Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016

7921 - Η πύλη του Άθω (Αντώνιος - Αιμίλιος Ταχιάος)

Η πύλη του Άθω
Για κάθε άνθρωπο που συνήψε μία πρώτη γνωριμία με το Άγιο Όρος Άθω ισχύουν διαφορετικές συνθήκες για τον τρόπο με τον όποιο έγινε αυτή ή γνωριμία. Για μένα ό τρόπος αυτός ήταν διαφορετικός από εκείνον πού είχα αρχικώς προγραμματίσει. Ήταν ένα πολύ ζεστό καλοκαίρι εκείνο τού 1951. 
Μόλις είχα τελειώσει το δεύτερο έτος της Θεολογικής Σχολής και βρέθηκα στην Αθήνα ως μέλος μιας αντιπροσωπείας φοιτητών πού κλήθηκαν να λάβουν μέρος στον μεγάλο εορτασμό και το προσκύνημα πού είχαν οργανωθεί για την επέτειο των 1900 χρόνων από την άφιξη του αποστόλου Παύλου στην Ελλάδα.

Τότε έτυχε να γνωριστώ στην Αθήνα με τον σεβάσμιο γηραιό αρχιμανδρίτη π. Διονύσιο Μαυρία, διευθυντή της Ακαδημίας του Αγίου Βασιλείου στη Βοστώνη, και τον Βενεδικτίνο μοναχό π. Γρηγόριο ΒAINBRIDGE, τον φημισμένο Αυστραλό λειτουργιολόγο από το ΜONC CHEVETOGNE του Βελγίου. Αποφασίσαμε λοιπόν να πάμε οι τρεις μαζί και να επισκεφτούμε το 'Άγιον Όρος, στο όποιο δεν είχα πάει μέχρι τότε. Όταν ήρθαμε στη Θεσσαλονίκη προστέθηκε στη συντροφιά και ό φίλος μου Γιάννης Μάντακας, ό κατοπινός καθηγητής της μουσικής και διευθυντής της χορωδίας του Άριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ξεκινήσαμε λοιπόν οι τέσσερις με το λεωφορείο  γιατί τότε ιδιωτικά αυτοκίνητα είχαν ελάχιστοι, μόνο πολύ πλούσιοι άνθρωποι. Το ταξίδι μέχρι την Ιερισσό διαρκούσε τεσσεράμισι ως πέντε ώρες και ήταν αρκετά κουραστικό, γιατί μετά την Αρναία και πριν από το Στρατώνι ό δρόμος έπαιρνε στροφή στα δεξιά, και όχι μόνο δεν ήταν ασφαλτοστρωμένος αλλά δεν είχε καν τά χαρακτηριστικά δρόμου ήταν ένα πέρασμα μέσα από ρέματα, πέτρες, λάσπες και ξεπλύματα από τά μέταλλα των πλησιόχωρων ορυχείων.
Αυτή ή δύσκολη διαδρομή, με τις ατέλειωτες στάσεις πού έκανε το λεωφορείο σε χωριά πού περνούσαμε, όπως και στάσεις σε διασταυρώσεις δρόμων πού οδηγούσαν σε χωριά αθέατα, κρυμμένα στα ενδότερα του όρους Χολομώντα, έκαναν την αναμονή της άφιξης ακόμη πιο λαχταριστή. Το Άγιον Όρος φαινόταν πολύ απόμακρο, κάτι πού έπρεπε να κοπιάσεις για να το κατακτήσεις, ένας θησαυρός αληθινός πού έχει αξία και για τον λόγο ότι είναι έξω από την εμπειρία της κοσμικής καθημερινότητας. Αυτή ή απόσταση σου έδινε ακριβώς την αίσθηση ότι έφευγες έξω από αυτόν τον κόσμο πού ζούσες και μετέβαινες σε κάποιον άλλο, ιερό και ανέγγιχτο από τη φθορά και την τύρβη της κοσμικής καθημερινότητας.
Αργά το μεσημέρι φτάσαμε στην Ιερισσό, ένα συμπαθητικό, νεότευκτο τότε χωριό, ξανακτισμένο υστέρα από τον ισχυρό σεισμό πού το είχε καταστρέψει πριν δεκαεννέα χρόνια, το 1932. Το ταξίδι για εκείνη την ημέρα τελείωνε στην Ιερισσό. Στη στάση του λεωφορείου περίμενε ένας αδύνατος άνδρας, ό Στέργιος Πάππας, ιδιοκτήτης του μοναδικού τότε πανδοχείου του χωριού. Τον ακολουθήσαμε συνολικά έξι άτομα. Εμάς μάς βόλεψε σε δύο δωμάτια. Αναπαυτήκαμε λίγο, και το απόγευμα πήγαμε στην εκκλησία για τον Εσπερινό. Ό παπάς ήταν ένας νέος, συμπαθής άνθρωπος. 
Τον γνωρίσαμε και μάς ξενάγησε ως το άγιασμα του αποστόλου Παύλου. Το βράδυ μαζευτήκαμε στο πανδοχείο και δεν τέλειωναν οι ερωτήσεις μας προς τον ιδιοκτήτη του, τον Στέργιο. Θέλαμε να μάθουμε για το Άγιον Όρος όσο το δυνατό περισσότερα πώς είναι ή ζωή εκεί, πώς είναι οι μοναχοί, πώς τούς προσφωνούμε, τί να τούς ρωτούμε, τί να προσέξουμε ιδιαίτερα. Και ό Στέργιος μάς έδινε υπομονετικά εξηγήσεις. Πέσαμε να κοιμηθούμε αλλά δεν ερχόταν ό ύπνος. Σκεπτόμουν ότι θα έβλεπα τελικά το 'Άγιον Όρος, αυτό πού το είχα πλάσει μέσα στη φαντασία μου με δικά μου μέτρα. Ή νεανική μου αντίληψη μου έλεγε ότι θα έβλεπα τελικά τον αληθινό τόπο της Ορθοδοξίας.
Σαν ξημέρωσε επιβιβαστήκαμε σε ένα μικρό λεωφορείο, πού χωρούσε μόλις δέκα άτομα, περάσαμε από το χωριό Νέα Ρόδα, και κατεβήκαμε στην Τρυπητή, από όπου θα περνάμε το μοτόρι, το μικρό δηλαδή πλοιάριο πού θα μάς έφερνε στη Δάφνη, το επίνειο τού Άθω. Οι επιβάτες ήταν ελάχιστοι μά και πόσοι θα μπορούσαν να είναι στο μικρό αυτό σκάφος, πού ήταν ένας τύπος βάρκας δώδεκα περίπου μέτρων, με μία μικρή στενή καμπίνα; Ένας ένας οι ταξιδιώτες επιβιβαστήκαμε. Ό καπετάνιος ήταν ένας αγαθός Μικρασιάτης την καταγωγή θαλασσινός από την Άμμουλιανή, έχοντας μαζί του για μούτσο ένα νεαρό βοηθό. Έβαλαν εμπρός τη μηχανή, μια μονοκύλινδρη ελληνικής κατασκευής, πού με τις αργές στροφές της έκανε όλο το καΐκι να τραντάζεται αλλά και τά δόντια μας να χτυπάνε σαν να είχαμε ρίγος. Κάναμε τον σταυρό μας και σαλπάραμε. Πιάσαμε σκάλα στον Πύργο, όπως λεγόταν τότε ή Ούρανούπολη, ή οποία δεν είχε δρόμο για να συνδέεται με οποιοδήποτε άλλο μέρος με τον υπόλοιπο κόσμο. Ό μόνος τρόπος επικοινωνίας τού χωριού ήταν ή θάλασσα, ήταν δηλαδή σαν ένα νησί. Πρώτη γνωριμία με αγιορείτικου τύπου κτήριο ήταν ό επιβλητικός πύργος της Ούρανούπολης. Ζούσε τότε εκεί ή Άγγλίδα κυρία Λώκ , με μία Έλβετίδα φίλη της, την Ελισάβετ. Είχαν ένα εργαστήριο κιλιμιών και χαλιών, όπου τά κορίτσια τού χωριού μάθαιναν να υφαίνουν.
Στην Ούρανούπολη επιβιβάστηκε ό π. Ματθαίος ό επιλεγόμενος Κομπολογάς, σεβάσμιος Αγιορείτης μοναχός, ό όποιος είχε ένα ωραίο κατάστημα, στο ισόγειο του μεγαλοπρεπούς κελιού του, πού άνηκε στη Μονή Διονυσίου, και βρισκόταν ακριβώς στην πλατεία των Καρύων. Μικρασιάτης την καταγωγή, με μεγάλη γενειάδα, πρόσωπο σοβαρό και μάλλον αγέλαστο. 
Όλοι οι επιβάτες ήμασταν βολεμένοι στο κατάστρωμα, καθισμένοι επάνω στη χαμηλή καμπίνα, και συζητούσαμε όσο μάς άφηνε βέβαια ό δυνατός, ρυθμικός θόρυβος της μηχανής. Όσο το καΐκι προχωρούσε, άρχισαν σιγά σιγά να ξεπροβάλλουν διαδοχικά τά αγιορείτικα κτίσματα, οι άρσανάδες (επίνεια) των Μονών Κωνσταμονίτου και Ζωγράφου, και ύστερα τά μεγάλα μοναστήρια, τού Δοχειαρίου και τού Ξενοφώντος. Στούς άρσανάδες σχεδόν πάντα κάποιος μοναχός περίμενε την άφιξη τού καϊκιού, για να παραλάβει τις πραμάτειες πού ήταν για το μοναστήρι ή κάποια εφημερίδα. πού ήταν το μόνο μέσο ενημέρωσης των μοναχών για τά συμβαίνοντα στον «κόσμο». Οι περισσότεροι από αυτούς τούς μοναχούς ήταν γέροντες, με πρόσωπα χαραγμένα από τον χρόνο και την άσκηση. Τούς κοιτάζαμε με σεβασμό και περιέργεια. Ό π. Ματθαίος μάντεψε τις σκέψεις μας: «Δεν υπάρχουν νέοι πια, δεν γίνονται μοναχοί. ’Αν συνεχίσει έτσι αυτή ή κατάσταση, αν δεν μάς οικονομήσει ή Παναγία, θα σβήσει ίσως το Όρος». Λόγος σκληρός στα αυτιά μου. Να σβήσει το Όρος τώρα πού έρχομαι να το γνωρίσω εγώ; ’Αν είναι δυνατόν! «Θα οικονομήσει ή Παναγία», σκέφτηκα.
Ή ζέστη ήταν αφόρητη πια. Ό ουρανός άρχισε σιγά σιγά να σκεπάζεται από μαύρα σύννεφα. Το ελαφρό αεράκι είχε ατονήσει εντελώς και μια γαλήνη έπεσε στη θάλασσα, αυτή ή απότομη γαλήνη πού ήξερα από προσωπική θαλασσινή πείρα πώς είναι προ- άγγελος καταιγίδας. Και πραγματικά ή καταιγίδα δεν άργησε να φθάσει. Μόλις είχαμε αφήσει πίσω μας τη Μονή Ξενοφώντος και άρχισε να έρχεται με ταχύτητα, να «κρεμάει μπουρίνι», όπως λέγεται στη γλώσσα των ναυτικών. 
Άρχισε απότομα να φυσά ένας δυνατός νοτιοδυτικός άνεμος, ένας όστριογάρμπης, να πέφτει βροχή πού έκοβε την ορατότητα, και τά κύματα να ορθώνονται απειλητικά. «Κατεβείτε όλοι στην καμπίνα» πρόσταξε ό καπετάνιος, για να φέρει πιο χαμηλά το κέντρο τού βάρους στο σκάφος. Τον υπακούσαμε και στιβαχθήκαμε σαν τά πρόβατα στο μαντρί. Ό π. Ματθαίος ήταν εκεί από ώρα, κρατώντας το κομποσχοίνι του. Οι αναθυμιάσεις τού πετρελαίου επέτειναν τη ναυτία πού προκαλούσε ό κλυδωνισμός. Οι αστραπές και οι δυνατές βροντές προκαλούσαν το δέος. Κάναμε όλοι μας το σημείο τού σταυρού. Σκεφτόμασταν πότε να φτάναμε στη Δάφνη για να λιμανιάσουμε επιτέλους. Ύστερα από τρία τέταρτα περίπου, και ενώ ή καταιγίδα συνεχιζόταν, παραδόξως εμείς στην καμπίνα νιώσαμε ότι έπαψαν οι κλυδωνισμοί και το σκάφος έπλεε πια σε γαλήνια νερά. Χωρίς να το έχουμε αντιληφτεί, ό καπετάνιος είχε οδηγήσει το πλοιάριο μέσα στο μικρό λιμάνι της Μονής Παντελεήμονος, τού «Ρωσικού». 
Μόλις πλεύρισε το σκάφος στο μουράγιο, ό καπετάνιος έσκυψε στο άνοιγμα της καμπίνας και μάς είπε: «Όποιος θέλει μπορεί να κατεβεί έδώ. Ώσπου να κοπάσει ό καιρός δεν πρόκειται να φύγουμε, και έτσι θα αργήσουμε να πάμε στη Δάφνη». Εμείς οι τέσσερις κατεβήκαμε αμέσως. Πατήσαμε στο έδαφος. Ήμασταν κιόλας στο Άγιον Όρος. Σαν να βλέπαμε όνειρο. Έτσι το πρώτο αγιορείτικο μοναστήρι πού γνώρισα ήταν το Ρωσικό. Καθώς βγήκαμε από το πλοιάριο ξεπρόβαλε ξαφνικά μπροστά μας το επιβλητικό κτιριακό συγκρότημα της ρωσικής μονής, το όποιο διέφερε σημαντικά στην αρχιτεκτονική από εκείνη των ελληνικών μοναστηριών. Ανεβήκαμε αργά το ανηφορικό λιθόστρωτο και φθάσαμε στην μεγάλη πύλη, την πόρτα, όπως ονομάζεται στον Άθω.
Κάτω από τέτοιες λοιπόν συνθήκες πραγματοποιήθηκε ή πρώτη γνωριμία μου με το Άγιον ’Όρος, και αυτό άναψε μια άσβεστη Αγάπη για τον ιερό αυτό τόπο, Αγάπη πού διατηρείται μέχρι τούτη δα την ώρα. Από τότε επισκέφτηκα τον ’Άθω αμέτρητες φορές, και κάθε φορά ήταν σαν να τον πρωτογνώριζα. Τότε βλέπαμε τον ’Άθω σαν ένα μέρος πολύ απόμακρο, χαμένο πέρα από τον κόσμο, αυτόν τον κόσμο πού μέσα του ζούσαμε εμείς. Ήταν τόσο απόμακρος ό Άθως όσο και το πνευματικό ύψος πού πρέπει να φτάσεις για να αγγίξεις τον θησαυρό πού κρύβει. Ήταν ένα μακρινό όνειρο, πού με κόπο έπρεπε να το κάνεις πραγματικότητα. Έπρεπε να κουραστείς, να ιδρώσεις, να πεινάσεις, για να γευτείς τελικά μια πνευματική αγαλλίαση πού απάλυνε την ψυχή σου και σε ανέβαζε σε υψηλούς νοερούς τόπους. Κατά τον ίδιο τρόπο δύσκολη και άπιαστη είναι και ή αρετή, ή άσκηση. ή ταπείνωση, ή υπομονή, δηλαδή οι θύρες αυτές πού πρέπει να ανοίξεις για να κατανοήσεις το Άγιον Όρος και να αφήσεις έξω τον κοσμικό άνθρωπο.
Εκεί, στην πύλη πού έπρεπε να περάσουμε για να μπούμε στη μονή, καθόταν ένας γηραιός μοναχός, ό πορτάρης, ό όποιος μάς χαιρέτησε ευγενικά και ρώτησε ποιοι είμαστε. Τού απαντήσαμε και αμέσως μάς οδήγησε στον επάνω ξενώνα, ό όποιος ήταν δίπλα στον ναό της Αγίας Σκέπης∙ ήταν αυτός ό ξενώνας πού κάηκε στην πυρκαγιά τού 1959. Ανεβήκαμε πέντε πατώματα. Προϊστάμενος τού ξενώνα ήταν ό π. Αντώνιος ένας γηραιός λευκογένης μοναχός, ό όποιος μάς κατένειμε σε δωμάτια. Τά εσωτερικά τού ξενώνα έμοιαζαν με αυτά ρωσικής έπαυλης των μέσων τού 19ου αιώνα. Τά δωμάτια είχαν μια αυτοκρατορική αρχοντιά, τόσο στη διακόσμηση όσο και στην επίπλωσή τους, πού ήταν τού 19ου αιώνα. Ό Βενεδικτίνος π. Γρηγόριος μιλούσε ωραία Ρωσικά και αυτό προκάλεσε την ιδιαίτερη προσοχή των Ρώσων πατέρων. Περάσαμε στην τραπεζαρία, όπου σε λίγο μάς παρέθεσαν γεύμα. Ενώ γευματίζαμε, παρουσία τού π. Αντωνίου, άρχισαν να ακούγονται κάτι πολύ βαριά και αργά βήματα στον διάδρομο, πού όση ώρα ακούγονταν μεγάλωνε ή απορία μας για το τί θα αντικρίζαμε. 
Σε λίγο εμφανίστηκε ή μορφή ενός μοναχού, με σκληρό, πονεμένο πρόσωπο, πού με δυσκολία περπατούσε, ακουμπώντας επάνω σε μπαστούνι. Αντί για παπούτσια είχε στα πόδια του δύο χοντρούς δερμάτινους κυλίνδρους, και όσο μπορούσε να διακρίνει κανείς κάτω από το ράσο του, ό μοναχός δεν είχε πέλματα.
Μπήκε μέσα περπατώντας με δυσκολία, και κοντανασαίνοντας μάς ρώτησε σε ποιά γλώσσα θέλουμε να μάς μιλήσει. Γαλλικά, Αγγλικά. Γερμανικά, Ελληνικά ή Ρωσικά. Όταν τού απαντήσαμε άρχισε να μάς μιλάει. Είχε ένα βλέμμα ζωντανό, διεισδυτικό. Μέσα από τά πυκνά του γένια ξεπρόβαλαν σαρκώδη χείλη. Ήταν ό π. Ύπάτιος. Πέρασε πολλή ώρα ώσπου να ανακαλύψουμε ότι επρόκειτο για τον κατά κόσμο κόμη Δημήτριο Φρέντεριξ ανιψιό τού κόμη Β. Β. Φρέντεριξ, υπουργού τού αύτοκρατορικού οίκου επί τσάρου Νικολάου Β'. Ό π. Ύπάτιος ήταν ένας πολύ μορφωμένος άνθρωπος, ό όποιος μάς κατατόπισε σε πολλές λεπτομέρειες για τον τόπο με τον όποιο πραγματοποιούσαμε τη γνωριμία.
Στη συνέχεια εμφανίστηκε ό π. Ήλιανός. Αυτός ήταν ένας πολύ ήρεμος και αγαθός άνθρωπος, ό όποιος στα μετέπειτα χρόνια έγινε ηγούμενος της μονής. Καταγόταν από την Πετρούπολη, από ευσεβή οικογένεια, αφού και ή μητέρα του είχε γίνει και αυτή μοναχή. Τον διέκρινε μια βαθύτατη ευσέβεια, μια εμφανής οσιότητα. Στεκόσουν δίπλα του και ένιωθες να σε επηρεάζει ή γαλήνη και ή ταπείνωση αυτού τού άνθρωπου. Μάς μίλησε με πόνο για τη λειψανδρία, πού γνώριζε ή μονή, ή όποια κάποια εποχή είχε φθάσει να αριθμεί δύο χιλιάδες μοναχούς, ενώ τώρα είχαν απομείνει μόνο εκατόν σαράντα, οι περισσότεροι ανήμποροι γέροντες. ’Ήταν λεπτός και ασκητικός, αισθανόσουν να αποπνέει την καλοσύνη και να σε τυλίγει ή γαλήνη πού αυτός είχε μέσα στην ψυχή του.
 Είχε μια βαθιά Αγάπη για το μοναστήρι και νοιαζόταν για το μέλλον του, εναποθέτοντας ευλαβικά τις ελπίδες του στην Παναγία και στον άγιο Παντελεήμονα, τον προστάτη της μονής.
Την επομένη ημέρα μάς παρουσίασαν στον ηγούμενο, τον αρχιμανδρίτη π. Ιουστίνο. Ήταν ένας ήσυχος, ταπεινός, σιωπηλός και μάλλον ολιγογράμματος μοναχός. Μετά βίας θα αναγνώριζες στο πρόσωπό του έναν ηγούμενο. Στη βιβλιοθήκη μάς ξενάγησε ό βιβλιοθηκάριος π. Βησσαρίων. Αυτός ήταν μια σεβάσμια μορφή με κατάλευκα γένια, ένας πραγματικά μορφωμένος μοναχός. Μάς έδειξε τά χειρόγραφα και την τεράστια συλλογή των πολλών χιλιάδων εντύπων βιβλίων. Ήταν εμφανές ότι ή βιβλιοθήκη κάποτε λειτουργούσε κανονικά, αλλά και ότι είχε εγκαταλειφτεί από χρόνια. 
Ό π. Βησσαρίων με παράπονο μάς είπε ότι δεν υπήρχαν πια μορφωμένοι μοναχοί πού να ενδιαφέρονται για τά βιβλία. Γνωρίσαμε και τον π. Βαρσανούφιο, ένα πρόσχαρο, κοντό γεροντάκι, πού μάς πήγε στον ναό της Αγίας Σκέπης και μάς τοποθέτησε στα στασίδια. Ήταν μία αγία ψυχή, γεμάτη αγάπη και πνευματική χαρά. Ό νεότερος μοναχός στη μονή ήταν ό διάκονος π. Δαβίδ, ό όποιος ήταν τότε σαράντα επτά ετών. Ό π. Δαβίδ ξεχώριζε ανάμεσα ατούς Ρώσους μοναχούς για την άριστη γνώση του της ελληνικής -γλώσσας.
 Πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο είχε φοιτήσει στην Άθωνιάδα Σχολή, ή οποία λειτουργούσε στις Καρυές, την πρωτεύουσα της αθωνικής χερσονήσου. Ήταν ό γραμματέας της μονής και ασχολείτο με τις εξωτερικές υποθέσεις της. Όλοι τον εκτιμούσαν και τον αγαπούσαν στο Άγιον Όρος για τον ήπιο και συγκαταβατικό χαρακτήρα του. Ήταν Καρπαθορώσος και καταγόταν από την πόλη Οΰζγκοροντ της δυτικής Ουκρανίας. Μιλούσε άπταιστα και τά Ουγγρικά. Τον χαρακτήριζαν ή διάκριση και ή σύνεση, γεγονός πού ωφέλησε πολύ τις σχέσεις της μονής Ρωσικού με την Ιερά Κοινότητα και τις ελληνικές αρχές. Άλλος Καρπαθορώσος, σχετικά νέος, ήταν ό παπα-Σεραφείμ. Άνθρωπος πρόσχαρος και γελαστός, πάντοτε πρόθυμος στη φιλοξενία και την ελεημοσύνη.
Ή Μονή τού Αγίου Παντελεήμονος στα χρόνια πριν από την Επανάσταση τού 1917 διατηρούσε τυπογραφείο και εκδοτικό οίκο. Οι εκδόσεις της Μονής κυκλοφορούσαν σε χιλιάδες αντίτυπα. 
Κάποτε, ύστερα από πολλά χρόνια, ό π. Ήλιανός, όταν είχε γίνει πια ηγούμενος, με οδήγησε στην αποθήκη των βιβλίων πού είχε εκδώσει ή Μονή, και έμεινα έκπληκτος από τον αριθμό των αντιτύπων πού υπήρχαν εκεί. Μού είπε άπλα και ευγενικά: «Γνωρίζετε Ρωσικά, μπορείτε να διαβάσετε αυτά τά βιβλία, πάρτε λοιπόν ότι σάς ενδιαφέρει». Πήρα πράγματι αρκετά βιβλία. Σχεδόν όλα, εκτός από κάποια δευτερεύουσας σημασίας φυλλάδια, είχαν τυπωθεί για λογαριασμό της Μονής στη Μόσχα. ’Ήταν λαμπρές εκδόσεις, πού αφορούσαν στην ορθόδοξη πνευματική ζωή. στην ιστορία τού Αγίου ’Όρους, στην ίδια τη Μονή, καθώς και σε άλλα αξιόλογα θρησκευτικά θέματα, και αποτελούσαν μία πολύ αξιόλογη συλλογή. Ανάμεσα σ’ αυτές τις εκδόσεις περιλαμβανόταν μία πεντάτομη της Φιλοκαλίας σε ρωσική μετάφραση.
Ύστερα από δύο μέρες αφήσαμε τη Μονή του Αγίου Παντελεήμονος με συναισθήματα χαράς αλλά και λύπης, γιατί βλέπαμε την παρακμή ενός μοναχισμού, ό όποιος μπορεί να μην υπήρξε στην ακμή του φυσιολογικός σε όγκο, μπορεί να συνδέθηκε με κάποιες πολιτικές σκοπιμότητες, ωστόσο όμως ανέδειξε πολλούς όσιους μοναχούς, όπως ό π. Σιλουανός και ό π. Σωφρόνιος και πολλούς άλλους ανώνυμους, διάδοχοι των όποιων ήταν αυτά τά ήσυχα και ταπεινά γεροντάκια, πού κρατούσαν άσβεστα τά καντήλια της Μονής και αδιάκοπη τη γεμάτη ελπίδα προσευχή.
Στον δρόμο μας για τις Καρυές μάς συνόδεψε ένας ιερομόναχος, π. Σεραφείμ και αυτός, ό όποιος ήταν άλλοτε μοναχός της Σκήτης τού Προφήτου Ηλίου, και την εποχή πού τον συναντήσαμε ήταν εφημέριος τού ρωσικού ναού της Θεσσαλονίκης. Μολονότι ζούσε στην πόλη, ό π. Σεραφείμ διατηρούσε τον καλογερικό σκούφο και παρέμενε ένας γνήσιος Αγιορείτης. 
Όταν φθάσαμε στην αγιορείτικη πρωτεύουσα, όπως οφείλαμε, κατευθυνθήκαμε στην Ιερά Κοινότητα. Είχαμε λάβει ήδη συστάσεις για τον εκπρόσωπο της Μονής Διονυσίου, τον π. Γρηγόριο, ό όποιος φρόντισε για τά διαμονητήριά μας και μάς πήρε για να μάς φιλοξενήσει στο κονάκι, την κατοικία δηλαδή τού αντιπροσώπου της Μονής. Στο γραφικό κονάκι προσκυνήσαμε τον κατανυκτικό ναό τού άγιου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου. 
Έδώ ακούσαμε από τον π. Γρηγόριο για ένα θαύμα τού άγιου. Κάποια χρονιά, την ημέρα της εορτής τού άγιου Στεφάνου, επειδή δεν είχαν διάκονο για τη Λειτουργία, ό π. Γρηγόριος παρακάλεσε τον αντιπρόσωπο της ρωσικής μονής στις Καρυές, τον π. Νικόστρατο, ό όποιος ήταν ένας ηλικιωμένος, σεμνός διάκονος, να έρθει και να ιερουργήσει με τον ιερέα.
Πραγματικά τά χαράματα ό αγαθός π. Νικόστρατος ήρθε στην ώρα του, αλλά μόλις μπήκε στον ναΐσκο, όπου ήταν συναγμένοι οι πατέρες και διάβαζαν τις Ώρες, σταμάτησε, κοίταξε προς το ιερό και τούς είπε:
 Γιατί με καλέσατε εμένα, αφού έχετε διάκονο, ό όποιος έχει μάλιστα φορέσει κιόλας το στιχάρι;». Τον κοίταξαν όλοι παραξενεμένοι και τον ρώτησαν: «Που βλέπεις, π. Νικόστρατε, τον διάκονο;». Ό π. Νικόστρατος έμεινε για λίγο άφωνος και υστέρα, με δάκρυα στα μάτια, τούς είπε: «Αυτός ήταν, τον είδα ολοζώντανο, φωτεινό με τη στολή και το θυμιατήρι στο χέρι», και έδειξε την εικόνα τού πρωτομάρτυρος διακόνου Στεφάνου πού υπήρχε στο τέμπλο. Οι πατέρες θαύμασαν γι’ αυτό πού συνέβη, δόξασαν τον Κύριο, και με μεγάλη κατάνυξη άρχισαν τη θεία Λειτουργία. 
Αυτή ήταν ή πρώτη γνωριμία μου με τον Άθω και με τούς μοναχούς πού ζούσαν εκεί. Ξαναγύρισα στα μοναστήρια του αμέτρητες φορές, έζησα μέσα σ’ αυτά για μακρά χρονικά διαστήματα και εργάστηκα επιστημονικώς στις βιβλιοθήκες και στα χειρόγραφα, και αξιώθηκα να γνωρίσω πάρα πολλούς πατέρες, πού τούς διέκρινε ή αυστηρή σωματική και πνευματική άσκηση και ή οσιότητα τού βίου.
Από το μοναστήρι αυτό ουσιαστικώς άρχισε ή γνωριμία μου με τον ρωσικό κόσμο, και αυτό υπήρξε το κίνητρο για να μάθω τη ρωσική γλώσσα και να ασχοληθώ με την ιστορία της Ρωσίας. Το μοναστήρι αυτό, παρά την πλήρη παρακμή στην οποία πέρασε πολύ γρήγορα μετά την πρώτη μου σ’ αυτό επίσκεψη, εντούτοις δυνάμει αποτελούσε ένα απόθεμα ρωσικής θρησκευτικότητας, πνευματικής ζωής και πολιτισμού. Βεβαίως το συναίσθημα πού καταλάμβανε τον επισκέπτη ήταν καταθλιπτικό- ή ερήμωση ήταν εμφανής και το φάσμα τού θανάτου πλανιόταν πάνω από εκείνη την άλλοτε ακμάζουσα μοναστική πολιτεία.









Αντιγραφή από http://apantaortodoxias.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου