Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

8732 - Ο Γέροντας Παΐσιος εγκαθίσταται στο Σταυρονικητιανό Κελλί του Τιμίου Σταυρού

Ἕναν λοιπὸν χρόνο ἔμεινε ὁ Πατὴρ Παΐσιος στὰ ἐρημικὰ Κατουνάκια, διότι καὶ πάλι χρειάσθηκε νὰ ἀφήσει τὸ φτωχικὸ Καλυβάκι του. Αἰτία αὐτὴν τὴν φορὰ ἦταν ἡ πρόταση τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος σὲ δύο ἱερομονάχους ὑποτακτικούς του, ποὺ εἶχαν παραμείνει στὴν Σκήτη τῶν Ἰβήρων, νὰ ἀναλάβουν τὴν κοινοβιοποίηση καὶ ἀνασυγκρότηση τῆς ἰδιόῤῥυθης τότε Μονῆς Σταυρονικήτα.
Οἱ δύο ἱερομόναχου, ὁ π. Βασίλειος (σ. δ. ἰστ.: Γοντικάκης) καὶ ὁ π. Γρηγόριος δίσταζαν· ἀλλὰ ὁ Πατὴρ Παΐσιος τοὺς ἐνθάῤῥυνε νὰ δεχθοῦν τὴν πρόταση καὶ προσφέρθηκε νὰ τοὺς συμπαρασταθῆ, μένοντας ἀρχικὰ καὶ αὐτὸς στὸ Μοναστήρι καὶ βοηθώντας ἔπειτα ἀπὸ ἔξω. Ἔτσι, τὸν Αὔγουστο τοῦ 1968 ἐγκαταστάθηκαν καὶ οἱ τρεῖς στὴν σχεδὸν ἐρειπωμένη Μονὴ Σταυρονικήτα καὶ ἄρχισαν τὴν προσπάθεια γιὰ τὴν ὑλικὴ καὶ πνευματικὴ ἀναδιοργάνωσή της. Ἔγραψε ὁ Ὄσιος σὲ ἐπιστολή του: «Ἔχουμε τρόπον τινὰ ἐπιστρατευθῆ. Τρία ἄτομα σχεδὸν κρατοῦμε ὁλόκληρο τὸ Μοναστήρι. Ἀπὸ προϊστάμενοι μέχρι καθαριστές, διὰ νὰ διοργανωθοῦν τὰ διακονήματα».
***


Ἡ κοίμηση τοῦ παπα-Τύχωνα.
Τὶς δέκα πρῶτες ἡμέρες τοῦ Σεπτεμβρίου ὁ Πατὴρ Παΐσιος ἔλειψε ἀπὸ τὴν Μονή, γιὰ νὰ διακονήσει τὸν Γέροντά του παπα-Τύχωνα, ὁ ὁποῖος ἔμενε στὸ Σταυρονικητιανὸ Κελλὶ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ποὺ ἀπεῖχε ἀπὸ τὸ Μοναστήρι 20 λεπτά (σ. δ. ἰστ.: μέσω μονοπατιού, τὸ ὁποῖο πιὰ δὲν ὑπάρχει). Ὁ παπα-Τύχων, ἀπὸ τὰ μέσα Αὐγούστου ἦταν ἄῤῥωστος στὸ κρεββάτι του καὶ δὲν ἔτρωγε· ἔπινε μόνο λίγο νερό. Δὲν ἤθελε ὅμως κανέναν κοντά του, γιὰ νὰ μὴν τὸν διακόπτει ἀπὸ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή του. Ὅταν κατάλαβε ὅτι πλησίαζαν πιὰ οἱ τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του, τότε δέχθηκε νὰ μείνει μαζί του ὁ Πατὴρ Παΐσιος.
Τὴν παραμονὴ τῆς κοιμήσεώς του, 9 Σεπτεμβρίου (π. ἡ.), τοῦ εἶπε:«Αὔριο θὰ πεθάνω καὶ θέλω νὰ μην κοιμηθῆς, γιὰ νὰ σὲ εὐλογήσω».Ἐπὶ τρεῖς ὧρες, παρὰ τὴν μεγάλη του ἐξάντληση, ὁ ὅσιος Γέροντας εἶχε τὰ ἁγιασμένα του χέρια ἐπάνω στὸ κεφάλι τοῦ Πατρὸς Παϊσίου· τὸν εὐλογοῦσε καὶ τὸν ἀσπαζόταν μὲ δάκρυα. Τοῦ ἔλεγε: «Γλυκό μου Παΐσιο, ἐμεῖς θὰ ἔχουμε ἀκριβὴ ἀγάπη εἰς αἰῶνας αἰώνων. Ἐγὼ θὰ λειτουργῶ πιὰ στὸν Παράδεισο. Ἐσὺ νὰ κάνεις εὐχὴ ἀπὸ ἐδῶ, καὶ ἐγὼ θὰ ἔρχομαι κάθε χρόνο νὰ σὲ βλέπω. Ἐὰν καθίσεις στὸ Κελλὶ αὐτό, ἐγὼ θὰ ἔχω χαρά, ἀλλὰ ὅπως θέλει ὁ Θεός, παιδί μου». Στὶς 10 Σεπτεμβρίου ὁ παπα-Τύχων ἐκοιμήθη, καὶ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα τὸν ἐνεταφίασαν στὸν τάφο ποὺ εἶχε ἀνοίξει δίπλα στὸ Καλύβι του. Ἐκεῖ ζήτησε νὰ τὸν ἀφήσουν ἕως τὴν Δευτέρα Παρουσία· νὰ μὴν γίνει δηλαδὴ ἡ ἐκταφή του.
Ὕστερα ἀπὸ τρεῖς μῆνες, τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1968, ὁ Πατὴρ Παΐσιος ἄρχισε νὰ ἑτοιμάζει τὸ Κελλὶ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, γιὰ νὰ ἐγκατασταθῆ ἐκεῖ. Κουράσθηκε πολὺ γιὰ νὰ καθαρίσει τοὺς χώρους ποὺ χρόνια ὁλόκληρα δὲν εἶχαν καθαρισθῆ· παράλληλα ὅμως ἔνιωθε συγκίνηση γιὰ τὴν τέλεια αὐταπάρνηση μὲ τὴν ὁποία εἶχε ζήσει ἐκεῖ ὁ παπα-Τύχων, ὁ ὁποῖος φρόντιζε μόνο γιὰ τὴν καθαρότητα τῆς ψυχῆς του. «Πρᾶγμα τῆς προκοπῆς, ποὺ νὰ ἐξυπηρετῆ ἄνθρωπο» δὲν βρῆκε οὔτε ἕνα· ὅλα ὅμως τὰ παλιὰ πράγματα τοῦ παπα-Τύχωνα εἶχαν γιὰ τὸν Πατέρα Παΐσιο «μεγάλη ἀξία, ἀφοῦ ἦταν ἁγιασμένα», ἀπὸ τὴν ἁγία ζωή του.
***

«Καὶ νὺξ ὡς ἡμέρα φωτισθήσεται»
Κατὰ τὸ διάστημα ποὺ ἑτοίμαζε τὸ Κελλί, ἀργὰ ἕνα ἀπόγευμα, ξεκίνησε ἀπὸ τὴν  Μονὴ Σταυρονικήτα, γιὰ νὰ πάει ἐκεῖ, φορτωμένος καὶ μὲ ἕναν τουρβᾶ γεμάτο πράματα. Στὴν μέση τῆς διαδρομῆς, λίγο πρὶν πάρει τὸ μονοπάτι, γιὰ να κατηφορίσει στὸν λάκκο τῆς Καλλιάγρας, ὅπως λέγεται ἡ περιοχή, τὸν σταμάτησε ἕνας νέος μπερδεμένος, μὲ πολλὰ προβλήματα, καὶ ἄρχισε νὰ τοῦ μιλάει. Ὁ Πατὴρ Παΐσιος στάθηκε ἐκεῖ ὄρθιος καὶ τὸν ἄκουγε, παρόλο ποὺ ψιχάλιζε καὶ εἶχε ἀρχίσει νἂ βραδιάζει. Σιγὰ-σιγὰ ἔγιναν μούσκεψα, ἀλλὰ ἐκεῖνος δὲν σταματοῦσε. Κάποια στιγμὴ ὁ Ὅσιος σκέφθηκε: «Πῶς θὰ βρῶ τὸ Καλύβι μέσα στὴν νύχτα; Δὲν ἔχω καὶ φακό». Δὲν ἤθελε ὅμως νὰ τὸν διακόψει, γιὰ νὰ μὴν τὸ στενοχωρήσει, καὶ ἔτσι ἔμειναν ἐκεῖ ὣς τὰ μεσάνυχτα.
Ὅταν χώρισαν, ὁ νέος ξεκίνησε γιὰ τὸ Κελλί, ὅπου θὰ φιλοξενεῖτο, καὶ ὁ Ὅσιος πῆρε τὸ μονοπάτι γιὰ τὸν Τίμιο Σταυρό, τὸ ὁποῖο ἦταν δύσκολο νὰ διαβῆ κανεὶς ἀκόμη καὶ μὲ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας. Καθὼς λοιπὸν περπατοῦσε στὸ σκοτάδι, γλίστρησε ἀπὸ τὴν λάσπη καὶ ἔπεσε μέσα στὰ βάτα. Τὰ παπούτσια ἔφυγαν ἀπὸ τὰ πόδια του, ὁ τουρβᾶς του πιάσθηκε στὰ κλαδιὰ καὶ τὸ ζωστικὸ μαζεύθηκε στὸν λαιμό του. Ἐπειδὴ μέσα στὸ σκοτάδι δὲν ἔβλεπε τίποτε, δὲν μποροῦσε νὰ κάνει τὴν παραμικρὴ κίνηση. Δὲν ἔχασε ὅμως τὴν εἰρήνη του καὶ ἀποφάσισε νὰ παραμείνει ἐκεῖ, μέχρι νὰ ξημερώσει. Σκέφθηκε: «Θὰ ἀρχίσω τὸ Ἀπόδειπνο, θὰ κάνω καὶ τὸ Μεσονυχτικὸ καὶ τὸν Ὄρθρο, ὁπότε θὰ φωτίσει καὶ θὰ βρῶ τὸ Κελλί μου. Ἄραγε, αὐτὸς ὁ καημένος, θὰ βρῆ τὸν δρόμο του, τὸν προσανατολισμό του;» Ξεκίνησε λοιπὸν τὸ Ἀπόδειπνο, ἀλλὰ μόνο τὸ Τρισάγιο πρόλαβε νὰ πῆ. Διότι, μόλις ἄρχισε τὸ «Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός Σου», τὸ κεφάλι του ἔγινε σὰν λάμπα ποὺ ἐξέπεμπε φῶς. Καὶ τότε ἔγινε ἐκεῖνο ποὺ λέει ὁ Ψαλμός: «Καὶ νὺξ ὡς ἡμέρα φωτισθήσεται». Εἶδε ποὺ βρισκόταν, βγῆκε ἀπὸ τὰ βάτα, βρῆκε τὰ παπούτσια του καὶ πῆρε τὸ μονοπάτι ποὺ τώρα φωτιζόταν ἀπὸ ὑπερφυσικὸ φῶς. Ὅταν ἔφθασε στὸ Κελλὶ καὶ ἄναψε τὰ καντήλια στὸ ἐκκλησάκι, τὸ θεῖο ἐκεῖνο φῶς χάθηκε.
***

Ἡ ζωὴ στὸ Κελλὶ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.
Ὕστερα ἀπὸ δύο μῆνες, τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1969, ὁ Πατὴρ Παΐσιος παραιτήθηκε ἀπὸ Προϊστάμενος τῆς Μονῆς Σταυρονικήτας καὶ ἐγκαταστάθηκε στὸ μικρὸ καὶ ἀπέριττο Κελλὶ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ἐλευθερωμένος ἀπὸ τὶς διοικητικὲς μέριμνες, ἔνιωθε σὰν ξενιτεμένος ποὺ ἐπέστρεψε στὴν πνευματική του πατρίδα, τὴν γλυκειὰ ἡσυχία. Τὸ Καλυβάκι τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἀπομονωμένο μέσα στὸν λάκκο τῆς Καλλιάγρας, ἦταν πολὺ ἡσυχαστικό, καὶ ὅλα μέσα σὲ αὐτὸ ἦταν ἀσκητικά. Μία στενὴ καὶ χαμηλὴ πόρτα τὸν ὁδηγοῦσε σὲ ἕνα μικρὸ διάδρομο. Ἀριστερὰ ἦταν τὸ ἐκκλησάκι, ἀφιερωμένο στὴν Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Ἀπέναντι ἀπὸ τὴν εἴσοδο ἦταν τὸ κελλί, ὅπου προηγουμένως ἔμενε ὁ παπα-Τύχων. Ἐκεῖ ὑπῆρχε ἕνα κρεββάτι καὶ ἕνα σκαμνάκι. Στὶς δύο πλευρὲς τοῦ κρεββατιοῦ ποὺ δὲν ἀκουμποῦσαν στὸν τοῖχο, ὁ Ὅσιος προσάρμοσε δύο σανίδια, γιὰ νὰ προστατεύεται ἀπὸ τὸ κρύο, καὶ ἔτσι τὸ κρεββάτι ἔμοιαζε μὲ φέρετρο.
Τὸ ἀσκητικὸ αὐτὸ κρεββάτι ἦταν «τὸ ἱερὸ τοῦ κελλιοῦ του», ὅπως ἔλεγε. Πάνω στὸν προσκέφαλό του εἶχε ἕναν Σταυρὸ καὶ μία εἰκόνα τῆς Παναγίας. Ἐκεῖ προσευχόταν μὲ τὶς ὧρες γονατιστός, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀνέβαινε ψηλά, στὸν Οὐρανό. Μία μέρα, καθὼς ἔλεγε τὴν εὐχὴ γονατιστός, ἐπάνω στὸ κρεββάτι, αἰσθάνθηκε ὅτι, ἐνῶ βρισκόταν στὴν γῆ, κάποιος τὸν τραβοῦσε σιγὰ-σιγὰ πρὸς τὰ ἐπάνω! Τὸ κεφάλι του ἔφθασε στὸν οὐρανό, καὶ ἔβλεπε γύρω του ἄσπρα ἀραιὰ σύννεφα. Ἔνιωθε δὲ ἐλαφρὸς σὰν πούπουλο, καὶ στὴν καρδιά του ὑπῆρχε μία οὐράνια ἀπόλαυση, μία «πνευματικὴ ἁπαλάδα», ὅπως εἶπε. Ἀπὸ τότε συχνὰ ἐπαναλάμβανε τὴν φράση: «Ἀναβάσεις, ἀναβάσεις», κυρίως ὅταν ἤθελε νὰ παρακινήσει κάποιον σὲ ἀγώνα γιὰ ἀναβάσεις στὴν ἀρετή, γιὰ θεῖες ἀναβάσεις.
Ἀσκητικὸ ἦταν καὶ τὸ μικρὸ κελλὶ ποὺ χρησιμοποιοῦσε ὡς ἀρχονταρίκι καὶ στὸ ὁποῖο ἔμπαινε κανεὶς ἀπὸ ἄλλη ἐξωτερικὴ πόρτα. Ἐκεῖ ὑπῆρχαν δύο πρόχειροι πάγκοι -ὁ ἕνας ἀπέναντι στὸν ἄλλον- φτιαγμένοι ἀπὸ σανίδες ποὺ στηρίζονταν σὲ κούτσουρα καὶ καλύπτοντα μὲ παλιὲς κουβέρτες. Ὅταν, πολὺ σπάνια, φιλοξενοῦσε κάποιον στὸ Καλύβι του, τὸν ἔβαζε νὰ κοιμηθῆ ἐκεῖ. «Ἡ Καλύβη μου δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν καρδιά μου», ἔλεγε ὁ Ὅσιος, διότι ἤθελε νὰ προσφέρει περισσότερη ἄνεση στοὺς φιλοξενούμενους του. Τὸ Καλυβάκι ὅμως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ ἦταν ἕνας χῶρος ἁγιασμένος ἀπὸ τὰ πολλὰ θεῖα γεγονότα ποὺ εἶχαν συμβῆ καὶ συνέβαιναν ἐκεῖ. Εἶχε πολὺ θερμὴ πνευματικὴ ἀτμόσφαιρα, καὶ ἔτσι πρόσφερε «ἄνεση πνευματική», ἀνάπαυση ψυχῆς καὶ σώματος στὸν κάθε ἐπισκέπτη.
Ὅταν ὁ καιρὸς ἦταν καλός, ὁ Ὅσιος δεχόταν τοὺς ἐπισκέπτες ἔξω στὴν αὐλή, κάτω ἀπὸ μία ἐλιά. Κοντὰ σὲ αὐτὸ τὸ «ὑπαίθριο ἀρχονταρίκι» ὑπῆρχε μία στέρνα, ὅπου συγκέντρωνε βρόχινο νερὸ ἀπὸ τὰ λούκια τῆς στέγης. Ἀπὸ αὐτὸ προσέφερε στοὺς ἐπισκέπτες. Μία μέρα κάποιοι, ἐπειδὴ τὸ εἶδαν λιγοστό, δὲν θέλησαν νὰ πιοῦν, γιὰ νὰ μὴν τοῦ τὸ στερήσουν. Τοὺς εἶπε ὁ Ὅσιος: «Καλύτερα νὰ τὸ στερηθῶ γιὰ νὰ εὐχαριστήσω τὸν Θεὸ γιὰ τὸ νερὸ ποὺ εἶχα ἕως τώρα καὶ νὰ τὸν παρακαλέσω γιὰ ὅσους δὲν ἔχουν».
Στὸν κήπο φύτεψε ἀγριολαχανίδες καὶ δύο-τρεῖς ντοματιές. Σὲ ὅσους τὸν ῥωτοῦσαν γιατί ζῆ τόσο λιτά, ἀπαντοῦσε: «Δὲν θέλω μέριμνες, γιὰ νὰ μοῦ μένει χρόνος γιὰ τὴν προσευχή. Γι’ αὐτὸ δὲν κάνω ποικιλία φαγητῶν, γιὰ νὰ μὴν χρειάζεται νὰ ψωνίζω καὶ νὰ μαγειρεύω. Βάζω στὴν φωτιὰ λίγο ῥύζι καὶ νερό, καὶ σὲ λίγη ὥρα τὸ φαγητό μου εἶναι ἕτοιμο».
Ἕνα παλιὸ μαυρισμένο μπακράτσι, ἕνα μικρὸ γκιούμι, ἕνα κονσερβοκούτι καὶ δύο-τρία τσίγκινα πιάτα καὶ ποτήρια, τὰ ὁποῖα βρῆκε ἀπὸ τὸν παπα-Τύχωνα, καθὼς καὶ ἕνα αὐτοσχέδιο καμινέτο, ἦταν ὅλο καὶ ὅλο τὸ νοικοκυριό του. Κάποιος ποὺ τὸν εἶδε νὰ φτιάχνει τσάϊ μέσα στὸ κονσερβοκούτι, τοῦ ἀγόρασε ἕνα μπρίκι. Εἶπε ὁ Ὅσιος: «Τώρα πρέπει νὰ μου φέρεις καὶ ἕνα καρφὶ γιὰ νὰ τὸ κρεμάσω, καὶ ἀποῤῥυπαντικὸ γιὰ νὰ τὸ πλένω. Παρ’ το καλύτερα πίσω».
Μὲ πολλὴ δυσκολία δεχόταν νὰ κρατήσει κάποια εὐλογία. Καὶ τὰ χρήματα ποὺ μερικοὶ τοῦ ἄφηναν κρυφά, ἂν τὸ ἔπαιρνε εἴδηση πρὶν φύγουν, τοὺς τὰ ἐπέστρεφε ἀμέσως. Ἀλλιῶς, τὰ ἔκρυβε καὶ αὐτὸς μέσα σὲ βιβλία καὶ τὰ ἔδινε εὐλογία σὲ φοιτητὲς ἢ τὰ ἀνταπέδιδε –μὲ τὸ παραπάνω- μὲ εἰκονάκια ἀπὸ τὸ ἐργόχειρό του. Τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ μὲ τὰ χρήματα ποὺ τοῦ ἔστελναν ταχυδρομικῶς μέσα στὰ γράμματα, διότι γιὰ τὶς ἐπιταγὲς εἶχε δώσει ἐντολὴ στὸ ταχυδρομεῖο νὰ ἐπιστρέφονται. Κάποτε, ἕνας γιατρὸς τοῦ ἔστειλε 1.000 δραχμὲς ὡς εὐχαριστία, ἐπειδὴ ἤξερε ὅτι προσευχόταν γιὰ τὸ ἄῤῥωστο κοριτσάκι του. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ὅμως ποὺ ὁ Πατὴρ Παΐσιος ἔλαβε τὰ χρήματα, ἔνιωθε ὅτι αὐτὰ τὸν«χτυποῦσαν σὰν πέτρα στὸ κεφάλι», ὅπως εἶπε. Καὶ δὲν ἡσύχασε, ἕως ὅτου τὰ ἔστειλε σὲ φτωχὰ παιδάκια. «Προσευχὴ μὲ χρήματα δὲν γίνεται», ἔλεγε.
-Γέροντα, πῶς συντηρεῖσθε;, τὸν ῥώτησαν κάποιοι.
-Δὲν ἔχω πρόβλημα, ἀπάντησε. Τὸ νερὸ εἶναι δωρεάν, δροσερὸ ἀπὸ τὴν βροχή. Ἡ Δ. Ε. Η. τὴν νύχτα δὲν χρειάζεται, φέγγουν τὰ ἀστέρια καὶ τὸ φεγγάρι. Τὰ λίγα χρήματα ποὺ χρειάζομαι γιὰ τὸ παξιμάδι τῆς χρονιᾶς καὶ τὶς ἄλλες μου ἀνάγκες, τὰ ἐξοικονομῶ ἀπὸ τὸ ἐργόχειρό μου.
Μόνιμη μέριμνα καὶ ἐργασία τοῦ Πατρὸς Παϊσίου συνέχιζε νὰ εἶναι ἡ παρακολούθηση τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ ἡ ἐπικοινωνία του μὲ τὸν Θεό. Σὲ κάποιον ποὺ μὲ ἐπιστολή του τὸν ῥώτησε πῶς περνάει στὸ Κελλί του, ἀπάντησε: «Προσπαθῶ νὰ κάνω τὰ καθήκοντά μου καὶ νὰ ἀποφεύγω τοὺς ἀνθρώπους ποὺ θέλουν κουβέντα καὶ μὲ ἐμποδίζουν νὰ μιλῶ μὲ τὸν Θεό. Προσπαθῶ νὰ συντρίβομαι μπροστὰ στὸν Θεό, ἁπλώνοντας τὶς ἁμαρτίες μου καὶ τὶς ἀχαριστίες μου, νὰ ζητῶ ταπεινὰ τὸ ἔλεός Του καὶ νὰ Τὸν εὐγνωμονῶ δοξολογώντας. Αὐτὴ ἡ μελέτη τοῦ Θεοῦ μὲ ἀναπαύει περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη μελέτη».
Κάθε βράδυ, μὲ τὴν δύση τοῦ ἡλίου, ἄρχιζε τὴν ἀγρυπνία. Ξεκινοῦσε ἐπαναλαμβάνοντας γιὰ λίγη ὥρα ψιθυριστά: «Ὁ Θεὸς ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ», καὶ ἔπειτα ἔκανε πολλὰ κομποσχοίνια καὶ μετάνοιες. Συνήθως ἀγρυπνοῦσε στὴν αὐλή. Μερικὲς φορές, γιὰ νὰ κρατιέται όρθιος, περνοῦσε τὰ χέρια του σὲ δύο θηλιές, ποὺ εἶχε κρεμάσει σὲ μία ἐλιά, καὶ ἔτσι προσευχόταν ὧρες ὁλόκληρες. Ὁ θεῖος ἔρως πυρπολοῦσε τὴν καρδιά του, φλόγιζε τὸ στῆθός του καὶ τὸν ἔκανε ὅλον φωτιά. Στὴν κατάσταση αὐτὴ δὲν ἔνιωθε τὴν ἀνάγκη γιὰ ὕπνο».
Λίγο πρὶν ξημερώσει, κοιμόταν δύο-τρεῖς ὧρες, πολὺ ἐλαφρά, ἐνῶ«ἡ καρδιά του γρηγοροῦσε». Πολλὲς φορὲς στὸν ὕπνο του ἀσπαζόταν Ἁγίους καὶ ξυπνοῦσε ἀπὸ τὸν ἦχο τοῦ ἀσπασμοῦ. Ἄλλες φορὲς ἔνιωθε στὸν ὦμό του τὸν Φύλακα Ἄγγελό του καὶ ἀμέσως σηκωνόταν καὶ ἀπὸ εὐλάβεια ἀσπαζόταν τὸν ὦμό του. Μία φορά, ξύπνησε ἀκούγοντας Ἀγγέλους νὰ ψάλλουν τὴν Δοξολογία: «Δόξα Σοι τῷ δείξαντι τὸ φῶς...». Γονάτισε ἀμέσως καὶ ἔμεινε καθηλωμένος νὰ ἀκούει. Ἡ ἀγγελικὴ ἐκείνη Δοξολογία τυπώθηκε στὸν νοῦ καὶ στὴν καρδιά του, καὶ τὴν ἔψαλλε πότε ἐκφώνως καὶ πότε νοερῶς.
Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἡμέρας ἀσχολεῖτο καὶ μὲ τὸ ἐργόχειρό του. Ἔφτιαχνε ξύλινα εἰκονάκια, συνήθως στουμπωτά, τὰ ὁποῖα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἔδινε εὐλογία. Τὰ ἄφηνε ἔξω ἀπὸ τὸν φράχτη μὲ ἕνα σημείωμα ποὺ ἔγραφε: «Εὐλογία», γιὰ νὰ παίρνουν οἱ προσκυνητὲς ὅσα ἤθελαν, παρόλο ποὺ μὲ πολὺ κόπο τὰ ἔφτιαχνε. Μὲ πολλὴ ὑπομονὴ εἶχε φτιάξει μόνος του τὰ καλούπια, σκαλίζοντας ἀτσάλινες πλάκες μὲ μοναδικὸ ἐργαλεῖο κάποιες σπασμένες λίμες σὰν κοπιδάκια, τὶς ὁποῖες χτυποῦσε μὲ ἕνα σφυράκι πάνω στὸ ἀτσάλι, καὶ ἔτσι σχηματιζόταν τὸ ἀρνητικὸ τῶν παραστάσεων. Ζέσταινε αὐτὰ τὰ καλούπια στὴν φωτιὰ καί, καθὼς τὰ πίεζε στὸ ξύλο μὲ μία μικρὴ χειροκίνητη πρέσσα, ἀποτυπώνονταν οἱ ἱερὲς μορφές, οἱ ὁποῖες εἶχαν πολλὴ λεπτομέρεια ἀλλὰ καὶ ἰδιαίτερη χάρη. Ἐνῶ τὰ χέρια του δούλευαν, μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά του κατὰ διαστήματα ἔβγαινε τὸ «Δόξα Σοι, ὁ Θεός». Ὁ Ὅσιος εἶχε γίνει ὁλόκληρος μία «προσευχομένη καρδία».
Μία μέρα προσευχόταν πολλὲς ὧρες μέσα στὸ ἐκκλησάκι ὄρθιος. Δὲν ἔνιωθε καθόλου κούραση ἀλλά, ὅσο περνοῦσε ἡ ὥρα, αἰσθανόταν ἀνάλαφρος σὰν πούπουλο καὶ ἔνιωθε μία γλυκειὰ ξεκούραση καὶ μία ἀνέκφραστη ἀγαλλίαση. Κάποια στιγμὴ σκέφθηκε: «Ἐπειδὴ μοῦ λείπουν δύο πλευρά, νὰ πάρω ἕνα πλεκτὸ νὰ τυλιχθῶ, γιὰ νὰ μὴν κρυώσω, καὶ νὰ συνεχίσω ὅσο πάει». Μόλις ἔβαλε αὐτὸν τὸν λογισμό, σωριάσθηκε ἀμέσως κάτω. Καὶ χρειάσθηκε ἕνα τέταρτο, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ σηκωθῆ καὶ νὰ πάει στὸ κελλί του νὰ ξαπλώσει. Ἀναφέροντας ἀργότερα τὸ περιστατικὸ αὐτό, σχολίασε: «Ἕνας φυσικὸς ἀνθρώπινος λογισμὸς μοῦ ἦρθε, καὶ εἶδες τί ἔπαθα. Σκέψου νὰ ἔφερνα ὑπερήφανο λογισμό!»
Θεία Λειτουργία δὲν ἐτελεῖτο συχνὰ στὸ ἐκκλησάκι τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Κάποιοι ἱερεῖς ὅμως ποὺ λειτούργησαν τότε, ἀλλοιώθηκαν πνευματικὰ ἀπὸ τὴν εὐλάβεια καὶ τὴν καρδιακὴ ψαλμωδία τοῦ Ὁσίου Παϊσίου. Ἔψαλλε γλυκὰ καὶ ἀνεπιτήδευτα, δοσμένος ὅλος στὴν προσευχή, σὰν νὰ βρισκόταν στὸν Οὐρανό, καὶ νὰ ὑμνοῦσε σὰν Ἄγγελος τὸν Θεό. Κάποια φορά, τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ ἰερέας βγῆκε στὴν Ὡραία Πύλη, γιὰ νὰ ἐκφωνήσει τὸ «Πάντοτε νῦν καὶ ἀεί...», εἶδε τὸν Πατέρα Παΐσιο νὰ μὴν πατάει στὸ ἔδαφος! Γεμάτος δέος, προσπάθησε νὰ τὸν δῆ καλύτερα, ἀλλὰ ἀμέσως ἀναγκάσθηκε νὰ κατεβάσει τὰ μάτια του, διότι δὲν μποροῦσε νὰ ἀντικρύσει τὸ πρόσωπό του· ὁ Ὅσιος ἦταν ὅλος φῶς. Ὅταν ὁ ἱερέας βγῆκε ἀπὸ τὸ ἐκκλησάκι, ὁ Ὅσιος εἶχε ἕτοιμο τὸ κέρασμα: τσάϊ, παξιμάδι καὶ ἐλιές. Λίγο πρὶν τὸν ξεπροβοδίσει, τοῦ εἶπε μὲ τρόπο ποὺ δὲν σήκωνε συζήτηση: «Δὲν χρειάζεται νὰ τὸ πῆς πουθενά».


Αποσπάσματα (που αναφέρονται στη ζωή του Οσίου Παϊσίου στο Άγιο Όρος) από το βιβλίο:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου