Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2016

8718 - Ο Γέροντας Παΐσιος μονάζοντας στην ιδιόρρυθμη Ι. Μονή Φιλοθέου

Παΐσιος μοναχός ο Αγιορείτης (1924-1994),
μετά την κουρά του στη μονή Φιλοθέου, 1957
Μὲ ζῆλο γιὰ μεγαλύτερους πνευματικοὺς ἀγῶνες ἐγκαταστάθηκε ὁ Πατὴρ Ἀβέρκιος στὴν Μονὴ Φιλοθέου. Ἐκεῖ, ὅπως σὲ ὅλα τὰ ἰδιόῤῥυθμα Μοναστήρια, δὲν ὑπῆρχε Ἡγούμενος, ἀλλὰ τὴν διοίκηση τῆς Μονῆς τὴν ἀσκοῦσαν ἀπὸ κοινοῦ οἱ Προϊστάμενοι. Κάθε Προϊστάμενος ἀναλάμβανε λίγους ὑποτακτικοὺς ποὺ ἔμεναν σὲ κελλιὰ κοντινὰ μὲ τὸ δικό του, τοὺς παρακολουθοῦσε στὸν ἀγώνα τους καὶ γινόταν ἀνάδοχος στὴν κουρά τους.
Ὁ Πατὴρ Ἀβέρκιος ζήτησε ἀπὸ τὸν παπα-Συμεὼν νὰ τὸν ἀναλάβη, ἀλλὰ ἐκεῖνος δὲν μποροῦσε, ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε ἄδειο κελλὶ κοντὰ στὸ δικό του. Ἔτσι τὸν ἀνέλαβε ὁ γερο-Σπυρίδων, ὁ δοχειάρης τῆς Μονῆς. Γιὰ πνευματικὴ ὅμως καθοδήγηση πήγαινε στὸν παπα-Κύριλλο, στὴν Σκήτη Κουτλουμουσίου. Ὁ ὅσιος αὐτὸς Γέροντας, πολλὲς φορὲς λάμβανε πληροφορία ἀπὸ τὸν Θεὸ ὅτι θὰ πήγαινε ὁ Πατὴρ Ἀβέρκιος καὶ ποιό θέμα τὸν ἀπασχολοῦσε. Τοῦ ἀπαντοῦσε λοιπό, πρὶν ἀκόμη τὸν ῥωτήσει, ἢ τὸν περίμενε ἔχοντας βάλει σημάδι σὲ κάποιο βιβλίο καὶ μόλις πήγαινε, τοῦ τὸ ἔδινε νὰ τὸ διαβάσει. Ἔτσι ὁ Πατὴρ Ἀβέρκιος ἔπαιρνε τὴν ἀπάντηση ὡς ἐκ στόματος Θεοῦ, ἔβαζε μετάνοια καὶ ἔφευγε ὠφελημένος.
Τὴν δεύτερη ἡμέρα μετὰ τὴν ἐγκατάστασή του στὴν Μονὴ Φιλοθέου, πῆγε νὰ ἐπισκεφθῆ γιὰ πνευματικὴ ὠφέλεια ἕναν πολὺ ἁπλὸ καὶ ταπεινὸ Ῥῶσο ἀσκητή, τὸν γερο-Αὐγουστῖνο, ὁ ὁποῖος ἔμενε στὸ Φιλοθεΐτικο Κελλὶ τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου.

Ἐπειδὴ δὲν τὸν βρῆκε στὸ Κελλί του, ἄφησε ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα λίγα τρόφιμα καὶ ἐπέστρεψε στὸ Μοναστήρι προσέχοντας νὰ μὴν γίνει ἀντιληπτός, γιὰ νὰ μὴν βάλει τοὺς Πατέρες σὲ λογισμὸ ὅτι, μόλις ἦρθε, ἄρχισε νὰ γυρίζει στὰ Κελλιὰ καὶ νὰ μοιράζει πράγματα. Τὴν ἄλλη ὅμως μέρα ὁ γερο-Αὐγουστῖνος πῆγε στὴν Μονὴ Φιλοθέου καὶ τὸν ἀναζητοῦσε μὲ τὸ ὄνομά του: «Ποῦ εἶναι ἕνα καλογέρι ποὺ λέγεται Ἀβέρκιος;». Οἱ Πατέρες παραξενεύτηκαν. «Ἐμεῖς ἀκόμη δὲν τὸν γνωρίσαμε καλὰ-καλά! Ἐσὺ ποῦ τὸν ξέρεις;», τοῦ εἶπαν καὶ τοῦ ἔδειξαν τὸ κελλί του. Μόλις ὁ Πατὴρ Ἀβέρκιος ἄνοιξε τὴν πόρτα, ὁ γερο-Αὐγουστῖνος ἔβαλε ἐδαφιαία μετάνοια καὶ εἶπε: «Εὐλογεῖτε! Θεὸς συγχωρέσοι γιὰ τὶς εὐλογίες ποὺ μοῦ ἄφησες. Σὲ εἶδα ἀπὸ τὸν Προφήτη Ἠλία». Ἡ Σκήτη ὅμως τοῦ Προφήτου Ἠλιοὺ ἀπέχει 4 ὧρες ἀπὸ τὸ Κελλὶ τῶν Εἰσοδίων· ὁ γερο-Αὐγουστῖνος ὡστόσο τὸν εἶχε δεῖ μὲ τὴν «πνευματικὴ τηλεόραση», τὸ διορατικὸ χάρισμα.
Ἀρχικὴ διακονία τοῦ Πατρὸς Ἀβερκίου ἦταν βὰ βοηθάει τὸν γερο-Σπυρίδωνα στὸ δοχειό. Κάθε πρωΐ μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία μοίραζαν στοὺς πατέρες τὴν κουμπάνια τους: ψωμί, τυρί, σαρδέλες, ἐλιές. Ὁ Πατὴρ Ἀβέρκιος βοηθοῦσε στὴν μεταφορὰ τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ ἔκανε καὶ ὅ,τι ἄλλο μποροῦσε, γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσει τοὺς Πατέρες. Ἀκόμη, ἔχοντας λίγα ἐργαλεῖα σὲ μία τσάντα, ἔκανε διάφορες ξυλουργικὲς ἐργασίες καὶ ἐπιδιορθώσεις ὅπου τὸν φώναζαν, μέσα στὴν Μονὴ ἢ στὰ γύρω Κελλιά.
Κάποτε εἶχε πάει γιὰ ἐργασία στὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Παρισαίων, καὶ ὁ Γέροντας τοῦ Κελλιοῦ τὸν παρακάλεσε νὰ πάρει κοντά του ἕναν δόκιμο ὑποτακτικό του, γιὰ νὰ τὸν βοηθάει καὶ νὰ μάθει λίγο τὴν τέχνη. Ὁ δόκιμος αὐτὸς ἐκεῖνον τὸν καιρὸ εἶχε πόλεμο ἀπὸ σαρκικοὺς λογισμούς, καὶ μία μέρα εἶπε στὸν Γέροντά του:
-Γέροντα, ἔχει εὐλογία νὰ συζητήσουμε μὲ τὸν Πατέρα Ἀβέρκιο;
-Νὰ συζητήσετε, εἶπε ὁ Γέροντας, νέος ἄνθρωπος εἶναι καὶ αὐτός, θὰ σὲ βοηθήσει.
Ὅση ὥρα ὁ δόκιμος μιλοῦσε, ὁ Πατὴρ Ἀβέρκιος τὸν ἄκουγε μὲ σκυμμένο τὸ κεφάλι. Ἔπειτα τὸν κοίταξε καὶ τὸν ῥώτησε:
-Τώρα εἶσαι καλά;
-Μὲ τὴν βοήθεια τῆς Παναγίας καὶ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τώρα εἶμαι πολὺ καλά, ἀπάντησε ἐκεῖνος.
-Ἕνα πρᾶγμα νὰ ξέρεις, τοῦ εἶπε τότε ὁ Πατὴρ Ἀβέρκιος. Ἐκεῖ ποὺ σπέρνει ὁ διάβολος, θερίζει ὁ Χριστός. Ὁ διάβολος τὰ ἔσπειρε ὅλα αὐτὰ μέσα σου, καὶ ὁ Χριστὸς τὰ θέρισε.
Καὶ στὴν συνέχεια, πάνω στὴν συζήτηση, εἶπε ταπεινὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του: «Ὅπως ἡ μηχανὴ τοῦ τρένου σέρνει πίσω τῆς τὰ βαγόνια, ἔτσι καὶ ἐγὼ σέρνω τὶς ἁμαρτίες μου».
Ὅταν τελείωσε τὴν δουλειά, ὁ Γέροντας τῆς Καλύβης ἤθελε νὰ τοῦ δώσει εὐλογία λίγα αὐγά, ἀλλὰ ὁ Πατὴρ Ἀβέρκιος δὲν ἤθελε νὰ τὰ πάρει.
-Ἔ, Πάτερ Γεώργιε, εἶναι σὰν νὰ μὲ πλήρωσες, τοῦ εἶπε.
-Δὲν σὲ πληρώνω, εὐλογία σοῦ δίνω. Τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τὴν εὐλογία δὲν θὰ τὴν πάρεις;, τὸν ῥώτησε ἐκεῖνος στενοχωρημένος.
Ἔτσι, γιὰ νὰ μὴν τὸν λυπήσει, δέχθηκε νὰ πάρει κάτι καὶ πῆρε λίγα φασολάκια ἀπὸ τὸν κῆπό του.
Ὁ Πατὴρ Ἀβέρκιος στὴν Μονὴ Φιλοθέου εἶχε δοθῆ σὲ μεγαλύτερη ἄσκηση. Ὅσο αὐστηρὸς ὅμως ἦταν στὸν ἑαυτό του, τόσο στοργικὸς ἦταν πρὸς τοὺς ἄλλους. Τὸν Ἰούνιο τοῦ 1956 φιλοξενήθηκε ἕνα βράδυ στὴν Μονὴ κάποιος νέος, ὁ ὁποῖος τὸ πρωΐ ἑτοιμάστηκε νὰ φύγει νηστικός. Ξαφνικὰ παρουσιάσθηκε μπροστά του ὁ Πατὴρ Ἀβέρκιος καὶ τὸν ῥώτησε: «Θέλετε ἕνα γαλατάκι;» Καὶ τοῦ πρόσφερε γάλα μὲ παξιμάδι. Ὁ νέος ἐντυπωσιάσθηκε ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ μορφὴ τοῦ ἄγνωστου αὐτοῦ μοναχοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν τρόπο ποὺ μιλοῦσε.
Ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες πέρασε καὶ ἀπὸ τὴν Μονὴ ἕνας Ἐπίσκοπος τοῦ Πατριαρχείου Ἱεροσολύμων, ὁ ὁποῖος ἀναζητοῦσε μοναχοὺς γιὰ τοὺς Ἁγίους Τόπους. Οἱ Πατέρες συγκεντρώθηκαν στὸ Συνοδικό, καὶ τοὺς ῥώτησε ἐὰν ὑπῆρχε κάποιος ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ διακονήσει στὰ ἐκεῖ προσκυνήματα. Τότε, ὁ Πατὴρ Ἀβέρκιος ἦταν ἕτοιμος νὰ προσφερθῆ, ἀλλὰ ἕνας Προϊστάμενος ποὺ τὸν ἀγαποῦσε πολύ, ὁ γερο-Εὐδόκιμος, τὸν συγκράτησε λέγοντας:
-Ποῦ θὰ πᾶς ἐσύ; Ἂν πᾶς ἐκεῖ, θὰ πεθάνεις.
-Καὶ ἐγὼ αὐτὸ θέλω, ἀπάντησε, νὰ πάω ἐκεῖ, γιὰ νὰ πεθάνω.
***

Ἄῤῥωστος στὴν Κόνιτσα.
Ἀλλὰ καὶ στὸ ὑγρὸ κλίμα τῆς Μονῆς Φιλοθέου ὁ Πατὴρ Ἀβέρκιος σύντομα ἀῤῥώστησε μὲ δέκατα καὶ αἱμοπτύσεις. Ὁ γιατρὸς συνέστησε τρίμηνη θεραπεία μὲ ἐνέσεις στρεπτομυκίνης σὲ ξηρὸ κλίμα, καὶ ὁ παπα-Συμεὼν τὸν συμβούλεψε νὰ κάνει τὴν θεραπεία στὴν Κόνιτσα.
Μὲ τὴν εὐλογία λοιπὸν τῆς Μονῆς πῆγε στὴν πατρίδα του, τὴν Κόνιτσα. Φθάνοντας ὅμως ἐκεῖ, δὲν πῆγε νὰ μείνει στὸ πατρικό σου σπίτι ἀλλὰ στὸ ἐξωκκλήσι τῆς Ἁγίας Βαρβάρας. Ἐκεῖ τὸν βρῆκε ἡ εὐλαβὴς Κονιτσιώτισσα Κέτη (Ἑῤῥικέτη) Πατέρα, ποὺ τὸν γνώριζε ἀπὸ μικρόν. Ὅπως ἦταν σκελετωμένος, σὰν ὁσιακὴ μορφὴ ἀπὸ τοιχογραφία, στὴν ἀρχὴ δὲν τὸν ἀναγνώρισε. Ἔπειτα τῆς ἐξήγησε ὅτι βρισκόταν στὴν Κόνιτσα γιὰ θεραπεία καὶ ὅτι ὡς μοναχὸς δὲν μποροῦσε νὰ μείνει στὸ σπίτι του, διότι οἱ μοναχοὶ πρέπει νὰ ἔχουν ξενιτεία. Τότε ἐκείνη τοῦ πρότεινε νὰ τὸν φιλοξενήσει στὸ σπίτι της, ὅπου ἔμενε ἡ ἡλικιωμένη μητέρα της, καὶ ὁ Πατὴρ Ἀβέρκιος δέχθηκε.
Ἐκεῖ πήγαινε ἡ ἀδελφή του Χριστίνα καὶ τοῦ ἔκανε τὶς ἐνέσεις. Ἄρχισαν ὅμως νὰ τὸν ἐπισκέπτονται καὶ ἀρκετοὶ Κονιτσιῶτες, οἱ ὁποῖοι τοῦ ἀνέφεραν τὸ μεγάλο κακὶ ποὺ εἶχε ἀρχίσει νὰ γίνεται στὴν Κόνιτσα ἀπὸ τὸν προσηλυτισμὸ ποὺ ἔκανε ἕνας προτεστάντης. Ὁ Πατὴρ Ἀβέρκιος τὸν γνώριζε καλά· ἦταν ἐκεῖνος ὁ Φαρασιώτης τὸν ὁποῖο εἶχε φιλοξενήσει πρὶν ἀπὸ 10 χρόνια στὰ Ἰωάννινα καὶ τοῦ ἔκαψε τὰ αἱρετικὰ φυλλάδια ποὺ βρῆκε στὸ στρατιωτικό του σακκίδιο. Μερικοὶ Κονιτσιῶτες παρακάλεσαν τὸν Πατέρα Ἀβέρκιο νὰ παραμείνει στὴν Κόνιτσα γιὰ νὰ καταστρέψει τὴν σφηκοφωλιὰ ἅμα τῇ δημιουργίᾳ της. Γιὰ ἐκεῖνον ὅμως ἦταν ἀδύνατον νὰ μείνει στὸν κόσμο. Μόλις συμπληρώθηκαν οἱ τρεῖς μῆνες τῆς θεραπείας, ἐπέστρεψε στὴν Μονὴ Φιλοθέου.
***

Σταυροφόρος μοναχὸς Παΐσιος.
Ἐπιστρέφοντας, ζήτησε εὐλογία νὰ γίνει τοῦ «κοινοῦ», ὅπως ἔλεγαν στὰ ἰδιόῤῥυθμα Μοναστήρια τοὺ μοναχοὺς ποὺ δὲν ἦταν ὑποτακτικοὶ σὲ κάποιον Προϊστάμενο. Ἔτσι δὲν ἔμενε πλέον κοντὰ στὸν γερο-Σπυρίδωνα, ἀλλὰ μόνος του, σὲ ἕνα πιὸ ἀπομονωμένο κελλί. Καὶ ἐνῶ δὲν εἶχε πολὺ καιρὸ στὴν Μονή, οἱ Προϊστάμενοι ἤθελαν νὰ τὸν κάνουν μεγαλόσχημο. Ὁ Πατὴρ Ἀβέρκιος δὲν ἤθελε καὶ πάλι νὰ δεσμευθῆ, ἀφοῦ ἑτοιμαζόταν γιὰ τὴν ἔερημο. Ῥώτησε τὸν παπα-Κύριλλο τί νὰ κάνει, καὶ ἐκεῖνος τὸν συμβούλεψε νὰ τοὺς πῆ νὰ τὸν κάνουν σταυροφόρο.
Ἔτσι, στὶς 3 Μαρτίου 1957 (π. ἡ.) ἔγινε σταυροφόρος μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Παΐσιος. Ἀνάδοχός του στὴν κουρά του, ὅπως γινόταν μὲ ὅλους τοὺς μοναχοὺς τοῦ «κοινοῦ», ἦταν ὁ γερο-Σάββας, ἕνας εὐλαβέστατος Γέροντας ποὺ ζοῦσε 50 χρόνια στὴν Μονὴ καί, ἐνῶ πολλὲς φορές, τοῦ εἶχαν προτείνει νὰ γίνει Προϊστάμενος, ἐκεῖνος δὲν ἤθελε, γιὰ νὰ μὴν τὸν ἀποσπάσουν οἱ διοικητικὲς μέριμνες ἀπὸ τὴν πνευματική του ἐργασία.
Τὸ ὄνομα Παΐσιος τὸ πρότεινε ὁ παπα-Συμεών, ὁ ὁποῖος ὡς Φαρασιώτης εἶχε στενοχωρηθῆ ποὺ ὁ Πατὴρ Ἀβέρκιος δὲν εἶχ επλέον τὸ ὄνομα τοῦ ὁσίου Πατρὸς Ἀρσενίου Χατζεφεντῆ. Γι’ αὐτὸ καὶ παρακάλεσε τὸν γερο-Σάββα νὰ τοῦ δώσει τὸ ὄνομα τοῦ γενναίου Φαρασιώτη Ἐπισκόπου Παϊσίου τοῦ Β΄. Γιὰ τὸν Πατέρα Παΐσιο δὲν εἶχε βέβαια σημασία τὸ ὄνομα ποὺ πῆρε ἀλλὰ ὁ ἀγώνας ποὺ ἔπρεπε νὰ κάνει ὡς σταυροφόρος μοναχός. Λίγες ἡμέρες ὕστερα ἀπὸ τὴν κουρά του, ἔγραψε σὲ ἐπιστολή του: «Ἀνέλαβα καὶ βαρύτερον φορτίον. Ἀλλὰ ἐλπίζω μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Γλυκυτάτου μας Νυμφίου Ἰησοῦ νὰ ἀνεβάσω τὸν βαρὺν Σταυρὸν μέχρι τὸν Γολγοθᾶ». Τότε ἔστειλε καὶ στὴν μητέρα του μία φωτογραφία του μὲ ἀποχαιρετιστήριο γράμμα ὑπὸ μορφὴν ποιήματος, τὸ ὁποῖο ἄρχιζε  ὡς ἑξῆς:
«Μανούλα μου, σὲ χαιρετῶ, ἐγὼ πάω νὰ μονάσω,
φεύγω τὴν μάταιαν ζωήν, τὸν πλάνον νὰ γελάσω».
***

Νηστεία, ἀγρυπνία, προσευχή.
Ὁ Πατὴρ Παΐσιος ἦταν ὑπόδειγμα μοναχοῦ. «Αὐτὸς εἶναι καλὸς μοναχός», ἔλεγε ὁ γερο-Εὐδόκιμος. Στὴν Ἀκολουθία συνήθως στεκόταν στὰ πίσω στασίδια τῆς Λιτῆς, μὲ συγκεντρωμένη ὅλη τὴν προσοχὴ στὸν ἑαυτό του. Μετὰ τὴν δύση τοῦ ἡλίου, ποὺ ἔκλεινε ἡ πύλη τῆς Μονῆς, κλεινόταν καὶ αὐτὸς στὸ κελλί του καὶ ἀγρυπνοῦσε γιὰ 5 μὲ 7 ὧρες κάνοντας κομποσχοίνια καὶ μετάνοιες. Τὸ χλωμό του πρόσωπο μαρτυροῦσε ὅτι κοιμόταν ἐλάχιστα, ἐνῶ τὰ γόνατά του καὶ οἱ ἀρθρώσεις τῶν δακτύλων τῶν χεριῶν του εἶχαν γεμίσει κάλους ἀπὸ τὶς πολλὲς μετάνοιες.
Καθημερινὴ μελέτη, τροφὴ καὶ τρυφὴ εἶχε τὸ βιβλίο τοῦ Ἀββὰ Ἰσαάκ. Διάβαζε κάθε μέρα ἕνα μικρὸ κομμάτι, τὸ ὁποῖο εἶχε συνέχεια στὸν νοῦ του καὶ προσπαθοῦσε νὰ τὸ ἐφαρμόσει. Ἂν δὲν τὸ ἔκανε πράξη, δὲν προχωροῦσε παρακάτω. Ἔτσι, μελετώντας ἀργά, προσεκτικὰ καὶ μὲ παράλληλη πνευματικὴ ἐργασία, τὸ βιβλίο αὐτό –τὸ ὁποῖο, ὅμως ἔλεγε, εἶναι μία ὁλόκληρη πατερικὴ βιβλιοθήκη-, χρειάσθηκε 7 χρόνια γιὰ νὰ τὸ ὁλοκληρώσει. Συνέχισε, ἐπίσης, νὰ ἀντιγράφει ἀποσπάσματα καὶ ἀπὸ διάφορα ἄλλα Πατερικὰ βιβλία, ὅπως ἔκανε καὶ στὴν Μονὴ Ἐσφιγμένου.
Τὸ ἐλεύθερο πρόγραμμα τοῦ ἰδιόῤῥυθμου Μοναστηριοῦ ἔδινε στὸν Πατέρα Παΐσιο τὴν δυνατότητα νὰ κάνει μεγάλο ἀγώνα καὶ στὴν ἐγκράτεια χωρὶς νὰ γίνεται ἀντιληπτός. Ὅσο ἔμενε κοντὰ στὸν γερο-Σπυρίδωνα, ἔτρωγε κάθε μέρα τὸ ἴδιο φαγητό –συνέχεια ῥύζι ἢ συνέχεια πατάτες ἢ συνέχεια ὄσπρια-, γιὰ νὰ τὰ βαρεθῆ ὅλα καὶ νὰ μὴν τρώει τίποτε μὲ ὄρεξη. Ὅταν πλέον ἔμενε μόνος του, τὸ καθημερινό του φαγητὸ ἦταν νερόβραστα φασόλια χυλωμένα μὲ ἀλεύρι. Πρὶν ἀπὸ τὴν Θεία Κοινωνία ἔκανε πάντοτε τριήμερο. Τὴν πρώτη Μεγάλη Ἑβδομάδα ποὺ ἦταν στὴν Φιλοθέου δὲν ἔφαγε καθόλου. Τὴν δὲ Μεγάλη Παρασκευὴ ἤπιε ξίδι ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστό, στὸν Ὁποῖο ἔδωσαν ξίδι, ὅταν ἦταν ἐπάνω στὸν Σταύρο. Καθὼς ὅμως ἦταν νηστικὸς καὶ ἐξαντλημένος, ἔπεσε κάτω λιπόθυμος. Οἱ Πατέρες θορυβήθηκαν, ἀλλὰ ὁ Πατὴρ Παΐσιος γρήγορα συνῆλθε καὶ συνέχισε τὴν ἀπόλυτη νηστεία ἕως τὴν Κυριακὴ τοῦ Πάσχα.
Τὴν νηστεία τοῦ Δεκαπενταυγούστου τοῦ 1957, τὴν χώρισε σὲ δύο διαστήματα τέλειας ἀσιτίας. Δὲν ἔφαγε τίποτε μέχρι τὴν ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως, ἔφαγε λίγο ἐκείνη τὴν ἡμέρα γιὰ τὸ χαρμόσυνο τῆς ἑορτῆς, καὶ ἔπειτα, μέχρι τῆς Παναγίας, δὲν ἔφαγε πάλι τίποτε. Ἀνήμερα τῆς Παναγίας, ἀμέσως μετὰ τὴν ἀπόλυση τῆς Θείας Λειτουργίας, κάποιος Προϊστάμενος τοῦ ἔδωσε μία ἐπιστολή, γιὰ νὰ τὴν μεταφέρει στὴν Μονὴ Ἰβήρων, ἡ ὁποία πανηγύριζε. Στὴν συνέχεια θὰ ἔπρεπε νὰ περιμένει στὸν Ἀρσανᾶ τῆς Ἰβήρων ἕνα γεροντάκι ποὺ θὰ ἐρχόταν μὲ τὸ καράβι ἀπὸ τὴν Ἱερισσό, γιὰ νὰ τὸ συνοδέψει ἕως τὴν Μονὴ Φιλοθέου.
Ὀ Πατὴρ Παΐσιος ξεκίνησε χωρὶς νὰ πάρει μαζί του οὔτε λίγο παξιμάδι. Ἔφθασε στὴν Μονὴ Ἰβήρων, ποὺ ἀπέχει μιάμιση περίπου ὥρα μὲ τὰ πόδια, παρέδωσε τὴν ἐπιστολὴ καὶ ὕστερα κατέβηκε στὸν Ἀρσανᾶ, γιὰ νὰ περιμένει τὸ γεροντάκι. Τὸ καράβι ὅμως ἀργοῦσε, καὶ ἐκεῖνος κατὰ τὸ ἀπόγευμα ἄρχισε νὰ ζαλίζεται. Σκέφθηκε: «Ἂς πάω λίγο ἀπόμερα, γιὰ νὰ μὴν μὲ δῆ κανεὶς καὶ ἀρχίσει νὰ μὲ ῥωτάει τί ἔπαθα». Πιὸ πέρα ἦταν στοιβαγμένοι κορμοὶ δένδρων ποὺ προοριζόνταν γιὰ τηλεγραφόξυλα. Πῆγε λοιπὸν καὶ κάθισε ἐκεῖ, καὶ τότε τοῦ πέρασε ὁ λογισμὸς νὰ κάνει κομποσχοίνι, γιὰ νὰ τοῦ οἰκονομήσει κάτι ἡ Παναγία. Ἀμέσως ὅμως ἔδιωξε τὸν λογισμὸ αὐτό, σὰν νὰ ἦταν βλάσφημος. Εἶπε στὸν ἑαυτό του:«Ταλαίπωρε, γιὰ τέτοια τιποτένια πράγματα θὰ ἐνοχλῆς τὴν Παναγίας;» Δὲν πρόλαβε νὰ βάλει αὐτὸν τὸν ταπεινὸ καὶ φιλότιμο λογισμό, καὶ ξαφνικὰ παρουσιάσθηκε μπροστά του ἕνας μοναχὸς ποὺ κρατοῦσε ἕνα στρογγυλὸ ψωμί, δύο σύκα καὶ ἕνα μεγάλο τσαμπὶ σταφύλι. Τοῦ τὰ ἔδωσε λέγοντας: «Πάρε αὐτά, εἰς δόξαν τῆς Κυρίας Θεοτόκου», καὶ χάθηκε. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τὸν «διέλυσε»· δάκρυα εὐγνωμοσύνης ἔτρεχαν ἀπὸ τὰ μάτια του γιὰ τὴν «ταχεῖαν καὶ θερμὴν ἀντίληψιν» τῆς Θεομήτορος.
Στὴν ἑπόμενη μεγάλη ἑορτή, τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1957, ὁ παπα-Συμεὼν εἶπε στὸν ὑποτακτικό του: «Πήγαινε καὶ φώναξε τὸν Πατέρα Παΐσιο, νὰ φάει λίγη σούπα νὰ δυναμώσει». Ὁ Πατὴρ Παΐσιος ὅμως, ἂν καὶ μία ἑβδομάδα εἶχε ὑψηλὸ πυρετὸ καὶ ἔκανε αἱμοπτύσεις, δὲν ἤθελε νὰ πάει. Εἶπε: «Ὄχι, εὐλογημένε, ἔχω μαγειρέψει». Καὶ τὸ φαγητό του ἦταν πάλι νερόβραστα φασόλια χυλωμένα μὲ ἀλεύρι. Γιὰ νὰ δικαιολογηθῆ, εἶπε: «Πονάει τὸ στομάχι μου καὶ τρώω αὐτό, γιὰ νὰ συνέλθω· δὲν μπορῶ νὰ φάω τίποτε ἄλλο». Τὸ ἀσκητικὸ ὅμως φαγητὸ ἔδινε στὸν Πατέρα Παΐσιο τόση εὐχαρίστηση, ποὺ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τοῦ δώσει οὔτε τὸ πιὸ πλούσιο τραπέζι.
***

Πόλεμοι τοῦ πειρασμοῦ.
Καθὼς ὁ Ὅσιος αὔξανε τοὺς ἀγῶνες του, αὔξανε καὶ ὁ διάβολος τὶς ἐπιθέσεις του. Ἦταν τόσο μεγάλοι οἱ πειρασμοὶ ποὺ εἶχε, ὥστε, ὅταν ἄκουσε ὅτι ὁ εὐλαβέστατος Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Κωνσταμονίτου, ὁ παπα-Φιλάρετος, εἶπε μία μέρα λυπημένος:«Ουδεὶς πειρασμὸς σήμερα, ἐγκατάλειψις Θεοῦ», εἶπε: «Νὰ τοῦ δώσω ἐγὼ λίγους!». Καὶ ἔπειτα ἔλεγε στὸν πειρασμό: «Ἂν εἶσαι παλληκάρι, νὰ πᾶς στὸν παπα-Φιλάρετο· ὄχι νὰ ἔρχεσαι σ’ ἐμένα ποὺ μὲ βρίσκεις ἀδύνατο».
Ἕνα διάστημα ὁ διάβολος τοῦ ἔφερνε βλάσφημους λογισμοὺς ἀκόμη καὶ τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς. Πήγαινε ἀμέσως πολὺ ἀνήσυχος στὸν Πνευματικὸ παπα-Ἄνθιμο, ποὺ ἔμενε στὴν Μονὴ Φιλοθέου, καὶ τοὺς ἐξαγορευόταν μὲ συντριβή. Ἐκεῖνος, ὡς ἔμπειρος τὸν συμβούλευε: «Μὴν ἀνησυχῆς, αὐτοὶ οἱ λογισμοὶ εἶναι τοῦ διαβόλου. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ στενοχωριέται ὁ ἄνθρωπος γιὰ τοὺς ἄσχημους λογισμοὺς ποὺ περνᾶνε ἀπὸ τὸ μυαλό του γιὰ τὰ ἱερὰ πράγματα, αὐτὸ εἶναι ἀπόδειξη ὅτι δὲν εἶναι δικοί του, ἀλλὰ ἔρχονται ἀπὸ ἔξω». Ὁ Πατὴρ Παΐσιος ὅμως δὲν μποροῦσε πάλι νὰ ἡσυχάσει. Ὅταν τοῦ ἔρχονταν τέτοιοι λογισμοὶ τὴν ὥρα τῆς Ἀκολουθίας, πήγαινε ἀμέσως στὸ Παρεκκλήσι τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ποὺ εἶναι μέσα στὸ Καθολικό. Καὶ τότε, καθὼς προσκυνοῦσε τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου, ἔνιωθε μία εὐωδία. Ἐπέστρεφε στὸ στασίδι του δυναμωμένος και, μόλις ξαναέρχονταν λογισμοί, ξαναπήγαινε στὸ Παρεκκλήσι, καὶ πάλι εὐωδίαζε ἡ εἰκόνα τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Αὐτὸ ἔγινε ἀρκετὲς φορές.
Μία φορὰ ὅμως συνέβη καὶ κάτι, ἀπὸ τὸ ὁποῖο κατάλαβε καθαρὰ ὅτι οἱ λογισμοὶ αὐτοὶ ἦταν δαιμονικὸς πόλεμος. Τὴν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας, στὸ Τρισάγιο, ἐνῶ ἔψαλλε καὶ αὐτὸς σιγανὰ τὸ «Ἅγιος ὁ Θεός», βλέπε ξαφνικὰ νὰ μπαίνει ἀπὸ τὴν πόρτα τῆς Λιτῆς ἕνα μεγάλο θηρίο μὲ σκυλίσιο κεφάλι ποὺ ἔβγαζε φλόγες ἀπὸ τὸ στόμα καὶ ἀπὸ τὰ μάτια του. Τὸ θηρίο στράφηκε πρὸς τὸ μέρος του καὶ τοῦ ἔδωσε δύο μοῦντζες. Ὁ Πατὴρ Παΐσιος γύρισε δίπλα του νὰ δῆ μήπως τὸ ἔβλεπε καὶ κάποιος ἄλλος, ἀλλὰ κανένας δὲν τὸν ἔβλεπε. Ὅταν τὸ ἐξομολογήθηκε στὸν παπα-Ἄνθιμο, ἐκεῖνος τοῦ εἶπε: «Νά, τὸν εἶδες; Αὐτὸς εἶναι. Τώρα ἡσύχασες;»
Ἕνα βράδυ αἰσθάνθηκε τὸν πειρασμὸ σὰν γυναικεία ἀναπνοὴ στὸ αὐτί του. Ταράχθηκε πολὺ καὶ ἀμέσως σηκώθηκε, ἄναψε τὴν λάμπα καὶ ἄρχισε νὰ ψάλλει. Αὐτὸς ἦταν ὁ καλύτερος τρόπος γιὰ νὰ κάνει ἀντιπερισπασμὸ στὸν διάβολο. Τὸ πρωΐ πῆγε καὶ τὸ ἐξομολογήθηκε στὸν παπα-Συμεών, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε: «Μὲ τόση ἄσκηση ποὺ κάνεις, δὲν δικαιολογεῖται τέτοιος πειρασμός. Ὑπάρχει, φαίνεται, κρυφὴ ὑπερηφάνεια. Γι’ αὐτὸ θὰ ἔρχεσαι γιὰ ἕνα διάστημα νὰ σοῦ δίνω κάθε μέρα μαγειρεμένο φαγητό». Ὁ Πατὴρ Παΐσιος τὸ δέχθηκε ταπεινά. Γιὰ ἕναν μήνα πήγαινε στὸν παπα-Συμεὼν τὴν κουμπάνια του καὶ ἔπαιρνε μαγειρεμένο φαγητό. Ἐξετάζοντας μάλιστα τὸν ἑαυτό του, εἶδε ὅτι πράγματι μερικὲς φορὲς τοῦ ἔλεγε ὁ λογισμὸς ὅτι κάτι ἦταν, ὅτι κάτι ἔκανε. Ἔλεγε ἀργότερα: «Ἡ κρυφὴ ὑπερηφάνεια, εἶναι πολὺ ὕπουλη· μόνον ἕνας πεπειραμένος μπορεῖ νὰ τὴν καταλάβει. Ἀλλά, ὅταν δίνεις στοὺς ἄλλους τὸ δικαίωμα νὰ σοῦ κάνουν παρατηρήσεις, αὐτὸ βοηθάει πολύ».
***

Μέλισσα σὲ πνευματικὸ λειμώνα.
Ὁ Πατὴρ Παΐσιος δεχόταν ἀπὸ ὅλους παρατηρήσεις καὶ ζητοῦσε ἀπὸ ὅλους συμβουλές. Τοὺς ἀσκητὲς ποὺ περνοῦσαν ἀπὸ τὸ Μοναστήρι, συνήθιζε νὰ τοὺς παίρνει στὸ κελλί του, γιὰ νὰ τοὺς περιποιηθῆ καὶ νὰ τοὺς συμβουλευθῆ. Ἀλλὰ καὶ σὲ ὁλόκληρο τὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας ἀναζητοῦσε σὰν φίλεργη μέλισσα εὐώδη πνευματικὰ ἄνθη, ἐνάρετους Γέροντες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους μὲ εὐλάβεια συνέλεγε πνευματικὲς ἐμπειρίες καὶ διδαχές, γιὰ νὰ φτιάξει τὸ μέλι τῆς ἀρετῆς. Ὅπου ἄκουγε ὅτι ζοῦσαν ἀγωνιστὲς Πατέρες –σὲ ἄλλα Μοναστήρια, στὰ γύρω Κελλιά, ἀλλὰ καὶ πιὸ μακριά, στὴν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης, στὰ Καυσοκαλύβια, στὴν Κερασιά-, τοὺς ἐπισκεπτόταν καὶ σημείωνε ὅ,τι τοῦ ἔλεγαν.
Ἐπικοινωνοῦσε καὶ μὲ διὰ Χριστὸν σαλούς, ὅπως μὲ τὸν γερο-Δομέτιο, ὁ ὁποῖος ἔμενε στὴν Μονὴ Φιλοθέου καὶ προσποιεῖτο τὸν δαιμονισμένο, καθὼς καὶ μὲ τὸν γερο-Ἐλισσαῖο ἀπὸ τὸ Κελλὶ τῆς Ἀναλήψεως. Αὐτοί, ἐπειδὴ καταλάβαιναν ὅτι ὁ Πατὴρ Παΐσιος δὲν ἔκρινε ἐξωτερικὰ ἀλλὰ εἶχε πνευματικὰ κριτήρια, τὸν ἐμπιστεύονταν καὶ δὲν ἔκαναν μπροστά του σαλότητες. Ἀπὸ τοὺς κρυφοὺς αὐτοὺς ἀγωνιστὲς ὁ Ὅσιος διδάχθηκε πόσο μεγάλο ἀγώνα χρειάζεται νὰ κάνει κάποιος, γιὰ νὰ κρύψει τὸν πνευματικό του πλοῦτο, καὶ ἔτσι νὰ τὸν διαφυλάξει ἀκέραιο.
Κάθε 6 μῆνες περνοῦσε ἀπὸ τὴν Μονὴ Φιλοθέου καὶ ὁ γερο-Πέτρος ἀπὸ τὰ Κατουνάκια, γιὰ νὰ δώσει τὸ ἐργόχειρό του –τὸ ὁποῖο ἦταν κομποσχοίνια καὶ τσάϊ ἀπὸ τὸν Ἄθωνα- καὶ νὰ πάρει λίγο παξιμάδι. Ὅλοι τὸν ἀποκαλοῦσαν «Πετράκη», ἐπειδὴ ἦταν κοντὸς καὶ ἀδύνατος καὶ εἶχε ἁπλότητα μικροῦ παιδιοῦ καὶ πολλὴ εὐαισθησία. Ὁ δὲ Πατὴρ Παΐσιος τὸν γερο-Πέτρο τὸν εἶχε σὲ μεγάλη εὐλάβεια. Ἔγραψε ἀργότερα: «Πολλοὺς ἀσκητὰς γνώρισα, ἀλλὰ στὸν γερο-Πέτρο ἔβλεπες κανεὶς κάτι τὸ διαφορετικό! Φαινόταν μία θεϊκὴ γλυκύτητα ζωγραφισμένη στὸ πρόσωπό του».
Ὅταν οἱ Πατέρες πλησίαζαν τὸν γερο-Πέτρο γιὰ νὰ ὠφεληθοῦν, ἐκεῖνος ντρεπόταν καὶ τοὺς ἀπέφευγε. Μὲ τὸν Πατέρα Παΐσιο ὅμως εἶχε ἰδιαίτερη ἐπικοινωνία, διότι εἶχαν πνευματικὴ συγγένεια. Κάποτε ὁ Πατὴρ Παΐσιος τὸν ῥώτησε καὶ γιὰ ἕνα γεγονὸς ποὺ τοῦ εἶχε συμβῆ, ἂν ἦταν ἀπὸ τὸν Θεὸ ἢ ἀπὸ τὸν πονηρό. Ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε ὅτι ἦταν ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ στην συνέχεια τοῦ εἶπε: «Πάτερ Παΐσιε, ἐγὼ συνέχεια ζῶ τέτοιες καταστάσεις θεῖες. Ἐκείνη τὴν ὥρα ποὺ μὲ ἐπισκέπτεται ἡ θεία Χάρις, ἡ καρδιά μου θερμαίνεται γλυκὰ ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, καὶ ἕνα φῶς παράξενο μὲ φωτίζει ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικά, ἀφοῦ φωτίζεται καὶ τὸ κελλί μου. Βγάζω τότε τὸ σκουφί μου καὶ σκύβω ταπεινὰ τὸ κεφάλι μου καὶ λέω στὸν Χριστό: «Χριστέ μου, χτύπησέ με μὲ τὸ κοντάρι τῆς εὐσπλαγχνίας Σου στὴν καρδιά μου». Τὰ μάτια μου τότε τρέχουν γλυκὰ δάκρυα συνέχεια ἀπὸ εὐγνωμοσύνη καὶ δοξολογῶ τὸν Θεό. Τὸ δὲ πρόσωπό μου τὸ νιώθω νὰ φωτίζει. Ἐκεῖνες τὶς ὧρες, Πάτερ Παΐσιε, ὅλα σταματᾶνε, γιατὶ νιώθω πολὺ κοντά μου τὸν Χριστὸ καὶ δὲν μπορῶ πιὰ νὰ ζητήσω τίποτε, γιατὶ σταματάει καὶ ἡ προσευχή· τὸ κομποσχοίνι δὲν μπορεῖ νὰ γυρίσει».
***

Δοχειάρης πρόθυμος καὶ ἀκούραστος.
Τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1957 ὁ γερο-Σπυρίδων, ποὺ ἦταν 30 χρόνια δοχειάρης, ἀῤῥώστησε καὶ παραιτήθηκε ἀπὸ τὸ διακόνημά του. Τὸ διακόνημα αὐτὸ ἦταν δύσκολο, διότι ὁ δοχειάρης διαχειριζόταν ὅλες τὶς προμήθειες τῆς Μονῆς καὶ ἐρχόταν κάθε μέρα σὲ ἐπικοινωνία μὲ ὅλους τοὺς Πατέρες ἀλλὰ καὶ μὲ τοὺς λαϊκοὺς ποὺ ἐργάζονταν στὸ Μοναστήρι. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ Ἐπίτροποι φρόντιζαν νὰ τὸ ἀναθέτουν σὲ μοναχὸ οἰκονόμο καὶ νοικοκύρη, εὐσυνείδητο καὶ ἔμπιστο. Συνήθως τὸ ἀνέθεταν σὲ Προϊσταμένους· κάποιοι μάλιστα Πατέρες ἤθελαν νὰ ἀναλάβουν αὐτὸ τὸ διακόνημα, μὲ τὴν σκέψη ὅτι ἴσως ἔτσι θὰ γίνονταν καὶ Προϊστάμενοι.
Οἱ Ἐπίτροποι ὅμως θεώρησαν ὅτι ὁ πιὸ κατάλληλος γιὰ τὴν διακονία αὐτὴ ἦταν ὁ Πατὴρ Παΐσιος, ὁ ὁποῖος καὶ βοηθοῦσε μέχρι τότε τὸν γερο-Σπυρίδωνα. Ἐκεῖνος ἀρχικὰ δὲν ἤθελε νὰ ἀναλάβει, ἀλλὰ τελικὰ δέχθηκε κάνοντας ὑπακοή. Ἔλεγε ὁ παπα-Συμεών:«Αὐτὸς ὁ Παΐσιος χαμένο τὸ ἔχει! Ἐμεῖς, μόλις ἦρθε, τὸν τιμήσαμε, τοῦ δώσαμε καὶ διακόνημα Προϊσταμένου, καὶ αὐτὸς δὲν τὸ θέλει».Ὁ Πατὴρ Παΐσιος ὅμως τὶς τιμὲς καὶ τὰ ἀξιωμάτα τὰ θεωροῦσε «κούφια πράγματα». Εἶχε πάντοτε μπροστά του τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ζωῆς, ἀλλὰ καὶ ὡς μοναχὸς δὲν ξέφευγε ἀπὸ τὸν στόχο του.
Στὸ δοχειὸ ἔκαιγε ἀκοίμητο καντήλι μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, καὶ δούλευε ἀκούραστα λέγοντας ἀδιάλειπτα τὴν εὐχή. Ἡ σωματικὴ κούραση δὲν τὸν ἀπασχολοῦσε καθόλου. Τὸν ἐνδιέφερε μόνο νὰ βρίσκεται συνέχεια στὴν πνευματικὴ ἀτμόσφαιρα τῆς νήψεως καὶ τῆς προσευχῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν θέλησε νὰ πάρει ὡς βοηθό του κάποιον λαϊκό, ὅπως τοῦ πρότειναν οἱ Ἐπίτροποι. Ὅταν παρέλαβε τὸ διακόνημα, οἱ ἀποθῆκες ἦταν σὲ κακὴ κατάσταση, ἐπειδὴ ὁ γερο-Σπυρίδων τὰ τελευταῖα χρόνια ἦταν ἄῤῥωστος καὶ δὲν τὶς φρόντιζε. Ὁ Πατὴρ Παΐσιος ἔβγαλε στὴν αὐλὴ ὅλα τὰ ἄχρηστα πράγματα καὶ μόνος του τὰ φόρτωνε σὲ μουλάρια καὶ πήγαινε νὰ τὰ πετάξει μακρυά. Παρόλο ποὺ ἡ τακτοποίηση αὐτὴ κράτησε ἑβδομάδες, δὲν δέχθηκε νὰ τὸν βοηθήσουν κάποιοι ἐργάτες, τοὺς ὁποίους θὰ πλήρωνε τὸ Μοναστήρι.
Τὸ ἴδιο ἔγινε καὶ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα τοῦ 1958, ποὺ ἔφθασε στὸν Ἀρσανᾶ τὸ καΐκι μὲ τὸ λάδι, ἐνῶ τὸ περίμεναν 15 ἡμέρες ἀργότερα. Τότε ὁ Πατὴρ Παΐσιος, παρόλο ποὺ ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες εἶχε ῥίξει πολὺ χιόνι, προτίμησε νὰ μεταφέρει καὶ νὰ τακτοποιήσει μόνος του τὸ λάδι ποὺ ἦταν 3.500 ὀκάδες. Ἀνεβοκατέβηκε 4 φορὲς στὸν Ἀρσανᾶ μὲ 8 μουλάρια, τὰ ὁποῖα φόρτωνε καὶ ξεφόρτωνε μόνος του καί, ἀφοῦ μετάγγισε τὸ λάδι στὰ πιθάρια τῆς ἀποθήκης, ἐπέστρεψε στὸ κελλί του ἀργὰ τὸ βράδυ. Θὰ μποροῦσε νὰ ζητήσει βοήθεια ἀπὸ κάποιον μοναχὸ ποὺ πρόθυμα θὰ τον βοηθοῦσε, ἀλλὰ δὲν ἤθελε νὰ τὸν βγάλει τέτοια μέρα ἀπὸ τὸ πρόγραμμά του· χαιρόταν νὰ κουράζεται ὁ ἴδιος καὶ νὰ ἔχουν οἱ ἄλλοι τὸ πρόγραμμά τους, γιατὶ ἀπὸ μικρὸς εἶχε γευθῆ τὴν χαρὰ τῆς θυσίας.
Ὡς δοχειάρης ἦταν εἰρηνικὸς καὶ γεμάτος καλωσύνη. Ὑποδεχόταν χαμογελαστὸς τοὺς Πατέρες καὶ ῥωτοῦσε μὲ τρόπο εὐγενικό: «Τί νὰ σοῦ δώσω; Θέλεις νὰ σοῦ δώσω καὶ κάτι ἄλλο; Θέλεις νὰ σοῦ δώσω κάτι καὶ γιὰ τὸν Γέροντά σου;». Ὅταν ἔδινε τὰ τρόφιμα, νόμιζε κανεὶς ὅτι ἔπαιρνε ἀντίδωρο ἀπὸ τὰ χέρια του. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἦταν στὸ κελλί του καὶ πήγαιναν νὰ τοῦ ζητήσουν κάτι, πρόθυμα ἔτρεχε νὰ τὸ φέρει. Οἱ Προϊστάμενοι ἔλεγαν: «Βρήκαμε τὸν ἄνθρωπο ποὺ θέλαμε». Ἀλλὰ καὶ οἱ λαϊκοὶ ἔλεγαν: «Πολὺ καλὸς καὶ πονόψυχος».
***

Πνευματικὴ καὶ ὑλικὴ ἐλεημοσύνη.
Μὲ ἰδιαίτερη καλωσύνη φερόταν στοὺς ταλαιπωρημένους ἀνθρώπους ποὺ ἔρχονταν καθημερινὰ στὸ Μοναστήρι, γιὰ νὰ ζητήσουν ἐλεημοσύνη. Τοὺς ἔδινε ὅ,τι μποροῦσε, ἀκόμη καὶ τὰ τρόφιμα ποὺ δικαιοῦτο ὁ ἴδιος, καθὼς καὶ τὰ χρήματα ποὺ ἔπαιρνε, ἐπειδὴ στὰ ἰδιόῤῥυθμα Μοναστήρια οἱ μοναχοὶ πληρώνονταν γιὰ τὰ διακονήματά τους. Λυπόταν ὅμως ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ τοὺς δώσει ἀκόμη περισσότερα. Ἡ λύπη αὐτή, ποὺ συνοδευόταν μὲ προσευχή, ἦταν ἡ μεγαλύτερη ἐλεημοσύνη ποὺ ἔκανε, γιατὶ ἔτσι ἐλεοῦσε «μὲ τὸ αἷμα τῆς καρδιᾶς του».
Ὁ Πατὴρ Παΐσιος, ἀπὸ κάποια περιστατικὰ ποὺ τότε τοῦ συνέβησαν, ἔζησε τὴν πρόνοια ποὺ ἔχει ὁ Θεὸς γιὰ τὸν ἐλεήμονα ἄνθρωπο. Μία φορὰ εἶχε χάσειτ ὸ ξυπνητήρι  του καί, ὅταν πῆγε στὴν Θεσσαλονίκη γιὰ δουλειές, ἀγόρασε καινούργιο. Ὕστερα ὅμως ἐπισκέφθηκε μία φτωχὴ οἰκογένεια Φαρασιωτῶν καὶ τὸ ἔδωσε στὴν κόρη τους ποὺ ἤθελε νὰ γίνει μοναχή, διότι σκέφθηκε ὅτι ἴσως θα τῆς χρειαζόταν. Στὴν ἐπιστροφή του γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος συνάντησε στὴν Ἱερισσὸ ἕναν Ἐπίσκοπο ἀπὸ τὴν Σερβία μὲ 80 κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, ποὺ περίμεναν τὸ καράβι γιὰ τὴν Μονὴ Χιλανδαρίου. Σκέφθηκε: «Ξένοι εἶναι, ἂς τοὺς κεράσω». Παρήγγειλε νὰ τοὺς προσφέρουν ἕνα κέρασμα, τὸ πλήρωσε καὶ τοῦ ἔμειναν μόνο τὰ χρήματα γιὰ τὰ εἰσιτήρια ἕως τὴν Οὐρανούπολη καὶ τὴν Δάφνη. Ἀπὸ ἐκεῖ, ἐπειδὴ δὲν θὰ εἶχε χρήματα νὰ πληρώσει ἀγωγιάτη, θὰ πήγαινε μὲ τὰ πόδια μέχρι τὴν Φιλοθέου, ἀπόσταση 4 ὧρες, κουβαλώντας καὶ τὰ πράγματα ποὺ εἶχε ἀγοράσει γιὰ τὸ Μοναστήρι. Μόλις ὅμως ἔφθασε στὴν Δάφνη, συνάντησε τὸν Ἀντιπρόσωπο τῆς Μονῆς, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε: «Τώρα μὲ κατέβασε ὁ βουρδουνάρης. Τρέξε νὰ τὸν προλάβεις, ἀφοῦ ἔχεις καὶ τόσα πράγματα». Καὶ ὅταν ἔφθασε στὸ Μοναστήρι, ἕνας Πατέρας τοῦ εἶπε: «Βρῆκα τὸ ῥολόϊ σου!».Αὐτὸ τὸν συγκίνησε πολύ. Εἶπε: «Κοίταξε, ἐγὼ οὔτε ῥολόϊ σκέφθηκα οὔτε πῶς θὰ κουβαλήσω τὰ πράγματα. Ἀλλὰ πῶς τὰ ῥύθμισε ὁ Θεός!»
Μία ἄλλη φορὰ ποὺ βρισκόταν πάλι στὴν Θεσσαλονίκη, τὸν πλησίασε μία γυναίκα ποὺ φαινόταν τσιγγάνα καὶ τοῦ ζήτησε χρήματα γιὰ τὰ παιδιά της, γιατί, ὅπως ἔλεγε, εἶχε ἄῤῥωστο τὸν ἄνδρα της. Ὁ Πατὴρ Παΐσιος τὴν λυπήθηκε καὶ τὶς ἔδωσε τὶς 500 δραχμὲς ποὺ εἶχε ἐκείνη τὴν στιγμὴ μαζί του καὶ τῆς εἶπε: «Μὲ συγχωρῆς, δὲν ἔχω περισσότερα. Νὰ σοῦ δώσω ὅμως τὴν διεύθυνσή μου, καὶ ἂν θέλεις, γράψε μου πῶς πάει ὁ ἄνδρας σου, καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ σοῦ στείλω ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος περισσότερα». Ἡ πολλὴ αὐτὴ ἀγάπη, τὴν ὁποία ἐκδήλωσε μὲ πόνο καὶ ἐνδιαφέρον, ἀλλοίωσε τὴν καρδιὰ τῆς τσιγγάνας. Ὕστερα ἀπὸ λίγο καιρὸ τοῦ ἐπέστρεψε τὶς 500 δραχμὲς μὲ ἕνα σημείωμα ποὺ ἔλεγε: «Σ’ εὐχαριστῶ γιὰ τὴν καλωσύνη σου, σοῦ ἐπιστρέφω τὰ χρήματα ποὺ μοῦ ἔδωσες». Ὁ Πατὴρ Παΐσιος εἶχε γίνει ὅλος καλωσύνη, διότι ἡ ἄσκηση ποὺ ἔκανε δὲν ἦταν ξερή, ἐξωτερική, ἀλλὰ φιλότιμος ἀγώνας μὲ στόχο τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς, γιὰ νὰ τὴν προσφέρει λαμπικαρισμένη στὸν Θεὸ καὶ στὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τὸν ἄνθρωπο.
Μέσα στὸ Μοναστήρι ἀπέφευγε τὶς πολλὲς ἐπικοινωνίες καὶ τὰ περιττὰ λόγια, ἀλλὰ ἦταν πάντοτε ἕτοιμος νὰ βοηθήσει ὅποιον εἶχε ἀνάγκη. Οἱ περισσότεροι ἄλλωστε Πατέρες ἦταν ἡλικιωμένοι καὶ χρειάζονταν βοήθεια. Ἔτσι, κάθε φορὰ ποὺ ἔδινε στὸν μάγκιπα ἀλεύρι, προσφερόταν νὰ τὸν βοηθήσει καὶ στὸ ζύμωμα. Βοηθοῦσε καὶ τὸν φιλάσθενο ἀρχοντάρη νὰ πλένει τὰ σεντόνια. Πήγαινε συχνὰ καὶ στὸν γερο-Σπυρίδωνα, ὁ ὁποῖος εἶχε μείνει κατάκοιτος καὶ ὅποιον ἀδελφὸ περνοῦσε ἔξω ἀπὸ τὸ κελλί του τὸν καλοῦσε λέγοντας: «Ἔλα μέσα, νὰ κάνεις κανένα κομποσχοίνι γιὰ μένα». Καὶ ἐνῶ οἱ περισσότεροι ἀπέφευγαν νὰ περνοῦν ἀπὸ ἐκεῖ, ὁ Πατὴρ Παΐσιος πήγαινε καὶ ἔκανε πρόθυμα τὰ κομποσχοίνια ποὺ τοῦ ζητοῦσε ὁ γερο-Σπυρίδων. Τὸ καλοκαίρι κουβαλοῦσε γιὰ κάποιους Πατέρες κρύο νερὸ ἀπὸ μία πηγὴ ποὺ βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι. Καὶ τὸν χειμώνα πάλι, ἐνῶ ὁ ἴδιος δὲν ἄναβε φωτιὰ στὸ κελλί του, οὔτε καὶ ὅταν ἦταν ἄῤῥωστος, κουβαλοῦσε ξύλα γιὰ τοὺς ἄλλους.
Συχχνὰ πήγαινε καὶ στὴν γειτονικὴ Μονὴ Καρακάλλου, καὶ ἐκεῖ βοηθοῦσε στὸ Ἀρχονταρίκι ἕναν δόκιμο μοναχό, πολὺ ἁπλὸ καὶ χωρὶς μοναχικὴ προπαιδεία. Ἔκαναν μαζὶ τὶς βαρειὲς δουλειές, καὶ ὁ Πατὴρ Παΐσιος τοῦ ἔλεγε συνέχεια: «Νὰ κάνεις ὑπομονή, ὑπομονή, ὑπομονή». Τὸν συμβούλευε ἀκόμη νὰ μὴν παραλείπει τὸν κανόνα του, νὰ κάνει ὑπακοὴ σὲ ὅλους τοὺς ἀδελφοὺς καὶ νὰ ἔχει ἀναφορὰ στὸν Ἡγούμενο. Τοῦ ἔλεγε: «Ἅμα κουράζεσαι πολὺ στὸ διακόνημα, νὰ πᾶς στὸν Γέροντα καὶ νὰ πῆς: «Εὐλόγησον, Γέροντα, δυσκολεύομαι νὰ τὰ βγάλω πέρα». Καὶ ἂν κάνεις καμμία ζημιά, νὰ λές: «Γέροντα, εὐλόγησον, ἔκανα αὐτὴ τὴν ζημιά». Οἱ πρακτικὲς αὐτὲς συμβουλὲς στερέωσαν τὸν δόκιμο καὶ τὸν βοήθησαν πολὺ στὸν ἀγώνα του μέσα στὸ Κοινόβιο.
Ὁ Πατὴρ Παΐσιος λοιπόν, ἐνῶ ἦταν ἀκόμη νέος μοναχός, μποροῦσε νὰ συμβουλεύει καὶ ἄλλους. Τὰ λίγα χρόνια ποὺ εἶχε στὴν μοναχικὴ ζωὴ ἦταν γεμάτα ἀπὸ πνευματικοὺς ἀγῶνες. Καὶ οἱ ἀγῶνες αὐτοί, μὲ τὴν παράλληλη παρακολούθηση ἀπὸ ἔμπειρους Πατέρες, τοῦ εἶχαν δώσει πεῖρα πνευματική, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ μιλάει μὲ σύνεση γεροντική. Καὶ ἐνῶ ὁ ἴδιος ἔλιωνε σὰν λαμπάδα ἀπὸ τὴν ὑπέρμετρη ἄσκηση, οἱ συμβουλές του ἦταν ζυγισμένες στὴν ζυγαριὰ τῆς διακρίσεως.
Ἕνας νέος τοῦ εἶπε:
-Πάτερ Παΐσιε, θέλω νὰ γίνω μοναχός, ἀλλὰ σκέφτομαι ὅτι θὰ δυσκολευτῶ, ἐπειδὴ τρώω καὶ κοιμᾶμαι πολύ.
-Θὰ κάνεις τὸ κατὰ δύναμιν. Κανένας δὲν πρόκειται νὰ σοῦ ζητήσει κάτι παραπάνω. Ὁ μοναχός, ἀνάλογα μὲ τὶς δυνάμεις του, κανονίζεται ἀπὸ τὸν Γέροντά του, πόση νηστεία, πόση ἀγρυπνία, πόση προσευχὴ θὰ κάνει. Ἂν κάνεις περισσότερα ἀπὸ ὅσα μπορεῖς, θὰ γίνεις καὶ γελοῖος. Ἂν ὅμως ἀρχίσεις σιγὰ-σιγά, κάνοντας ὅ,τι μπορεῖς, ὁ Θεὸς θὰ σὲ βοηθήσει· οἱ δυνάμεις σου θὰ αὐξάνονται, καὶ ὁ ἀγώνας σου θὰ γίνεται ὅλο καὶ μεγαλύτερος. Ἄν, γιὰ παράδειγμα, στὴν πρώτη ἀγρυπνία μπόρεσες νὰ μείνεις δύο ὧρες ἄγρυπνος, στὴν ἄλλη θὰ μείνεις δύομιση, στὴν ἑπόμενη τρεῖς.
Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν πνευματικὴ βοήθεια ποὺ ὁ Πατὴρ Παΐσιος ἔδινε μὲ τὶς συμβουλές του, βοηθοῦσε καὶ διὰ τῆς προσευχῆς, ζητώντας, ὡς φιλότιμο παιδὶ τοῦ Θεοῦ, βοήθεια ἀπὸ τὸν Οὐράνιο Πατέρα του. Πολλὲς φορές, ἐνῶ ἀγρυπνοῦσε στὸ κελλί του, ἀντολαμβανόταν ἀνθρώπους ποὺ ἔφθαναν στὴν κλειστὴ πύλη τῆς Μονῆς καὶ τοὺς κατέβαζε ἀπὸ τὸ παράθυρο ἕνα καλαθάκι μὲ τρόφιμα, γιὰ νὰ μὴν μείνουν τὴν νύχτα νηστικοί. Ἕνα βράδυ ἦρθε ἔξω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι ἕνας ταλαίπωρος ἄνθρωπος ποὺ εἶχε καὶ δαιμόνιο. Ὁ Πατὴρ Παΐσιος τὸν ἄκουσε ποὺ φώναζε καὶ χτυποῦσε τὴν πόρτα, καὶ τοῦ κατέβασε ἕνα καλαθάκι μὲ λίγα τρόφιμα. Ἐκεῖνος ὅμως συνέχισε νὰ χτυπάει· ὅλη τὴν νύχτα δὲν ἡσύχασε καθόλου. Ὁ Πατὴρ Παΐσιος, καθὼς τὸν ἄκουγε ἀπὸ τὸ κελλί του, προσευχόταν μὲ πόνο καὶ ἔλεγε: «Θεέ μου, ἐγὼ αὐτὸ μποροῦσα νὰ κάνω· δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ Σὲ παρακαλέσω νὰ βοηθήσεις τὸ πλάσμα Σου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι κρίμα νὰ ταλαιπωρῆται ἐξαιτίας μου;». Πίστευε ὅ,τι, ἐὰν ὁ ἴδιος ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἀληθινός, ὁ Θεὸς θὰ ἔκανε τὸ θαῦμά Του, ὅπως λέει καὶ ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ: «Ἐὰν ὑποταχθῶμεν εἰς τὸ θεῖον θέλημα, πάντα ὅσα ἂν ζητήσωμεν μετὰ ταπεινώσεως καὶ διακαοῦς πόθου καὶ καρτερίας καὶ ὑπομονῆς, θέλομεν λάβει ταῦτα». Καὶ πράγματι ἔτσι ἔγινε. Τὸ πρωΐ ποὺ ἄνοιξε τὸ Μοναστήρι, ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς μπῆκε μέσα ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὸ δαιμόνιο. Προσκύνησε στὸν ναὸ καὶ δόξαζε τὸν Θεὸ γιὰ τὸ θαῦμα ποὺ τοῦ συνέβη. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ δυνάμωσε τὴν πίστη τοῦ Πατρὸς Παϊσίου, καθὼς καὶ τὸν πόθο του γιὰ μεγαλύτερους πνευματικοὺς ἀγῶνες.
***

«Θὰ πᾶς στὴν Μονὴ Στομίου»
Ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Πατὴρ Παΐσιος πῆγε στὴν Μονὴ Φιλοθέου, ὅποτε κατέβαινε στὸν Ἀρσανᾶ τῆς Ἰβήρων, πήγαινε καὶ στὴν Μονή, γιὰ νὰ προσκυνήσει τὴν θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Πορταΐτισσας, καὶ κάθε φορὰ Τὴν παρακαλοῦσε νὰ ἐκπληρώσει τὸν πόθο του νὰ πάει στὴν ἔρημο. Ὅλες ὅμως τὶς φορὲς ἔνιωθε ὅτι ἡ Παναγία τὸν κοίταζε αὐστηρά, σὰν νὰ μὴν ἦταν ἀναπαυμένη ἀπὸ τὴν προσευχή του, σὰν νὰ τοῦ ἔκανε παρατήρηση.
Μία μέρα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς τοῦ 1958, καθισμένος σὲ ἕνα βραχάκι στὸν Ἀρσανᾶ, παρακαλοῦσε καὶ πάλι μὲ δάκρυα:«Χριστέ μου, δῶσε νὰ βρεθῶ κάπου, σὲ ἕνα ξερονήσι, μόνος, ἀπερίσπαστος». Ἕνας βαρκάρης ποὺ περνοῦσε ἀπὸ ἐκεῖ, σταμάτησε καὶ τοῦ μίλησε. Καὶ πάνω στὴν συζήτηση τοῦ ἀνέφερε ὅτι ἤξερε ἕνα ἐρημονήσι ποὺ εἶχε καὶ λίγο νερό. Μόλις τὸ ἄκουσε ὁ Πατὴρ Παΐσιος, ἐνθουσιάσθηκε τόσο πολύ, ποὺ ἀμέσως τοῦ εἶπε:«Θέλω νὰ μὲ πᾶς καὶ νὰ μὲ ἀφήσεις ἐκεῖ, ἀλλὰ δὲν ἔχω χρήματα νὰ σὲ πληρώσω· γιὰ πληρωμὴ θὰ σοῦ δώσω μερικὰ ξυλουργικὰ ἐργαλεῖα». Συμφώνησαν νὰ συναντηθοῦν μία συγκεκριμένη ἡμέρα καὶ ὥρα μετὰ τὸ Πάσχα. Τὴν ἡμέρα ἐκείνη κατέβηκε στὸν Ἀρσανᾶ καὶ περίμενε τὸν βαρκάρη μέχρι ποὺ βράδιασε, ἀλλὰ ἐκεῖνος δὲν φάνηκε. Ἐπέστρεψε στὸ Μοναστήρι λυπημένος, ἀλλὰ ἀργότερα ἔλεγε: «Ἦταν οἰκονομία Θεοῦ ποὺ δὲν πῆγα στὸ ἐρημονήσι, γιατὶ ἤμουν ἀκόμη ἄπειρος καὶ θὰ πάθαινα μεγάλη ζημιά· θὰ μὲ ἀφάνιζαν οἱ δαίμονες».
Στὴν συνέχεια, σκέφτηκε νὰ ἀσκητέψει κοντὰ στὸν γερο-Πέτρο, στὰ Κατουνάκια. Καί, παρόλο ποὺ οἱ Γέροντες τῆς Φιλοθέου δὲν συμφωνοῦσαν, ὁ Πατὴρ Παΐσιος τοῦ ζήτησε νὰ τὸν πάρει γιὰ ὑποτακτικό. Μία μέρα ὅμως, ἐπιστρέφοντας στὸ Μοναστήρι ἀπὸ κάποια δουλειά, βρῆκε τὸν γερο-Πέτρο νὰ τὸν περιμένει 4 ὧρες, ἔξω ἀπὸ τὴν πύλη τῆς Μονῆς. Τὸν πῆρε στὸ κελλί του, γιὰ νὰ τὸν περιποιηθῆ, ἀλλὰ ὁ γερο-Πέτρος τοῦ ζήτησε μόνο λίγο ζεστὸ νερό, ὅπου ἔβαλε δύο κλωναράκια τσάϊ. Στὴν ἐπιμονή του νὰ φάει κάτι, ὁ γερο-Πέτρος εἶπε: «Πάτερ Παΐσιε, συγχώρεσέ με, θέλω νὰ ἑτοιμασθῶ γιὰ νὰ κοινωνήσω τοῦ Ὁσίου Πέτρου τοῦ Ἀθωνίτου στὶς 12 Ἰουνίου. Ἐγὼ ἦρθα γιὰ νὰ σὲ χαιρετήσω καὶ νὰ συγχωρεθοῦμε, γιατὶ θὰ πεθάνω· γι’ αὐτὸ δὲν μπορῶ νὰ σὲ πάρω ὑποτακτικό. Συγχώρεσέ με, ἀφοῦ θὰ πεθάνω». Ὁ Πατὴρ Παΐσιος παραξενεύτηκε πῶς, ἐνῶ ἦταν καλά, ἔλεγε ὅτι θὰ πεθάνει. Ὕστερα ὅμως ἀπὸ συζήτηση δυόμιση ὡρῶν, ἄρχιζε νὰ τὸ πιστεύει. Καὶ πράγματι, ὁ γερο-Πέτρος κοιμήθηκε τὴν ἡμέρα τοῦ Ὁσίου Πέτρου τοῦ Ἀθωνίτου, στὶς 12 Ἰουνίου τοῦ 1958 (π. ἡ.). Τότε ὁ Πατὴρ Παΐσιος κατάλαβε ὅτι ἦταν ἀπὸ τὸν Θεὸ ἡ ἄρνηση τῶν Γερόντων νὰ τοῦ δώσουν εὐλογία νὰ μείνει κοντὰ στὸν γερο-Πέτρο.
Τὸν ἴδιο μήνα ὁ Πατὴρ Παΐσιος ἔπαθε ὑπερκόπωση, καὶ τὸν ἀπάλλαξαν ἀπὸ τὸ διακόνημα τοῦ δοχειάρη· τὸν ἔβαλαν διαβαστὴ καὶ διάβαζε τὸ Μεσονυκτικὸ καὶ τὶς Ὧρες. Ὅλοι οἱ Πατέρες, ὅπως ἦταν φυσικό, ἀνησυχοῦσαν γιὰ τὴν ὑγεία του. Ἔλεγε ὁ γερο-Σάββας: «Ὁ Πατὴρ Παΐσιος εἶναι ἐνάρετος μοναχὸς καὶ κάνει μεγάλη ἐγκράτεια, ἀλλὰ ἔτσι ὅπως πάει θὰ ἀῤῥωστήσει». Καὶ τὸν συμβούλευε: «Πάτερ Παΐσιε, καλὰ εἶναι νὰ εἶσαι ἐγκρατής, ἀλλὰ πρόσεξε, διότι χρειάζεται καὶ διακονητὲς τὸ Μοναστήρι. Τόση ἄσκηση ἔκαναν οἱ ἐρημίτες ποὺ εἶχαν μόνο τὸν ἑαυτό τους καὶ δὲν εἶχαν ὑποχρεώσεις». Ἀλλὰ καὶ ὁ Πατὴρ-Παΐσιος, γιὰ τὴν ἔρημο ἑτοιμαζόταν.
Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ γερο-Πέτρου ζήτησε ἀπὸ τὸν γερο-Βαρλαὰμ ποὺ ἀσκήτευε στὴν Βίγλα νὰ τὸν πάρει ὡς ὑποτακτικό, ἀλλὰ ἐκεῖνος εἶχε ἤδη ἕναν ὑποτακτικὸ καὶ δὲν ἔπαιρνε δεύτερο. Τὸν συμβούλεψε μάλιστα νὰ βρῆ Γέροντα ποὺ νὰ μὴν ἔχει ἄλλον ὑποτακτικό, γιὰ νὰ ζήσει ἀπρόσκοπτα τὴν ἡσυχαστικὴ ζωή.
Ὕστερα ἀπὸ αὐτὸ ἄρχισε νὰ συζητάει μὲ ἕναν Πατέρα ἀπὸ τὴν Μονὴ Φιλοθέου νὰ πᾶνε νὰ ἀσκητέψουν μαζὶ στὰ Κατουνάκια. Τοὺς ἀπέτρεψε ὅμως ἕνα ὄνειρο ποὺ εἶδαν καὶ οἱ δύο τὸ ἴδιο βράδυ: Εἶδαν ὅτι ἔτρεχαν ἐπάνω στὴν σκεπὴ μιᾶς πτέρυγας τῆς Μονῆς καί, ἐνῶ ἦταν ἕτοιμοι νὰ πηδήξουν ἔξω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι, μία μαυροφόρα Γυναίκα τοὺς τράβηκε πρὸς τὰ πίσω λέγοντας: «Εἶναι γκρεμὸς ἐκεῖ, θὰ σκοτωθῆτε». Ξύπνησαν ἀμέσως, ἀναζήτησε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον καὶ διαπίστωσαν ὅτι εἶχαν δεῖ τὸ ἴδιο ὄνειρο. Περίμεναν νὰ σημάνει γιὰ τὴν Ἀκολουθία καὶ ἀμέσως πῆγαν καὶ τὸ ἀνέφεραν στὸν παπα-Ἄνθιμο, ὁ ὁποῖος τοὺς εἶπε: «Ἦταν ἡ Παναγία καὶ δὲν σᾶς ἀφήνει νὰ φύγετε ἀπὸ τὸ Μοναστήρι, ἐπειδὴ δὲν εἶστε ἀκόμη ἕτοιμοι νὰ πᾶτε στὴν ἔρημο».
Μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες, συνέβη τὸ ἑξῆς: Ἕνα βράδυ, ἀφοῦ ὁ Πατὴρ Παΐσιος ἔκανε τὴν συνηθισμένη του ἀγρυπνία, πλάγιασε κατὰ τὶς 11 νὰ κοιμηθῆ. Ξύπνησε μὲ τὸ σήμαντρο στὴν 1:30 ἡ ὥρα μετὰ τὰ μεσάνυχτα, ἀλλά, μόλις πῆγε νὰ σηκωθῆ, μία ἀόρατη δύναμη τὸν κρατοῦσε ἀκίνητο. Μποροῦσε νὰ σκέφτεται καὶ νὰ προσεύχεται, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε νὰ κινηθῆ καθόλου. Ἔμεινε ἔτσι καθηλωμένος μέχρι τὶς 12 τὸ μεσημέρι καί, ἐνῶ βρισκόταν σ’ αὐτὴν τὴν κατάσταση, εἶδε μπροστά του σὰν σὲ τηλεόραση ἀπὸ τὴν μία μεριὰ τὰ Κατουνάκια καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴν Μονὴ Στομίου στὴν Κόνιτσα. Μὲ λαχτάρα στράφηκε πρὸς τὰ Κατουνάκια. Τότε ἄκουσε μία φωνὴ νὰ τοῦ λέει καθαρά: «Δὲν θὰ πᾶς στὰ Κατουνάκια, θὰ πᾶς στὴν Μονὴ Στομίου». Ἦταν ἡ φωνὴ τῆς Παναγίας, καὶ ὁ Πατὴρ Παΐσιος ῥώτησε μὲ πόνο: «Παναγία μου, ἐγὼ ἔρημο Σοῦ ζητοῦσα, καὶ Ἐσὺ μὲ στέλνεις στὸν κόσμο;» Ἡ ἴδια ὅμως φωνὴ τοῦ εἶπε αὐστηρά: «Θὰ πᾶς νὰ συναντήσεις τὴν Αἰκατερίνη Ῥούσση, ποὺ θὰ σὲ βοηθήσει πολύ». Ἡ Αἰκατερίνη Ῥούσση ἦταν ἡ εὐλαβὴς μητέρα τοῦ δημάρχου Κονίτσης, ἡ ὁποία εἶχε δώσει χρήματα γιὰ νὰ χτισθοῦν δύο δωμάτια στὸ ἐρειπωμένο Μοναστήρι.
Ἀμέσως ὁ Πατὴρ Παΐσιος λύθηκε ἀπὸ τὸ ἀόρατο ἐκεῖνο δέσιμο, καὶ ἡ καρδιά του πλημμύρισε ἀπὸ τὴν Θεία Χάρη. Πῆγε καὶ τὸ ἀνέφερε στὸν παπα-Ἄνθιμο, καὶ ἐκεῖνος τοῦ εἶπε: «Αὐτὸ εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μὴν κάνεις ὅμως λόγο γι’ αὐτὸ τὸ γεγονός. Πὲς ὅτι γιὰ λόγους ὑγείας θὰ χρειασθῆ νὰ βγῆς ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ πήγαινε». Τὸ ἴδιο τοῦ εἶπε καὶ ὁ παπα-Κύριλλος ἀπὸ τὴν Σκήτη Κουτλουμουσίου.
Πρὶν φύγει ὁ Ὅσιος γιὰ τὴν Κόνιτσα, πέρασε καὶ ἀπὸ τὴν Μονὴ Ἰβήρων, γιὰ νὰ προσκυνήσει τὴν Παναγία τὴν Πορταΐτισσα. Αὐτὴν τὴν φορὰ ἡ Παναγία δὲν τὸν κοίταζε αὐστηρὰ ἀλλὰ μὲ ἀγάπη καὶ στοργή. Αὐτὸ τὸ ἔνιωσε ὡς μία ἐπιπλέον πληροφορία ὅτι ἦταν θέλημα τοῦ Θεοῦ νὰ πάει στὴν Κόνιτσα.
***

Ἀργότερα ἔλεγε: «Πολλὲς φορὲς ἄλλα ζητᾶμε ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἄλλα μᾶς ἔρχονται. Ἐγὼ φώναζα «ἔρημο, ἔρημο», ἀλλὰ μοῦ ἔρχονταν ὅλο ἐμπόδια. Μοῦ εἶπαν γιὰ κάποιο ξερονήσι, δὲν ἔγινε τίποτε. Ζήτησα νὰ μείνω κοντὰ στὸν γερο-Πέτρο, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν Μονὴ μοῦ εἶπαν «ὄχι», καὶ ἐκεῖνος μοῦ εἶπε: «Ἔλα νὰ συγχωρεθοῦμε, γιατὶ θὰ πεθάνω». Μοῦ εἶπαν γιὰ κάποιον ἄλλον ἡσυχαστή, ἀλλὰ πρόλαβε καὶ πῆγε κοντά του ἄλλος ὑποτακτικός, καὶ δὲν ἔπαιρνε δεύτερο. Καὶ τελικὰ ὁ Θεὸς μὲ «πέταξε» στὸν κόσμο, στὴν Κόνιτσα. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, βρέθηκα στὴν ἔρημο τοῦ Σινᾶ».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου