Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

926 - Απ. Βακαλόπουλος: Το Άγιον Όρος επί τουρκοκρατίας


Για το Άγιο Όρος έχουν γραφή εκατοντάδες βιβλία και χιλιάδες άρθρα, αλλά ελάχιστα απ’ αυτά προσφέρουν ακριβή και θετικά στοιχεία. Αισθητή είναι ακόμη ή έλλειψη ενός μεγάλου συνθετικού έργου, ιδίως της εποχής της τουρκοκρατίας, το οποίο να χρησιμοποιή ευρύτατα τα έγγραφα των αρχείων της αντίστοιχης περιόδου (πού μένουν σχεδόν απρόσιτα στον ερευνητή) με την προσπάθεια να εισδύση στην ουσία του μοναχικού βίου, στους κλυδωνισμούς της ψυχής των μοναχών και στους πνευματικούς των αγώνες.
Τις πιο πρώιμες, αλλά και ενδιαφέρουσες περιγραφές για το Άγιον Όρος τις έχουμε από Ρώσους προσκυνητές πού με πολλές λεπτομέρειες, όπου ή αλήθεια συχνά χάνεται μέσα στον μύθο, μιλούν για την κατάσταση και την ιστορία των μονών, για τα μετόχια και τα κτήματά τους στην Χαλκιδική και στην περιοχή της Θεσσαλονίκης (βλ. σ. 216-217 χάρτη Χαλκιδικής με τα μετόχια πού είχε το Άγιον Όρος κατά τα πρώτα τη μετά την άφιξη των προσφύγων*), για τούς θησαυρούς πού κρύβουν, για τα ποικίλα και πολύτιμα δώρα βυζαντινών βασιλέων, για τα άγια λείψανα και τα θαύματά τους, και για άλλα ενδιαφέροντα πράγματα πού όλα μαζί συνθέτουν την θρησκόληπτη ατμόσφαιρα της εποχής. Κατά τα τέλη του 15ου αιώνα ό Ρώσος προσκυνητής Ησαΐας μνημονεύει τα μισά σχεδόν μοναστήρια ως σλαβικά και αρβανίτικα: Δοχειαρίου, Γρηγορίου, Αγ. Παύλου, ένα κοντά στον Αγ. Παύλο αφιερωμένο στον Αγ. Ιωάννη τον Θεολόγο (εννοεί ασφαλώς την μονή Διονυσίου), Χιλανδαρίου σερβικά, Παντελεήμονος ρωσικό, Σίμωνος Πέτρας βουλγαρικό, Καρακάλλου και Φιλοθέου αρβανίτικα. Του Ζωγράφου, Κασταμονίτου, Ξηροποτάμου και Κουτλουμουσίου δεν τα προσδιορίζει, ενώ της Λαύρας, Βατοπεδίου, Παντοκράτορος και Σταυρονικήτα τα ονομάζει ρητά ελληνικά. Νομίζω ότι ή πληροφορία του είναι αξιόπιστη και χαρακτηρίζει την ελεύθερη πια διακίνηση των σκλαβωμένων χριστιανικών λαών μέσα στον χώρο της οθωμανικής αυτοκρατορίας, και ιδίως την κάθοδο των Σλάβων και Αλβανών (πιθανότατα Βορειοηπειρωτών), όχι μόνο γεωργών, αλλά και μοναχών προς την Βόρεια Ελλάδα, Μακεδονία και Θράκη. Την γνώμη μου αυτή την επιβεβαιώνουν δύο έγγραφα τής «Συνάξεως»: το ένα, του 1399, το υπογράφουν σλαβικά μόνον οι αντιπρόσωποι του Χιλανδαρίου και Διονυσίου, ενώ το άλλο, του 1505 (σύγχρονο δηλαδή του Ησαϊα), το υπογράφουν 18 αντιπρόσωποι, από τούς οποίους οι 11 βάζουν την υπογραφή τους στα σλαβικά. Δηλαδή κατά τον 15ο αι. και ιδίως μετά την Άλωση οι μονές του Αγ. Όρους αριθμούν πολλούς Σλάβους μοναχούς. Γι’ αυτό και από τις αρχές του 16ου αι. παρατηρείται κάποια αντίδραση ορισμένων Ελλήνων μοναχών εναντίον του εκσλαβισμού των μονών, αν κρίνουμε από ορισμένες ενδείξεις πού θα αναφέρουμε σε άλλα μέρη. Ο ελληνισμός φοβισμένος αρχίζει ν’ αμύνεται.
Εκτός από τις περιγραφές των Ρώσων προσκυνητών, σύντομες, αλλά θετικές, είναι οι πληροφορίες του Pierre Belon, ό οποίος φλέγεται από την επιθυμία να επισκεφθή τον ιερό εκείνο τόπο και να γνωρίση την ιδιότυπη ζωή των μοναχών. Ενθουσιασμένος από το φυσικό περιβάλλον σημειώνει ότι δεν γνωρίζει άλλον τόπον πιο κατάλληλο για μόνωση.
Αν κάποιος έλθη στο Άγιο Όρος, για να γίνη καλόγερος, και έχη κάποια περιουσία, τότε και αυτή ενσωματώνεται στην περιουσία του μοναστηριού. Το κακό όμως είναι ότι οι υποψήφιοι μοναχοί κείρονται συνήθως αδοκίμαστοι και αμέσως κατόπιν στέλνονται σε διάφορες αγροτικές εργασίες, σε κοπάδια ζώων, μύλους κ. λ. με αποτέλεσμα να φθείρωνται οι ψυχές τους.
Οι 6.000 μοναχοί ζουν σε 24 παλιά μοναστήρια σκορπισμένα εδώ και εκεί, καλοχτισμένα και οχυρωμένα με ψηλά τείχη, για ν’ αντιστέκωνται στις επιδρομές των πειρατών, αν και συνήθως αυτοί - ακόμη και οι Τούρκοι - δεν τα πειράζουν.
Όλοι οι μοναχοί είναι ντυμένοι φτωχικά και εργάζονται. Ξεκινούν κάθε πρωί για τις δουλειές τους με το δισάκκι τους ριχμένο στον ώμο γεμάτο παξιμάδια και μερικά κρομμύδια και με τα εργαλεία τους στο χέρι, τσάπα, σκαπάνη ή κλαδευτήρι. Άλλοι τσαπίζουν τ’ αμπέλια, άλλοι κόβουν ξύλα και άλλοι κάνουν καράβια. Άλλοι πάλι κλώθουν μαλλί ή είναι ράφτες, τσαγκάρηδες, κτίστες, ξυλουργοί κ. λ.. Κάνουν ωραία ξύλινα κουτάλια, ξυστριά για την ράχη, κύπελλα, δίσκους ποικιλόχρωμους και άλλα ωραία αντικείμενα, βιοτεχνία πού επιζεί ακόμη ως σήμερα.
Οι μοναχοί δεν τρώγουν κρέας, ακόμη και ψάρια, ιδίως την Σαρακοστή. Αρχίζουν με κρομμύδια ωμά και σκόρδα. Η κύρια τροφή τους είναι ελιές και κουκκιά βρεγμένα. Τελειώνουν με ρόκα και κάρδαμο. Φιλοξενούν τούς επισκέπτες δωρεάν. Επειδή θεωρούνται ότι τηρούν αυστηρότατα τούς κανόνες του μοναχικού βίου, οι ορθόδοξοι λαοί, όπου και αν κατοικούν, στα Βαλκάνια, στην Ρωσία, στην Πολωνία, στον Καύκασο, στην Μιγγρελία κ. λ., τούς σέβονται πολύ περισσότερο από τούς άλλους μοναχούς. Ακόμη σέβονται ιδιαίτερα και εκείνους τούς μοναχούς του Σινά, του Λιβάνου, των ερήμων της Συρίας κ. λ., πού έμειναν ένα διάστημα στο Άγιο Όρος. Αλλά και όλοι γενικά αναγνωρίζουν την αγιότητα του Όρους και σέβονται βαθύτατα ιδίως τούς ασκητές. Οι μοναχοί πληρώνουν κεφαλικό φόρο (κοινώς λεγόμενο χαράτς) 3 τάλληρα κάθε χρόνο κατά κεφαλή. Αγοράζουν με δικά τους χρήματα τα ρούχα τους και τα απαραίτητα εργαλεία, για να καλλιεργούν την γη τα μοναστήρια έχουν εισοδήματα από διάφορες χώρες της ορθοδοξίας, κυρίως από την Ρωσία και την Βλαχία. Συχνά μάλιστα στέλνουν μοναχούς στο εξωτερικό, για να ζητήσουν την ελεημοσύνη των χριστιανικών λαών. Αυτοί είναι οι λεγόμενοι «ταξιδιώτες». Η έξοδος αυτή, πού οι ζηλωτές του αυστηρού πνεύματος την κατακρίνουν ως διαλυτική του μοναχισμού, διαρκεί συνήθως δύο τρία χρόνια. Μετά την επιστροφή τους παραδίδουν τα χρήματα στον σκευοφύλακα του κάθε μοναστηριού, ό οποίος αντιμετωπίζει τις διάφορες ανάγκες και τα υπόλοιπα τα κρατεί για να πληρώση τα έξοδα ενός άλλου ταξιδιού.
Οι μοναχοί πού κινούν την περιέργεια μαζί και τον θαυμασμό του κόσμου είναι οι ερημίτες, εκείνοι δηλαδή πού, ύστερ’ από συμβίωση πολλών ετών στο μοναστήρι, αναχωρούν ένας - ένας χωριστά στην «έρημον», όπου περνούν τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής τους σιωπηλοί με την σκέψη τους στραμμένη προς το θείο, τρώγοντας τρεις ή δύο ή και μία φορά την εβδομάδα μόνο ψωμί ή χόρτα, ρίζες και κάστανα. Αυτοί συνήθως είναι οι οραματιστές προφητειών.
Από τούς μεταγενεστέρους ξένους περιηγητές πού μας πληροφορούν για τον Άγιον Όρος ό πιο αξιόπιστος είναι ό Άγγλος John Covel, ό πρώτος Άγγλος πού το επισκέφθηκε επί Τουρκοκρατίας, στα 1677. Ο Covel (σ’ αυτόν βασίζεται ό Ricaut) περιγράφει τα μεγαλύτερα μοναστήρια και δίνει ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την οργάνωση του Όρους και ιδίως για τα αξιώματα και την διοίκηση τής Λαύρας. Αναφέρει ότι ό οικουμενικός πατριάρχης δεν επεμβαίνει στην εσωτερική διοίκηση, αλλά μόνο διορίζει κατά παράδοση τον αρχιερέα, τον μητροπολίτη Ιερισσού και Αγ. Όρους, ό οποίος είναι υπό τον Θεσσαλονίκης και μένει άλλοτε στις Καρυές και άλλοτε στην Σιδερόκαψα. Έχει σωθή μάλιστα και δημοσιευθή μπεράτι σχετικό με τον διορισμό μητροπολίτη του Αγίου Όρους στα 1482.
Ο πραγματικός ανώτατος εκκλησιαστικός άρχοντας του τόπου είναι ό Πρώτος. Αυτός καθήκον έχει να εποπτεύη τα διασπαρμένα στο Αγ. Όρος κελλιά των αναχωρητών και σε κοινές συνεδρίες στο Π ρ ω τ ά τ ο ν στις Καρυές μαζί με τούς γέροντες των κελλιών να διαλύη τις έριδες των μοναχών και των μονών. Ο Πρώτος παύει να εμφανίζεται κατά τα τέλη του 16ου αιώνα.
Την θέση του Πρώτου την παίρνουν τώρα οι «γέροντες της Συνάξεως» ή «επιστάται». Είναι οι αντιπρόσωποι των μονών στο Πρωτάτο. Έτσι σχηματίζεται εκεί ένα είδος γενικής συνέλευσης, ή σημερινή «Σύναξις», πού εξετάζει τα ζητήματα πού ενδιαφέρουν την μοναστική κοινότητα.
Στις Καρυές εδρεύει Τούρκος αγάς με δύο ή τρεις άνδρες, για να προστατεύουν τις μονές από τις καταπιέσεις των άλλων Τούρκων, ειδικά των ναυτικών τής Μπαρμπαριάς. Ο αγάς (από το σώμα των μποσταντζήδων) διορίζεται από τον μποσταντζή μπασή ως αντιπρόσωπός του και μένει στην θέση αυτή δυό χρόνια. Η ετήσια μισθοδοσία του επιβαρύνει τούς μοναχούς. Ακόμη κάθε μονή τον προσκαλεί στην πανήγυρη του ναού της και (εκτός από την διατροφή αυτού και τής ακολουθίας του) του δωρίζει ένα πουγγί με νομίσματα ανάλογα με την οικονομική της αντοχή.
Ως προς την εσωτερική διοίκηση, ορισμένες μονές, ιδίως Λαύρας και Βατοπεδίου κατά τον 16ο αι. για διάφορους λόγους, κυρίως οικονομικούς, εγκαταλείπουν το κοινοβιακό καθεστώς και υιοθετούν το ιδιόρρυθμο σύστημα ή το μεικτό ιδιόρρυθμο. Το καθεστώς αυτό ενισχύθηκε επί Ιερεμία Β’ και αυτό γενικά, φαίνεται, ακολούθησαν τα μοναστήρια παρά τις διαμαρτυρίες ορισμένων ασκητικών μορφών και τις προσπάθειες τους για την επαναφορά του κοινοβιακού θεσμού.
Το παρακάτω απόσπασμα πράξεως τής μονής Λαύρας, πού έχει συνταχθή στις αρχές του 18ου αι., προσπαθεί να δικαιολογήση με τα εξής την παρέκκλιση από τα αυστηρά τυπικά του Αγίου Αθανασίου:
«Δεν μάς συγχωρεί την σήμερον (ή έπαρσις τής αθεΐας και το βαρβαρικόν ξίφος) φροντίζειν ποσώς περί των τοιούτων παραδόσεων, ως περιττών όντων εν τω παρόντι καιρώ, οπού το ευαγγέλιον τής χάριτος υβρίζεται και καταπατείται και αντιλέγεται φανερώς υπό των απίστων. Φυλάττειν δε μόνον τον όρον και την τάξιν τής ευσεβείας και τον αγιασμόν του Πνεύματος, όπως μη επέλθη εφ’ ημάς καμμία εγκατάλειψις από της εξωτερικής αρπαγής και συγχύσεως τότε ούτε κανόνες, ούτε τύποι Πατέρων βοηθήσαι όλως ισχύσουσιν ημίν. Εν τούτοις μόνοις ζητείν την ασφάλειαν το γε νυν έχον και τα λοιπά παρατρέχειν ως μη χρησιμεύοντα εις τον παρόντα αιώνα, του παλαιού καιρού εκείνα πάντα τυγχάνοντα αξιώματα και θεωρίαι και μελετήματα».
Πραγματικά οι μονές του Αγίου Όρους (αλλά και όλες οι μονές) υποφέρουν από την έλλειψη ασφάλειας κατά τούς πρώτους αιώνες τής τουρκοκρατίας, από καταπατήσεις των γαιών τους από γειτονικούς Τούρκους σπαχήδες ή από παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους , από πειρατείες, ληστείες, από προστριβές μεταξύ τους για τα όρια των κτημάτων τους κ. λ. με αποτέλεσμα πολλές να διαλύωνται και να ερειπώνωνται ή να πέφτουν σε μεγάλα χρέη και φτώχεια. Μεγάλο πλήγμα κατά των μονών ήταν ιδίως ή κατάσχεση των μετοχίων και των άλλων κτημάτων τους στα 1568, για την οποία έχουμε με κιόλας μιλήσει. Σχετικά το έτος ακριβώς εκείνο συστατικό έγγραφο του πατριάρχη Τιμοθέου προς τον μοναχό Δανιήλ Καστρήσιο, πού βγαίνει για «ζητεία» στην Δυτική Ευρώπη για την μονή των Ιβήρων, μιλεί για αβάσταχτα χρέη της και τόκους και κοντά σ’ αυτά για την μεγάλη ζημιά πού έπαθαν τον προηγούμενο χρόνο από τούς Τούρκους, οι οποίοι τους είχαν κατηγορήσει ότι εφοδίαζαν τούς Φράγκους με τρόφιμα .
Η ακμή πού είχαν γνωρίσει τα μοναστήρια επί τών βυζαντινών βασιλέων δεν επρόκειτο πια να ξαναγυρίση. Γι’ αυτό τόσον αυτά, όσο και τα άλλα, έστελναν απεσταλμένους στις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού, οι οποίες τα βοηθούσαν, όπως μπορούσαν πολλοί επίσης ορθόδοξοι ηγεμόνες, ιδίως τής Ρωσίας, τής Βλαχίας και Μολδαβίας ή και φιλόθρησκοι ιδιώτες έστελναν συχνά χρήματα για ν’ ανακουφίσουν τις μονές ή να εξοφλήσουν τα χρέη τους, καθώς και άλλα αφιερώματα, κεντητούς επιτάφιους, χειρόγραφα ευαγγέλια ή άλλα χειρόγραφα και έντυπα θεολογικά βιβλία (τυπωμένα στα τυπογραφεία των ρουμανικών μονών ή πόλεων, Ιασίου, Βουκουρεστίου, Ρύμνικ, Τιργκόβιστε και Σναγκόβ), αναλάμβαναν την προστασία ορισμένων μονών, έκτιζαν ή επισκεύαζαν διάφορα οικοδομήματα και γενικά διατηρούσαν ποικίλες πνευματικές σχέσεις μαζί τους. Ειδικά με τις ρουμανικές χώρες οι σχέσεις ήταν στενές. Πολλοί Αγιορείτες έρχονταν στην Μολδαβία και Βλαχία, καθώς και Ρουμάνοι κατέβαιναν και μόναζαν σε διάφορες μονές του Αγ. Όρους.
Οι Φαναριώτες ηγεμόνες, πού διαδέχονται στα 1711 τούς Βλάχους και Μολδαβούς στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, δεν είναι τόσο γενναιόδωροι, όσο οι προκάτοχοί τους, γιατί ούτε τον πλούτο ούτε την πολιτική δύναμη εκείνων έχουν. Πάντως οι μονές του Αγ. Όρους, αλλά και άλλα εκκλησιαστικά ιδρύματα (μονές Μετεώρων, πατριαρχεία Ιεροσολύμων κ. λ.) με τις δωρεές είτε των ηγεμόνων είτε και των ιδιωτών αποκτούν στην Βλαχία και Μολδαβία μονές, εκκλησίες, μετόχια και άλλα ακίνητα, με λίγες λέξεις τεράστια κτηματική περιουσία, ή οποία μετά την ανεξαρτησία των χωρών εκείνων δημιούργησε το μεγάλο μοναστηριακό ζήτημα.
Παρά ταύτα ή οικονομική κατάσταση των μονών του Άθω συνεχώς χειροτερεύει εξ αιτίας των αβάσταχτων φόρων και τόκων. Τα πολλά χρέη πού είχε συνάψει ή Ιερά Κοινότητα έφεραν τα μοναστήρια σε εξαθλίωση γύρω στα 1600.
Η κατάσταση επιδεινώνεται μετά τον κρητικό πόλεμο (1645 - 1669) ως τα μέσα του επόμενου αιώνα, οπότε με την οικονομική, πνευματική και πολιτική άνοδο των Ελλήνων, αλλά και με την αφιλοκερδή γενναιοδωρία ιδίως των ηγεμόνων της Βλαχίας και Μολδαβίας αρχίζει νέα περίοδος οικονομικής και πνευματικής ακμής. Κτίζονται νέες οικοδομές με κύρια ύλη τα τούβλα ή με τούβλα και πελεκημένες πέτρες. Πολλά όμως κτήρια των μονών, μεγάλων ή μικρών, καθώς και σκήτες και κελλιά κτίστηκαν τις παραμονές τής ελληνικής επανάστασης του 1821, μετά τις 2 Σεπτεμβρίου 1820, οπότε καταρρακτώδης βροχή είχε κάνει μεγάλες καταστροφές στο Άγιον Όρος.
Κατά τον 18° και αρχές του 19ου αι., ιδίως μεταξύ 1784 - 1813, οκτώ από τα μικρά μοναστήρια του Άθω, του Ξενοφώντος, Εσφιγμένου, Σίμωνος Πέτρας, Ρωσικό, Διονυσίου, Καρακάλλου, Ζωγράφου και Κουτλουμουσίου, γίνονται πάλι κοινόβια.
Ο Belon μιλώντας για την πνευματική κατάσταση του Αγίου Όρους γράφει ότι άλλοτε είχε πολλά και ποικίλα χειρόγραφα, ότι στην εποχή του ήταν κυρίως θεολογικά (σημ: φυσικό ήταν να είναι τα περισσότερα), ότι σε κάθε μοναστήρι βρίσκονται μόνο δυο η τρεις μοναχοί που ξέρουν να γράφουν η να διαβάζουν ‚ και αυτό γιατί δήθεν - ήταν απαγορευμένη με αφορισμό ή μελέτη άλλων έργων, εκτός από τα θεολογικά. Η φιλοσοφία και ή ποίηση βρίσκονταν υπό διωγμό -εννοείται το πνεύμα δυσπιστίας και η δυσμενής στάση απέναντι της φιλοσοφίας που επικράτησε μέσα στους κόλπους της ορθοδοξίας μετά τους ησυχαστικούς αγώνες.
Μολαταύτα το Άγιο Όρος ανέδειξε πολλούς λόγιους κληρικούς και ιεράρχες. Ιδίως διασώζεται εκεί κατά παράδοση ή βυζαντινή μουσική, όπως μαρτυρεί ο πλούτος των μουσικών χειρογράφων και το πλήθος των ιεροψαλτών και μουσικών. Γενικά το Άγιο Όρος υπήρξε επί τουρκοκρατίας, όπως εύστοχα είχε παρατηρήσει ό επίσκοπος Σάμου Γεωργειρήνης, ή «Μεγάλη Ακαδημία τού ορθοδόξου μοναχισμού». Ήταν δηλαδή σύμβολο, ιδέα παρά σχολή. Οι υπηρεσίες των μοναχών τού Άθω στην ορθοδοξία ήταν μεγάλες. Αυτοί, παρά την αμάθεια, την θρησκοληψία και την αργυρολογία κατά τις περιοδείες τους, ήταν εκείνοι κυρίως πού με το φλογερό και αδιάλλακτο κήρυγμά τους ενθάρρυναν τούς ορθοδόξους να εμμένουν στην πίστη τους και να μη προσέρχωνται στον ισλαμισμό ή στον καθολικισμό. Συγκεκριμένα οι καθολικοί ιερείς των Κυκλάδων αναγνώριζαν ότι ένα σημαντικό αίτιο πού εμπόδιζε τον προσηλυτισμό των κατοίκων ήταν ή δράση των μοναχών του Αγίου Όρους, οι οποίοι την μεγάλη Σαρακοστή τριγύριζαν στα νησιά, εξομολογούσαν τούς απλούς κατοίκους, τούς μετέδιδαν την Θεία μετάληψη και σύγχρονα κατηγορούσαν τον πάπα και την καθολική Εκκλησία. Έτσι φανάτιζαν εκείνους ακριβώς πού ήταν ευάλωτοι από την καθολική προπαγάνδα.






Πηγή: Το αξεπέραστο έργο του Αποστόλου Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Β’ τομ., Θεσσαλονίκη 1976.










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου