Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2016

8679 - Ταξίδι στο Άγιο Όρος (3ο μέρος)














Αιμίλιος Γάσπαρης 
(Αγιορείτικα Στοιχεία από ένα ταξίδι στη δεκαετία 70-80)

Σύντομα σήμανε το τέλος. Ο ηγούμενος χτύπησε πάλι και ο ήχος ξηρός και κοφτός σήμανε το τέλος. Μ’ ευχές  έκλεισε το λόγο ο αναγνώστης. Τελείωσε το γεύμα με μια προσευχή. Όλοι σηκωθήκαμε. Κάποιος δεν είχε τελειώσει και ξανακάθισε να συνεχίσει. Δεν ήταν σωστό και επιτρεπτό, όλοι έπρεπε να αποχωρήσουν.  Πρώτος αποχώρησε ο ηγούμενος, μετά με σκυμμένα κεφάλια οι μοναχοί.

Μετά εμείς περάσαμε ανάμεσα από τα σκυμμένα κεφάλια  των μοναχών καθώς πριν την έξοδο της Τράπεζας παρατάχτηκαν σε δυο σειρές και μας περίμεναν να βγούμε. Σ’ άλλα μοναστήρια στο τέλος μοιράζουν από ένα κομμάτι ψωμί στον καθένα, λίγα ψιχία. Μ’ ευλάβεια κλείνουν την ώρα κάθε φορά του φαγητού. Λιτά φαγητά και βιαστικά κάθε πράξη. Σεβασμός σε κάθε ξένο, αποδοχή κάθε συνδαιτυμόνα, ο καθένας μπορεί να είναι ο Κύριος. Ανάμεικτα συναισθήματα και οι εντυπώσεις γεμίζουν, όπως πληρώνεται και το αίσθημα της πείνας την ώρα του φαγητού στο Άγιο Όρος.
Ο καιρός ήταν συννεφιασμένος, ψιλόβρεχε και έπρεπε να φύγουμε. Οι διάφοροι επισκέπτες συμπλήρωναν το γεύμα τους με μούρα από τη φουντωτή μουριά της αυλής. Ήταν πολλοί νέοι εκεί, φοιτητές οι συνταξιδιώτες. Με αυτούς συνεχίσαμε το δρόμο για τη φημισμένη Μονή των Ιβήρων, όταν τα σύννεφα μας έκαναν τη χάρη να μας αφήσουν. Ακροθαλασσιά και σύντομος ο δρόμος. Στον ταρσανά της Καλιάγρας βρήκαμε καταφύγιο από μια σύντομη μπόρα. Κατά τις τρεις είμαστε στην Ιβήρων. Το μοναστήρι των Ιβήρων είναι από τα πιο πλούσια και μεγάλα το Όρος. Ολόκληρο χωριό και στην ακτή υπάρχει μουράγιο και σειρά αποθηκών και ταρσανάδες. Ενώνεται με χωματόδρομο με τις Καρυές. Ένα πλακόστρωτο οδηγεί στην πύλη του μοναστηριού. Σαν αρχαϊκός ναός το πρόπυλο της μονής με κολώνες και αέτωμα, μας οδηγεί σ’ ένα χώρο αρκετά άνετο που γίνεται ο έλεγχος των διαμονητήριων. Υπερμεγέθεις και κακότεχνες εικόνες, ελαιογραφίες, στολίζουν τους τοίχους εκεί. Με  μεγάλη περιέργεια προσμέναμε την είσοδο σ’ αυτό.  Το μοναστήρι είναι ιδιόρρυθμο και στη φάση αυτή γνωρίζει την εγκατάλειψη και την ερήμωση. Επίσης η φιλοξενία δεν προοιωνίζεται ως η καλύτερη. Η αυλή είναι χορταριασμένη και έρημη, τα κτίρια μεγαλόπρεπα. Το αρχονταρίκι μας έκανε άσχημη εντύπωση. Απεριποίητο και παραμελημένο. Οι περισσότεροι μοναχοί είναι ηλικιωμένοι, άρα η ζωντάνια περιορισμένη και η προσοχή όχι η καλύτερη. Ακόμα και τα κτίρια, τόσο σημαντικά μνημεία υποφέρουν.  Ο αρχοντάρης λαϊκός. Το μόνο που ξεχώριζε ήταν οι εικόνες του τέως βασιλιά και της βασίλισσας και κάποιων τσάρων, σημάδια μιας προσκόλλησης με το παρελθόν. Ο χρόνος κάποιες φορές δεν περνά στο Άγιο Όρος. Η πίστη δεν συγχρονίζεται τις περισσότερες φορές με τις διάφορες αλλαγές. Είναι ολοφάνεροι δεσμοί και επιθυμίες, ιδέες και σχέσεις. Συχνά στο Όρος βλέπουμε τέτοια σημάδια και δεν πρέπει τελικά να μας εκπλήσσουν. Περιμέναμε να μαζευτεί κόσμος για να μας ξεναγήσει ένας μοναχός στο καθολικό. Βιαστικά μας έδειξαν το εσωτερικό του που είναι από τα παλιότερα στο Όρος. Πλούτος εντός, κειμήλια χρυσοποίκιλτα. Μια  χρυσή λεμονιά μέσα στη γλάστρα με τα λιονταρίσια πόδια και με τα φύλλα από ασήμι και τους καρπούς χρυσούς , δώρο κάποιου τσάρου. Κρίθηκε έργο πολύτιμης τέχνης από Υδραίο καπετάνιο, όταν το αφιέρωμα στάλθηκε για να εκποιηθεί και να χρησιμεύσει στον αγώνα για την ανεξαρτησία και έτσι το γύρισαν πίσω στο Όρος.   Τοιχογραφίες ,  μια εκπληκτική Αγία Τράπεζα, όλα υπέροχης τέχνης. Τα αναλόγια, τα μαρμαροθετήματα, οι εικόνες. Τι  εσωτερικός χώρος,   πόση διακόσμηση, πόσοι είχαν δουλέψει. Βιαστικά εξηγούσε ο καλόγερος, σχεδόν προφταίναμε να ρίξουμε μια ματιά. Το φίλντισι, το χρυσάφι και το ασήμι, τα πολύτιμα ξύλα στον οίκο του θεού, να μένουν σαν μια οπτασία  Μέναμε  με την αίσθηση της στιγμιαίας λάμψης μιας δόξας αλλοτινής στα μάτια μας στον Οίκο του Θεού. Όλα αριστουργήματα, οι εικόνες και τα ξυλόγλυπτα, οι τοιχογραφίες και οι καντήλες, ο θαυμάσιος περσικός πολυέλαιος με το έμβλημα των βασιλιάδων της Περσίας και το κεφάλι του Βούδα. Μεγάλο ενδιαφέρον μας προκάλεσε η εικόνα της Πορταϊτισσας στο παρεκκλήσι με την μαχαιριά του βέβηλου στο μάγουλο της Παναγίας. Την ανέσυραν από τη θάλασσα. Μεγάλη εικόνα τώρα σκεπασμένη με χρυσό και ασήμι. Τα ταξίματα που κρέμονταν σ’ αυτή μια περιουσία ολόκληρη.
Ακόμα πλούσια βιβλιοθήκη με Ευαγγέλια και χειρόγραφα, με περγαμηνές και κώδικες. Στην ερώτηση τίνος είναι οι τοιχογραφίες του παρεκκλησιού στο καθολικό πήραμε από τον παγωμένο αδελφό που επόπτευε την εικόνα και το χώρο την κοφτή απάντηση: «δεν γνωρίζω». Μια ακόμα κακή εντύπωση. Τα παράταιρα βαψίματα στους τοίχους με άσχημα και χτυπητά χρώματα, μπαλώματα για να συντηρήσουν τις φθορές εδώ και εκεί, το ένα στρώμα πάνω στο άλλο, πρόχειρες δουλειές, κακές γραμμές μια δεύτερη εντύπωση. Το μοναστήρι ιδρύθηκε στα 980 από τον Ιωάννη τον Ίβηρα. Στα 1355 καθιερώθηκε στο μοναστήρι η ελληνική γλώσσα. Σήμερα έχει λίγους μοναχούς. Ο ξενώνας έχει απαίσια όψη. Η φιλοξενία δεν είναι και η καλύτερη, ίσως είναι χαρακτηριστικό των ιδιόρρυθμων μοναστηριών. Έτσι αναγκαζόμαστε να φύγουμε για τα μεσόγεια. Νότια σε υψόμετρο τριακόσια μέτρα βρίσκεται το μοναστήρι του Φιλοθέου, φημισμένο για την ωραία του φιλοξενία.
Από τη Μονή Φιλοθέου στη Μεγίστη Λαύρα
Ο δρόμος ανήφορος και μεσημέρι. Μα άξιζε τον κόπο η επίσκεψη και το προσκύνημα εκεί. Ωραιότατο μοναστήρι ζωντανεμένο τώρα τελευταία που έγινε κοινόβιο. Ξανά γνωρίζει  μια νέα ακμή στην μακραίωνη πορεία του. Πίσω του πυκνό δάσος από καστανιές. Παντού πηγές και τριγύρω τα περιβόλια και οι πλούσιοι κήποι. Γαλήνη και αυτάρκεια. Πλαγιές καταπράσινες που σβήνουν απαλά στη θάλασσα. Η Μονή Φιλοθέου. Περάσαμε το όμορφο πρόπυλο και τις δυο βαριές σιδερένιες πόρτες. Η αυλή πλακόστρωτη και στη μέση το καθολικό, ήρεμη αρχιτεκτονική, λουσμένο στο κεραμιδί του χρώμα. Τα κελιά σχηματίζουν ένα εσωτερικό τετράγωνο και οι υπόλοιποι χώροι του μοναστηριού. Όλα περιποιημένα και καλοφτιαγμένα. Πιθάρια στις γωνιές με λουλούδια. Το κυπαρίσσι και οι καμινάδες ξεπερνούσαν τις στέγες και λόγχιζαν τον ουρανό. Πολλές καμινάδες και τα κιόσκια, τα μπαλκόνια και η ομορφοδουλεμένη φιάλη μια σύνθεση απόλυτα αρμονική. Όμορφο και το αρχονταρίκι, πολύ νέος και ο αδελφός αρχοντάρης. Μας κέρασε λουκούμι και θαυμάσιο ρακί. Ανακούφιση μετά την θλίψη που μας γέμισε η Ιβήρων. Πραγματικά ανθρώπινος χώρος. Νέοι οι περισσότεροι καλόγεροι εδώ. Φημίζεται το μοναστήρι για την αυστηρότητά του. Οι καλόγεροι κλεισμένοι στον κόσμο τους. Δεν ανταλλάσουν κουβέντες με τους επισκέπτες, μόνο λίγες και τυπικές οι φράσεις τους με τους ξένους. Κρατούν μακριά κάθε νέο που θα μπορούσε να τους αποσπάσει, να τους παρασύρει, να τους επηρεάσει στον ερμητικό τους κόσμο, στον χώρο που αποφάσισαν να κλείσουν την ψυχή τους. Λίγες έως καθόλου οι κουβέντες τους, ευγενικοί μα και απροσπέλαστοι. Πραγματικά το πιο αυστηρό μοναστήρι του Άθωνα, ίσως το μόνο αληθινό μοναστήρι. Παρακολουθήσαμε την υποβλητική και κατανυκτική ακολουθία του εσπερινού και μετά την ιεροτελεστία του δείπνου. Ώρα εσπερινού. Στην αρχή σήμανε το τάλαντο, ξύλινο μακρόστενο με στρογγυλευμένες άκρες μουσικό όργανο. Το κρατούσε στη μέση του και το χτυπούσε ρυθμικά με το ξύλινο σφυράκι. Γύριζαν στην αυλή και στους διαδρόμους και ο ήχος, άλλοτε σιγανός κι άλλοτε επιτακτικός γέμιζε το μοναστήρι. Καλούσε όλους για προσευχή. Μετά σήμαιναν γλυκά οι καμπάνες και τα σήμαντρα και σταματούσαν κάθε εργασία οι μοναχοί  και έβαζαν το ράσο τους και πήγαιναν στο καθολικό. Σ’ αυτό το αυστηρό μοναστήρι τηρείται με ευλάβεια η πατροπαράδοτη ιεροτελεστία. Η πραγματική διάσταση του μοναχισμού βρίσκει εδώ με πάθος και ένταση την ολοκλήρωσή της. Η κατάνυξη επιδρά ακόμα και σ’ αυτούς που έχουν απομακρυνθεί από τα στενά θρησκευτικά πλαίσια. Το προσκύνημα επηρεάζει  και κάνει να πλησιάζεις περισσότερο την πνευματική διάσταση της ύπαρξης, αισθάνεσαι πιο κοντά στον εαυτό σου, τον κατανοείς και τον ξεγυμνώνεις. Ο χώρος και οι ψαλμωδίες έχουν τη δύναμη και οι εναλλαγές του φωτός και της μουσικής γίνονται το όχημα για την πιο βαθιά συζήτηση, την πιο ατμοσφαιρική περιπέτεια. Η διάρκεια της ακολουθίας ήταν μεγάλη και κρατούσε τόσο που γινόταν ένα παιγνίδι με το χρόνο. Σαν τέλειωνε ήταν ήδη σούρουπο και περάσαμε στην Τράπεζα. Είχε πολλούς μοναχούς τούτο το μοναστήρι και νέους. Θα ήρθαν εδώ και αφιέρωσαν την ζωή τους από παιδιά. Τόσο νέοι. Η Τράπεζα είναι μεγάλη και χωρούσε πολλές ψυχές, των μοναχών και των επισκεπτών. Η Μονή Φιλοθέου δέχεται πολλούς προσκυνητές και έχει ένα αξιοπρόσεκτο όνομα. Η διαδικασία είναι η ίδια , όπως και στη Σταυρονικήτα, μόνο που εδώ επιστρέψαμε οι ίδιοι τα πιάτα που χρησιμοποιήσαμε στην κουζίνα.
[Συνεχίζεται]
Προηγούμενα: 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου