καταξίωσή του αὐτή, τούς ἄλλους ἁγιογραφικούς οἴκους τῶν Καυσοκαλυβίων, καθώς καί ὁρισμένα ἀπό τά ἐργαστήρια τόσο τῆς γειτονικῆς σκήτης της Ἁγίας Ἄννης ὅσο καί ἐκεῖνα τῆς Νέας Σκήτης. Ἱδρυτής τοῦ ἐργαστηρίου εἶναι ὁ Καππαδόκης μοναχός Ἰωάσαφ (1832-1880). Τό 1858 ὁ Ἰωάσαφ ἀσκεῖτο στήν καλύβη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς σκήτης τῆς Ἁγίας Ἄννας, ὅπου παραδίδεται ὅτι ἔμαθε τήν ἁγιογραφική τέχνη αὐτοδιδάκτως. Ἀπό τήν ἀνέκδοτη χειρόγραφη στορία τς δελφότητας τν ωασαφαίων μεταφέρουμε ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τό κεφάλαιο πού φέρει τόν τίτλο: ρχή τς γιογραφικς τέχνης κατά τό τος τς ες τήν . Σκήτην γίας ννης φίξεως τοι τό 1858.
Τήν διήγησιν γράφω ς μοί επεν Γέροντας Χρυσόστομος εροδιάκονος.
Τά χρόνια κενα ρχοντο ες γιον ρος πλθος προσκυνηταί πανταχόθεν, δίως μως κ Βουλγαρίας, οτινες γόραζον μέ δράν τιμήν διάφορα ργόχειρα νευ οδεμις παρατηρήσεως πρό πάντων δέ κκλησιαστικά, εκόνας διαφόρων γίων πί ξύλου καί χάρτου, σταυρούς, γκόλπια γίων, κλπ. τοιατα.  δού πς ρχισαν καί πο φθασαν.
φο βλεπον (τι) ξοδεύοντο περισσότερον α εκόνες γίων, μίαν μέραν λέγει Γέροντας ες τήν συνοδίαν του, ντώνιον καί Χρυσόστομον στειευόμενος: «Δέν ρχίζομεν καί μες τήν ζωγραφικήν τέχνην νά οκονομούμεθα; δού που περνον μέ τιμήν α εκόνες».
«μες δέ (λέγει Χρυσόστομος) γελούσαμε μέ τόν ντώνιον καί το λέγαμεν, σιπα Γέροντα, μή μς κούσ κανένας καί μς περιπαίζουν. νευ διδασκάλου ζωγραφική γίνεται; Δέν θά δυνάμεθα νά εγομεν ξω πό τήν ντροπήν». Καί λλα πολλά το λεγον μφότεροι να τόν μποδίσουν. λλ᾿ τόλμη  του, τό θάρρος καί νδρεία τς ψυχς σαν μεγάλαι, δέν νεχαιτίζοντο κατ᾿ οδένα τρόπον. Καί σα το επαμεν (λέγει) δέν μς κουσεν. λλά μίαν μέραν ερίσκει να ταβανοσάνιδον λάτινον, κόπτει 3-4 σανιδάκια σομέγεθα μέ χάρτινες εκόνες στάμπες, τά τοίμασε, ξεσήκωσε μονογραμμή ξ ατν καί πειδή δέν εχε τς ζωγραφικς χρώματα, λαβε πό τήν βαφήν που χρωμάτιζον τά σφραγίδια καί παρατηρν πισταμένως ντέγραφεν.
βίαζεν καί μς (λέγει Χρυσόστομος) νά ζωγραφίζομεν μιμούμενοι τας στάμπες, καθώς καμνε διος. ντιτείναμεν πολύ, λλ᾿ ατός καμπτος πό τήν πόφασίν του. Μάλιστα δι᾿ πιπλήξεων πατρικν μς προέτρεψεν (καί) κοντες ρχίσαμεν μιμούμενοι ατόν ες ντιγραφάς. πειδή δέ μελανόν χρμα δέν εχομεν (δέν χρειάζεται διά τά σφραγίδια τοιοτον), τάς φρύς (φρύδια) κατεσκευάζαμεν μέ μελάνη γραψίματος. λλά καίτοι προφυλαττόμεθα να μή διαδοθ ες τήν Σκήτην νέα μας ατοδίδακτος τέχνη, ν τούτοις γνώσθη, καί ρχισαν ο μπαιγμοί. Καί δικαίως, διότι τίς ποτολμ νευ διδασκάλου νά ρχίσ τοιαύτην λεπτήν τέχνην; μες μως λάβομεν πάντα προοφθαλμν καί οδόλως προσέχαμεν ες τά λεγόμενα τν ξένων λλ᾿ κοιτάζομεν πιμελς τήν ργασίαν μας. Τέλος πάντων, κουτσά στραβά κατορθώσαμεν καί τας τελειώσαμεν. στερον μς παρουσιάσθη λλη δυσκολία ντροπς, πς νά πωλήσωμεν καί νά επωμεν τι εμεθα ζωγράφοι τόσον κτακτοι, νευ λαχίστου διδαχς παρά διδασκάλου. Τέλος, λάβομεν λα προοφθαλμν, μετέβημεν ες Καρυάς καί Θεός οκονόμησε καί τάς πωλήσαμεν μέ καλήν τιμήν ( καλή τιμή το νά 3 - 4 γρόσια κάστη).
κτοτε λάβομεν πωσδήποτε λίγον θάρρος καί ξηκολούθημεν τήν ατήν νέαν μας ργασίαν μέ τήν πανταχόθεν κριβήν παρατήρησιν τν καλν ργων καί ντιγραφήν ατν συνάμα καί ρωτήσεις πό λους τούς ζωγράφους καί σον Θεός μς βοήθει καί ξοδεύοντο α εκόνες, (καί) οκονομούσαμεν τά πρός τό ζν ναγκαία τόσον περισσότερον καί δραστηριότερον πιμελούμεθα να καλωπίσωμεν ατάς μέ πσαν λεπτήν ργασίαν καί καθαρότητα. Καί φαίνεται τι ξ ατν ννόησε τό μέλλον ζωγράφος που προείπομεν ν τ σημειώσει. στε ες τρία τη φθάσαμεν τούς κοινούς το ρους ζωγράφους. ζωγραφήσαμεν καί δύο εκόνες ς μία πήχη ψος διά τήν Λιτήν τς . Μονς γίου Παύλου, ξίας 15 φλωρία καισσαρικά. Α εκόνες αται εσέτι ερίσκονται κε.
Ατη στάθη τολμηρά καί δυσχερεστάτη ρχή τς γιογραφίας μας.
τος 1876-1880.
Α ργασίαι τς ζωγραφικς προόδευον, α παραγγελίαι πλεσται πό τήν . Μονήν το Ρωσσικο γίου Παντελεήμονος πρό πάντων, τοις γόραζε καί πέστελνε ες Ρωσσίαν. πώλει μέ δράν τιμήν πρός φελός της. Τά εκονοσάνιδα κατεσκεύαζον ες τήν εράν Μονήν κ ξύλου κυπαρίσου μόνον,  χι ξ λλου. Ο ν Ρωσσί ρσσοι εχον ες μεγάλην πόληψιν ατό. το Σταυρός το Χριστο ξ ατο. προμηθεύοντο ατό ξ νατολς, Κρήτης κλπ. μέρη.
νεκα τς μεγίστης καταναλώσεως τν εκόνων ργάζοντο πλεστοι ζωγράφοι ες τάς . Σκήτας, Κελλία καί λοιπά λλ᾿ προτίμησις τν μεγάλων καί πισήμων παραγγελιν το το Οκου μας. Διά τόν λόγον ατόν μέχρι τν τν τούτων ο Μαθηταί τς ζωγραφικς νέρχονται ες 28 τόν ριθμόν, λλ᾿ διαμονή των δέν το ξ σου. λλοι μέν χοντες ρχάς διέμενον μήνας 3, 6, 8, ν τος, καί ο μή χοντες διόλου ρχάς, πί 3-4 τη. Τά νόματα καί τήν καταγωγήν τν μαθητν ατν τε καί μεταγενεστέρων σημείωσα ες τόν Α΄ τόμον Καταλόγου τν εκόνων, βιβλίο ριθ. 85 χειρόγραφον, τόν ποον συνέταξα μέ λεπτομερήν ρίθμησιν τν κατασκευασθεισν εκόνων.
φήμη ξετείνετο μακράν, α παραγγελίαι μεγάλαι, πλοτος ρρεε, ο φίλοι πληθύνοντο, σημέραι ο πισκέπται πολλοί συχνότατοι. χι μόνον ξ γίου ρους, λλά καί πό μακρόθεν προσκυνηταί Ρσσοι, Βούλγαροι καί λοιποί διάφοροι κε ποίουν τήν διαμονήν των. Πολλάκις παρουσιάζοντο αφνιδίως καί τήν 1 - 2ην ραν τς σπέρας 5 - 10 τομα. σαν δέ ποχρεωμένοι νά τούς δεχθσι. Μάλιστα άν προήρχοντο μέ δηγόν κ τς . Μονς το Ρωσσικο γίου Παντελεήμονος, χάριν τν παρ᾿ ατς προμηθευθέντων παραγγελιν ερν εκόνων, σαν ποχρεωμένοι κοντες ναγκάζοντο νά δείξωσι φιλοφροσύνην...».
Χωρίς πάντως νά θέλουμε νά ἀμφισβητήσουμε τά παραπάνω λεγόμενα τῶν ἰδίων τῶν Ἰωασαφαίων περί τοῦ αὐτοδίδακτου τῆς τέχνης τους, θά πρέπει βάσιμα νά ὑποθέσουμε σέ μία «συνεργασία» τοῦ γέροντος Ἰωάσαφ μέ τόν γέροντά του, ζωγράφο μοναχό Χατζηγεώργη. Πιστεύουμε μάλιστα ὅτι ὁ Ἰωάσαφ μαθήτευσε, ἔστω καί ἀτύπως, στό εἰκονογραφικό ἐργαστήριο τοῦ Χατζηγεώργη τοῦ κελλίου Ἁγ. Δημητρίου Κερασιᾶς, ὅπου ἀσκήθηκε ἐπί ἕνα περίπου ἔτος. Μία φορητή εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ Παντοκράτορος, τοῦ ἔτους 1860, τῆς πρώϊμης δηλαδή καλλιτεχνικῆς περιόδου τοῦ Ἰωάσαφ, πού εἶναι καί τό παλαιότερο μέχρι σήμερα ἔργο τοῦ Ἰωάσαφ πού ἔχουμε ἐντοπίσει καί ἡ ὁποία φυλάσσεται στό ναό τοῦ Ἁγ. Γεωργίου Νεοχωρίου Χαλκιδικῆς, συνδέεται ἀπό κάθε ἄποψη μέ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου Γοργοϋπηκόου Γοργουπηκόου, πού δωρήθηκε στόν ἴδιο ναό ἀπό τούς ἴδιους ἀφιερωτές μέ ἐκείνους τῆς προηγούμενης εἰκόνας. Ἡ δεύτερη αὐτή εἰκόνα, τοῦ ἔτους 1861, φέρει τήν ὑπογραφή: «Χείρ Χατζ Γεωργίου μοναχο κ τς Κερασις». Εἶναι χαρακτηριστική ἡ ὁμοιότητα τῶν ὑπογραφῶν τῶν δύο εἰκόνων, τοῦ Ἰωάσαφ καί τοῦ Χατζηγεώργη. Εἶναι μάλιστα ἀξιοσημείωτο ὅτι μετά τή σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης ἡ συνοδεία μετακόμισε στό κελλί τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου τῆς Κερασιᾶς, πού βρίσκεται πλησίον τοῦ κελλίου τοῦ Χατζηγεώργη.

Τό ἐργαστήριο δούλευε μέ ἐντατικό ρυθμό γιά νά ἱκανοποιήσει τίς πολυάριθμες παραγγελίες. Μέσα σέ λίγες δεκαετίες, ἱστορήθηκαν σ᾿ αὐτό περισσότερες ἀπό 7.000 εἰκόνες, βάσει ἀρχειακῶν πηγῶν. Παράλληλα, τό ἐργαστήριο γνώριζε ἀπό παντοῦ τήν ἀναγνώριση: Τό 1900, ὁ σουλτάνος Χαμίτ  τίμησε τήν ἀδελφότητα μέ τό χρυσό μετάλλιο καλῶν τεχνῶν καί ἀργότερα μέ τό παράσημο μετζητι τρίτης τάξεως, γιά τίς καλλιτεχνικές ἐργασίες της σέ διάφορες περιοχές τῆς Τουρκίας, ἐνῶ ἡ βασιλική οἰκογένεια τῆς Ρουμανίας φανερώνει τήν προτίμησή της γιά τά καλλιτεχνήματα τῶν Ἰωασαφαίων. .
Μέ τό ἐργαστήριο τῶν Ἰωασαφαίων ἀρχίζει νά ἐπικρατεῖ τό δυτικό φυσιοκρατικό καλλιτεχνικό ἰδίωμα καί ἰδίως ἐκεῖνο τῆς Ρωσοναζαρηνῆς λεγόμενης ζωγραφικῆς.
Στήν βιβλιοθήκη τῆς σημερινῆς καλύβης τῶν Ἰωασαφαίων σώζονται πολλά ἀπό τά λιθογραφικά ἀντίτυπα εἰκόνων πού προέρχονταν ἀπό τή Ρωσία καί πού ἀποτελοῦσαν τά πρότυπα τῆς τέχνης τους. Πρότυπα πού μέ τή σειρά τους μιμοῦνται δυτικοευρωπαϊκά ρεύματα. Τίς λιθογραφίες αὐτές προμηθεύονταν ἀπό τήν ἐκρωσισμένη ἤδη μονή Ἁγ. Παντελεήμονος, τίς ρωσικές σκῆτες τοῦ Ἁγ. Ἀνδρέα καί Προφήτου Ἠλία ἀλλά καί τά πολυάριθμα ρωσικά κελλιά τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Οἱ παραγγελίες ἦταν  χιλιάδες καί κυρίως ἡ μονή Ἁγ. Παντελεήμονος διεδραμάτιζε τό ρόλο τοῦ μεσίτη μεταξύ τῶν ἐργαστηρίων καί τῶν Ρώσων, πού συνήθως ἦταν  εὐεργέτες ἤ ἀγοραστές. Φαίνεται μάλιστα ὅτι τά εἰκονογραφικά ἐργαστήρια τῶν Ἑλλήνων ἁγιορειτῶν, ὅπως αὐτό τῶν Ἰωασαφαίων, ὑπερεῖχαν καλλιτεχνικά ἀπό τά ἀντίστοιχα τῶν Ρώσων, γι᾿ αὐτό καί οἱ Ρώσοι μοναχοί πού προωθοῦσαν τά ἔργα αὐτά στή Ρωσία ἤ στούς Ρώσους προσκυνητές προτιμοῦσαν νά μήν ἀναγράφονται τά ὀνόματα τῶν Ἑλλήνων μοναχῶν στίς εἰκόνες πού ἱστοροῦσαν, προκειμένου νά φαίνεται ὅτι αὐτές προέρχονταν ἀπό τά ρωσικά ἀθωνικά ἐργαστήρια. 
Δέν θά πρέπει ὅμως νά ἀποδώσουμε τήν πλήρη εὐθύνη γιά τήν εἰσαγωγή τῆς φυσιοκρατικῆς ρωσοναζαρηνῆς τεχνοτροπίας στόν Ἄθωνα στούς Ἰωασαφαίους, καθώς – σύμφωνα μέ τόν Κ. Καλοκύρη – «γένοντο ο ργάται μις τέχνης, ποία δη πρό ατν το οκεία ες τόν θω». Ὁ Ο Καλοκύρης ἀναφέρεται στό γεγονός ὃτι ἡ ἀπόκλιση ἀπό παραδεδομένα στοιχεῖα τῆς βυζαντινῆς ζωγραφικῆς δέν ἐθεωρεῖτο πάντοτε κακό ἤ ἐπιβλαβές πρός τήν ὀρθόδοξη παράδοση.
Ἡ πρώτη ἀντίδραση στή σταδιακή ἐγκατάλειψη τῆς παραδοσιακῆς τεχνικῆς ἀλλά καί τεχνοτροπίας ἱστορήσεως τῶν εἰκόνων καί στήν υἱοθέτηση τῆς δυτικότροπης ζωγραφικῆς τῆς Ρωσοναζαρηνῆς σχολῆς ἀπό τά Ἁγιορειτικά εἰκονογραφικά ἐργαστήρια σημειώθηκε στό ἴδιο τό Ἅγιον Ὄρος. Σέ μία ἐπιστολή τοῦ ἔτους 1897 στήν κκλησιαστική λήθεια, τό περιοδικό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὁ «Ἁγιορείτης Μοναχός» πού τηρεῖ τήν ἀνωνυμία του, ἐπισημαίνει τήν παρακμή τῆς ἁγιορειτικῆς εἰκαστικῆς παραγωγῆς καί καταλογίζει εὐθύνες στό ρωσικό ἐμπόριο. Τονίζει ἀπό τή μιά τήν προτεραιότητα πού πρέπει νά ἔχει ἡ διδακτική λειτουργία τῆς εἰκόνας, σέ σχέση μέ τήν καλλιτεχνική της διάσταση, καί ἀπό τήν ἄλλη θεωρεῖ ὡς πρότυπα μερικά ἔργα τῆς βυζαντινῆς ζωγραφικῆς μέ τήν προϋπόθεση ὅμως οἱ ἁγιογράφοι νά μήν περιορίζονται «ες μηχανικήν καί ξηράν πομίμησιν», ἀλλά, μέσα στό πνεῦμα τῆς βυζαντινῆς τέχνης, νά δημιουργήσουν μέ ἐλευθερία τήν «μετέραν γιογραφίαν».
Στά 1922, ἡ συνάντηση τοῦ Φώτη Κόντογλου, ὅταν βρέθηκε στά Καυσοκαλύβια – τόν χρο τς καρδις του, σύμφωνα μέ τόν ἴδιο – τόσο μέ τήν βυζαντινή καί πρώιμη μεταβυζαντινή τέχνη τοῦ Ἄθω ὅσο καί μέ τούς διάσημους ζωγράφους Ἰωασαφαίους – φορεῖς τῆς νέας καί ἀλλοτριωμένης ἀπό δυτικές καί ρωσικές ἐπιδράσεις ἐργοχειρικῆς καί βιοτεχνικῆς τέχνης – θά ἀποβεῖ καταλυτική. Ἀντιγράφοντας στό λεύκωμά του  τχνη το θω (Ἀθῆναι 1923) τήν τοιχογραφία τῆς ποκαθηλώσεως ἀπό τό Κυριακό τῆς Σκήτης τῶν Καυσοκαλυβίων (γ΄ τέταρτο 18ου αἰ.), ἔργο τοῦ ἁγιορειτικοῦ ἐργαστηρίου τοῦ ἱερομονάχου Παρθενίου τοῦ ἐξ Ἀγράφων, ἔδειχνε μέ ἀσφάλεια σ᾿ ὅλους μας τόν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς στήν παράδοση.


Δείτε φωτογραφίες των Ιωασαφαίων:


Σχετικό:


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου