Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

1465 - Δανιήλ Κατουνακιώτης (3)



Προηγούμενα  (1), (2)

Στο Βατοπαίδι
Επιστρέφοντας στο Άγιον Όρος αφού πρώτα παρέλαβε τις αποσκευές του από τη Μονή του Αγίου Παντελεήμονος, σκέφθηκε να κατευθυνθεί στην αρχαία μονή του Βατοπεδίου. Δεν πρόλαβε καλά-καλά να φθάσει και έπαθε οξεία προσβολή της νεφρίτιδος. Ο «σκόλοψ τῇ σαρκί» τον εκέντησε αυτή τη φορά πολύ οδυνηρά και τον καθήλωσε για εβδομάδες στο κρεβάτι.
Οι Προϊστάμενοι της μονής τον ενοσήλευσαν με περισσή αγάπη. Περισσότερη στοργή όμως του έδειξε ο μεγάλος γιατρός του Όρους, η Θεοτόκος.
Στο Βατοπέδι τιμάται ιδιαίτερα η Παναγία. Το Καθολικό του είναι επ’ ονόματι του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, οι δε θαυματουργές εικόνες της (Βηματάρισσα, Εσφαγμένη, Ελεοβρώτις, Αντιφωνήτρια, Παραμυθία…) φορτωμένες με θαυμαστές ευλαβικές διηγήσεις. Εκεί φυλάσσεται και η θαυματουργός Αγία Ζώνη της Θεοτόκου, που υπήρχε άλλοτε στην Κωνσταντινούπολη, «εν τῷ σεβασμίῳ Αυτής οίκῳ, τῷ όντι εν τοις Χαλκοπρατείοις», στις Βλαχέρνες.
Ο π. Δανιήλ έτρεφε ιδιαίτερη ευλάβεια στην Κυρία Θεοτόκο. Την ίδια ευλάβεια και την ίδια εμπιστοσύνη και την ίδια τιμή, που έχουν απέναντί της όλοι οι άγιοι. Την ικέτευσε, λοιπόν, να τον επισκεφθεί στην οδύνη του.
Την ικέτευσε με δάκρυα και θέρμη και ήταν βέβαιος για την απάντηση. Ήξερε τις υποσχέσεις της. Ήταν δυνατόν να μην τις εκπληρώσει; Και πράγματι. Την ημέρα που το μοναστήρι γιόρταζε την εορτή της Αγίας Ζώνης (31 Αυγούστου), ο ασθενής γιατρεύτηκε ξαφνικά και η θεραπεία του ήταν οριστική! Ποτέ πια δεν τον ενόχλησε η φοβερή αυτή αρρώστια, που τον ταλαιπώρησε δέκα ολόκληρα χρόνια. Πώς να ευχαριστήσει την Πανάμωμη Μητέρα των μοναχών, πώς να την υμνήσει;
«Μεταβολή των θλιβομένων, απαλλαγή των ασθενούντων υπάρχουσα Θεοτόκε Παρθένε, σώζε πόλιν και λαόν, των πολεμουμένων η ειρήνη, των χειμαζομένων η γαλήνη, η μόνη προστασία των πιστών».
Τέτοιοι ύμνοι δοξολογίας και δεήσεως θα γέμιζαν την ψυχή του, θα ξεχείλιζαν από το στόμα του.
Μετά τη θεραπεία του σχεδίαζε να φύγει από το Βατοπέδι. Ήταν ιδιόρρυθμο μοναστήρι και η παραμονή του σ’ ένα τέτοιο κλίμα τον εκούραζε πολύ. Όχι. Ο γερο-Δανιήλ δεν αγαπούσε τις ιδιορρυθμίες , που είναι ξένες και άγνωστες στην αληθινή μοναχική ζωή. Μέσα στο πνεύμα του σωστού μοναχισμού είναι το Κοινόβιο, στο οποίο, όπως λέει ο Μ. Βασίλειος, «δεν υπάρχει το δικό μου και το δικό σου, το θέλημά μου και το θέλημά σου».
Ήθελε, λοιπόν, να φύγει, μα οι πατέρες στο Βατοπέδι τον λάτρευαν. Που να ξαναβρούν τέτοιον άνθρωπο, τέτοιον καλλιεργημένο μοναχό; Δεν τον άφηναν με κανένα τρόπο.
Αναγκάστηκε τότε να πάει στον ονομαστό Πνευματικό παπα-Νήφωνα, που ασκήτευε στη Βατοπεδινή Σκήτη και να ζητήσει τη συμβουλή του. Κι έτσι έμεινε στο μοναστήρι για την υπακοή, όσο κι αν αυτό του φαινόταν σκληρό, όσο κι αν επιθυμούσε άλλη τακτοποίηση… Η παραμονή του εκεί ήταν μία πράξις θυσίας και δεν μπορούσε παρά να την ευλογήσει ο Κύριος.
Οι Επίτροποι της μονής του ανέθεσαν το αρχονταρίκι. Πολύ συνετά, γιατί οι επισκέπτες θα είχαν πολλά να ωφεληθούν από έναν τέτοιο αρχοντάρη. Το πολυσύχναστο αρχονταρίκι του Βατοπεδίου γνώρισε τότε ιστορικές ημέρες.
Εκτός από την καθαριότητα και την τάξη, η ανάγνωσις στην Τράπεζα, η κοινή προσευχή, οι πνευματικές συζητήσεις έδωσαν άλλο τόνο. Σιγά-σιγά ο ξενώνας του ιδιόρυθμου μοναστηριού πήρε χρώμα Κοινοβίου. Και ο γερο-Δανιήλ, με τη γλυκειά και συγχρόνως σοβαρή μορφή του, εκπροσωπούσε άριστα τον αγιορείτικο μοναχισμό στα μάτια των ξένων. Πολλοί προσκυνητές τον θεωρούσαν μάλιστα ηγούμενο!
Τον τελευταίο καιρό της παραμονής στο Βατοπέδι ταξίδεψε μέχρι την πατρίδα του τη Σμύρνη για κάποια ειδική αποστολή της μονής. Χρειάσθηκε να μείνει εκεί εννέα μήνες. Οι συμπατριώτες του καμάρωναν γιατί έβγαλαν ένα τέτοιο πνευματικό ανάστημα. Και πόσες ψυχές δε βρήκαν κοντά του κατανόηση, φως, προσανατολισμό…
Ο Μητροπολίτης Μελέτιος είχε βέβαια ακούσει από μακρυά πολλά για το γερο-Δανιήλ. Τώρα όμως που η προσωπική γνωριμία του βεβαίωσε «του λόγου το ασφαλές», ήταν ενθουσιασμένος και του πρότεινε να κρατήσει κοντά του, να τον κάνει βοηθό Επίσκοπο. Εκείνος ευχαρίστησε, αλλά δε δέχτηκε την πρόταση.
-Δεν θεωρώ τον εαυτό μου άξιο για Ιερωσύνη, Σεβασμιώτατε, του είπε. Ούτε πάλι μπορώ να αποχωρησθώ το περιβόλι της Παναγίας. Έχω δώσει υποσχέσεις…
Αλλά κι αν δεχόταν να μείνει στον κόσμο τι θα κέρδιζε αλήθεια; Φήμη, τιμές, αξιώματα; Είναι τόσο ψεύτικα όλ’ αυτά, τόσο φευγαλέα και τόσο επικίνδυνα όταν δεν υπάρχει το υπόβαθρο του θείου θελήματος.
Αλλ’ αν γινόταν Επίσκοπος, δε θα εργαζόταν για το Χριστό; Ασφαλώς. Δεν είχε όμως τέτοια πληροφορία, δεν είχε φανερή επέμβαση του Θεού για να τον πείσει ότι πρέπει να επωμισθεί τέτοιο αξίωμα.
Το θέλημα του Κυρίου πίστευε ότι ήταν να ζήσει στην αφάνεια και την ταπείνωση ενός απλού καλόγερου. «»Εκαστος εφ’ ω ετάχθη». «την αγαθήν μερίδα εξελέξατο» και απέφευγε τις πολλές μέριμνες, που όταν απορροφήσουν τον εργάτη, τον κάνουν να αμελήσει την ψυχή του – πράγμα θλιβερό και για τον εαυτό του και για τους άλλους.
Ο γερο-Δανιήλ διψούσε, διψούσε φλογερά για ένα μόνο μεγαλείο. Γι’ αυτό προτίμησε το σκαμνάκι του στα Κατουνάκια και όχι θρόνους, την τελευταία θέση του μοναχού και όχι πρωτοκαθεδρίες. Διψούσε για το μεγαλείο, που το προσδιόρισε έτσι ο Κύριος: «Όστις θέλει εν υμίν μείζων είναι έστω πάντων διάκονος».
Μετά από πολλά χρόνια, δεδομένης αφορμής, έγραφε ο γερο-Δανιήλ σ’ ένα έμπιστο πνευματικό του τέκνο: «…Δια να σέβωμαι τους πάντας και να εκκόπτω το οικείον θέλημα και φρόνημα, ουδέποτε με άφηκεν η Κυρία Θεοτόκος να αγαπήσω τας του κόσμου διατριβάς, και να αγαπώ τας μάταιας δόξας και φαντασίας, καίτοι μοι παρουσιάσθησαν αφορμαί Ιερωσύνης και Ηγουμενικαί προτιμήσεις, και δι’ αυτό εμάκρυνα φυγαδεύων και ηυλίσθην εν τη ερήμω, όπου ήδη το 45ο έτος έχω, μη θέλων να ιδώ τας του κόσμου διατριβάς» (22-9-1926, Προς Νικόλαον Ρέγκον).

Το σαρανταλείτουργο
Αναφέραμε προηγουμένως ότι για κάποια υπόθεση της Μονής του Βατοπεδίου ο γερο-Δανιήλ υποχρεώθηκε να ταξιδεύσει στην πατρίδα του, όπου και παρέμεινε εννέα μήνες.
«Άμα τῇ εκείσε αφίξει μου – σημειώνει στα κατάλοιπά του – καθήκον απαράβατον εθεώρησα όπως εν πρώτοις επισκεφθώ τον υιόν του αείμνηστου εκείνου ανδρός Δημητρίου Γεώργιον». (Ο Δημήτριος ήταν απλούς Χριστιανός, αλλά η μεγάλη του αρετή και ευσέβεια του είχαν χορηγήσει την «άνωθεν» σοφία, ώστε να γίνει ξακουστός για τις επιτυχημένες συμβουλές και νουθεσίες του. Είχε στηρίξει με τη σοφία του και τη διδασκαλία του πολλές ψυχές και το γερο-Δανιήλ στη νεανική του ηλικία). «Και όπως ερωτήσω αυτόν επισταμένως περί της τελευτής του πατρός του (Δημητρίου), περί ου από πολλού είχον μάθει την τούτου αποβίωσιν».
Ο Γεώργιος ανταποκρίθηκε στην επιθυμία του Κατουνακιώτη μοναχού, και με κάθε λεπτομέρεια του διηγήθηκε το τέλος του εναρέτου πατέρα του, ενώ σε πολλά σημεία η διήγησις συνοδευόταν από δάκρυα. Ένα γεγονός μάλιστα υπήρξε τόσο αξιοσημείωτο, ώστε θα πρέπει να το καταγράψουμε:
Ο θεοφώτιστος Δημήτριος φθάνοντας στο ηλιοβασίλεμα της επιγείου ζωής του προεγνώρισε με τη χάρη του Θεού την ημέρα του θανάτου του. Αυτήν την ημέρα εζήτησε κοντά του κάποιον ευλαβή, άκακο και εξαγιασμένο Ιερέα, τον παπα-Δημήτριο.
-Εγώ, Πνευματικέ μου, του λέγει, σήμερα πεθαίνω. Πες μου, σε παρακαλώ τι πρέπει να κάνω την κρίσιμη αυτή ώρα.
Ο Ιερεύς εγνώριζε την ενάρετη ζωή του. Ήξερε ότι εξομολογήθηκε, έκανε Ευχέλαιο και κοινώνησε αρκετές φορές. Βλέποντας όμως την επιθυμία του, σκέφθηκε να του προτείνει το εξής:
- Aν σου είναι εύκολο, άφησε εντολή να σου κάνουν μετά το θάνατό σου τακτικό σαρανταλείτουργο σε εκκλησία μακριά από την πόλη.
- Παιδί μου σου ζητώ μία χάρη. Θέλω μετά το θάνατό μου να μου κάνεις ένα σαρανταλείτουργο σε εκκλησία μακριά από την πόλη.
- Εσύ πατέρα να μου δώσεις την ευχή σου, κι εγώ σου υπόσχομαι πως θα εκπληρώσω αυτή την επιθυμία σου, ήταν η απάντησις.
Έπειτα από δύο ώρες ο άνθρωπος του Θεού παρέδωσε το πνεύμα. Ο καλός γυιός του χωρίς καθυστέρηση εζήτησε τον παπα-Δημήτριο, χωρίς να γνωρίζει ότι ήταν ιδική του η πρότασις για το σαρανταλείτουργο.
- Πάτερ μου, επειδή ο πατέρας μου μού άφησε εντολή για ένα σαρανταλείτουργο έξω από την πόλη, και επειδή εσύ ησυχάζεις στο εξωκκλήσι των Αγίων Αποστόλων, σε παρακαλώ να λάβεις τον κόπο να το τελέσεις, κι εγώ θα φροντίσω για τον κόπο σου και για τα έξοδα του Ναού.
Δακρυσμένος ο ιερεύς αποκρίθηκε:
- Αυτήν την γνώμη, αγαπητέ μου Γεώργιε, εγώ την έδωσα στον πατέρα σου, και όσο ζω πάντα θα τον μνημονεύω. Τακτικό όμως σαρανταλείτουργο δεν μπορώ να κάνω, διότι αυτή την περίοδο είναι ολίγο ασθενής η πρεσβυτέρα. Πρέπει να φροντίσεις για άλλον Ιερέα.
Ο Γεώργιος όμως γνωρίζοντας την πολλή ευλάβεια του παπα-Δημητρίου και την αφοσίωση που είχε στον πατέρα του επέμενε, μέχρις ότου τον έπεισε. Ο Ιερεύς επιστρέφει στο σπίτι του και λέγει προς την πρεσβυτέρα και τις θυγατέρες του:
- Πρέπει να κάνω τακτικό σαρανταλείτουργο για την ψυχή του καλού Χριστιανού Δημητρίου. Γι’ αυτό επί σαράντα ημέρες να μη με περιμένετε. Θα εφησυχάζω διαρκώς στους Αγίους Αποστόλους.
Άρχισε με προθυμία την τέλεση των Λειτουργιών. Οι τριανταεννέα Λειτουργίες έγιναν απρόσκοπτα. Η τελευταία Λειτουργία συνέπιπτε Κυριακή. Το βράδυ όμως του Σαββάτου τον πιάνει ένας φοβερός πονόδοντος που τον ανάγκασε να επιστρέψει σπίτι του. Βογκούσε από τον πόνο. Η πρεσβυτέρα του πρότεινε να φωνάξουν κάποιον να του βγάλει το δόντι που δημιουργούσε τον πόνο.
- Όχι, αποκρίθηκε εκείνος. Αύριο πρέπει να κάνω την τελευταία Λειτουργία.
Τα μεσάνυχτα όμως οι πόνοι κορυφώθηκαν και αναγκάσθηκαν να ειδοποιήσουν κάποιον ειδικό για να βγάλει το σάπιο δόντι. Έτσι κι έγινε. Αλλά επειδή παρουσιάσθηκε αιμορραγία απεφάσισε την τελευταία Λειτουργία να την κάνει τη Δευτέρα.
Ο Γεώργιος, το απόγευμα του Σαββάτου εφρόντιζε να ετοιμάσει μερικά χρήματα για τον κόπο του Ιερέως, τα οποία θα του έδινε την άλλη ημέρα. Τα μεσάνυχτα όμως του Σαββάτου, καθώς ξημέρωνε Κυριακή, σηκώθηκε για να προσευχηθεί. Η απόλυτη νυκτερινή ησυχία βοηθούσε στη κατάνυξη. Εν συνεχεία κουρασμένος ανεκάθισε στο κρεβάτι του και άρχισε να φέρνει στο νου του τις αρετές, τα χαρίσματα, τα σοφά λόγια του μακαρίτη πατέρα του. Του πέρασε από το μυαλό και η εξής σκέψη: «Άραγε ωφελούν τα σαρανταλείτουργα τις ψυχές των κεκοιμημένων ή τα εσύστησε η Εκκλησία για παρηγοριά των ζώντων»; Ακριβώς τη στιγμή αυτή τον πήρε ένας ελαφρύς ύπνος.
Ξαφνικά είδε ότι βρέθηκε σε μία ωραία πεδιάδα, με ασύγκριτη και απερίγραπτη ομορφιά. Τέτοια ωραιότητα δεν μπορούσε ν’ αντικρύσει κανείς επάνω στη γη. Αισθάνθηκε όμως ανάξιο τον εαυτό του να βρεθεί σε τέτοιο ιερό παραδεισένιο χώρο, και κυριεύθηκε από φόβο. Φοβόταν μήπως η αναξιότης του γίνει αιτία και τον διώξουν από εκεί και τον σπρώξουν προς τα βάθη του Άδου. Αλλά μερικές διαφορετικές σκέψεις τον ενίσχυσαν: «Αφού ο Πανάγαθος Θεός ευδόκησε να βρεθώ εδώ, θα με ελεήσει και θα με οδηγήσει σε μετάνοια, γιατί καταλαβαίνω πως είμαι ακόμη ζωντανός αφού έχω μαζί μου και το σώμα».
Μετά από αυτή την παρήγορη σκέψη είδε από μακριά καθαρότατο και διαυγέστατο φως που έλαμπε πιο πολύ από τον ήλιο. Έτρεξε προς τα εκεί και αντίκρυσε με ανείπωτη έκπληξη μια απερίγραπτη καλλονή: Εμπρός του εκτεινόταν ένα απέραντο δάσος-περιβόλι, κατάφυτο, που μοσχοβολούσε με μία θαυμαστή και ανέκφραστη ευωδία. Έτσι είπε μέσα του: «Αυτός οπωσδήποτε θα είναι ο παράδεισος! Ω, τι μακαριότητα περιμένει αυτούς που ζουν ενάρετα εδώ στη γη!» .
Εξετάζοντας γεμάτος έκπληξη και αγαλλίαση εκείνα τα υπερκόσμια κάλλη, είδε ένα ωραιότατο ανάκτορο, με υπέροχη λαμπρότητα, με εξαίσια αρχιτεκτονική χάρη, με τείχη που έλαμπαν πιο πολύ από το χρυσάφι και το διαμάντι. Αδύνατον να περιγραφεί η ομορφιά του με το ανθρώπινο λεξιλόγιο. Έμεινε άναυδος και κατάπληκτος. Πλησιάζοντας πιο κοντά – ω τι χαρά! – βλέπει τον πατέρα του, λαμπροφορεμένο και ολοφώτεινο εμπρός στην πόρτα του Παλατιού.
-Πως βρέθηκες εδώ, παιδί μου; τον ερωτά γεμάτος πραότητα και στοργή.
-Ούτε κι εγώ ξέρω, πατέρα μου. Όπως αντιλαμβάνομαι δεν είμαι άξιος γι’ αυτόν τον τόπο. Αλλά πες μου, πώς τα περνάς εδώ; Πώς ήρθες εδώ; Τίνος είναι αυτό το παλάτι;
-Η καλοσύνη του Σωτήρος μας Χριστού, με τις πρεσβείες της Παναγίας που ιδιαίτερα ευλαβούμην με αξίωσε να καταταχθώ σ’ αυτό το μέρος. Μάλιστα ήταν να μπω σήμερα μέσα στο παλάτι, αλλά επειδή ο οικοδόμος που το χτίζει είχε κάποια ταλαιπωρία με την υγεία του – έβγαλε σήμερα το δόντι του – δεν τελείωσαν οι σαράντα μέρες της οικοδομής του. Γι’ αυτό θα μπω αύριο.
Μετά από αυτά ξύπνησε ο Γεώργιος γεμάτος δάκρυα, γεμάτος έκπληξη, αλλά και με απορίες. Την υπόλοιπη νύχτα δεν εννοούσε να κοιμηθεί, αλλά συνεχώς ανέπεμπε αίνους και δοξολογίες στον Πανάγαθο Θεόν. Το πρωί πήγε να λειτουργηθεί στο Μητροπολιτικό Ναό της Αγίας Φωτεινής. Εν συνεχεία επήρε μαζί του πρόσφορα, νάμα και αγνό κερί και ξεκίνησε για την περιοχή «Μυρτάκια» όπου βρισκόταν το εξωκκλήσι των Αγίων Αποστόλων. Βρήκε τον παπα-Δημήτριο καθισμένο στην καρέκλα μέσα στο κελί του.
Τον υποδέχθηκε με χαρά λέγοντας:
-Μόλις βγήκα κι εγώ από τη Θ. Λειτουργία. Έτσι τελείωσα το σαρανταλείτουργο.
Το είπε αυτό για να μη λυπήσει το Γεώργιο.
Ο Γεώργιος κατόπιν άρχισε να του περιγράφει λεπτομερώς το νυκτερινό όραμα. Όταν έφθασε στην καθυστέρηση της εισόδου εξ αιτίας του πονόδοντου του οικοδόμου, ο Ιερεύς κυριεύθηκε από φρίκη αλλά και από θαυμασμό και χαρά. Σηκώθηκε όρθιος και είπε:
-Εγώ αγαπητέ μου Γεώργιε, είμαι ο οικοδόμος που εργάσθηκε στην οικοδομή του παλατιού. Σήμερα δεν λειτούργησα επειδή έβγαλα το δόντι μου. Και να, το μαντήλι που κρατώ στα χέρια μου είναι ματωμένο. Σου είπα ψέματα, διότι δεν θέλησα να σε λυπήσω.
Ο γερο-Δανιήλ κατασυγκινήθηκε από την ευλογημένη αυτή διήγηση. Στο τέλος ο Γεώργιος τον προέτρεψε να επισκεφθεί και τον παπα-Δημήτριο, που εφημέρευε τότε στη συνοικία του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Ο Ιερεύς του είπε απαράλλακτα τα ίδια, και τον παρεκάλεσε να γράψει την τόσο ωφέλιμη αυτή διήγηση, όπως και έγινε, ώστε να τη βρούμε εμείς στα χειρόγραφά του. Μάλιστα στο τέλος, ο γερο-Δανιήλ σημείωσε με την πέννα του: «Τα ανωτέρω ήκουσα κατά το 1875ον έτος κατά μήνα Οκτώβριο. Ο δε αείμνηστος Δημήτριος απεβίωσε κατά το 1869».

 http://anavaseis.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου