Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

8705 - Ο Γέροντας Παΐσιος ψάχνοντας για Γέροντα στο Άγιον Όρος για να γίνει Μοναχός. Προετοιμασία και πειρασμοί

Ἀναζητήσεις στὸ Ἅγιον Ὄρος.
Ἀφοῦ ὁ Ἀρσένιος ὑπηρέτησε «τὸν ἐπίγειο βασιλέα», ἔσπευδε τώρα καταταγῆ «ἐθελοντὴς στὸ Ἀγγελικὸ Τάγμα τῶν μοναχῶν», γιὰ νὰ ὑπηρετήση «τὸν ἐπουράνιον Βασιλέα Χριστόν». Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ὅμως συνάντησε δυσκολίες καὶ πειρασμούς, ὅπως προειδοποιεῖ γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ἁγία Γραφή: «Εἰ προσέρχῃ δουλεύειν τῷ Κυρίῳ, ἑτοίμασον τὴν ψυχήν σου εἰς πειρασμόν»[1].
Ἀρχικὰ πῆγε στὴν ἰδιόῤῥυθμη τότε Μονὴ Φιλοθέου, στὸν συγγενῆ του παπα-Συμεών. Ἐκεῖ ὅμως δὲν ἔμεινε πολύ, διότι ἀντὶ γιὰ τὴν σκληραγωγία ποὺ περίμενε, βρῆκε «ἄνεση». Ἐνῶ εἶχε τὴν ἐντύπωση ὅτι οἱ μοναχοὶ τρῶνε μόνο χόρτα καὶ εἶχε ἕτοιμο καὶ τὸ σουγιαδάκι του γιὰ νὰ τὰ βγάζη, εἶδε ὅτι ὁ παπα-Συμεὼν μαγείρευε στὸ κελλί του καὶ καμμιὰ φορὰ ἔκανε καὶ κατάλυση τῆς νηστείας.

Αὐτὸ γινόταν, ἐπειδὴ στὰ ἰδιόῤῥυθμα Μοναστήρια δὲν εἶχαν κοινὴ Τράπεζα καὶ ἐπιπλέον ὁ παπα-Συμεὼν εἶχε περάσει βαρειὰ φυματίωση καὶ εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ δυνατὴ τροφή. Ὁ Ἀρσένιος ὅμως ἀπὸ νεανικὸ ζῆλο καὶ ἀπειρία δὲν μποροῦσε νὰ τὰ δικαιολογήσει αὐτά. «Πῶς τὰ περίμενα καὶ πῶς τὰ βρῆκα», σκεφτόταν. «Ποῦ νὰ πάω τώρα; Τί νὰ κάνω;»
Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ πατέρας του, τὸν ὁποῖο εἶχε ἐνημερώσει ὅτι βρίσκεται στὴν Μονὴ Φιλοθέου, τοῦ ἔστειλε ἐπιστολὴ παρακαλώντας τον νὰ ἐπιστρέψη στὴν Κόνιτσα, γιὰ νὰ βοηθήσει τὴν οἰκογένεια. Τὰ ἀδέλφια του ὑπηρετοῦσαν ἀκόμη στὰ Τάγματα Ἐθνικῆς Ἀσφαλείας καί, γιὰ νὰ τὰ βγάλουν πέρα, τοῦ ἔγραφε, εἶχαν ἀναγκασθῆ νὰ πουλήσουν ἀκόμα καὶ χωράφια. Ὁ Ἀρσένιος ὅμως, δὲν ἤθελε νὰ ἐπιστρέψει στὶς βιοτικὲς μέριμνες. Ποθοῦσε νὰ βρῆ τόπο κατάλληλο -ἢ μᾶλλον παλαίστρα πνευματική-, γιὰ νὰ ἀναλάβη πνευματικοὺς ἀγῶνες σύμφωνα μὲ τὸν ἀποστολικὸ λόγο: «Οὐδεὶς στρατευόμενος ἐμπλέκεται ταῖς τοῦ βίου πραγματείαις, ἵνα τῷ στρατολογήσαντι ἀρέσῃ»[2]. Ἄρχισε λοιπὸν νὰ περιέρχεται Σκῆτες καὶ Καλύβες ἀναζητώντας Γέροντα ποὺ νὰ τὸν πληροφορῆ ἐσωτερικά. Πῆγε στὴν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης, πέρασε καὶ ἀπὸ τὴν Σκήτη τῶν Καυσοκαλυβίων, ἔφθασε ἕως τὰ ἐρημικὰ Κατουνάκια.
***

Παρηγοριὰ ἀπὸ Ἀναχωρητή.
Σὲ μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς περιοδεῖες, καθὼς ἐπέστρεφε κουρασμένος ἀπὸ τὰ Καυσοκαλύβια στὴν Ἁγία Ἄννα, ἔχασε τὸν δρόμο καὶ προχωροῦσε πρὸς τὰ ἐπάνω, πρὸς τὴν κορυφὴ τοῦ Ἄθωνα. Ὅταν τὸ ἀντιλήφθηκε, ἔψαχνε μὲ ἀγωνία νὰ βρῆ κανένα μονοπάτι ποὺ νὰ ὁδηγῆ πρὸς τὰ κάτω καὶ παρακαλοῦσε τὴν Παναγία νὰ τὸν βοηθήση. Ξαφνικὰ παρουσιάσθηκε μπροστά του ἕνας Ἀναχωρητής, 70 περίπου ἐτῶν, μὲ πολὺ φωτεινὸ πρόσωπο ἀπὸ τὸ παρουσιαστικό του τοῦ φάνηκε ἅγιος. Φοροῦσε ἕνα ζωστικὸ σὰν ἀπὸ καραβόπανο, πολὺ ξεθωριασμένο, μὲ πολλὲς τρύπες, τὶς ὁποῖες εἶχε πιασμένες με ξύλινα σουβλιά. Εἶχε καὶ ἕνα φθαρμένο τουρβᾶ, μὲ τρύπες πιασμένες κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο. Ἀπὸ τὸ λαιμό του κρεμόταν ἕνα κουτάκι ποὺ ἀκουμποῦσε στὸ στῆθός του· μέσα σ’ αὐτὸ πρέπει νὰ εἶχε κάτι ἱερό. Πρὶν προλάβη ὁ Ἀρσένιος νὰ τὸν ῥωτήσει γιὰ τὸν δρόμο, ὁ Ἀναχωρητὴς τοῦ εἶπε: «Παιδί μου, δὲν πάει γιὰ τὴν Ἁγία Ἄννα αὐτὸς ὁ δρόμος». Καὶ τοῦ ἔδειξε τὸ σωστὸ μονοπάτι.
-Ποῦ μένεις, Γέροντα; ῥώτησε ὁ Ἀρσένιος.
-Κάπου ἐδώ, ἀπάντησε δείχνοντας τὴν κορυφὴ τοῦ Ἄθωνα.
Ἐπειδὴ ὁ Ἀρσένιος ἀπὸ τὴν περιπλάνηση εἶχε ξεχάσει καὶ τί ἡμέρα ἦταν καὶ πόσο εἶχε ὁ μήνας, ῥώτησε τὸν Ἐρημίτη. Ἐκεῖνος τοῦ άπάντησε ὅτι ἦταν Παρασκευή. Ἔπειτα ἔβγαλε ἀπὸ ἕνα σακκουλάκι μερικὰ ξυλάκια μὲ χαρακιές, καὶ ἀπὸ αὐτὲς ὑπολόγισε καὶ τοῦ εἶπε τὴν ἡμερομηνία. Ὁ Ἀρσένιος πῆρε τὴν εὐχή του καί, προχωρώντας ἀπὸ τὸ μονοπάτι ποὺ τοῦ ἔδειξε, βγῆκε στὴν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης. Ὁ νοῦς του ὅμως γύριζε στὸ φωτεινὸ πρόσωπο τοῦ Ἀναχωρητῆ. Ἀργότερα, ὅταν ἄκουσε ὅτι στὴν κορυφὴ τοῦ Ἄθωνα ζοῦν στὴν ἀφάνεια 12 Ἀναχωρητές, διηγήθηκε τὸ περιστατικὸ αὐτὸ σὲ ἔμπειρους Γέροντες, οἱ ὁποῖοι τοῦ εἶπαν ὅτι ἴσως νὰ ἦταν καὶ ἐκεῖνος ἕνας ἀπὸ τοὺς 12. Ἡ συνάντηση μὲ τὸν Ἐρημίτη ποὺ ἀκτινοβολοῦσε Χάρη Θεοῦ, παρηγόρησε τὸν Ἀρσένιο καὶ ἀναθέρμανε τὸν ζῆλό του, γιὰ νὰ συνεχίσει τὴν ἀναζήτηση πνευματικοῦ ὁδηγοῦ.
***

Στὸ Ἁγιαννανίτικο Ἀσκητήριο τῆς Ὑπαπαντῆς.
Περιπλανήθηκε ἀρκετὰ ἀκόμη πηγαίνοντας ἀπὸ Καλύβη σὲ Καλύβη καὶ ταλαιπωρήθηκε πολύ, διότι ἀπὸ ἄγνοια πήγαινε σὲ Καλύβες ἀδιάκριτων Ζηλωτῶν. Νόμιζε ὅτι τοὺς ἔλεγαν ζηλωτές, ἐπειδὴ εἶχαν πολὺ ζῆλο καὶ ἀγωνίζονταν· δὲν ἤξερε ὅτι κάποιοι ἀπὸ αὐτοὺς εἶχαν φθάσει σὲ ἀκρότητες καὶ εἶχαν πλανηθῆ, καθὼς ὁ ζῆλός τους δὲν ἦταν «κατ’ ἐπίγνωσιν»[3].
Τελικά, μία ἀνοιξιάτικη μέρα εἶδε στὸν ἀρσανᾶ τῆς Σκήτης τῆς Ἁγίας Ἄννης ἕναν νεαρὸ μοναχὸ νὰ στέκεται παράμερα μὲ τὸ κομποσχοίνι στὸ χέρι περιμένοντας τὸ καραβάκι γιὰ τὴν Δάφνη. Ἡ συνεσταλμένη στάση τοῦ μοναχοῦ τὸν παρακίνησε νὰ τὸν πλησιάσει καὶ νὰ τὸν ῥωτήσει ποῦ μένει. Ἐκεῖνος τοῦ ἔδειξε τὰ πιὸ ψηλὰ βράχια τῆς Σκήτης, πίσω ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἦταν κρυμμένο τὸ Ἀσκητήριο, ὅπου ἔμενε μὲ τὸν Γέροντά του.
-Μὲ δέχεσαι νὰ ἔρθω στὴν συνοδία σας;, τὸν ῥώτησε ὁ Ἀρσένιος.
-Δὲν μπορῶ νὰ σοῦ δώσω ἀπάντηση, εἶπε ἐκεῖνος, διότι εἶμαι ὑποτακτικός. Πρέπει νὰ ῥωτήσουμε τὸν Γέροντα.
Ἀνέβηκαν λοιπὸν μαζὶ στὸ Ἀσκητήριο τῆς Ὑπαπαντῆς[4], τὸ ὁποῖο ἀπεῖχε 15 λεπτὰ ἀπὸ τὴν τελευταία Καλύβη τῆς Σκήτης. Ἦταν τελείως ἀπομονωμένο καὶ ἀθέατο· ἂν κάποιος δὲν τὸ ἤξερε, δὲν μποροῦσε νὰ τὸ βρῆ. Στὸ Ἀσκητήριο αὐτὸ Γέροντας ἦταν ἕνας αὐστηρὸς ἡσυχαστής, ὁ γερο-Χρυσόστομος ὁ Σάμιος, ποὺ ἀνῆκε στοὺς μετριοπαθεῖς Ζηλωτές, καὶ εἶχε ὑποτακτικό του τὸν νέο αὐτὸν μοναχό, τὸν π. Νικόδημο. Ὅταν ὁ γερο-Χρυσόστομος ἄκους εὅτι ὁ Ἀρσένιος ἤθελε νὰ μείνη μαζί τους, τὸν κοίταξε καὶ εἶπε: «Ἂς μείνη, ἀφοῦ τὸ θέλει, καὶ μακάρι νὰ στερεωθῆ μὲ τὴν βοήθεια τῆς Παναγίας». Ὁ Ἀρσένιος τόσο πολὺ ἐνθουσιάσθηκε ἀπὸ τὸν ἡσυχαστικὸ τόπο καὶ τὴν εὐλάβεια τοῦ Γέροντα, ὥστε ἀμέσως τοῦ παρέδωσε τὰ λίγα χρήματα ποὺ εἶχε μαζί του. Ἐκεῖνος τὰ πῆρε καί, ὅπως ὑπῆρχε παράδοση νὰ κάνουν πολλοὶ Γέροντες, τὰ ἔβαλε σὲ ἕνα σημεῖο πάνω ἀπὸ τὴν πόρτα τῆς Καλύβης λέγοντας: «Τὰ βλέπεις ποῦ εἶναι; Ἂν θελήσης νὰ φύγης, τὰ παίρνεις καὶ φεύγεις».
Στὸ ἀσκητήριο αὐτὸ κυριαρχοῦσε ἡ ἁπλότητα. Ἂν καὶ ὁ γερο-Χρυσόστομος ἦταν κτίστης καὶ ἄριστος τεχνίτης τῆς πέτρας, τὸ Καλυβάκι του ἦταν κτισμένο μὲ ἁπλὴ ξερολιθιὰ καὶ σκεπασμένο μὲ ξύλα καὶ πέτρινες πλάκες. Ἀποτελεῖτο ἀπὸ τὸ ἐκκλησάκι τῆς Ὑπαπαντῆς καὶ τρία μικρὰ κελλιά, στὰ ὁποῖα ἴσα ποὺ χωροῦσε ἕνα στενὸ κρεββάτι καὶ ἕνα σκαμνάκι. Ἀπὸ τὴν μικρὴ αὐλὴ ἔβλεπε κανεὶς μόνο βράχια καὶ οὐρανό. Ἀνατολικά, μία τρύπα στὴν βραχώδη γῆ ὁδηγοῦσε σὲ ἕνα μικρὸ σπήλαιο, ὅπου ὁ γερο-Χρυσόστομος πήγαινε καὶ προσευχόταν. Ἐκεῖ ὑπῆρχε μόνον ἕνας ξύλινος Σταυρὸς μὲ τὸν Ἐσταυρωμένο.
Σὲ αὐτὸ τὸ λιτὸ σὰν ἀετοφωλιὰ Ἀσκητήριο ἡ ζωὴ ἦταν πράγματι ἀσκητική. Κῆπο δὲν εἶχαν, διότι τὸ χῶμα ἦταν λιγοστό, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε καὶ τρεχούμενο νερό. Σὲ μία μικρὴ δεξαμενὴ συγκέντρωναν τὸ νερὸ τῆς βροχῆς, ποὺ μόλις ἐπαρκοῦσε γιὰ νὰ πίνουν καὶ γιὰ νὰ μαγειρεύουν τὸ πενιχρὸ φαγητό τους. Δευτέρα, Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ ἔτρωγαν μία φορὰ τὴν ἡμέρα νερόβραστα φασόλια. Τὶς ἄλλες ἡμέρες ἔτρωγαν πάλι ὄσπρια μὲ λίγο λάδι. Ψωμὶ ζύμωναν σὲ μία σκάφη ἀπὸ κορμὸ δένδρου, ποὺ τὴν εἶχε φάει τὸ σαράκι. Ἐλιὲς δὲν ἔτρωγαν, διότι δὲν εἶχαν ἐλαιόδενδρα. Τυρὶ ἔτρωγαν σπάνια ὅταν ἔφερνε κανένα καΐκι στὸν Ἀρσανᾶ.
Τὸ πρόγραμμά τους ἦταν ἡσυχαστικό. Στὶς δύο μετὰ τὰ μεσάνυχτα ἔκαναν τὸν κανόνα τους. Ὁ γερο-Χρυσόστομος εἶχε ὁρίσει ὡς κανόνα στοὺς δύο ὑποτακτικούς του12 τριακοσάρια κομποσχοίνια (μὲ μικρὲς μετάνοιες) καὶ 100 ἐδαφιαῖες μετάνοιες. Τοὺς εἶχε δώσει ὅμως εὐλογία νὰ κάνουν, ὅταν μποροῦσαν, καὶ περισσότερες μετάνοιες. Στὶς 5 τὸ πρωΐ, ἔκαναν τὸ Μεσονυχτικὸ καὶ τὸν Ὄρθρο. Ἄλλοτε ἔκαναν τὴν Ἀκολουθία κανονικὰ (διαβαστὰ) καὶ ἄλλοτε μὲ κομποσχοίνι. Κάθε πρωΐ ἔψαλλαν τὴν Παράκληση τῆς Παναγίας, καὶ στὸ τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ ἔψαλλαν καὶ ἕναν κανόνα ἀπὸ τὸ Θεοτοκάριο. Μετὰ τὸ Ἀπόδειπνο δὲν μιλοῦσαν καθόλου ἀλλὰ ἔλεγαν τὴν εὐχὴ ἕως τὴν ὥρα τοῦ ὕπνου.
Ἕνα βράδυ ὁ Ἀρσένιος καθόταν σὲ ἕνα βραχάκι ἔξω ἀπὸ τὸ Ἀσκητήριο λέγοντας τὴν εὐχή. Κάποια στιγμὴ ἄκουσε τὸν διάβολο νὰ κάνει «μμμ...», σὰν νὰ τὸν κορόϊδευε. Ὕστερα τὸν ἄκουσε νὰ φωνάζει: «Στὴν Σκήτη τῆς Γριᾶς δὲν μ’ ἀφήνουν οἱ καλόγεροι νὰ πλησιάσω». Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τὸν βοήθησε πολύ, ὅπως ἔλεγε ἀργότερα, διότι κατάλαβε τὴν μεγάλη δύναμη τῆς εὐχῆς.
Ὡς μελέτη εἶχε τὸ Γεροντικὸ καὶ τὴν Φιλοκαλία. Ἐργόχειρο τοῦ γερο-Χρυσοστόμου ἦταν νὰ φτιάχνη κομπολόγια ἀπὸ κοχύλια καὶ νὰ χτίζη ὅπου τὸν ζητοῦσαν. Ὁ π. Νικόδημος ἔφτιαχνε ξύλινα ἀντικείμενα μὲ ἕναν τόρνο, καὶ ὁ Ἀρσένιος τὸν βοηθοῦσε γυρίζοντας ἁπλῶς τὴν ῥόδα, διότι δὲν εἶχε πεῖ ὅτι ἤξερε τὴν τέχνη αὐτή.
Ὁ Ἀρσένιος ἦταν ἀναπαυμένος ἀπὸ τὴν ἁπλὴ ἀσκητικὴ ζωὴ στὸ Καλυβάκι τῆς Ὑπαπαντῆς. Ἔνιωθε ὅμως τὴν ἀνάγκη γιὰ περισσότερη πνευματικὴ βοήθεια καὶ καθοδήγηση, διότι ὁ γερο-Χρυσόστομος δὲν μιλοῦσε εὔκολα· εἶχε ὡς ἀρχή του τό: «Ἐὰν μὴ κινηθῇ λόγος, μὴ κινῇς λόγον[5]». Ὁ δὲ Ἀρσένιος ἀπὸ συστολὴ δίσταζε νὰ ῥωτήση. Ἐπιπλέον, πολλὲς φορὲς σκεφτόταν καὶ τὴν παράκληση τοῦ πατέρα του νὰ βοηθήση τὴν οἰκογένεια, ἐνῶ τὸν πείραζε καὶ ὁ λογισμὸς ὅτι δὲν εἶχε ἀποκατασταθῆ ἡ ἀδελφή του Χριστίνα. Ὕστερα λοιπὸν ἀπὸ τρεῖς μῆνες παραμονῆς στὸ Ἀσκητήριο ζήτησε ἀπὸ τὸν γερο-Χρυσόστομο εὐλογία νὰ πάη στὴν Κόνιτσα. «Δόκιμος εἶσαι, παιδί μου», τοῦ εἶπε ἐκεῖνος, «πήγαινε καὶ κάνε ὅπως σὲ φωτίση ὁ Θεός». Ὁ Ἀρσένιος ἔφυγε χωρὶς νὰ πάρη μαζί του τὰ χρήματα ποὺ εἶχε φέρει.
***

Στὴν Κόνιτσα ὡς μαραγκός (1950-1953)
Ἐπέστρεψε στὴν Κόνιτσα στὰ τέλη Ἰουνίου τοῦ 1950...
***
  
Στὴν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης καὶ στὰ Καυσοκαλύβια.
Τὸν Μάρτιο τοῦ 1953 ὁ Ἀρσένιος ἄφησε «τὴν φουρτουνιασμένη θάλασσα τοῦ κόσμου» καὶ μπῆκε στὸ Ἅγιον Ὄρος. «Λιμάνι» ὅμως δὲν βρῆκε ἀμέσως, διότι πάλι τὸν περίμεναν πειρασμοὶ καὶ δυσκολίες. Πῆρε τὸ καραβάκι γιὰ τὴν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης, μὲ σκοπὸ νὰ ἐπιστρέψη στὸν γερο-Χρυσόστομο. Στὴν διαδρομὴ ὅμως τὸν πλησίασε ἕνας μοναχὸς ἀπὸ τὴν ἴδια Σκήτη, ὁ ὁποῖος ἀνῆκε σὲ μία ἀκραία ζηλωτικὴ παράταξη, καὶ τὸν ἔπεισε νὰ πάη στὴν δική του Καλύβη, ὅπου δῆθεν εἶχε καλὴ τάξη. Ὁ Ἀρσένιος πῆγε ἀλλὰ δὲν ἀναπαύθηκε. Σὲ λίγες μέρες ὁ μοναχὸς αὐτὸς τοῦ εἶπε: «Κατάλαβα γιὰ ποῦ εἶσαι ἐσύ. Θὰ σὲ στείλω ἐκεῖ». Ὁ Ἀρσένιος πίστεψε ὅτι πραγματικὰ εἶχε καταλάβει τί ἀναζητοῦσε, ἀλλὰ ἐκεῖνος τὸν ἔστειλε σὲ ἕναν μοναχὸ τῆς ἴδιας παρατάξεως, ποὺ ἔμενε μαζὶ μὲ ἕναν Ζηλωτὴ ἄλλης παρατάξεως στὴν Καλύβη τῆς Ὑπαπαντῆς στὰ Καυσοκαλύβια.
Ὁ Ἀρσένιος, μόλις πῆγε, ἀμέσως κατάλαβε ὅτι οὔτε καὶ ἐκεῖ θὰ ἀναπαυόταν, ἀλλὰ ντράπηκε νὰ τοὺς πῆ ὅτι ἤθελε νὰ φύγη. Τὴν πρώτη νύχτα τὴν πέρασε κάνοντας συνέχεια μετάνοιες γεμάτος ἀγωνία. «Χριστέ μου», ἔλεγε, «τί θὰ γίνη, τί θὰ κάνω;» Οἱ Γέροντες, ποὺ ἄκουγαν τὸν θόρυβο ἀπὸ τὶς μετάνοιες, τὸν κάλεσαν τὸ πρωΐ καὶ τοῦ εἶπαν: «Μία φορὰ κάποιος κορόϊδευε τὸν Γέροντά του καὶ χτυποῦσε ὅλη τὴν νύχτα τὸ πόδι του, γιὰ νὰ του δείξη ὅτι κάνει μετάνοιες. Γι’ αὐτό, ὅταν πέθανε, τὸ πόδι του βγῆκε ἄλειωτο!» Ὁ Ἀρσένιος ἔμεινε ἔκπληκτος, ὅταν κατάλαβε τί ἐννοοῦσαν. Ἔμεινε κοντά τους ἕναν μήνα κάνοντας ὑπομονή, ἂν καὶ δυσκολεύθηκε πολύ. Ἐπειδὴ οἱ δύο Ζηλωτὲς ἀνῆκαν σὲ διαφορετικὲς παρατάξεις, δὲν ἔκαναν μαζὶ τὶς Ἀκολουθίες. Οὔτε κἂν ἔτρωγαν μαζί, γιὰ νὰ μὴν θεωρηθῆ συμπροσευχὴ ἡ προσευχὴ τῆς Τραπέζης. Καί, γιὰ νὰ μὴν «μιανθοῦν», κανένας δὲν ἔπαιρνε μαζί του τὸν Ἀρσένιο, ὁ ὁποῖος δὲν μποροῦσε, φυσικά, νὰ μείνη ἐκεῖ καὶ ἔφυγε.
Φεύγοντας ἀπὸ τὰ Καυσοκαλύβια, πῆρε τὸ μονοπάτι πρὸς τὴν Ἁγία Ἄννα, γιὰ νὰ πάη στὸν γερο-Χρυσόστομο. Τὰ πόδια του ἔτρεμαν απὸ τὴν ἐξάντληση, καὶ ἡ καρδιά του χτυποῦσε δυνατὰ ἀπὸ τὴν μεγάλη ἀγωνία. Ὁ καλὸς Θεὸς ὅμως φρόντισε νὰ τὸν ἀνακουφίση καὶ νὰ τοῦ δείξη «ὁδὸν ἐν ᾗ πορεύσεται»[6]. Τὸν εἶχαν σχεδὸν ἐγκαταλείψει οἱ δυνάμεις του, ὅταν βρέθηκε μπροστά του ὁ Ἐπίσκοπος Μιλητουπόλεως Ἱερόθεος, ὁ ὁποῖος ἐφησύχαζε στὸ Κελλὶ τοῦ Ἁγίου Ἐλευθερίου, στὴν περιοχὴ «Βουλευτήρια», κοντὰ στὸν Ἀρσανᾶ τῆς Ἁγίας Ἄννης. Ὁ ἐνάρετος αὐτὸς Ἐπίσκοπος τρόμαξε βλέποντάς τον τόσο ἀδύνατο καὶ ἐξαντλημένο. Τὸν πῆρε μέχρι τὸ Κελλί του καὶ ἔστειλε ἀμέσως ἕνα παιδὶ ποὺ τὸν βοηθοῦσε, νὰ φέρη ψάρια. Τὰ τηγάνισε ὁ ἴδιος καὶ τοῦ τὰ παρέθεσε προσφέροντάς του καὶ λίγο κρασί. Ὁ Ἀρσένιος δίσταζε νὰ πιῆ φοβούμενος μήπως τὸν πειράξη, ἀλλὰ ἐκεῖνος τὸ σταύρωσε καὶ εἶπε: «Πιές το, παιδί μου, νὰ δυναμώσης». Τὸ ἐνδιαφέρον καὶ ἡ στοργὴ τοῦ καλοῦ αὐτοῦ ποιμένος ἦταν μεγάλη παρηγοριὰ γιὰ τὸν ταλαιπωρημένο Ἀρσένιο. Τοῦ διηγήθηκε τὴν περιπέτειά του, καὶ τότε ὁ σεβάσμιος Ἀρχιερέας τὸν συμβούλεψε νὰ πάη νὰ κοινοβιάσει στὴν Μονὴ Ἐσφιγμένου, ἡ ὁποία τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἐθεωρεῖτο «ἐκ τῶν τελειοτέρων Κοινοβίων τοῦ Ἁγίου Ὄρους». Ἀκολουθώντας ὁ Ἀρσένιος τὴν συμβουλή του πῆγε στὸν γερο-Χρυσόστομο καὶ τοῦ εἶπε ὅτι θὰ πήγαινε σὲ Κοινόβιο. Ἐκεῖνος τότε τοῦ ἐπέστρεψε τὰ χρήματα ποὺ πρὶν ἀπὸ τρία χρόνια τοῦ εἶχε παραδώσει, τοῦ ἔδωσε καὶ τὴν εὐχή του, καὶ ὁ Ἀρσένιος ἔφυγε εἰρηνικός.
***
  
Στὴν Νέα Σκήτη.
Κατευθυνόμενος πρὸς τὴν Μονὴ Ἐσφιγμένου, σταμάτησε νὰ προσκυνήση στὸ Κυριακὸ τῆς Νέας Σκήτης. Ἐκεῖ ὅμως τὸν περίμενε νέα περιπέτεια. Τὸν πλησίασε ἕνας ἱερομόναχος[7] καὶ τὸν ῥώτησε:
-Ἀπὸ ποῦ εἶσαι;
-Ἀπὸ τὴν Κόνιτσα, ἀπάντησε.
-Καὶ ἐγὼ εἶμαι ἀπὸ τὰ Γιάννενα, εἴμαστε πατριῶτες!, τοῦ εἶπε ἐκεῖνος, ἐνῶ ἦταν ἀπὸ τὴν Καλαμάτα. Γιὰ καλόγερος πᾶς;, τὸν ῥώτησε ἔπειτα.
-Ναί, εἶπε ὁ Ἀρσένιος καί, ἀπονήρευτος ὅπως ἦταν, τοῦ διηγήθηκε τὶς ταλαιπωρίες του, λέγοντάς του στὸ τέλος ὅτι τώρα πηγαίνει στὴν Μονὴ Ἐσφιγμένου, παρόλο ποὺ ἀρχική του ἐπιθυμία ἦταν νὰ ἀσκητέψη.
-Ἔλα τότε σ’ ἐμένα, τοῦ εἶπε ἐκεῖνος. Ἐγὼ εἶμαι ἀπὸ τὴν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, Γέροντάς μου ἦταν ὁ παπα-Νεόφυτος ὁ ὀνομαστός.
Ὁ Ἀρσένιος μὲ ἁπλότητα τὸν ἀκολούθησε, θέλοντας νὰ δοκιμάση νὰ ἀσκητέψη ἀκόμη μία φορὰ σὲ Καλύβη.
Στὴν Καλύβη αὐτή, ὕστερα ἀπὸ τὴν κοίμηση τοῦ παπα-Νεόφυτου, Γέροντας ἦταν ὁ εὐλαβὴς ὑποτακτικός του παπα-Διονύσιος ὁ Πνευματικός, ὁ ὁποῖος εἶχε ὡς «ὑποτακτικὸ» αὐτὸν τὸν ἱερομόναχο, ποὺ εἶχε γίνει μοναχός, γιὰ νὰ ἀποφύγη τὸν πόλεμο, καὶ ἔπειτα ἔγινε ἱερέας στὴν Ἀθήνα. Ἦταν ἀκατάστατος, μὲ πολὺ κοσμικὸ πνεῦμα, μέχρι ποὺ εἶχε καὶ ῥαδιόφωνο. Καί, ἐνῶ ἦταν πολὺ νεώτερος ἀπὸ τὸν παπα-Διονύσιο, δὲν τὸν ὑπολόγιζε καθόλου καὶ τοῦ ἔλεγε: «Ἐγὼ εἶμαι Γέροντας καὶ ἐσὺ ὑποτακτικός»! Ὅταν πῆγε ὁ Ἀρσένιος στὴν Καλύβη τους, αὐτὸς ὁ ἱερομόναχος τὸν εἶχε σὰν ὑπηρέτη, ἀκόμη καὶ τὰ ῥοῦχά του τοῦ ἔδινε νὰ πλένη, ἐνῶ ὁ παπα-Διονύσιος τοῦ ἔλεγε: «Μὲ ἀγανάκτησε, Ἀρσένιε. Κάθησε ἐσὺ νὰ μοῦ κλείσης τὰ μάτια». Ὁ Ἀρσένιος ἤθελε νὰ φύγη ἀλλὰ δίσταζε, διότι ὁ ἱερομόναχος τὸν ἀπειλοῦσε. «Ἐγώ», τοῦ ἔλεγε, «τοὺς γνωρίζω ὅλους στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἂν φύγης ἀπὸ ἐδῶ, κανένας δὲν πρόκειται νὰ σὲ κρατήση».
Τελικά, ὕστερα ἀπὸ 4 μῆνες, τὸν Αὔγουστο τοῦ 1953, ὁ ἱερομόναχος αὐτὸς βγῆκε ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος γιὰ περιοδεία μὲ ἅγια λείψανα καὶ ὁ Ἀρσένιος βρῆκε τὴν εὐκαιρία καὶ ἔφυγε.
***

Ἀναφερόμενος ἀργότερα ὁ Ὅσιος Παΐσιος στὴν μεγάλη ταλαιπωρία ποὺ εἶχε στὸ ξεκίνημα τῆς μοναχικῆς του ζωῆς, ἔλεγε:«Ὅταν ξεκίνησα νὰ γίνω καλόγερος, δὲν βοηθήθηκα καθόλου. Δύο χιλιάδες μοναχοὶ ἦταν τότε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἀλλὰ σὲ τί χέρια ἔπεσα. Ταλαιπωρήθηκα, τηγανίστηκα ἀπὸ ὅλες τὶς πλευρές. Σὲ ὅλους, ἂν ἤθελα, θὰ μποροῦσα νὰ μείνω, ἀλλὰ φοβούμουν τοὺς κινδύνους, γιατὶ ἤμουν ἀδύνατος. Ὅλους τοὺς εὐγνωμονῶ. Ποιός ξέρει πόσο βασάνισα τοὺς γονεῖς μου, ὅταν ἤμουν παιδί, καὶ ξόφλησα μὲ αὐτὴν τὴν ταλαιπωρία!»
***



[1] Σοφία Σειράχ: 2, 1
[2] Β΄ Τιμ..: 2,4
[3] Ῥωμ. 10, 2
[4] Ἡ Καλύβη αὐτὴ καταστράφηκε ἀπὸ πυρκαγιά. Σήμερα ὑπάρχουν μόνο τὰ ἐρείπιά της.
[5] Φράση τὴν ὁποία ἔλεγε ὁ γερο-Χρυσόστομος ὁ Σάμιος. Δὲν ἐντοπίσθηκε σὲ κάποιο ἄλλο κείμενο.
[6] Ψαλμὸς 142, 8
[7] Ὁ ἐν λόγῳ ἱερομόναχος διεγράφη ἐκ τοῦ μοναχολογίου τῆς κυριάρχου Μονῆς Ἁγίου Παύλου μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθμ. 31/20-4-1957 Ἀπόφασιν τοῦ Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αὐτῆς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου