Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

10266 - Η επίδραση της Αθωνικής αρχιτεκτονικής στη διαμόρφωση του ρωσο-βυζαντινού ύφους στις αρχές του 20ου αιώνα. Το Επισκοπείο της Μόσχας. (Βιντεοσκοπημένη εισήγηση της κ. Ariadna Voronova στο 2ο Διεθνές Επιστημονικό Εργαστήριο της Αγιορειτικής Εστίας)

       Ariadna Voronova
Διευθύντρια του Τμήματος Ιστορίας και Θεωρίας της Χριστιανικής Τέχνης, PhD Σχολή Εκκλησιαστικών Τεχνών, Ορθόδοξο Πανεπιστήμιο Αγίου Τύχωνος, Μόσχα
Η επίδραση της Αθωνικής αρχιτεκτονικής στη διαμόρφωση του ρωσο-βυζαντινού ύφους στις αρχές του 20ου αιώνα. Το Επισκοπείο της Μόσχας.

Περίληψη της Εισήγησης:

Το ρωσο-βυζαντινό καλλιτεχνικό ύφος έχει καταστεί μία από τις εκφάνσεις της αρχιτεκτονικής του ιστορικισμού στη Ρωσία, η οποία εξαπλώθηκε στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική από τα μέσα του 19ου ως τις αρχές του 20ου αιώνα. Το φαινόμενο αυτό αναπτύχθηκε εν μέσω της αύξησης του ενδιαφέροντος σε όλη την Ευρώπη για την εθνική αρχιτεκτονική, στη Ρωσία ωστόσο συνδέθηκε ιδιαίτερα με το Βυζάντιο λόγω της συνέχειας της ρωσικής αρχιτεκτονικής από τη βυζαντινή. Το ρωσο-βυζαντινό ύφος εμφανίστηκε στη ρωσική αρχιτεκτονική κατά τη δεκαετία του 1830, άρχισε δε να αναπτύσσεται χάρη στις πρώτες ανακαλύψεις βυζαντινών μνημείων και χάρη στην υποστήριξη των Ρώσων αυτοκρατόρων, καθώς το ύφος αυτό ενσάρκωνε την ιδέα της Ορθοδοξίας και της ηγεμονικής συνέχειας από το Βυζάντιο στη Ρωσία.
Η επίδραση της ελληνικής αρχιτεκτονικής, ιδιαίτερα των παλαιότερων αθωνικών μονών, όπως της Μεγίστης Λαύρας, του Βατοπεδίου και του Χιλανδαρίου, οδήγησαν στη δημιουργία πολλών εξαιρετικών εκκλησιών και μονών σε ολόκληρη την πρώην Ρωσική Αυτοκρατορία. Το βυζαντινό ύφος κυριάρχησε στη Ρωσία και τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματά του είναι η Μονή του Νέου Άθω του Αγίου Σίμωνος του Κανανίτη στην Αμπχαζία, η Μονή του Αγίου Ιωάννη και ο ελληνικός ναός του Αγίου Δημητρίου στην Αγία Πετρούπολη, η Μονή Ποκρόβ στο Κότκοβο κοντά στην Αγία Τριάδα – Λαύρα του Σεργίου, η εκκλησία που χτίστηκε στη Μόσχα και ήταν αφιερωμένη στην εικόνα της Παναγίας από το Βατοπέδι, η Μονή της Μεταμορφώσεως του Βαρλαάμ και πολλές ακόμα.
Στη Ρωσία, το ύφος αυτό υιοθετήθηκε επίσης σε δημόσια κτίρια που έφεραν στο εσωτερικό τους παρεκκλήσια, συμπεριλαμβανομένων νοσοκομείων, καταφυγίων και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Τα κτίσματα αυτά χαρακτηρίζονται από τη χρήση προσόψεων με ορατή την τοιχοποιία τους, στην οποία χρησιμοποιούνται κόκκινες πλίνθοι. Ο συνδυασμός βυζαντινών και παλαιορωσικών στοιχείων αποτέλεσε ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της αρχιτεκτονικής των επισκοπικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων σε ολόκληρη τη Ρωσία, δημιουργώντας το λεγόμενο "επισκοπικό ύφος" κατά την περίοδο αυτή. Παράδειγμα αυτής της περιόδου είναι το Επισκοπείο της Μόσχας, που σήμερα αποτελεί την έδρα του Ορθόδοξου Πανεπιστημίου του Αγίου Τύχωνος.
Το Επισκοπείο της Μόσχας (1901-1903, έργο του αρχιτέκτονα Peter Vinogradov), παράλληλα με το Παρεκκλήσιο του Αγίου Πρίγκιπα Βλαδίμηρου και την αίθουσα συνεδριάσεων, αποτελεί αρχιτεκτονικό μνημείο του ρωσο-βυζαντινού ύφους, καθώς και σύμβολο της ιστορίας της Ρωσικής Εκκλησίας στις αρχές του 20ου αιώνα. Βασικός σκοπός του κτιρίου ήταν να αποτελέσει ένα εκπαιδευτικό πνευματικό κέντρο κατά τη δύσκολη προ-επαναστατική περίοδο στη Ρωσία. Το 1917-1918 φιλοξένησε τις συνεδριάσεις του Τοπικού Συμβουλίου της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, το οποίο αποφάσισε την αποκατάσταση του Πατριαρχείου και εξέλεξε τον Πατριάρχη Τύχωνα, ενώ έλαβε πολλές ακόμα αποφάσεις οι οποίες συμφιλίωσαν και ένωσαν τη ρωσική κοινωνία μπροστά σε σοβαρές αντιξοότητες. Πολλά μέλη του Συμβουλίου μαρτύρησαν για την πίστη τους και αγιοποιήθηκαν.
Κατά τη σοβιετική περίοδο το κτίριο ανακατασκευάστηκε, χάνοντας όλα τα αρχικά του χαρακτηριστικά, ενώ άλλαξε επίσης ο λειτουργικός του σκοπός. Καταβλήθηκε τεράστια προσπάθεια για την ανάκτηση και ανακατασκευή του κτιρίου για το Ορθόδοξο Πανεπιστήμιο του Αγίου Τύχωνος, η οποία αποκατέστησε και τον αρχικό σκοπό του κτίσματος. Η αποκατάσταση του Επισκοπείου της Μόσχας αφιερώθηκε στη χιλιοστή επέτειο της κοιμήσεως του Αγίου Πρίγκιπα Βλαδίμηρου το 2015. Τα εγκαίνια του κτιρίου πραγματοποιήθηκαν στις 26 Ιουλίου, από την Αυτού Αγιότητα, τον Πατριάρχη Μόσχας και Πασών των Ρωσιών Κυρίλλου. Οι τοιχογραφίες του κύριου παρεκκλησίου του Πρίγκιπα Βλαδίμηρου και του αντίστοιχου του Αγίου Πατριάρχη Τύχωνος, καθώς και όλων των νεομαρτύρων-μελών της Τοπικής Συνόδου του 1917- 1918 φιλοτεχνήθηκαν από καθηγητές και φοιτητές του Τμήματος Εκκλησιαστικών Τεχνών του Πανεπιστημίου του Αγίου Τύχωνος.


Σχετικά:

ΗΜΕΡΙΔΑ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗΣ ΕΣΤΙΑΣ, 8 Δεκεμβρίου 2017

2ο ΔΙΕΘΝΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗΣ ΕΣΤΙΑΣ, 9 - 10 Δεκεμβρίου 2017

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου