Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

7017 - Παπα Σίμων Σιμωνοπετρίτης, ο ευγενής και ευλαβής

Σίμων ιερομόναχος 
Σιμωνοπετρίτης
(1913-1998)
(Φωτογραφία: Douglas Little)
i) Πρόλογος
Παράξενο μοῦ φάνηκε, ὅταν πρωτοάκουσα ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ παπα-Σίμωνα τό: 
-Ἅμα δὲν ἔχεις γέρο, νὰ ἀγοράσεις.
-Γιατί τὸ λέτε αὐτό, παπα-Σίμωνα; Τόσο χρήσιμος εἶναι ὁ γέρος; Δὲν βλέπετε ποὺ τώρα τελευταία τοὺς στέλνουν στὸ γηροκομεῖο;,τὸν ῥώτησα.
-Ἄ! Δὲν ξεύρεις; Ἦταν μία φορὰ ἕνας ἄρχοντας καὶ κάλεσε τοὺς συμβούλους του, νέους καὶ γέρους, καὶ τοὺς εἶπε: 
-Θέλω νὰ μοῦ πεῖτε τὶ ὥρα βγαίνει ὁ ἥλιος τὸ πρωΐ. Μαζεύτηκαν ὅλοι καὶ κοίταζαν τὴν Ἀνατολή. Ἕνας γέρος ὅμως κοίταζε τὴν Δύση. Οἱ ἄλλοι τὸ κορόϊδευαν. Κάποια στιγμὴ λέει ὁ γέρος ποὺ κοίταζε στὴν Δύση: 
-Βγῆκε ὁ ἥλιος. 
Οἱ ἄλλοι δὲν βλέπανε τὸν ἥλιο, ἀλλὰ ἐκεῖνος εἶδε τὴν ἀνταύγεια ποὺ φαίνεται στὴν Δύση, καθὼς ἀνατέλλει καὶ πρὶν ἀκόμη φανῆ ὁ ἥλιος. Κατάλαβες; Ὁ γέρος ἤξερε περισσότερα λόγῳ τῆς πείρας του. Ἄρα οἱ νεώτεροι νὰ ἀκοῦτε καὶ μᾶς τοὺς μεγαλυτέρους.

Αὐτὴ ἡ τάξις ὑπάρχει βέβαια στὴν Ἐκκλησία καὶ στὴν παράδοσή μας. Συχνά, κατὰ τὴν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου, ἀκοῦμε: Εἶπεν ὁ Κύριος..., στὸ Γεροντικὸ διαβάζουμε: Εἶπε Γέρων..., στὴν καθημερινότητα ἐπαναλαμβάνεται τό: Οἱ παλαιότεροι λέγανε..., καὶ οἱ τεχνίτες πολλὲς φορὲς λένε: Ὁ μάστορας εἶπε... Ἡ γνῶσις λοιπὸν εἶναι καὶ μετάδοσις πείρας ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεὰν διὰ τῆς προφορικῆς ἢ γραπτῆς παραδόσεως.

Στὴν καλογερικὴ ζωὴ μάλιστα, ποὺ χρειάζονται λόγια, ἔργα καὶ προσευχή, ἕνας Γέροντας γίνεται γιὰ τὸν μοναχὸ πατέρας ποὺ τὸν ἀναγεννᾷ πνευματικῶς, παράδειγμα πρὸς μίμηση, δάσκαλος ποὺ διδάσκει μὲ λόγια, ἀλλὰ καὶ μυστικὸς εὐχέτης ποὺ κατεβάζει τὸ ἔλεος καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ στὸ κάθε παιδί του.
Αρχιμανδρίτης Αιμιλιανός, ηγούμενος
του Μεγάλου Μετεώρου (1961-1973)
(Φωτογραφία: Ιουστίνος μοναχός, 1973)
Γέροντα ποὺ συγκέντρωνε στὸ πρόσωπό του ὅλα αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικὰ εἴχαμε στὸ ξεκίνημά μας ὡς παιδιὰ στὰ Μετέωρα. Ταυτόχρονα ὁ σεβαστὸς Γέροντας Αἰμιλιανὸς εἶχε τὸν πόθο νὰ μάθουμε καὶ μεῖς. Μᾶς ἔκανε λοιπὸν κοινωνοὺς τῆς προσωπικῆς του γνώσεως καὶ συγχρόνως τῆς γνώσεως ἀπὸ κείμενα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπὸ τὴν λαμπάδα του ἀνάβαμε ὡς μαθητές του τὰ κεριά μας καὶ φωτίζαμε σιγὰ-σιγὰ τὰ σκότη γύρω μας καὶ βλέπαμε τὴν ζωὴ ἀπὸ μίαν ἄλλη ὀπτικὴ γωνία. Ἀσφαλῶς, εἰς τὸν μαθητὴν ἀρκετὸν νὰ γίνει ὡς ὁ διδάσκαλος. Ὁ μαθητὴς ὅμως, καὶ ἂν ἀκόμη ἔχει γίνει καὶ ὁ ἴδιος διδάσκαλος κάποιων ἄλλων, μένει πάντα μαθητὴς τοῦ δασκάλου του.
Ὅταν ἤλθαμε στὸ Ἅγιον Ὄρος, τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1973, βρήκαμε μόνον γέρους κατὰ τὴν ἡλικία, ἀλλὰ Γέροντες κατὰ τὸ φρόνημα, φτιαγμένους ἀπὸ τὴν ζωή. Ὅλοι τους εἴχανε κάτι νὰ μᾶς ποῦν, κάτι νὰ μᾶς διδάξουν πρακτικά, κάτι νὰ μᾶς ἐμπνεύσουν. Αὐτοὶ ἦταν γιὰ μᾶς ἡ παράδοσις τῆς καλογερικῆς ζωντανή, ἐφαρμοσμένη, καὶ ἡμεῖς ἤμασταν γιὰ αὐτοὺς τὰ παιδιὰ καὶ τὰ ἐγγόνια τους. Γι’ αὐτό, καθὼς ἔφευγαν ἕνας-ἔνας, νιώθαμε τὴν ἔλλειψή τους. Παρηγορούμασταν ὅμως, ὅσο ἀκόμη κάποιος ἔμενε πιὸ πίσω.
Φθάσαμε κάποτε νὰ ἔχουμε μόνο ἕναν, τὸν παπα-Σίμωνα. Αὐτός, μὲ τὴν καθημερινή του παρουσία παντοῦ καὶ κοντὰ στὸν καθένα μας, ἀναπλήρωνε ὅλους. Ὁ Θεὸς μᾶς τὸν χάρισε περισσότερα χρόνια, διότι τὸν χρειαζόμασταν καὶ τὸν χαιρόμασταν.
Ἦλθε ὅμως ἡ ἡμέρα ποὺ καὶ αὐτὸς ἐξεπλήρωσε τὸ κοινὸν χρέος καὶ συναριθμήθηκε στὴν θριαμβεύουσα Ἐκκλησία, εὐφραινόμενος –κατὰ τὴν πίστη μας καὶ τὶς ταπεινὲς εὐχές μας- μετὰ τῶν πατέρων ἡμῶν, κοντὰ στὰ τέκνα τοῦ Ἁγίου Σίμωνος.
Σίμων ιερομόναχος Σιμωνοπετρίτης (1913-1998)
(Φωτογραφία: Αντρέας Σμαραγδής)
Τώρα ὁ καθένας μας ἔχει κάτι νὰ θυμηθῆ, κάτι νὰ πῆ καὶ νὰ προσθέσει σὲ αὐτὸ ποὺ θὰ πῆ κάποιος ἄλλος. Οἱ ἐρωτήσεις ποὺ τοῦ κάναμε ὅλοι, ἦταν λίγο-πολὺ οἱ ἴδιες: 
-Πότε ἤλθατε, Πάτερ, στὴν Σιμωνόπετρα; Πῶς καὶ γιατί γίνατε σὲ αὐτὴν μοναχός; Ἐκεῖνος ἐπαναλάμβανε στὸν καθένα μας τὴν ζωή του.
ii) Παιδικὰ χρόνια
-Ἐγὼ γεννήθηκα τὸ 1911, τὴν γιορτὴ τοῦ Ἁγίου Νικολάου καὶ γιὰ αὐτὸ στὸ βάπτισμα μὲ βγάλανε Νικόλαο. Γεννήθηκα στὸν Τσετσμὲ –Κρήνη κατὰ τὸ ἑλληνικόν- τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἀπέναντι ἀπὸ τὴν Χίο. Δὲν ἔζησα ὅμως καθόλου ἐκεῖ. Μωρούδακι μὲ πῆρε ἡ μάνα μου στὸν πρῶτο διωγμὸ τὸ 1914 καὶ ἤλθαμε στὴν Χίο. Μείναμε στὸ Κάστρο, σὲ κάτι ἄδεια τουρκικὰ σπίτια. Εἴχαμε ἕνα δωμάτιο καὶ κοιμόμασταν ὅλοι μαζὶ κάτω, στρωματσάδα. Στὴν ἄκρη οἱ γονεῖς καὶ κατόπιν μὲ τὴν σειρὰ ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι. Ἡ μάννα μου ἔκανε 10-12 παιδιά, ἀλλὰ τὰ περισσότερα πεθάνανε. Τώρα ζοῦν τέσσερα. Τρεῖς εἶναι στὴν Χίο –οἱ δύο παντρεμένοι, ὁ τρίτος ἔμεινε ἀνύπαντρος γιὰ νὰ προσέχει τὴν γριά- καὶ ὁ τέταρτος, τοῦ λόγου μου, εἶμαι μοναχὸς ἐδῶ.
Στὴν Χίο γνωρίσαμε φτώχεια. Ἄλλο πρᾶγμα νὰ σοῦ λέω καὶ ἄλλο νὰ βλέπεις. Τρώγαμε ὅλοι μαζὶ ἀπὸ ἕνα τσανάκι. Ποῦ νὰ βροῦμε πιάτα καὶ κουτάλια; Ποῦ τέτοια πράγματα; Εἴχαμε καὶ μεγάλη γκρίνια. Ὅπου φτώχεια καὶ γκρίνια, ὅπως λέει καὶ ἡ παροιμία. Δὲν ἔφτανε αὐτό, ὁ πατέρας εἶχε καὶ μία κακιὰ συνήθεια, ἀγαποῦσε τὸ πιοτό· τοῦ ἄρεσε τὸ ῥακὶ καὶ τὸ κρασί. Ἐρχόταν στὸ σπίτι πιωμένος, παραπατοῦσε, καὶ ἡ μάννα μου φώναζε. Δύσκολα χρόνια.
Σὰν μεγάλωσα λίγο καὶ ἔγινα 10-11 χρονών, θέλανε οἱ δικοί μου νὰ μάθω μία τέχνη. Τελικὰ βρῆκαν ἕναν τσαγκάρη καὶ μὲ ἔστειλαν νὰ μάθω τὴν τέχνη· ἔγινα δηλαδὴ τσιράκι. Πῆγα κοντά του καὶ δούλευα ἀπὸ τὸ πρωΐ μέχρι τὸ βράδυ γιὰ ἕνα κομμάτι ψωμί. Μερικὲς φορὲς δὲν μοῦ ἔδιδε οὔτε καὶ αὐτό, καὶ ἀναγκαζόμουνα νὰ πάω σπίτι νὰ φάω ὅ,τι ἔβρισκα. Δύσκολα ἔπιανα (μάθαινα) καὶ τὴν τέχνη. Ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα μὲ ἔκαναν νὰ σκέφτομαι: Τί προκοπὴ θὰ κάνω σὰν τσαγκάρης, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ μάστορας τὰ βγάζει πέρα μὲ πολλὴ δυσκολία; Ἅμα μεγαλώσω, τί θὰ κάνω; πῶς θὰ ζήσω; Μία ζωὴ θὰ ‘μαι πτωχός; Ἄλλαξα τότε δουλειὰ καὶ ἔγινα ψιλικατζής. Πωλοῦσα παστέλια, χτένες, βελίνια, σπόρια, μαστίχες καὶ κάτι οἰκονομοῦσα. Ἀλλὰ ἡ φτώχεια, φτώχεια.
Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ ἦλθε στὴν Χίο ὁ ἑλληνικὸς στρατός. Φάνηκε ὅτι τὰ πράγματα πᾶνε καλύτερα καὶ μὲ στείλανε ἀπέναντι στὸν Τσεσμὲ νὰ ἡσυχάσω λίγο καὶ νὰ δῶ καὶ τὶς θεῖές μου. Πῆγα πρῶτα στὸ σπίτι μιᾶς ἀδελφῆς τῆς μητέρας μου. Μὲ καλοδέχθηκαν. Ἔμεινα λίγο κοντά τους, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ γκρίνια. Βρέ, λέω, γκρίνια ἄφησα, γκρίνια βρῆκα. Ἔφυγα καὶ πῆγα σὲ μία ἀδελφὴ τοῦ πατέρα μου. Αὐτὴ ἦταν ἥσυχη. Ἔλειπε, βλέπεις, ὁ ἄνδρας της μακριά. Ταξίδευε μὲ τὰ καράβια καὶ εἶχε ἡρεμία τὸ σπίτι. Ἔμεινα λίγο κοντά τους, ἀλλὰ τὸ ξένο σπίτι δὲν γίνεται σπίτι σου. Ἔτσι, ἐπέστρεψα στὴν Χίο. Ἐκεῖ πάλι τὸ ἴδιο. Ἄλλοτε δὲν εἴχαμε ψωμί, ἄλλοτε μᾶς ἔλειπε τὸ φαΐ, φτώχεια βλέπεις.
Σὰν παιδὶ πήγαινα μὲ τ’ ἄλλα παιδιὰ στὶς κηδεῖες καὶ κρατούσαμε τὸ φανάρι, τὸν σταυρό, τὰ ἑξαπτέρυγα καὶ οἰκονομούσαμε καμία δραχμή. Ἄλλοι μᾶς ἔδιναν τάλιρο, ἄλλοι δεκάρικο, καὶ καμία φορὰ καὶ κανένα πενηντάρικο. Ἐκεῖ ἄρχισα νὰ συνειδητοποιῶ ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τὸ ἴδιο τέλος ἔχουν, καὶ οἱ φτωχοὶ καὶ οἱ πλούσιοι. Ὅλοι στὸν τάφο καταλήγουν. Βρέ, ματαιότης τὰ πάντα, εἶπα. Ἄρχισα τότε νὰ ἔχω περισσότερες ἀνησυχίες καὶ μὲ τὰ λίγα λεφτὰ ποὺ εἶχα οἰκονομήσει πῆγα καὶ ἀγόρασα κάποια βιβλία καὶ ἄρχισα νὰ διαβάζω. Ἀγόρασα, θυμᾶμαι, τὸν βίο τοῦ Ἁγίου Ἀλεξίου τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Καλυβίτου καὶ τὸν Θησαυρὸ τοῦ Δαμασκηνοῦ τοῦ Στουδίτου. Ἄρχισα νὰ τὰ διαβάζω μὲ τὰ λίγα κουτσογράμματα ποὺ ‘χα μάθει. Πολὺ μὲ βοήθησε ὁ Θησαυρὸς τοῦ Δαμασκηνοῦ μὲ αὐτὰ ποὺ ἔλεγε.
iii) Στὸ Ἅγιον Ὄρος
Στὸ σπίτι ὅμως ἡ γκρίνια συνεχιζόταν. Ὁ πατέρας μου τὸ ἴδιο βιολὶ μὲ τὸ πιοτό. Ἂν ἔβγαζε κανένα μεροκάματο, τὸ βράδυ τὸ ξόδευε στὸ πιοτό. Βρέ, μὴν γκρινιάζετε, θὰ φύγω, θὰ πάω στὸ Ἅγιον Ὄρος νὰ γίνω καλόγερος, τοὺς ἔλεγα.
Εἶχα ἀκούσει γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος ἀπὸ κάτι Χιῶτες ποὺ εἶχαν πάει καί, ὅταν γύρισαν, διηγοῦνταν: Ἐκεί, ἔλεγαν, ἔχει πολλὰ Μοναστήρια. Οἱ καλόγεροι ζοῦν ἥσυχα, ἔχουν τὴν ἐκκλησία μὲ τὶς πολύωρες ἀκολουθίες, ἔχουν τὸ φαγάκι τους νηστίσιμο καὶ πασχαλινό, τὸ κρασάκι τους, τὶς δουλειές τους μὲ πρόγραμμα καὶ ὄχι ὅπως ἐδῶ ἀπὸ τὸ πρωΐ μέχρι τὸ βράδυ. Ἐκεῖ, μὲ ὅλα αὐτὰ ποὺ κάνουν, θὰ σώσουν καὶ τὶς ψυχές τους. Ποῦ νὰ τὰ βρῆς στὸν κόσμο ὅλα αὐτά; Μέριμνες, σκοτοῦρες, γκρίνιες. Ποῦ νὰ σώσεις τὴν ψυχή σου!
Ὅλα αὐτὰ τὰ σκέφθηκα καὶ μία μέρα ἀποφάσισα μὲ ἕναν φίλο μου καὶ μπήκαμε στὸ καράβι γιὰ τὸν Πειραιᾶ, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος ἐγώ. Τὸ μισοεῖπα στὴν μάννα μου. Ἀποσπερίς, τὸ ἀπόγευμα δηλαδή, τῆς λέω:
-Μάννα, αὔριο θὰ φύγω γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, γιὰ καλόγερος.
Δὲν μὲ πίστεψε, νόμισε ὅτι τὴν φοβερίζω διότι γκρινιάζανε. Ἐγὼ ὅμως τὸ εἶπα καὶ τὸ ἔκανα. Ὅταν φθάσαμε στὸν Πειραᾶ, χωρίσαμε μὲ τὸν φίλο μου. Ἐμένα μοῦ τελειώσανε καὶ τὰ λίγα λεφτὰ ποὺ εἶχα, καὶ δὲν ἤξερα τὶ νὰ κάνω.
Εὐτυχῶς, βρέθηκε ἕνας καλὸς χριστιανός, ὁ ὁποῖος, ὅταν μὲ εἶδε στὰ χάλια ποὺ ἤμουνα καὶ ἔμαθε καὶ τὸν σκοπὸ ποὺ εἶχα, μὲ βοήθησε καὶ μοῦ εἶπε νὰ πάω στοὺς Χιῶτες στὴν Ἁγία Ἄννα, καί, ἂν δὲν ἀναπαυθῶ ἐκεῖ, νὰ πάω στὴν Σιμωνόπετρα. Ὁ ἴδιος ἦταν Μικρασιάτης ποὺ πῆγε στὴν Χίο, ὅπως καὶ ἐμεῖς, καὶ γι’ αὐτὸ ἀγαποῦσε καὶ τοὺς Χιῶτες καὶ τὴν Σιμωνόπετρα. Στὴν Σιμωνόπετρα, βλέπεις, εἶχε μόνον Μικρασιάτες.
Μετὰ ἀπὸ πολλὲς ταλαιπωρίες ἔφθασα τελικῶς στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ μὲ μία βάρκα πῆγα στὴν Ἁγία Ἄννα, στοὺς Χιῶτες. Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ Γέροντας ἦταν ὁ γερο-Ἰγνάτιος, καλὸς ἄνθρωπος, φιλόπτωχος, πονόψυχος, ἐλεήμων. Ὅλα αὐτὰ ἔγιναν τὸ 1933, ὅταν ἤμουνα 22 χρονῶν.
Ἔμεινα ἐκεῖ λίγο χρόνο, ἀλλὰ δὲν ἀναπαυόμουνα, μοῦ φαινόταν ζόρι. Ὁ Γέροντας καλός, ἀσκητικός, ἀλλὰ ἐγώ, ὅπως ἤμουνα μαθημένος ἀπὸ τὸν κόσμο, ἔσκαζα, ἤθελα κόσμο. Μὲ πῆρε λοιπὸν ὁ Γέροντας καὶ μὲ πῆγε σὲ ἕνα ἄλλο σπίτι, στοὺς Βολιῶτες. Ἐκείνη τὴν ἡμέρα εἶχαν καὶ ψάρι στὸ τραπέζι. Ἤμουνα τυχερός, ὅπως καὶ οἱ ἴδιοι μοῦ εἴπανε. Καλοὶ οἱ πατέρες, κάνανε τὶς ἀκολουθίες ὅλοι μαζί, κάνανε τὰ πνευματικά τους, κάνανε τὶς δουλειές τους, ἀλλὰ ἐγὼ πάλι στενοχωριόμουν, ἔσκαγα. Ἦλθε ὁ γερο-Ἰγνάτιος, μὲ πῆρε καὶ μὲ πῆγε σὲ ἄλλο σπίτι πιὸ πάνω, στὰ τελευταῖα σπίτια τῆς Ἁγίας Ἅννας. Ἐκεῖ ἦταν δύο μοναχοί, ἀδελφιά, αὐτοὶ κάνανε τὴν ἀκολουθία μὲ κομποσχοίνι. Κάνανε δύο ὥρες ἀκολουθία. Αὐτὸ ἦταν τὸ χειρότερο. Ἦλθε ξανὰ λοιπὸν ὁ γερο-Ἰγνάτιος καὶ μὲ ξαναπῆρε. Μοῦ λέει: 
-Ἐσύ, παιδί μου, δὲν κάνεις γιὰ τὴν Σκήτη, νὰ πᾶς σὲ Μοναστήρι· νὰ πᾶς στὴν Σιμωνόπετρα. Ἐκεῖ θὰ ἀναπαυθῆς.

Αρχιμανδρίτης Χαράλαμπος,
ηγούμενος της μονής Σιμωνόπετρας 
(1891-1973)
(Φωτογραφία: Χρήστος Ζέγκος)
Αρχιμανδρίτης Καισάριος,
ηγούμενος της Σιμωνόπετρας (1932-1941),
κατά την υποδοχή του βασιλιά 
Γεωργίου Β΄ στη μονή (1937)
(Φωτογραφία: Γιώργος Λυκίδης)

Αρχιμανδρίτης Δαμιανός,
ηγούμενος
της μονής Σιμωνόπετρας 
(1895-1967)

Ἔτσι ἦλθα στὴν Σιμωνόπετρα. Ἡγούμενος τότε ἦτο ὁ Καισάριος. Μὲ βάλανε μία ἑβδομάδα στὸ Ἀρχονταρίκι. Ἡ τάξις ἦταν, οἱ ἀρχάριοι νὰ ξεκινοῦν ἀπὸ τὸ Ἀρχονταρίκι, ἀφ’ ἑνὸς μὲν γιὰ νὰ βλέπουν λίγο κόσμο καὶ νὰ μὴν τοὺς κακοφαίνεται, ἀφ’ ἑτέρου δὲ γιὰ νὰ δοῦν καὶ οἱ ὑπεύθυνοι τοῦ μοναστηρίου τὶ ἄνθρωπος εἶναι ὁ ἀρχάριος. Μετὰ μὲ βάλανε στὸ Νοσοκομεῖο μὲ τὸν γερο-Ἱλαρίωνα. Ὕστερα μὲ ξαναπῆγαν στὸ Ἀρχονταρίκι καὶ τέλος ἔγινα παρηγουμενιάρης γιὰ πολλὰ χρόνια. Ἔκανα μὲ τὸν Γέροντα-Καισάριο δύο-τρία χρόνια, τρία χρόνια μὲ τὸν Γέροντα Δαμιανὸ ποὺ τὸν φέραμε ἀπὸ τὰ Καυσοκαλύβια, καὶ δεκαπέντε χρόνια μὲ τὸν Γέροντα Χαραλάμπη.
Ὅταν μὲ κάνανε καλόγερο, μὲ εἶπαν Νήφωνα. Μετά, τὸ Μοναστήρι χρειαζόταν διάκο καὶ μία μέρα μὲ καλέσανε καὶ μοῦ εἴπανε: 
-Θὰ σὲ κάνουμε διάκο. 
-Ἐμένα θὰ κάνετε διάκο; Κάντε καλύτερα κάποιον ἄλλο, τοὺς εἶπα. 
-Ὄχι, μοῦ λένε, ἐμεῖς ἀποφασίσαμε νὰ κάνουμε ἐσένα. Ἔτσι, ἤθελα δὲν ἤθελα, ἔγινα διάκος.
Σίμων ιερομόναχος Σιμωνοπετρίτης (1913-1998)
(Φωτογραφία: Χρήστος Ζέγκος)

Ἔμεινα κανὰ δύο χρόνια διάκος, καὶ ὕστερα ἀποφασίσανε καὶ μὲ ἔκαναν παπᾶ καὶ ἀπὸ Νήφωνα μὲ ὀνομάσανε Σίμωνα. Ἔμεινα λίγο καιρὸς παπᾶς, ἀλλὰ μοῦ φαινότανε πολὺ βαρὺ αὐτό, δὲν μποροῦσα νὰ τὸ ἀντέξω. Πῆγα στὸν Ἡγούμενο μία μέρα καὶ τοῦ λέγω: 
-Ἐγὼ εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ ἀγράμματος. Ἡ γλῶσσά μου μπερδεύεται καὶ δυσκολεύομαι στὴν Λειτουργία. Ἔπειτα, ὁ παπᾶς πρέπει νὰ νηστεύει, νὰ ἀγρυπνῆ, νὰ ἐξομολογῆται, νὰ προσεύχεται, νὰ μὴν κατακρίνει κανέναν, νὰ κάνει τὸν Κανόνα του ἀνελλιπῶς, καθὼς καὶ ὅλα τὰ πνευματικά. Εἶναι πολὺ βαρὺ διακόνημα, δὲν τὸ ἀντέχω, μὲ δυσκολεύει πολύ. Σταμάτησα.
Παντελεήμων ιερομόναχος 
Σιμωνοπετρίτης
(1922-1988)
Κάλλιστος μοναχός 
Σιμωνοπετρίτης
(1880-1979)
Τὰ ὑπόλοιπα χρόνια τὰ πέρασα στὸ Μοναστήρι, στὴν ἐκκλησία, στὴν τράπεζα, στὶς δουλειές, στὸ κελλί, βοηθοῦσα καὶ τοὺς γέρους. Στὸ τέλος μὲ κάνανε καὶ Προϊστάμενο, ὅταν ζήτησε νὰ παραιτηθῆ ὁ γερο-Κάλλιστος. Ἔγινα καὶ Ἐπίτροπος μὲ τὸν παπα-Παντελεήμονα. Μετὰ ἤλθατε ἐσεῖς. Ἀπὸ κεῖ καὶ κάτω μὲ βλέπετε κάθε μέρα.
-Παπα-Σίμωνα, ὅταν ἤλθατε στὸ Μοναστήρι, πῶς μάθατε τὴν καλογερική; Σᾶς ἔκανε κανεὶς συνάξεις, ὅπως μᾶς κάνει τώρα ὁ Γέροντας;
-Ἄ, μπά! Ποῦ τέτοια πράγματα! Τὸν πρῶτο καιρὸ ποὺ ἦλθα -ἦταν καὶ ἕνας ἄλλος ἀρχάριος-, μᾶς εἶπε ὁ Ἡγούμενος ὁ Καισάριος:
-Μετὰ τὸ Ἀπόδειπνο ἐλᾶτε στὸ Ἡγουμενεῖο νὰ ποῦμε κανένα πνευματικό. Πήγαμε καμία ἑβδομάδα. Μᾶς ἔλεγε ἀπὸ τοὺς βίους τῶν Ἁγίων καὶ κανένα πνευματικὸ ποὺ εἶχε διαβάσει. Πνευματικὸ φέρνανε ἀπὸ ἔξω, τὸν Σωφρόνιο τον Ῥῶσσο, ἢ πηγαίναμε ἐμεῖς καὶ τὸν βρίσκαμε στὴν Νέα Σκήτη, ὅπου ἔμενε σὲ μία σπηλιά, δίπλα στὴν θάλασσα.
Γελάσιος μοναχός
Σιμωνοπετρίτης
(1904-1987)
 
(Πράγματι, σὲ ἕνα μικρὸ ἀρχεῖο τοῦ γερο-Γελασίου, ὁ ὁποῖος ἦταν τότε ἀρσανάρης στὸν Ἀρσανᾶ, κάτω ἀπὸ τὸ Μοναστήρι, βρήκαμε καὶ 2-3 μικρὰ σημειώματα ποὺ τὰ ὑπέγραφε ὁ γερο-Χαραλάμπης καὶ ζητοῦσε ἀπὸ τὸν γερο-Γελάσιο νὰ πάει τὸν διακο-Νήφωνα στὸν Πνευματικό, στὴν Νέα Σκήτη γιὰ νὰ ἐξομολογηθῆ, καὶ νὰ περιμένει νὰ τὸν ξαναφέρει πίσω. Τότε δὲν ὑπῆρχαν τηλέφωνα καὶ ὅλα γινόντουσαν μὲ σημειώματα. Ἔτσι, καὶ ὑπακοὴ κάνανε καὶ ἀσφάλεια εἴχανε).
-Τί ἄλλο μάθατε, ὅταν ἤλθατε, παπα-Σίμωνα;
-Μάθαμε τὸ τριήμερο. Κοινωνούσαμε κάθε δεκαπέντε μέρες τὸ Σάββατο, ἀφοῦ τρώγαμε ἀλάδωτο τρεῖς μέρες, Τετάρτη, Πέμπτη καὶ Παρασκευή.
-Δὲν κοινωνούσατε τὴν Κυριακή;
-Μπά, ὄχι, διότι τὸ Σάββατο ἔχει πάντα λαδερὸ φαγητό. Μόνο τὴν Κυριακὴ τοῦ Πάσχα κοινωνούσαμε. Βλέπεις, τὸ Μέγα Σάββατο εἶναι τὸ μόνο Σάββατο ποὺ ἔχει ἀλάδωτο. Τὰ ἄλλα Σάββατα τρώγαμε. Μάλιστα, τὸ καλὸ τὸ φαγητό, τὸ εἴχαμε τὸ Σάββατο. Τὴν Κυριακὴ τὸ κυρίως φαγητὸ ἦταν ῥουβίθια ἢ τραχανᾶς.
-Στὶς ἀγρυπνίες δὲν κοινωνούσατε;
-Πώς, κοινωνούσαμε, ἀλλὰ κρατούσαμε δύο μέρες ἀλάδωτο, διότι ἡ ἀγρυπνία πιάνεται γιὰ δύο μέρες, καὶ μετροῦσαν οἱ μέρες καὶ πάλι ὡς τρεῖς. Κατάλαβες;
-Καὶ τὴν Μεγάλη Τασσαρακοστὴ τί κάνατε;
 Αρχιμανδρίτης Ιερώνυμος,
ηγούμενος 
της μονής Σιμωνόπετρας
(1871-1957)
-Ὅλη ἡ ἑβδομάδα ἦταν ἀλάδωτη, ὁπότε κοινωνούσαμε τὴν Τετάρτη καὶ τὸ Σάββατο. Ἐσεῖς τώρα ἔχετε ἀνθρώπους νὰ σᾶς ποῦν καὶ καμία συμβουλή, νὰ σὰς δείχνουν τὸ καλὸ καὶ τὸ καλογερικό· ἐμεῖς τότε δὲν εἴχαμε τέτοια πράγματα, καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλά, ἂν πήγαινες στὸ Ἀρχονταρίκι ἢ στὸ Δοχειό, ἔβλεπες τοὺς μεγαλύτερους νὰ τὰ κουτσοπίνουν κιόλας. Βλέπεις, εἶχε πολλὰ ἀμπέλια τότε τὸ Μοναστήρι –στὸν Δοντά, στὴν Ἀμπελικιὰ καὶ στὸν Καραβασαρᾶ- καὶ πολλοὺς ἐργάτες γιὰ ἕνα κομμάτι ψωμί. Εἶχε πολὺ ῥακὶ καὶ κρασί, ἀλλὰ καὶ παστὰ ψάρια στὰ ὑπόγεια. Εἶχε τὸ Μοναστήρι καὶ δικό του ψαρᾶ, καὶ ὅσα ψάρια ἔπιανε τὰ πάστωνε, γιὰ νὰ ἔχει τὸ Μοναστήρι ὅταν δὲν εἴχανε φρέσκια. Ἀκόμη καὶ χταπόδια λιαστά, ξεραμένα στὸν ἥλιο, εἴχαμε. Ὅλα αὐτὰ γίνονταν καλοὶ μεζέδες. Αὐτὰ ἦταν καὶ τὰ αἴτια ποὺ στείλανε τὸν Γέροντα Ἱερώνυμο, τὸν Ἡγούμενο, ἐξορία στὸ Κουτλουμούσι. Δὲν συμφωνοῦσε, οὔτε αὐτός, οὔτε τὰ νέα καλογέρια ποὺ εἶχαν ἔλθει κοντά του. Ἄχ! Ἄχ!  Τέτοια χρόνια νὰ μὴν ξανάλθουν.
-Ἐσεῖς, ποῦ τὰ μάθατε ὅλα αὐτὰ τὰ ὡραῖα πράγματα, ποὺ μᾶς λέτε κάθε φορά;, τὸν ῥωτούσαμε.
-Νομίζω ὅτι τὸ Μοναστήρι εἶναι σχολεῖο. Ὅσο μένει κανένας, καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ θέλει, ὅλο καὶ κάτι μαθαίνει ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἀκοῦμε στὴν ἐκκλησία, ποὺ διαβάζουμε στὴν τράπεζα, ἀπὸ αὐτὰ ποὺ λένε οἱ μεγαλύτεροι καὶ οἱ γεροντότεροι· καὶ τίποτε νὰ μὴν κάνει κανείς, καὶ μόνο ποὺ μένει στὸ Μοναστήρι, εἶναι καλύτερα ἀπὸ τὸν κόσμο. Δὲν ἄκουσες αὐτὸ ποὺ λένε γιὰ ἕναν μοναχὸ ποὺ καθόταν πάνω σὲ ἕναν βράχο στὴν Ἁγία Ἄννα; Περνοῦσε ἀπὸ ἐκεῖ ὁ πειρασμὸς καὶ ἀποφάσισε νὰ πειράξει τὸν μοναχὸ καὶ τοῦ λέγει: 
-Τί κάνεις ἐσὺ ἐδῶ καὶ κάθεσαι; Ἔκανες καμία προκοπή; 
-Τίποτε δὲν ἔκανα καὶ οὔτε κάνω, μόνον κουνάω τὰ πόδια μου γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, τοῦ λέγει ὁ μοναχός, ὁ ὁποῖος, μόλις εἶδε τὸν πειρασμὸ νὰ τὸν πλησιάζει, ἄρχισε νὰ κουνάει τὰ πόδια του στὸν ἀέρα πέρα-δῶθε. Ὁ πειρασμὸς ντροπιάστηκε καὶ ἔγινε ἄφαντος.
Ἄκουσες καὶ τὸ ἄλλο γιὰ τὸν Μέγα Ἀντώνιο;
Ὅταν ὁ Μέγας Ἀντώνιος ἀποφάσισε νὰ πάει νὰ κηρύξει στὸν κόσμο, ῥώτησε τοὺς συνασκητές του, καὶ αὐτοὶ τοῦ εἴπανε: 
-Ἐδῶ ποὺ κάθεσαι, εἶσαι ὁ Μέγας Ἀντώνιος. Ἂν πᾶς στὸν κόσμο, θὰ μείνεις μόνον Ἀντώνιος. Τὸ λέει καὶ τὸ πατερικό, ὅτι ὁ μοναχὸς εἶναι σὰν τὸ ψάρι. Τὸ ψάρι μπορεῖ νὰ ζήσει στὴν στεριά; Ὄχι. Ἔτσι, οὔτε ὁ μοναχὸς μπορεῖ νὰ ζήσει στὸν κόσμο. Βλέπεις, ὁ κόσμος ἔχει ἄλλες συνήθειες.
Ἕνας ἄλλος μοναχὸς δὲν ἔκανε τίποτε παρὰ μόνο φαγητό, ποτὸ καὶ σεργιάνι. Αὐτὴ ἦτο ἡ ζωή του. Ὅλοι τὸν εἶχαν γιὰ κολασμένο. Ὅταν ὅμως ἦλθε ἡ ὥρα καὶ ἦταν κοντὰ στὸν θάνατο, ἦταν χαρούμενος. Τότε ἄκουσε μία φωνὴ ποὺ ἔλεγε: 
-Ἐπειδὴ δὲν κατέκρινε κανένα, θὰ πάει στὸν Παράδεισό! 
Μεγάλο πρᾶγμα αὐτὴ ἡ κατάκρισις. Ἐπειδὴ δὲν κατέκρινε, μόνο γι’ αὐτήν του τὴν ἀρετή, πῆγε στὸν Παράδεισο. Βλέπεις, ἅμα κατακρίνεις, παίρνεις τὴν ἐξουσία τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς θὰ κρίνει τὸν κόσμο, ὄχι ἐμεῖς.
Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος πήγαινε πρωΐ-πρωΐ στὴν ἐκκλησία. Μαζί του ἦταν παπᾶδες, δεσποτάδες, διάκοι. Στὸν δρόμο βλέπει δύο ποὺ ἁμαρτάνανε. Βγάζει τότε τὸν χιτῶνά του καὶ τοὺς σκεπάζει. Οἱ ἄλλοι ποὺ ἦσαν μαζί του, τοῦ εἶπαν: Τί κάνεις ἐκεῖ; Ἀντὶ νὰ τοὺς τιμωρήσεις, τοὺς σκεπάζεις; 
-Τοὺς σκεπάζω, γιὰ νὰ μὲ σκεπάσει καὶ ἐμένα ὁ Θεός, ἀπάντησε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος.
-Ποῦ τὰ μαθαίνεις ὅλα αὐτά;, ῥωτούσαμε τὸν παπα-Σίμωνα.
-Ἕνα ἀπὸ δῶ, τ’ ἄλλο ἀπὸ ἐκεῖ, διαβάζω καὶ κάτι, ὅλο καὶ κάτι μαθαίνω. Νά, σήμερα ὁ ἡμεροδείκτης ἔγραφε ἕνα πολὺ σπουδαῖο. Ὁ Μέγας Βασίλειος, ἔλεγε ὅτι κάθε ἐκκλησία ἔχει ἕναν Ἄγγελο, καὶ ὅσοι μπαίνουν νηστικοὶ νὰ προσευχηθοῦν τοὺς σημειώνει, ὅσοι ὅμως εἶναι χορτάτοι δὲν τοὺς γράφει. Θέλει προσοχὴ ἡ ὑπόθεσις. Νὰ μὴν χάσουμε γιὰ τὸ φαΐ τὰ πνευματικά· κούφια ἡ ὥρα ποὺ τ’ ἀκούει! Τὶ νὰ πῆ κανείς. Ὑπομονή, ὑπομονή! Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.
 Ὅλα αὐτὰ δείχνουν ὅτι ὁ παπα-Σίμων ὅλα τὰ χρόνια ποὺ ἔμεινε στὸ Μοναστήρι –κοντὰ ἑξήντα πέντε- ζυμώθηκε μὲ ὅλα ὅσα ἄκουγε καὶ ἔβλεπε, καὶ ἔπραττε ἀναλόγως, ἔτσι ποὺ ὁ θησαυρὸς τῆς καρδίας του καθάρισε καὶ αὐξήθηκε, καὶ ὅ,τι ἔβγαινε ἀπὸ μέσα του ἦταν λόγος θεϊκός, παρηγορητικός, συμβουλευτικός, ἀληθινός, φιλάνθρωπος, εὐγενικός, πνευματικὸς καὶ ἐνισχυτικός. Πάντα εἶχε κάτι καλὸ νὰ πῆ· δὲν μποροῦσες νὰ τοῦ χαλάσεις τὸν λογισμό, ὅσο καὶ ἂν προσπαθοῦσες. Πάντα θὰ ἔβρισκε μία παροιμία, ἕνα ἁγιογραφικό, ἕνα πατερικὸ χωρίο καὶ θὰ ξέφευγε. -Ἀντὶ νὰ πῆς κακο-Γιάννης, πὲς καλο-Γιάννης, ἔλεγε.
Τὸ μεγαλεῖο τοῦ παπα-Σίμωνα ἦταν καθημερινό. Ἡ κάθε μέρα του μπορεῖ νὰ φαινότανε μονότονη, ἀλλὰ ἦταν πλούσια σὲ καρποφορία. Τὸ πρωϊνὸ ξύπνημα καὶ τὴν ἑτοιμασία του γιὰ τὸν ναὸ ἀκολουθοῦσε τὸ ξύπνημα τῶν γειτόνων του γιὰ τὴν ἀκολουθία -ἕνας ἀπὸ αυτοὺς ἤμουν καὶ ἐγώ-, τὸ πέρασμα ἀπὸ τὸ μαγειρεῖο γιὰ τὸ ἡμερήσιο πρόγραμμα ἐργασίας, ἀφοῦ βοηθοῦσε εἰς τὴν ἑτοιμασία, καὶ ἐν συνεχείᾳ ἔμπαινε εἰς τὸν ναό, ποὺ πραγματικὰ ἦταν ὁ χῶρός του καὶ στὸν ὁποῖο ἐκινεῖτο πολὺ φυσικὰ καὶ ἄνετα. Τὸ προσκύνημα τῶν εἰκόνων ἦταν πραγματικὸ καλημέρισμα στοὺς Ἁγίους. Ὅταν, τὰ πρῶτα χρόνια, βοηθοῦσε τοὺς νέους νὰ μάθουν τὸ Τυπικό, πήγαινε καὶ ἑτοίμαζε τὰ βιβλία. Ἔπειτα, καθόταν στὴν θέση ἀπέναντι ἀπὸ τὸν Τυπικάρη. Διακριτικὰ πάντα κάτι θὰ ἔλεγε, ἂν κάτι δὲν γινόταν καλά. Στὸ τέλος, κράτησε στὸν Νάρθηκα τὸ πρῶτο-τελευταῖο στασίδι. Πρόσεχε τὰ πάντα στὴν ἀκολουθία καὶ δὲν τοῦ ξέφευγε τίποτε. Ἕνα Ἀμὴν νὰ ξεχνοῦσε ὁ διαβαστής, αὐτὸς τὸ συμπλήρωνε ἀπὸ τὴν θέση του.
Ἀπὸ τὸν ναὸ πήγαινε στὸ κελλί του, ἔπαιρνε ἕνα ζεστὸ καφέ, ἢ ῥακὶ ἂν ἦταν χειμώνας, καὶ λίγο ξεκουραζόταν. Ὅσο ζοῦσε ὁ γερο-Κάλλιστος (ὣς τὶς 13-2-1978), τὸν φρόντιζε μὲ πολλὴ ἀγάπη, σεβασμό, σοβαρότητα, ὑπομονή, ἀνοχὴ καὶ ἀλόγιστα. 
–Θὰ γεράσουμε καὶ μεῖς, ἔλεγε. Αὐτὸς ἦταν τότε ἑξήντα πέντε χρονῶν καὶ ὁ γερο-Κάλλιστος ἐνενήντα πέντε. Μετὰ πήγαινε στην Παράκληση, κατόπιν στὴν τράπεζα καὶ ὕστερα στὸ διακόνημά του Ἕως τὴν ὥρα τοῦ Ἑσπερινοῦ.
Μετὰ τὸν ἑσπερινό, τὸν ἐλεύθερο χρόνο, ἔκανε παρέα στὰ γεροντάκια. Καθόταν στὴν ἁπλωταριὰ καὶ συζητοῦσε μὲ τοὺς πατέρες, μᾶλλον ἄκουγε καὶ συμφωνοῦσε ἢ θαύμαζε γιὰ αὐτὰ ποὺ λέγανε ἢ καθάριζε φλαμούρι, βότανα, φουντούκια, κ.λ.π. Τέλος, μετὰ τὴν δύση τοῦ ἡλίου ἔμπαινε στὸ κελλί του, διάβαζε, προσευχόταν, διάβαζε ὅσα κατὰ τὴν γνώμη του παραλείψαμε στὶς ἀκολουθίες, διάβαζε ὀνόματα, ἔψελνε, ἔφτιαχνε χωνάκια ὅπου ἔβαζε φουντούκια ποὺ εἶχε ἑτοιμάσει τὴν ἡμέρα γιὰ νὰ τὰ δίνει εὐλογία. Εἶχε πάρει σχετικὴ εὐλογία γιὰ αὐτὸ καὶ ἔπαιρνε διπλὴ ἡ τριπλὴ μερίδα φουντουκιῶν στὴν κουμπάνια τοῦ μῆνα.
Ἁπλὴ ἡμέρα, ἀλλὰ γεμάτη φιλοθεΐα, φιλαδελφία, φιλανθρωπία, ἀνεξικακία, ὑπομονή, ἀγάπη, χαρά, ταπείνωση. Πῶς μπορεῖ λοιπὸν μία τέτοια μέρα νὰ εἶναι μονότονη καὶ ἀνιαρή;
Αὐτὲς τὶς μέρες ποὺ γράφω αὐτά, διάβασα στόν: Περὶ τοῦ κατὰ Θεὸν σκοποῦ λόγο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσης τὸ ἑξῆς, ποὺ μοῦ ἐκανε ἐντύπωση: Ἡ ἁπλότητα δίνει τὴνς κυτάλη στὴν ὑπακοή, ἡ ὑπακοὴ στὴν πίστη, αὐτὴ στὴν ἐλπίδα, ἡ ἐλπίδα στὴν δικαιοσύνη, καὶ ἐκείνη στὴν διακονία καὶ αὐτὴ στὴν ταπεινοφροσύνη. Ἀπὸ αὐτὴν πάλι παίνοντάς την στὴν συνέχεια ἡ πραότητα, τὴν παραδίδει στὴν χαρά, ἡ χαρὰ στὴν ἀγάπη, καὶ ἡ ἀγάπη στὴν προσευχή... Αὐτὰ γιὰ μένα εἶναι λόγια ἑνὸς Ἁγίου, στὴν ζωὴ ὅμως τοῦ παπα-Σίμωνα ἦταν καθημερινὸ βίωμά του, χωρὶς ἴσως ὁ ἴδιος νὰ τὸ καταλαβαίνει. Ἀλλὰ ὅλοι ἐμεῖς τὸ νιώθαμε, τὸ χαιρόμασταν καὶ παραδειγματιζόμασταν.
Ὅταν ἔχεις κάτι, ἴσως δὲν τοῦ δίνεις τὴν σημασία ποὺ τοῦ ἀξίζει. Ὅταν ὅμως τὸ χάσεις, τότε θυμᾶσαι ἀκόμη καὶ τὶς λεπτομέρειες, διότι αὐτὲς πολλὲς φορὲς ὁμορφαίνουν τὴν ζωή. Τέτοιες λεπτομέρειες ἀκολουθοῦν γιὰ τὸ κάθε χάρισμά του, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴν φιλοθεΐα του.
iv) Φιλοθεΐα
Ὁ παπα-Σίμων ἀγαποῦσε τὸν Θεό. Πίστευε εἰς Αὐτὸν μὲ τὴν ἁπλὴ πίστη ἑνὸς παιδιοῦ, αὐτὴν ποὺ ζητᾶ ὁ Χριστός. Ὁ ζῆλος τοῦ Οἴκου τοῦ Θεοῦ τὸν κατέτρωγε καθημερινῶς. Ἂν ἤθελες νὰ τὸν τιμωρήσεις, ἡ μεγαλύτερη τιμωρία θὰ ἤτανε νὰ μὴν τὸν ἀφήσεις νὰ πάει στὸν ναό. Ὅταν ἔπεσε λόγῳ γήρατος καὶ δὲν μποροῦσε νὰ βρίσκεται στὸν ναό, ἡ μεγάλη του παρηγοριὰ ἦταν ὅτι μποροῦσε μέσω εἰδικῆς συσκευῆς νὰ παρακολουθῆ τὴν ἀκολουθία καὶ νὰ συμμετέχει σιγοψέλνοντας καὶ ὁ ἴδιος.
Νεόφυτος ιερομόναχος
Σιμωνοπετρίτης (γ.1906)
(Φωτογραφία: Χρήστος Ζέγκος)
Ἀγαποῦσε τὰ Τυπικά. Τὰ τηροῦσε μὲ μεγάλη προσοχή, εὐλάβεια καὶ προσπάθεια. Προσπάθησε μάλιστα νὰ τὰ μεταδώσει καὶ σὲ μᾶς τοὺς νεωτέρους. Στὰ δύσκολα χρόνια τῆς λειψανδρίας, αὐτὸς μὲ τὸν μακαριστὸ παπα-Νεόφυτο, κράτησαν τὸν ναό. Ἐκεῖνος ὡς ἐφημέριος-προσφοράρης καὶ ὁ παπα-Σίμων ὡς Ἐκκλησιαστικός, τυπικάρης, ψάλτης, διαβαστής, κολλυβᾶς. Τὰ κάνανε ὅλα. Ὁ χρόνος γι’ αὐτοὺς δὲν μετροῦσε.
Μία φόρα ἤτανε οἱ δύο τους στὸν ναό, καὶ στὴν ἕκτη ᾠδὴ ὁ παπα-Νεόφυτος ἔκανε τὴν αἴτηση. Ἀπάντηση ὅμως δὲν πῆρε. Περίμενε νὰ διαβάσει ὁ παπα-Σίμων τὸ Κοντάκιον καὶ τὸ Συναξάρη, ἀλλὰ τίποτε. Βγῆκε ἔξω γιὰ νὰ δῆ τὶ συμβαίνει. Τὴν στιγμὴ ἐκείνη ἔμπαινε στὸν ναὸ ὁ παπα-Σίμων. –Ποῦ εἶσαι, εὐλογημένε;,  τὸν ῥώτησε. 
–Πῆγα νὰ σημάνω τὸ σιδεράκι γιὰ τὸ συναξάρι, τοῦ ἀπάντησε. Τόση ἀκρίβεια!
Ὀ παπα-Σίμων μὲ πολλὴ εὐγένεια ἔπειθε τὸν Γέροντα Αἰμιλιανὸ γιὰ κάτι ποὺ δὲν ἤθελε στὰ Τυπικά. Πήγαινε, ξαναπήγαινε μὲ τὰ φουντουκάκια, καὶ ὁ Γέροντας ἐπιβραβεύοντας τὴν εὐγένειά του, τὴν σταθερότητα τοῦ αἰτήματος, τὴν εὐλάβειά του, τοῦ ἔκανε τὰ χαριτάκια. Τοῦ ἔδιδε τὴν πραγματικὴ χαρά, διότι ὁ παπα-Σίμων πολὺ χαιρόταν μετὰ ἀπὸ κάθε τέτοιο κατόρθωμα. Καμία φορὰ ζητοῦσε καὶ ἀπὸ τὸν νῦν Γέροντα Ἐλισαῖο νὰ βοηθήσει καὶ αὐτὸς τὴν κατάσταση ὡς γείτονας, φίλος του καὶ νέος Τυπικάρης. 
-Νὰ φυλᾶμε τὰ Τυπικά, νὰ μᾶς φυλάει ὁ Θεός, ἔλεγε πάντα καὶ πρόσθετε: -Κάτι ποὺ δὲν ἔφτιαξες ἐσύ, μὴν τὸ χαλᾶς. Καλύτερα νὰ πῆς περισσότερα παρὰ λιγότερα. Τὸ περισσότερο δὲν βλάπτει. Ἔλεγε ἀκόμη πώς: 
-Ὅποιος δὲν κάνει ὑπακοὴ στὸν Τυπικάρη, κάνει στὸν πειρασμό.
Ὅταν κάποτε τοῦ ἔκανε παρατήρηση ὁ Γέροντας, γιατὶ μιλοῦσε μὲ τοὺς πατέρες στὸν ναό, εἶπε μὲ μεγάλη ἁπλότητα: 
-Ἐμεῖς τέτοιο Τυπικὸ δὲν εἴχαμε. Ὁ χῶρος τοῦ ναοῦ ἦταν ἱερός, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ἰδικός του χῶρος.
Ἀγαποῦσε τοὺς Ἁγίους ὅλους, ἀλλὰ εἶχε καὶ τοὺς εἰδικοὺς γιὰ τὶς διάφορες ἀῤῥώστιες· τὸν Ἅγιο Ἀντώνιο γιὰ τὰ δόντια, τὸν Ἅγιο Ἀντύπα γιὰ τὰ σπασίματα (κῆλες) καὶ τὸν Ἅγιο Μηνᾶ γιὰ τὰ χαμένα. Τοὺς ἔκανε κομποσχοίνι, τοὺς ἄναβε κερὶ καὶ φρόντισε νὰ ἔχει τὶς εἰκόνες τους στὸ κελλί τους.
Κάποτε ζήτησε ἀπὸ τὸν ἀδελφὸ ποὺ κολλοῦσε χάρτινες εἰκόνες σὲ ξύλο νὰ κάνει καὶ γι’ αὐτὸν μερικές· τῆς Παναγίας, τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, τοῦ Ἁγίου Ἀντύπα. Μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες ποὺ συνάντησε τὸν ἀδελφό, τὸν ῥώτησε ἂν τὶς ἔκανε: -Ναί, τοῦ ἀπαντᾶ, ἀλλὰ θέλω νὰ μοῦ πῆς, γιατὶ τὶς θέλεις. Γιατί διάλεξες αὐτοὺς τοὺς Ἁγίους; 
-Ἔ, νά, ἡ Παναγία νὰ μᾶς φυλάει στὸν τόπο της, ἡ Ἁγία Παρασκευὴ γιὰ τὰ μάτια καὶ ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαὴλ γιὰ τὴν ψυχὴ ὅταν θα ῤθῆ ἐκείνη ἡ ὥρα.
Εἶχε δηλαδὴ εἰκόνες, ὄχι μόνο γιὰ νὰ ὁμορφαίνουν τὸ κελλί του, ἀλλὰ γιὰ νὰ συζητᾶ μὲ τοὺς εἰκονιζόμενους Ἁγίους καὶ νὰ τοὺς ζητᾶ νὰ ἐνεργοῦν τὰ χαρίσματά τους ὅταν τοὺς εἶχε ἀνάγκη. Αὐτὸ τόνιζε ἰδιαίτερα καὶ ὁ Γέροντας Αἰμιλιανὸς σὲ μᾶς τοὺς νεωτέρους: 
-Νὰ ἔχετε εἰκόνες Ἁγίων μὲ τοὺς ὁποίους ἔχετε πραγματικὰ μία σχέση μαζί τους. Γιὰ μᾶς αὐτὸ ἦταν ὑπόδειξις τοῦ Γέροντα, ἀλλὰ γιὰ τὸν παπα-Σίμωνα μάθημα ζωῆς.
Στὸν ναὸ παραλάβαμε νὰ ἔχουμε ὀκτὼ ἀκοίμητα κανδήλια. Ὁ παπα-Σίμων, γιὰ νὰ μᾶς παρακινῆ νὰ τὰ προσέχουμε καὶ νὰ τὰ ἔχουμε πάντα ἀναμμένα, ἔλεγε: 
Μελέτιος μοναχός
Σιμωνοπετρίτης (1908-1978)
(Φωτογραφία: Χρήστος Ζέγκος, 1961)
-Στὶς Καρυὲς ἕνας ἀσκητὴς εἶχε ἑπτὰ κανδῆλες στὸ καλύβι του πάντοτε ἀναμμένες, καὶ ποτὲ δὲν τοῦ ἔλειψε τὸ λάδι, ἐνῶ ἕνας γείτονάς του, ποὺ εἶχε μόνον δύο κανδήλια, τὰ ἔσβηνε τὸ βράδυ γιὰ οἰκονομία, καὶ τὸ λάδι πάντοτε τοῦ ἔλειπε. Καὶ ἐδῶ, ὁ γερο-Μελέτιος, ὅταν ἦταν ἐκκλησιαστικὸς δύο-τρία χρόνια, τὸ πρόσεχε πολύ. Πήγαινε καὶ τὴν νύχτα ἀκόμη στὸν ναὸ γιὰ νὰ μὴν τοῦ σβήσουν. Ὅσο αὐτὸς τὰ πρόσεχε, τὸ Μοναστήρι εἶχε λάδι. Ἀγαποῦσε πολὺ ὁ παπα-Σίμων τὰ τοῦ ναοῦ καὶ προσπαθοῦσε διὰ τοῦ λόγου του νὰ μᾶς φιλοτιμήση. 
–Πὲς-πές,κάτι μένει, ἔλεγε.
Κάποιοι ἀδελφοί, ὅταν δὲν κοινωνοῦσαν, ἔπαιρναν τὸ ἀντίδωρο καὶ ἔφευγαν. Ὁ παπα-Σίμων πολὺ ἐστενοχωρεῖτο γιὰ αὐτό. Κάποια φορὰ λέει σὲ κάποιον: 
-Κάτσε, ποῦ πᾶς; Γιατί φεύγεις; 
-Δὲν κοινώνησα ἐγώ, παπα-Σίμων, ἀπαντᾶ ὁ ἀδελφός. 
–Δὲν πειράζει. Κάτσε νὰ ἀκούσεις, δὲν λέει τίποτε κακόν. Καλὰ πράγματα λέει. Καὶ ἐγὼ δὲν κοινώνησα, ἀλλὰ κάθομαι καὶ ὠφελοῦμαι.
Ἡ φιλοθεΐα γιὰ τὸν παπα-Σίμωνα ἦταν καθημερινὸ βίωμα. Ἀπὸ τὸ πρωΐ ποὺ θὰ ξεκινοῦσε ἀπὸ τὸ κελλί του, ὡς τὸ βράδυ ποὺ θὰ ἔκλεινε τὴν πόρτα τοῦ κελλιοῦ του, ἔβλεπε ἐνώπιόν του τὸν Θεὸ καὶ προσπαθοῦσε νὰ Τὸν δείχνει καὶ σὲ ἐμᾶς.
v) Φιλαδελφία
Γιὰ τὴν φιλαδελφία του νομίζω ὅτι ὁ καθένας μας θὰ ἔχει κάτι τὸ ξεχωριστὸ νὰ πῆ. Ὁ παπα-Σίμων ἦταν πάντα πρόθυμος καὶ θυσιαζόμενος. Ὁ Γέροντας Αἰμιλιανὸς μᾶς ἔλεγε ὅτι ὁ ἄλλος ἔχει πάντα δίκαιο. Ὁ παπα-Σίμων τὸ ἐφάρμοζε· παρὰ τὴν ἡλικία του πάντα ὑποχωροῦσε, καὶ ὁ ἄλλος νόμιζε ὅτι κέρδιζε, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα κερδισμένος ἦταν ὁ παπα-Σίμων.
Κάποτε δύο νεώτεροι πατέρες λογομάχησαν καὶ ἔτυχε νὰ εἶναι παρὼν καὶ ὁ παπα-Σίμων. Ὅταν μετὰ τὸν ῥώτησα, ὡς ὑπεύθυνος, ποιὸς ἔφταιγε, μοῦ ἀπάντησε: 
-Μονὸς καυγὰς δὲν γίνεται. 
Καὶ οἱ δύο τους εἴχανε τὶς εὐθύνες τους. δὲν κατηγόρησε κανέναν, ἀλλὰ διὰ τῆς παροιμίας εἶπε τὸ πνευματικό, ὅτι, ὅταν ἐπιμένουμε, χάνουμε. Ἔλεγε ἐπίσης: 
-Ὅταν μαλώνουν δύο, δίπλα τους βρίσκεται κάποιος Ἄγγελος ποὺ κρατάει ἕνα στεφάνι, γιὰ νὰ στεφανώσει τὸν νικητή. Ποιός ὅμως εἶναι ὁ νικητής; Αὐτὸς ποὺ ἔχει δίκαιο καὶ ἐπιμένει ἢ αὐτὸς ποὺ ὑποχωρεῖ; Αὐτὸς ἀσφαλῶς ποὺ ὑποχωρεῖ, διότι ἔτσι σταματᾶ ἡ διαφωνία καὶ ἐπέρχεται ἡ εἰρήνη τὴν ὁποία θέλει ὁ Θεός. Εἰρηνεύετε, μᾶς λέει. Γι’ αὐτὸ ὁ εἰρηνευτὴς στεφανώνεται ὡς ὁ νικητής. Θέλει δύναμη ψυχῆς καὶ ἀγάπη ἀδελφικὴ γιὰ νὰ γίνει αὐτό, καὶ ὁ παπα-Σίμων τὸ εἶχε.
Πρὶν ἔλθουμε στὸ Μοναστήρι, ὁ παπα-Σίμων ἧτο ἀπὸ τοὺς νεώτερους πατέρες. Μία ζωὴ σχεδὸν παρηγουμενιάρης καὶ τελευταῖα Ἐπίτροπος. Τὰ δύο αὐτὰ διακονήματα χρησιμοποιοῦσε γιὰ τὴν φιλαδελφία καὶ ὄχι γιὰ τὴν ἐξουσία. Κουτσοί, στραβοί, στὸν Ἅγιο Παντελεήμονα, λέει ἡ παροιμία. Αὐτὸ ἴσχυε καὶ γιὰ τὸν παπα-Σίμωνα. Ἱκανοποιοῦσε τὴν ὅποια ἀνάγκη εἶχε ὁ καθένας. Ὁ διακο-Ἰωαννίκιος ἐρχόταν ἀπὸ τὸν Δοντᾶ καὶ ἤθελε λίγο νὰ ξεκουραστῆ ἢ νὰ μείνει ἕνα βράδυ. Ὁ παπα-Σίμων τὸν ἀνέπαυε σὲ ἕνα δωμάτιο ἀπέναντι ἀπὸ τὸ κελλί του, στραμμένο στὰ βορεινά. Ἂν ἤθελε καὶ κάτι περισσότερο ἀπὸ τὴν μηνιαία κουμπάνια ποὺ ἔπαιρνε, ὁ παπα-Σίμων τὸν φρόντιζε. 
Ησύχιος ιερομόναχος
Σιμωνοπετρίτης (1909-1975)
–Νὰ ‘ναι καλὰ τὸ καημένο. Κούτσα-κούτσα, ὅ,τι θέλουμε μᾶς τὰς δίδει. Εἶναι γιὰ μᾶς μία παρηγοριά, ἔλεγε ὁ γερο-Ἰωαννίκιος. Καὶ τὸ γερο-Κάλλιστο τὸν οἰκονομοῦσε. Ἐπειδὴ ὡς κολλυβᾶς εἶχε στὸ κολλυβάδικο φωτιὰ καὶ σκεύη, τοῦ μαγείρευε καμία φορὰ ξεχωριστά, διότι ἦταν γέρος ἐνενήντα καὶ πλέον χρονῶν. Τὸν Μιχαήλ (κατόπιν π. Ἐμμανουήλ), τὸν κάπως ἀφελῆ, τὸν γερο-Εὐστράτιο, τὸν παπα-Ἡσύχιο, τὸν γερο-Μελέτιο, ὅλους τοὺς οἰκονομοῦσε στὰ θελήματά τους, γιὰ νὰ εἶναι εἰρηνικοί.
Στὰ διακονήματα ποὺ δὲν πήγαιναν ἄλλοι, αὐτὸς πήγαινε. Σκούπιζε, ἔπλενε τὰ τσανάκια καὶ μάλιστα μὲ παραδοσιακὸ τρόπο, μὲ ἀλισίβα. (Εἶχαν ἕνα δοχεῖο, συνήθως τενεκὲ τετράγωνο, γεμᾶτο μὲ τρύπες στὸ κάτω μέρος. Τὸ γεμίζανε ὡς ἕνα σημεῖο μὲ στάχτη ἀπὸ τὸ μαγειρεῖο -ἡ στάχτη περιέχει ποτάσα- καὶ τὸ τοποθετοῦσαν, στερεωμένα σὲ δύο σανίδες, πάνω σὲ ἕνα ἄλλο, ἄδειο, μεγαλύτερο. Ἐν συνεχείᾳ ῥίχνανε νερὸ στὸ πρῶτο δοχεῖο μὲ τὴν στάχτη, τὸ ὁποῖο διηθεῖτο καὶ ἔσταζε στὸ κάτω δοχεῖο. Τὸ περιεχόμενο αὐτὸ τὸ χρησιμοποιοῦσαν μαζὶ μὲ σαπούνι μπουγάδας γιὰ νὰ πλύνουν τὰ πιάτα μὲ σφουγγάρι φυσικὸ ἢ πανιά). Εἶχε λειψανδρία τὸ Μοναστήρι καὶ ὁ παπα-Σίμων ἀγογγύστως βοηθοῦσε ὅσο μποροῦσε.
Ὅταν ὅμως ἤλθαμε οἱ νέοι, ὁ παπα-Σίμων κάπως ἀνακουφίστηκε καὶ περιορίστηκε στὸ κολλυβάδικο, στὸν ναὸ καὶ στὴν κουζίνα ὡς βοηθὸς στὴν προετοιμασία, διακόνημα ποὺ τὸ κράτησε ὡς τὸ τέλος. Σὲ αὐτὸ τὸ διακόνημα πῆρε τὰ περισσότερα στεφάνια, ἀλλὰ καὶ μᾶς ἔδωσε τὰ μεγαλύτερα μαθήματα.
Πάντα πρόθυμος καὶ ἀλόγιστος καὶ σιωπηλός. Ἀλλά, καὶ ὅταν μιλοῦσε, δὲν κατηγοροῦσε κανένα. Πήγαινε πρῶτος καὶ ἔφευγε τελευταῖος. Δὲν εἶχε ἀργίες, καθάριζε κρεμμύδια, λάχανα, χόρτα, πράσα, μαρούλια, σκόρδα, πατάτες, ὅλα ὅσα χρειαζόταν ὁ μάγειρας, ὁ ὁποῖος τὰ σημείωνε στοὺς παπποῦδες. (Ὀνομάσθηκε ἔτσι τὸ σχετικὸ σημείωμα τοῦ μάγειρα, γιατὶ πάνω πάνω ἔγραφε· γιὰ τοὺς παπποῦδες).
Πῆγε λοιπὸν κάποτε ὁ παπα-Σίμων νὰ δῆ τὶ θὰ κάνει, ἀλλὰ ὁ μάγειρας εἶχε ξεχάσει νὰ γράψει· γιὰ τοὺς παπποῦδες. 
–Δὲν ἕγραψες γιὰ τοὺς παπποῦδες, λέει ὁ παπα-Σίμων τοῦ μάγειρα. 
-Ἄ! Ξέχασα, εὐλόγησον. Πᾶτε τώρα καὶ ἐλᾶτε σὲ πέντε λεπτά. Θὰ τὸ ἑτοιμάσω· τώρα δὲν μπορῶ, εἶπε ὁ μάγειρας. 
Ἔφυγε χωρὶς νὰ κακοκαρδιστῆ καὶ σὲ πέντε-δέκα λεπτὰ γύρισε καὶ ἀλόγιστα ἔκανε τὴν δουλειά του. Ἂν αὐτὸ ὁ μάγειρας τὸ ἔκανε σὲ κάποιον νεώτερο, αὐτὸς καὶ θὰ τοῦ ἀντιμιλοῦσε καὶ θὰ τὸ ἀνέφερε στὸν Γέροντα καὶ μὲ μοῦτρα θὰ ἐπέστρεφε στὸ διακόνημα, ἂν τελικῶς ἐπέστρεφε. Ὁ παπα-Σίμων εἶχε πάντα μέσα του εὐγένεια ψυχῆς, ἔδεχνε ἀνωτερότητα καὶ κέρδιζε τὴν μάχη μὲ τὸ νὰ ὑποχωρῆ καὶ νὰ ταπεινώνεται. 
–Νίκα τὸ κακὸ μὲ τὸ καλό, ἔλεγε.
Κάποια Πρωτοχρονιὰ ὁ Γέροντας μᾶς ἔδιδε τὰ διακονήματα, κάνοντας καὶ κάποια σχόλια γιὰ τὰ περασμένα, γιὰ τὸ νόημα τοῦ διακονήματος, ἀλλὰ καὶ τὶς ὑποχρεώσεις μας. Ἔδωσε καὶ στὸν παπα-Σίμωνα, παρὰ τὸ ὑπέργηρον τῆς ἡλικίας του, τὸ διακόνημα τοῦ βοηθοῦ εἰς τὸ μαγειρεῖον. Θέλοντας νὰ διδάξει ἐμᾶς τοὺς νεώτερους, εἶπε: 
-Τὸ διακόνημα τακτοποιεῖ τὸν μοναχὸ μὲ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν Θεό. Εἶναι πολὺ σοβαρὴ ὑπόθεσις, ὄχι μόνο γιὰ τὸ Μοναστήρι, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή. Μπράβο στὸν παπα-Σίμωνα, ποὺ ποτὲ δὲν ἐγκατέλειψε τὸ διακόνημα. Ἀπὸ τὰ νιᾶτά μου μέχρι σήμερα στὰ γεράματά του ἐργάζεται. Βοηθᾶ ἀνελλιπῶς εἰς τὴν κουζίνα, κουρασμένος ἢ ξεκούραστος. Ὅπως καὶ ἂν εἶναι, δὲν ἀφήνει τὸ διακόνημα. Ὁ παπα-Σίμων, ὄχι μόνο κάνει ἀνελλιπῶς τὸ διακόνημα, ἀλλὰ νοιώθει ὅτι καὶ τὸ Μοναστήρι τοῦ ἀναγνωρίζει αὐτὸν τὸν κόπο καὶ τὸν ἀγαπᾶ. Ἔτσι, καὶ γιὰ φέτος τοῦ δίδει πάλι τὸ διακόνημα τοῦ βοηθοῦ στὴν κουζίνα. Διότι, ὰν δὲν τοῦ δίναμε τὸ διακόνημα, ὁ παπα-Σίμων θὰ νόμιζε ὅτι δὲν τὸν ἀγαπᾶμε οὔτε τὸν σεβόμαστε καθόλου, καὶ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ζήσει ἀνάμεσά μας. Ὁ παπα-Σίμων ταπεινῶς σιγομουρμούρισε: 
-Ὁ μὴ ἐργαζόμενος μηδὲ ἐσθιέτω. Τὸ καθῆκόν μας εἶναι αὐτό.
Γερβάσιος μοναχός
Σιμωνοπετρίτης (1946-2000)
Ὅταν ὅμως ἀῤῥώστησε καὶ παρέμεινε στὸ κελλί του, τὸ μὲν θέμα τῶν ἀκολουθιῶν τακτοποιήθηκε ἔτσι ποὺ νὰ τὶς ἀκούει μὲ εἰδικὴ συσκευὴ ἀπὸ τὸ κελλί του, ἔμεινε ὅμως το θέμα τῆς ἐργασίας. Γιὰ αὐτὸ φρόντισε ὁ καλός μας π. Γερβάσιος. Τοῦ κατέβαζε στὸ κελλί του πατάτες, σκόρδα κ.λ.π. καὶ ἐκεῖ τὰ καθάριζε, βοηθῶντας καὶ πάλι.
vi) Φιλανθρωπία
Τρόπους ἔβρισκε νὰ ἐκπληρώνει καὶ τὴν φιλανθρωπία του. Οἱ διερχόμενοι φτωχοὶ καὶ ζητιάνοι –τὸν παλαιὸ καιρὸ εἶχε πολλοὺς τὸ Ἅγιον Ὄρος-, ὡς ἀπόκληροι τῆς ζωῆς, ἔβρισκαν καταφύγιο ἐδῶ, διότι τοὺς φρόντιζε ὁ παπα-Σίμων. Σὲ ἄλλον ἔδιδε κάτι φαγώσιμα, σὲ ἄλλους κάποια ῥοῦχα καὶ μάλιστα δικά του, σὲ ἄλλους σαπούνι, ῥακί, καφέ, λουκούμια, ὅ,τι τοῦ εὑρίσκετο. Κανεὶς δὲν ἔφευγε μὲ ἄδεια χέρια. Ὅλοι τὸν γνωρίζανε, τὸν καλοτυχίζανε καὶ τὸν μακαρίζανε.
Δὲν τοῦ διέφευγαν ἐπίσης οἱ φτωχοὶ μοναχοί. Κάποιον π. Κοσμᾶ ἀπὸ τὰ Ξηροποταμινὰ Κελλιά, ὁ ὁποῖος παλιὰ εἶχε κάνει ἐργάτης στὸν Δοντᾶ καὶ μετὰ ἔγινε καλόγερος, τὸν φρόντιζε ἰδιαιτέρως. Ὅταν κάτι χρειαζόταν, ὁ παπα-Σίμων τοῦ τὸ ἔδιδε. Ὅλοι οἱ ἐρημίτες τὸ γνωρίζανε καὶ τὸν ἐπαινοῦσαν. Οἱ δασεργάτες τοῦ φέρνανε ἀπὸ τὸ βουνὸ κάστανα, φροῦτα, βότανα, σαλέπι, καὶ αὐτὸς τοὺς γέμιζε μὲ δπωρα.
Ὅταν ὅμως τὸ Μοναστήρι ἐπανδρώθηκε καὶ αὐτὸ τὸ διακόνημα τὸ ἀνέλαβε ὁ Ἀρχοντάρης μὲ τὸν ἑκάστοτε Ἐπίτροπο, ὁ παπα-Σίμων βρῆκε ἄλλο τρόπο νὰ ἐκδηλώνει τὴν ἀγάπη του πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, καὶ μάλιστα τοὺς γνωστοὺς καὶ βοηθοῦντας τὸ Μοναστήρι. Πῆρε εὐλογία ἀπὸ τὸ Γέροντα καὶ τοῦ ἔδιδε ὁ δοχειάρης φουντούκια ἁγιορείτικα, ἀγορασμένα ἀπὸ τὶς Καρυές. Ὁ παπα-Σίμων τὰ ἔσπαζε, τὰ καθάριζε καὶ τὰ καβούρδιζε (παλαιὰ στὸ καβουρδιστήρι τοῦ καφέ, μετὰ στὸν φοῦρνο, καὶ τελευταῖα τὰ ἔψηνε στὴν κουζίνα). Τὸ βράδυ στὸ κελλί του ἢ ὅταν δὲν εἶχε διακόνημα, ἔκανε χωνάκια (στὴν ἀρχὴ ἀπὸ ἐφημερίδα, μετὰ ἀπὸ χαρτὶ παντοπωλείου) καὶ ἔβαζε μέσα 9 ἕως 12 φουντούκια, εἰς τύπο τῶν Ἀρχαγγέλων ἢ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Καλημέριζε τὸν γνωστὸ μὲ τὸ ἀφοπλιστικὸ καλογερικό του χαμόγελο καὶ τοῦ ἔλεγε: 
-Δὲν σὲ διώχνω, ἀλλὰ πότε θὰ φύγεις; 
Ἐκεῖνος τοῦ φιλοῦσε τὸ χέρι καὶ τοῦ ἀπαντοῦσε. Αὐτός, λοιπόν, ἔπαιρνε μαζί του ἕνα-δύο χωνάκια καί, ὅταν τὸν ξανάβρισκε, τοῦ τὰ ἔδιδε. Ὅποιος πῆρε χωνάκι ἀπὸ τὸν παπα-Σίμωνα, ποτὲ δὲν τὸν ξέχασε. Τὰ κρατοῦσαν καὶ τὰ μοιραζόντουσαν στὸ σπίτι ὡς εὐλογία ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Τόσα χρόνια περάσανε τώρα καὶ ὅλοι θυμοῦνται τὰ χωνάκια τοῦ παπα-Σίμωνα.
Ὅταν κάποιος τοῦ ἔφερνε ἢ τοῦ ἔδιδε κάτι, αὐτὸς ζητοῦσε τὰ ὀνόματά του γιὰ νὰ τὰ μνημονεύει. Ἄλλος τρόπος αὐτὸς ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας· πνευματικὴ προσφορὰ αὐτή. Εἶχε ὁλόκληρο τετράδιο μὲ τὰ ὀνόματα καὶ τὰ μνημόνευε ὥρες στὸ κελλί του, ἀκόμη καὶ ξαπλωμένος.
Ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος πάντα βρίσκει τρόπους γιὰ νὰ ἐκδηλώνει τὴν ἀγάπη του. Ὅ,τι ἔκανε, τὸ ἔκανε ἀπροσποίητα, μόνον ἀπὸ ἀγάπη καὶ χωρὶς συμφέρον.
vii) Ὑπομονή
Γιὰ τὴν ὑπομονή του ἦταν ὑπόδειγμα. Εἶχε σπάσει τὸ ἕνα πόδι στὸν ἀστράγαλο, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν τὸν ἐμπόδιζε ἀπὸ τὰ διακονήματα καὶ τὴν προσφορά του. Ζοῦσε σὰν νὰ μὴν εἶχε πρόβλημα.
-Πῶς τὸ σπάσατε, παπα-Σίμων, τὸ πόδι; Δὲν σᾶς πῆγαν στὸν γιατρό;, τὸν ῥώτησα κάποτε.
Κανέναν δὲν κατηγόρησε ποτὲ γιὰ αὐτό. Τὰ εἶχε ἀφήσει ὅλα στὸν Θεό. Ἀξίζει νὰ καταγραφῆ τὶ διηγεῖτο γιὰ τὸ πόδι του.
Εἴχμε ἀγρυπνία τῶν Ἁγίων Πάντων. Ἐπίτροποι ἐκεῖνον τὸν χρόνο ἦταν ὁ παπα-Νεόφυτος καὶ ὁ παπα-Παντελεήμων. Εἴχαμε συμφωνήσει νὰ φύγουμε στὴν διακοπὴ τῆς ἀγρυπνίας ἐγὼ καὶ ὁ παπα-Νεόφυτος, γιὰ νὰ πᾶμε νὰ κάνουμε Λειτουργία στὴν Δάφνη. Γιόρταζε ὁ ναός, βλέπεις, καὶ εἶναι ὁ μόνος ναὸς σὲ ὁλόκληρη τὴν Δάφνη. Πήραμε ἀγκαζὲ μοτόρι. Εἴχαμε πάρει καὶ εὐλογία ἀπὸ τὸν τότε Ἡγούμενο, τὸν παπα-Χαράλαμπο, διότι, τὴν ὥρα ποὺ θὰ φεύγαμε, αὐτὸς θὰ ἐκοιμᾶτο. Μόλις λοιπὸν ἄρχισε νὰ φέγγει, πήραμε τὰ πράγματα, τὸν τορβᾶ μας καὶ ξεκινήσαμε γιὰ τὸν Ἀρσανᾶ. Ἐκεῖ θὰ ἐρχότανε τὸ μοτόρι.
Ἔκανα ὅμως μία παρακοή. Ἐπειδὴ δὲν ἤμασταν πολλοὶ μοναχοί, ὅταν εἴχαμε ἀγρυπνία, καλούσαμε ἀπὸ τὴν ἔρημο πατέρες νὰ μᾶς βοηθήσουν, ὄχι τσάμπα, ἀλλὰ ἐπὶ πληρωμή. Φτωχοὶ ἄνθρωποι ἦταν καὶ αὐτοὶ καὶ ἤθελαν νὰ ζήσουν. Σὲ κείνη τὴν ἀγρυπνία μᾶς βοηθοῦσε ὁ γερο-Φίλιππος, ποὺ ἔκανε καὶ τὰ σκουφιὰ τὰ μάλλινα ποὺ φορᾶμε. Ἄκουσε καὶ αὐτὸς ὅτι θὰ κάνουμε Λειτουργία στὴν Δάφνη καὶ μοῦ λέει: 
-Ἄκου δῶ, παπᾶ, ἐσὺ κάθου ἐδῶ νὰ ψάλεις, νὰ πάω ἐγὼ στὴν Δάφνη, ποὺ θέλω καὶ κάποια πράγματα νὰ ψωνίσω, καὶ θὰ ψάλω κιόλας. 
Δὲν τὸν ἄκουσα, πικράθηκε καὶ τὸ πλήρωσα, φαίνεται. Τέλος πάντων.
Κατεβαίνοντας μὲ τὸν παπα-Νεόφυτο, εἴδαμε ἕνα φίδι. 
–Κακὸ σημάδι, λέει ὁ παπα-Νεόφυτος. 
Ἄμα δῆς φίδι στὸν δρόμο, δὲν εἶναι καλὸ σημάδι, καὶ βάλθηκε νὰ τὸ σκοτώσει. Ἐγὼ προχώρησα νὰ ἀνάψω τὸ κανδήλι στὴν Παναγία, ποὺ εἶναι στὸ προσκυνητάρι, καὶ θὰ τὸν περίμενα ἐκεῖ. Ἄναψα τὸ καντήλι καὶ περίμενα, ἀλλὰ σὲ λίηο κόρναρε τὸ μοτόρι ὅτι ἔφθασε στὸν Ἀρσανᾶ. Ἐγὼ φοβήθηκα μὴ φύγει καὶ προχωροῦσα βιαστικά. Κάπου πιὸ κάτω σφήνωσε τὸ σκαρπίνι ἀνάμεσα σὲ δύο πέτρες, καὶ ἐγώ, ἀντὶ νὰ κινηθῶ πρὸς τὰ πίσω γιὰ νὰ τὸ βγάλω μὲ τὴν ἡσυχία μου, τὸ τράβηξα ἀπότομα. Αὐτὸ ἤτανε. Ἄκουσα ἕνα κρὰκ καὶ ἔμεινα ἐκεῖ ἀκίνητος. Ὅσα φέρνει ἡ ὥρα, δὲν τὰ φέρνει ὁ χρόνος.
Μὲ ἀνεβάσανε στὸ Μοναστήρι. Ἔμεινα στὸ κρεβάτι. Πονοῦσα. Φέρανε τὸν γερο-Δημόκριτο, καλὸς ἄνθρωπος, ἔκανε τότε τὸν γιατρό. Μοῦ ἔβαλε τὸ πόδι στὸν γύψο καὶ μοῦ εἶπε νὰ μὴν τὸ πατήσω. Ποιός ὅμως θὰ ἔκανε τὶς δουλειές; Γι’ αὐτὸ σηκώθηκα, τὸ πάτησα, ἔδεσε στραβά, καί, ὅταν μοῦ ἔβγαλε τὸν γύψο καὶ εἶδε τὸ πόδι μου, ἔβαλε τὶς φωνές. Δίκιο εἶχε καὶ αὐτός, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ τί νὰ ἔκανα; Δὲν εἴχαμε ἀνθρώπους, βλέπεις. Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν.
Ὅταν εἶδαν τὸ πόδι μου οἱ Ἐπίτροποι, μὲ πῆγαν στὸ Γαλλικὸ Νοσοκομεῖο στὴν Θεσσαλονίκη, ποὺ τὸ εἶχαν καλόγριες καθολικές. Καλὸ νοσοκομεῖο. Τὸ εἶδαν οἱ γιατροὶ καὶ εἶπαν: 
-Αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ ξανασπάσουμε γιὰ νὰ κολλήσει σωστὰ ἢ νὰ τοῦ κόψουμε τὸ πόδι,διότι ἦταν πρησμένο. Να ‘ναι καλὰ οἱ Ἐπίτροποι ποὺ δὲν τοὺς ἄφησαν νὰ μοῦ κόψουν τὸ πόδι. Ἔμεινα ἐκεῖ καμία πενηνταριὰ ἡμέρες καὶ μετὰ γύρισα στὸ Μοναστήρι. Ἔπρεπε νὰ μὲ βγάλουν ἀμέσως οἱ Ἐπίτροποι. Ἀλλὰ ἔτσι αὐτοὶ κρίνανε... Κούτσα-κούτσα πέρασε ὁ καιρός. Δόξα τῷ Θεῷ, καὶ στὴν ἐκκλησία πάω καὶ στὸ διακόνημα.
Ὁ παπα-Σίμων κανέναν δὲν κατηγόρησε γιὰ τὸ πόδι του, μεγάλη ὑπομονὴ ἔδειξε, πνευματικῶς τὸ εἶδε ὡς καρπὸ ἀνυπακοῆς, καὶ καλογερικῶς τὸ ἔζησε σὰν ἄσκηση.
Σίμων ιερομόναχος Σιμωνοπετρίτης (1913-1998)
(Φωτογραφία: Douglas Little)
Ὅταν συνέβει αὐτό, ἦταν περίπου πενήντα χρονῶν. Ἔζησε μὲ σπασμένο πόδι γύρω στὰ τριάντα πέντε χρόνια.
Κάποια ἄλλη φορὰ ἔκανε ἐγχείρηση βουβωνοκήλης, πάλι στὸ Γαλλικὸ Νοσοκομεῖο. Ξεχάσανε ὅμως μέσα γάζες. Ὅταν γύρισε στὸ Μοναστήρι, τὸ τραῦμα πυοῤῥοοῦσε. Τὸ περιποιηθήκαμε, τὸν πήγαμε ξανὰ στὸν γιατρὸ στὴν Θεσσαλονίκη, τὸ καθαρίσανε, ἀλλὰ αὐτὸ συνέχισε νὰ πυοῤῥοῆ. Γι’ αὐτὸ τὸν πήγαμε στὴν Ἀθήνα, στὸν Εὐαγγελισμό, ὅπου ἦταν ἀδελφὴ νοσοκόμα ἡ Αἰκατερίνη Καραθανάση, μετέπειτα μοναχὴ Ἐπιστήμη. Τοῦ ἀνοίξανε τὸ τραῦμα, βρήκανε τὶς γάζες, και ὅλα αὐτὰ μὲ τοπικὴ ἀναισθησία. Πονοῦσε πολύ, ἀλλὰ ὑπέμενε καρτερικῶς. Ἄφησαν ἀνοικτὸ τὸ τραῦμα, καὶ ἔκλεισε σιγὰ-σιγὰ μόνο του. Εἶδαν τότε καὶ τὸ πόδι του, ἀλλὰ δὲν ἔκαναν τίποτε, διότι ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ μὴν ἀντέξει στὴν ἐπέμβαση. Τὴν ἀδελφὴ νοσοκόμα Αἰκατερίνη, μετέπειτα Ἐπιστήμη μοναχή, ὅσο ζοῦσε, τὴν μνημόνευε ὡς τὴν μεγάλη εὐεργέτιδά του.
viii) Διάκρισις
Μεγάλη ὑπῆρξε καὶ ἡ διάκρισίς του· δὲν πλήγωνε κανένα. Πάντα εἶχε στὸ στόμα του τὶς τρεῖς καλογερικὲς λέξεις-κλειδιά: Εὐλόγησον,ὡς συγγνώμη· εὐλογεῖτε, ὡς χαιρετισμὸ ἡμέρας καὶ νύκτας· να ‘ναι εὐλογημένο, ὡς ἀπάντηση στὸ θέλημα τοῦ ἄλλου, μικροῦ καὶ μεγάλου.
Ὁ γερο-Μακάριος, μεγάλος στὴν ἡλικία, πολλὰ χρόνια στὴν κοινωνικὴ χριστιανικὴ προσφορά, ἔγινε μοναχὸς στὰ Μετέωρα. Στὰ τελευταῖά του ἦρθε κοντά μας στὸ Ἅγιον Ὄρος. Ἔζησε ὑποδειγματικὴ χριστιανικὴ μοναχικὴ ζωή. Ἔπαθε ὅμως στὰ ἐνενήντα πέντε του χρόνια ἀμνησία. Παρὰ ταῦτα ἐρχόταν ἀνελλιπῶς στὸν ναό. Μία φορὰ ὅμως, στὴν ἀπόλυση τῆς Θ΄ Ὥρας, πρὶν ἀπὸ τὸν Ἑσπερινὸ ξεκίνησε νὰ φύγει γιὰ τὸ κελλί του· δὲν κατάλαβε ὅτι θὰ συνεχίζαμε τὸν Ἑσπερινό. Πάει ὁ παπα-Σίμων ὅλος εὐγένεια, τὸν πιάνει ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τοῦ λέει: 
-Φεύγεις; 
-Τί θὰ κάνω; Ἐδῶ θὰ καθίσω;, ἀπαντᾶ ὁ γερο-Μακάριος. 
–Καλά. Πάντως, ἐμεῖς δὲν τελειώσαμε, πάμε μέσα γιὰ Ἑσπερινό, λέει ἥρεμα ὁ παπα-Σίμων. 
-Ἔ, τότε νὰ ἔρθω καὶ ἐγώ, λέει ὁ γερο-Μακάριος. 
-Ἀπὸ ἐδῶ, τοῦ λέγει ὁ παπα-Σίμων καὶ τὸν πῆγε στὸ Καθολικό, στὸ στασίδι του. Πόση εὐγένεια! Τὶ διάκρισις!
Κάποια ἄλλη φορὰ ὁ παπα-Σίμων ζήτησε νηστίσιμο φαγητὸ τὸ πρωΐ, γιὰ νὰ κοινωνήσει· κρατοῦσε τὸ τριήμερο. Ὁ μάγειρας τὸ ξέχασε, παρόλο ποὺ τοῦ τὸ θύμισε. 
–Τὸ ξέχασα, εὐλόγησον!, τοῦ εἶπε. 
–Να ‘ναι εὐλογημένο. 
Τὸ βράδυ θὰ ἔχει καὶ ἄλλα νηστίσιμα ἀλάδωτα;, ῥωτάει ὁ παπα-Σίμων. Στὸ ναὶ τοῦ μάγειρα ὁ παπα-Σίμων σχολίασε: 
-Ἔ, τότε θὰ ἔχουμε περισσότερες πιθανόητες νὰ μᾶς θυμηθῆς. Εὐλογεῖτε!
Κάποτε κάποιοι πατέρες λέγανε διάφορα. Ὁ παπα-Σίμων ἄκουγε καὶ κούναγε τὸ κεφάλι του. Στὸ τέλος τὸν ῥωτήσανε, πιστεύοντας ὅτι τὸν πείσανε μὲ αὐτὰ ποὺ λέγανε: 
-Κατάλαβες; 
-Ναί, ναί, κατάλαβα. Κάθε ἄνθρωπος ἔχει τὶς ἰδέες του!, τοὺς ἀπάντησε.
Μία ἄλλη φορὰ διάβαζε κάποιος νεώτερος τὸ Ψαλτήρι καὶ κάτι δὲν ἄρεσε τοῦ παπα-Σίμωνα. Ἤξευρε ὅμως ὅτι δὲν πρέπει νὰ κάνουμε παρατήρηση. Τί νὰ κάνει; Ἀποφάσισε νὰ τοῦ μιλήσει. 
-Ἔ, ποῦ ‘σαι! Οἱ πατέρες λένε νὰ μὴν κάνεις ἀμέσως παρατήρηση, ἀλλὰ ἐγὼ ξεύρω ὅτι στὴν βράση κολλάει τὸ σίδερο. Ἔτσι δὲν εἶναι; Ἐπιτρέπεται νὰ σοῦ κάνω μία παρατήρηση; Διάβαζε πιὸ ἀργά, γιατὶ δὲν προλαβαίνω νὰ σὲ παρακολουθῶ. Ἐντάξει; 
-Να ‘ναι εὐλογημένο, ἀπάντησε ὁ νεώτερος. 
–Εὐχαριστῶ. Αὐτὸ ἤθελα νὰ σοῦ πῶ. Εὐλογεῖτε.
Ἄλλοτε πάλι κάποιος ἀπὸ τοὺςς πατέρες τὸν ῥώτησε: 
-Τί τοὺς κάνετε καὶ σᾶς ἀγαπᾶνε ἔτσι; Πεῖτε τό μου, νὰ τὸ κάνω καὶ ἐγὼ καὶ νὰ μ’ ἀγαποῦν. 
–Θὲς νὰ σ’ ἀγαποῦν; Ἀγάπα ἐσὺ πρῶτος. Ἀλλὰ καὶ νὰ μὴν σ’ ἀγαποῦν, ἐσὺ πάλι νὰ ἀγαπᾶς, γιὰ νὰ δίνεις τὸ καλό παράδειγμα. Ἐμεῖς, μὲ τὸ καλὸ θὰ νικοῦμε τὸ κακό, ἀπάντησε ὁ παπα-Σίμων.
Κάποτε ἔμεινε μόνος του στὴν κουζίνα νὰ καθαρίσει καὶ νὰ ἑτοιμάσει τὰ πράγματα. Πέρασε κάποιος νεώτερός του, ὁ ὁποῖος, πειράζοντάς τον λίγο ἢ καλύτερα προκαλώντας τον γιὰ νὰ ἀκούσει κάτι, τοῦ λέει: 
-Ἔμεινες μόνος; Οὐαὶ τῷ ἑνί. 
Καὶ ὁ παπα-Σίμων: 
-Εἰ ὁ Θεὸς μεθ’ ἡμῶν, οὐδεὶς καθ’ ἡμῶν.
Ὅταν ἕνας ἀδελφὸς ἔφυγε ἀπὸ τὸ Μοναστήρι, ῥώτησε κάποιος τὸν παπα-Σίμωνα: 
-Τί λές; Θὰ γυρίσει; 
-Τὸ πουλάκι, ἅμα βγῆ ἀπὸ τὸ κλουβί, δὲν ξαναμπαίνει μέσα. Νὰ προσέχει μόνον νὰ μὴν τὸ βρῆ τὸ γεράκι!, τοῦ ἀποκρίθηκε. 
Κάποιος ἄλλος ποὺ τ’ ἄκουσε αὐτά, τοῦ λέει: 
-Λυπηρὸ αὐτὸ τὸ γεγονός. 
-Ἄκουσε νὰ σοῦ πῶ, τοῦ ἀπαντάει ὁ παπα-Σίμων, ὁ Ἅγιος Σίμων οὔτε ὅταν εἶναι πολλοὶ ὠφελεῖται, οὔτε ὅταν εἶναι λίγοι ζημιώνεται. Ὁ Ἅγιος δὲν ἐνοχλεῖται ἀπὸ αὐτά. Ἐξ ἄλλου αὐτὰ εἶναι ἔργα τοῦ Θεοῦ. Ἐμεῖς νὰ προσευχόμαστε καὶ ὁ Θεὸς θὰ φέρει ἄλλους. Ἕνας φεύγει, ἄλλοι ἔρχονται. Αὐτὴ εἶναι ἡ ζωὴ στὸ Μοναστήρι. Τί νὰ κάνουμε; Ἡ ζωὴ χρειάζεται ὑπομονή. Οἱ πειρασμοὶ θὰ ἔρχονται, ἀλλ’ ὅμως ἐμεῖς πρέπει νὰ ἔχουμε ὑπομονή, καὶ ἔτσι θὰ περνοῦνε. Οἱ πειρασμοὶ εἶναι σὰν τὸν ἄνεμο ποὺ φυσάει τὰ καλάμια. Ὅταν τὰ βλέπει κανεὶς λυγισμένα, νομίζει ὅτι ἔσπασαν καὶ δὲν θὰ ξανασηκωθοῦν. Ὅταν ὅμως κοπάσει ὁ ἄνεμος, σηκώνονται καὶ αὐτὰ χωρὶς νὰ ἔχουν πάθει τίποτε. Ὅσα ὅμως δὲν λυγίζουν, σπᾶνε. Θέλει ἡ ζωή μας ταπείνωση, ὅταν ἔρχεται ὁ πειρασμός. Πρέπει νὰ σκύβει κανεὶς καὶ νὰ πέφτει μπροστὰ στὸν Θεὸ μέχρι ποὺ νὰ περάσει. Καί, ὅταν περάσει ὁ πειρασμός, συνεχίζεται ἡ ζωή. Ὁ καλὸς ὁ καπετάνιος στὴν φουρτούνα φαίνεται. Πάνω ἀπὸ ὅλα ὑπομονή. 
Ἔλεγε ἐπίσης: 
-Ὁ ἄνθρωπος ὅταν δὲν θέλει νὰ βλάψει τὸν ἑαυτό του, κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ τὸν βλάψει.
Κάποιος κάποτε τοῦ εἶπε: 
-Ὁ κόσμος, παπα-Σίμων, ἀπορεῖ μαζί σας. Ἁπλός στὶς σχέσεις σας, ἔξυπνος στὶς ἀπαντήσεις. Τί τελικὰ εἶναι ὁ παπα-Σίμων; 
-Ἁμαρτωλὸς εἶναι, ποὺ χρειάζεται προσευχή. Εὔχου καὶ ἐσὺ γι’ αὐτόν. Ἁμαρτωλὸς εἶναι. Νά, τὶ εἶναι, τοῦ ἀπάντησε ὁ παπα-Σίμων.
-Κάθε κακόφωνος, καὶ μουσικομανής. Τί νὰ πῆ κανείς;,μονολογοῦσε. 
–Λίγα νὰ σοῦ λένε, πολλὰ νὰ καταλαβαίνεις. Τὰ μουσικὰ εἶναι σὰν τὸ τσιγάρο. Μαθαίνεις νὰ τὸ καπνίζεις καὶ μετὰ δὲν μπορεῖς νὰ τὸ κόψεις. Εἶναι σὰν τὸ πιοτό. Καταντᾶς μπεκρὴς καὶ θέλεις συνέχειας νὰ πίνεις. Δὲν μπορεῖς νὰ τὸ κόψεις ἀκόμη καὶ ἂν σὲ βλάπτει. Ἔτσι εἶναι καὶ τὰ μουσικά, σὰν τὸν μέθυσο. Πάθος εἶναι, βλέπεις. Ὅποιος μάθει νὰ ψάλλει, δὲν μπορεῖ νὰ ἀκούει ἄλλον. Λυπᾶται, θέλει νὰ ψάλλει μόνον αὐτός. Εἴχαμε τέτοιους παλαιά, Ὅσο ψάλλανε, ἤτανε καλά. Ἂν δὲν τοὺς βάζανε τὰ ψάλλουν, στενοχωριόνταν. Τί νὰ πῆ κανείς; Ὑπομονή. Κύριε ἐλέησον!
Γιὰ τὸ Κοινόβιο ἔλεγε: 
-Ἔχει τὶς δυσκολίες εις τὴν συγκατοίκηση. Ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον τὸν ἔκανε ἐλεύεθρο. Ἕνας θὰ ψάλει, ἄλλος θὰ φωνάξει, ἄλλος θὰ γελάσει. Ὅλα νὰ τὰ περιμένει κανείς, γιὰ νὰ μὴν ταράσσεται. Χρειάζεται ὑπομονὴ καὶ ἀγῶνα γιὰ νὰ ζήσεις στὸ Κοινόβιο.
-Πόση προσευχὴ νὰ κάνει ὁ κοινοβιάτης; Τί τάξη εἴχατε, παπα-Σίμων;, τὸν ῥωτούσαμε.
-Ὅσο φθάνει τὸ χεράκι σου, ἅπλωνε τὸ καλαθάκι σου. Γιατί, ὅποιος ψάχνει τὰ πολλά, χάνει καὶ τὰ λίγα. Λένε καὶ τὸ ἄλλο· μόνος σου χόρευε να ἔχεις τὸν σκοπό σου, δηλαδὴ ἡ προσευχὴ δὲν εἶναι ὑπόθεσις τοῦ Κοινοβίου, ἀλλὰ τῆς κάθε ψυχῆς μὲ τὶς ὁδηγιες τοῦ Γέροντος. Κοινόβιο εἶναι ἡ κοινὴ λατρεία ποὺ εἶναι στὰ μέτρα ὅλων τῶν μοναχῶν, διότι εἶναι καρπὸς πείρας πολλῶν αἰώνων.
Γιὰ τὴν εὐχὴ ἐπίσης ἔλεγε: 
-Πάρε με σαν μ’ ἔχεις, νὰ μ’ ἔχεις σὰν μὲ θές. Ἡ εὐχὴ δηλαδὴ εἶναι προσπάθεια συνυφασμένη καὶ μὲ τὸν ἐλεύθερο χρόνο ἢ τὸν χρόνο ποὺ μπορεῖς νὰ ἐξοικονομήσεις. Βρῆκες καιρό, ἀρμένιζε· δηλαδὴ ἔχεις χρόνο, πὲς τὴν εὐχή. 
Σὲ κάποιον ἄλλο, ποὺ τὸν ῥωτοῦσε κάποτε γιὰ τὴν εὐχή, τοῦ εἶπε: 
-Γιὰ μᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς, νὰ ποῦμε, ὑπάρχει ἡ Παναγία. Σ’ αὐτὴν προσευχόμαστε ἐμεῖς. Καλὰ εἶναι καὶ αὐτὸ ποὺ λές· Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλό, ἀλλά, νά, πῶς νὰ τὸ πῶ, ἡ Παναγία ἦταν ἄνθρωπος, καὶ μάλιστα μητέρα, καὶ μπορεῖ πιὸ εὔκολα νὰ μᾶς καταλάβει. Ἐμεῖς, οἱ ἁμαρτωλοί, στὴν Παναγία προσευχόματε. Αὐτὴ εἶναι γιὰ μᾶς.
Ἕνα καλογέρι τὸν ῥώτησε κάποτε: 
-Θὰ σωθοῦμε, παπα-Σίμων; -Νὰ ἐλπίζουμε, τοῦ ἀπαντᾶ. 
–Σὲ ποιόν;, ξαναρωτᾶ τὸ καλογέρι. 
–Στὴν Παναγία μας, στὸν Ἅγιο Σίμωνα ποὺ εἴμαστε παιδιά του, στὴν Ἁγία Μαγδαληνὴ καὶ σὲ ὅλους τοὺς Ἁγίους, καὶ νὰ ἐλπίζουμε πάντοτε βέβαια, ἀργολογία λίγη, γέλια δὲν χρειάζονται, πειράγματα δὲν ἐπιτρέπονται, ἀνέκδοτα ὄχι. Ἔ, ὄχι αὐτά! Καὶ νὰ ἐλπίζουμε στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἀκόμη, νὰ θυμώμαστε καὶ τοῦτο· δὲν κάνεις Κανόνα στὰ νιᾶτά σου; Θὰ τὸν κάνεις τότε στὸ κρεβάτι, στὸ γῆράς σου.
Γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ἔλεγε: 
-Οἱ ἄνθρωποι ὁμορφαίνουν τὸ Μοναστήρι καὶ τὸν κόσμο, γιατὶ μόνον οἱ ἄνθρωποι εἶναι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Δὲν πᾶς νὰ γεμίσεις ἕνα κελλὶ μὲ λίρες! Τί νὰ τὸ κάνεις, ἅμα δὲν ἔχεις ἀνθρώπους. 
Ἔλεγε ἀκόμη πόσο δύσκολο πρᾶγμα εἶναι νὰ γνωρίσεις τοὺς ἀνθρώπους. 
-Ἅμα δὲν φᾶς ψωμὶ και ἁλάτι μὲ ἕναν ἄνθρωπο, δὲν μπορεῖς νὰ ξεύρεις τὶ ἄνθρωπος εἶναι. Ἦταν ἕνας ποὺ τὸν εἴχανε γιὰ ἅγιο. Λέει κάποιος ὅμως ποὺ τὸν γνώριζε: Ἔλα νὰ δῆς πόσο ἅγιος εἶναι. Πᾶνε στὸ κελλὶ καὶ χτυποῦνε τὴν πόρτα. Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον ἡμας... Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων... Βρέ, ἀκούγεται μία φωνὴ ἀπὸ μέσα, ποῖος διάβολος χτυπάει μέρα-μεσημέρι καὶ δὲν μ’ ἀφήνει νὰ ξεκουραστῶ. Νὰ ὁ ἅγιος! Ἄνθρωπο βλέπεις, ψυχὴ δὲν γνωρίζεις. Νὰ μὴν βιαζόμαστε νὰ βγάζουμε συμπεράσματα.
Κάποτε τὸν πείραζε ὁ παπα-Θανάσης ποὺ ἦταν καὶ γείτονάς του:
-Τὰ ‘μαθες, παπα-Σίμων; Θὰ γίνει πόλεμος καὶ θὰ ‘ρθουν νὰ μᾶς πιάσουν καὶ θὰ μᾶς σφάξουν καὶ θὰ γίνουμε μάρτυρες. 
-Ἄ, πα πα πα!  Κούφια ἡ ὥρα ποὺ τ’ ἀκούει!, τοῦ ἀπαντάει. 
–Γιατί, παπα-Σίμων; Μάρτυρες θὰ γίνουμε. 
-Ὄχι, ὄχι! Καλύτερα ὅσιοι, παρὰ μάρτυρες, τοῦ λέει.
Ὁ παπα-Σίμων, ἀφ’ ὅτου ἦλθε στὸ Ἅγιον Ὄρος, δὲν ξαναπῆγε ποτὲ στὴν Χίο, δὲν ξαναεῖδε τοὺς δικούς του. Στοὺς Χιῶτες ὅμως, ποὺ πρωτοπῆγε ὡς λαϊκὸς ὅταν πρωτοῆλθε, πήγαινε συχνὰ καὶ τοὺς ἐκτιμοῦσε βαθιά. Τὸ εἶχε σὰν δεύτερο σπίτι του. Πάντα τοὺς φρόντιζε, πάντα μάθαινε νέα τους. Ἔπαιρνε τὴν εὐχὴ τοῦ Γέροντος Αἰμιλιανοῦ, ἔπαιρνε μία σχετικὴ κουμπάνια καὶ πήγαινε στὴν Δάφνη μὲ τὸ αὐτοκίνητο. Ἀπὸ ἐκεῖ μὲ τὸ καράβι ἔφθανε στὴν παραλία τῆς Ἁγίας Ἄννας. Καὶ αὐτὸς τὸ χαιρότανε, καὶ αὐτοὶ τὸν περιμένανε. Καθότανε μία-δύο μέρες καὶ ἐπέστρεφε. Ἦταν πολὺ εὐγνώμων καὶ δὲν ξεχνοῦσε τὴν οἰκονομία ποὺ τοῦ κάνανε ὅταν πρωτοπῆγε ἐκεῖ. Τοὺς μνημόνευε πάντοτε.
ix) Ἀνεξικακία
Γελάσιος μοναχός 
Σιμωνοπετρίτης (1904-1987)
(Φωτογραφία: διάκονος 
Γεννάδιος Δεμερτζής)
Ἡ ἀνεξικακία του φαίνεται καθαρὰ στὸ ἑξῆς περιστατικό. Γύρω στὸ 1984 ἀνέβηκε λόγῳ γήρατος στὸ Μοναστήρι ὁ γερο-Γελάσιος ἀπὸ τὴν Δάφνη, ὅπου ἔμεινε χρόνια. Ἀποφάσισε τότε λόγῳ ἀδυναμίας καὶ ἄφησε τὴν θάλασσα, ποὺ τόσο ἀγαποῦσε, καὶ ἦρθε στὸ Μοναστήρι. Τὸ κελλί του ἦταν μὲ τοῦ παπα-Σίμωνα πλάϊ-πλάϊ.
Μία μέρα ὁ παπα-Σίμων ἤθελε νὰ πάει στὴν Ἁγία Ἄννα, στοὺς Χιῶτες. Πῆρε τὴν εὐλογία ἀπὸ τὸν Γέροντα, ἑτοίμασε καὶ τὴν μικρὴ κουμπάνια –εὐλογία ποὺ θὰ τοὺς πήγαινε-, ἀλλὰ πρόσεχε πολὺ νὰ μὴν καταλάβει τίποτε ὁ γερο-Γελάσιος, ποὺ δὲν τοῦ ἄρεσαν οἱ βόλτες καὶ τὰ σούρτα-φέρτα. Ἐκεῖνος ὅμως, πανέξυπνος καθὼς ἦταν, τὸ ἀντιλήφθηκε καὶ τὸν ῥώτησε: 
-Γιὰ ποῦ ἑτοιμάζεσαι πάλι; Ὁ παπα-Σίμων χαμογέλασε: 
-Ἔ, νά, Γέροντα, δὲν πρόλαβε νὰ τελειώσει, καὶ ὁ γερο-Γελάσιος τοῦ ἔβαλε τὶς φωνές: 
-Ἄσ’ τα αὐτὰ καὶ κάτσε στὸ κελλί σου. Δὲν εἶσα τώρα γιὰ βόλτες. Γερο-σουρτούκης θὰ καταντήσεις. 
Τοῦ εἶπε καὶ ἄλλα πολλά. Ὁ παπα-Σίμων πρόλαβε καὶ εἶπε: 
-Εὐλόγησον, Γέροντα, εὐλόγησον, καὶ ἀπομακρύνθηκε ἀδιαμαρτύρητα.
Μετὰ ἀπὸ λίγο τὸν βρίσκει ὁ παπα-Ἐφραίμ· ἦταν τραπεζάρης καὶ ἔτυχε νὰ ἀκούσει τὴν ὅλη συζήτηση: 
-Τί ἔγινε παπα-Σίμων;, τὸν ῥωτάει. 
-Ἄσ’ τα, ἄσ’ τα, φώναξε ὁ Γέρος. Δίκιο εἶχε, τὶ νὰ πῆς. Κοίτα, τώρα ποὺ θὰ φύγω, πήγαινε ἐσὺ σὰν Πνευματικὸς καὶ προσπάθησε νὰ τὸν εἰρηνεύσεις. Θὰ κάνω καὶ ἐγὼ προσευχή. Κατάλαβες;, λέει ὁ παπα-Σίμων.
Οὔτε ἀντιμίλησε, οὔτε θύμωσε, καὶ μάλιστα τὸν δικαιολόγησε μέσα του. Ποτὲ δὲν εἴδαμε τὸν παπα-Σίμωνα θυμωμένο ἢ ταραγμένο. Πάντα πρᾶος, εἰρηνικὸς καὶ ταπεινός.
x) Διάφορα ἄλλα περιστατικά
Τελειώνοντας τὶς ἐνθυμήσεις ἀπὸ τὸν παπα-Σίμωνα, θὰ ἤθελα νὰ γράψω καὶ δύο λόγια γιὰ τὸ κελλί του. Εἴμασταν γείτονες ὅλα τὰ χρόνια. Τὸ κελλί του δὲν διέφερε σὲ τίποτε ἀπὸ τὰ ἄλλα κελλιά, μόνο ποὺ ἐπικρατοῦσε ἀταξία, σύμφωνα μὲ τὰ δικά μας δεδομένα· γιὰ κεῖνον ὅμως ἦταν εὔτακτον. Πάντως, ὅ,τι ἤθελε ἀπὸ τὰ πράγματα ποὺ μποροῦσε πολὺ εὔκολα νὰ τὸ βρῆ μέσα σὲ ἐκείνη τὴν ἀταξία.
Μία φορά, κάποιος ἀπὸ τοὺς πατέρες, ἀνέλαβε νὰ τὸν βοηθήσει νὰ καθαρίσει τὸ κελλί του. Ὅλη τὴν ἡμέρα τὸ καθάριζε, τὸ τακτοποίησε καὶ μπῆσε μία τάξη καὶ σειρά. Ὁ παπα-Σίμων πολὺ τὸν εὐχαρίστησε, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγη ὥρα ἄρχισε νὰ ψάχνει νὰ βρῆ τὰ πράγματα του. Τὰ βρῆκε, ἀφοῦ τὰ ἔκανε πάλι ὅπως ἦταν πριν. Εὐχαρίστησε τὸν Γέροντα, ἀλλὰ τοῦ εἶπε ὅτι τοῦ μπερδεύουν τὰ πράγματα καὶ δὲν μπορεὶ νὰ τὰ βρῆ καὶ γι’ αὐτὸ δὲν θέλει νὰ τοῦ ξανατακτοποιήσουν τὸ κελλί του.
Εἶχε κρεβάτι λόγῳ τοὺ σπασμένου ποδιοῦ του, ἀλλὰ πάνω στὸ στρῶμα ἦταν τὰ βιβλία του, τὰ διαβάσματά του, μουσικά, πατερικά, λειτουργικά, συναξάρια, πρακτικά, βοτανολογία καὶ τὸ τετράδιο μὲ τὰ ὀνόματα. Ὅλα τὰ χρησιμοποιοῦσε. Πάντα κάτι ψαχούλευε. Πάντως, μέσα εἰς αὐτὸ τὸ χάος αὐτὸς τὰ ἔβρισκε ὅλα.
Κάποτε εἴχαμε ἀγρυπνία καὶ στὴν διακοπὴ πήγαμε νὰ ξεκουραστοῦμε. Μέσα στὴν νύκτα ἄκουσα ψαλμωδία, τό· Ἅγιος ὁ Θεός..., τοῦ Καλογήρου καὶ μάλιστα μὲ τό· Δύναμις. Μέσα στὸν ὕπνο του ἔψαλλε. Ἄλλοτε πάλι ὁ παπα-Βησσαρίων, περνώντας ἀπ’ ἔξω, τὸν ἄκουσε νὰ ψάλλει τό· Χερουβικό, καὶ περίμενε νὰ ἀκούσει καὶ τὴν συνέχεια· ὡς τὸν Βασιλέα τῶν ὅλων..., ἀλλὰ ἐκείνη τὴν ὥρα κτύπης εἡ καμπάνα καὶ ξύπνησε ὁ παπα-Σίμων. Ὁ νηστικὸς καρβέλια ὀνειρεύεται, καὶ ὁ παπα-Σίμων ἀπὸ τὸ ξεχείλισμα τῆς καρδιᾶς του ψαλτικὰ ἐρεύγεται.
Σίμων ιερομόναχος Σιμωνοπετρίτης (1913-1998)
xi) Τὸ τέλος του
Τὰ χρόνια ὅμως πέρασαν. Τὰ πόδια ἄρχισαν νὰ μὴν τὸν κρατοῦν, καὶ ἂς εἶχε καὶ τὸ μπαστουνάκι. Στὴν κουζίνα, στὸ διακόνημά του ποὺ δεν ἔλεγε νὰ τὸ ἀφήσει, ἔπαθε δύο-τρεῖς λιποθυμικὲς κρίσεις καὶ χρειαζόταν πλέον χειραγωγόν. Ὁ νεώτερος π. Σίμων, ποὺ ἰδιαιτέρως τὸν ἀγαποῦσε καὶ ζήτησε στὴν κουρά του νὰ πάρει τὸ ὄνομά του, ἔγινε πλέον ἀπαραίτητος βοηθός του. Στὸ κελλὶ τὸν βοηθοῦσε, τὰ ῥοῦχά του τὰ ἔπλενε, τὸ φαγητό του τὸ πήγαινε, τοῦ διάβαζε, στὰ φουντούκια τὸν βοηθοῦσε καὶ τὰ μικροθελήματά του τὰ ἔκανε. Ἔτσι, καὶ ὁ παπα-Σίμων ἦτο ἀναπαυμένος, καὶ ὁ π. Σίμων πολὺ εὐχαριστημένος ποὺ εἶχε τὴν μεγάλη εὐλογία νὰ τὸν ἐξυπηρετῆ.
Κάποτε ἔσπασε καὶ τὸ πόδι του καὶ καθηλώθηκε στὸ κρεβάτι. Παρὰ τὶς φροντίδες καὶ τὴν ἰατρικὴ περίθαλψη, ἡ καρδιά του κουράστηκε, ἡ ψυχή του ἑτοιμάστηκε, καὶ ἔτσι ἄρχισε ὁ δρόμος γιὰ τὸ μεγάλο ταξίδι. Περνοῦσαν οἱ πατέρες, τοὺς ἔβλεπε καὶ τὸν βλέπανε. Βάραινε ὅμως πολὺ καὶ ἔπαθε κάμψη ἡ καρδιά του. Τότε πῆγε ὁ παπα-Θανάσης νὰ τοῦ διαβάσει τὴν εὐχὴ εἰς ψυχοῤῥαγοῦντα. Ἐνῷ διάβαζε τὸν κανόνα, συμμετεῖχε ὁ ἴδιος λέγοντας τό· Ἀμήν, τό· Κύριε ἐλεήσον. Μὲ τὸ τέλος τῆς εὐχῆς ἄφησε τὴν τελευταία του πνοὴ στὶς 13-7-1997.
Τὸν ἑτοιμάσαμε, τὸν ἀνεβάσαμε στὸν ναό, τὸν ξενυντήσαμε, διαβάζοντες τὸ Τετραβάγγελο καὶ κάνοντας ὅλοι οἱ παπάδες Τρισάγια, καὶ τὴν ἄλλη μέρα, άνήμερα τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου, τὸν προπέμψαμε μὲ ψαλμοὺς καὶ ὕμνους.
Ὁ παπα-Σίμων ἦτο ὁ τελευταῖος ἀπὸ τοὺς δώδεκα Γέροντες, ποὺ βρήκαμε ὅταν ἤλθαμε. Μὲ τὸν δικό του θάνατο ἔκλεισε ἡ αὐλαία τῶν παλαιῶν, ἀλλὰ ἤδη στὸ νέο σκηνικὸ εἴμαστε πλέον ἐμεῖς, στὴν ἡλικία τὴν ὁποία εἶχαν οἱ Γέροντες ὅταν ἤλθαμε.
Τὸ Μοναστήρι εἶναι σκάμμα πνευματικό, εἶναι παλαίστρα, εἶναι στάδιον ἀγώνων, ὅπου ἀγωνοθέτης καὶ στεφανωτὴς εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Συνήθως μπαίνουμε μαυρογένηδες καὶ φεύγουμε ἀσπρομάλληδες· μπαίνουμε ἄγουροι καὶ φεύγουμε ὥριμοι· μπαίνουμε ἁμαρτωλοὶ καὶ βγαίνουμε ὁ Θεὸς ξέρει πῶς. Πάντως, φεύγοντας ἀπὸ τὸ Μοναστήρι, προσδοκοῦμε τὸ ἔλεος καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τῆς Κυρίας τοῦ τόπου τούτου, καὶ τῶν Ἁγίων τοῦ Μοναστηριοῦ μας.
Ὁ νεκρὸς δεδικαίωται, ἀλλὰ οἱ ἐπιζῶντες χρεωστοῦμεν νὰ τοὺς ἐνθυμούμεθα, νὰ τοὺς μιμούμεθα, νὰ προσευχώμεθα καὶ νὰ ἐλπίζουμε στὴν κοινὴ ἀνάσταση, νὰ εἴμαστε ὅλοι μαζὶ κοντὰ στὸν Ἅγιο Σίμωνα, ὡς τὰ παιδιά του καὶ οἱ προστατευόμενοί του.
Ἄρχισα μὲ μία παροιμία τοῦ παπα-Σίμωνα: Ἂν δὲν ἔχεις γέρο, ἀγόρασέ τον. Ἐμεῖς, ἐρχόμενοι στὸ Ἅγιον Ὄρος, δὲν χρειάσθηκε νὰ ἀγοράσουμε, γιατὶ μᾶς χάρισε ὁ Θεὸς δώδεκα γέρους!  Ὄχι γεροντάκια ἀνήμπορα, ἀλλὰ Γεροντᾶδες ποὺ ὁ κάθε ἕνας εἶχε ἀποκτήσει μὲ τὰ χρόνια ποὺ ἔζησε στὸ Ἅγιον Ὄρος, στὴν Σιμωνόπετρα, τὴν ἰδικήν του προσωπικὴ ἐμπειρία και πνευματικὴ καρποφορία. Δὲν τὴν κράτησαν γιὰ τὸν ἑαυτόν του, ἀλλὰ μᾶς κάνανε κοινωνούς. Γι’ αὐτὸ ὁ καθένας μας κάτι πῆρε ἀπὸ τὸν καθένα ξεχωριστά, κάτι ἔμαθε, πολὺ ὠφελήθηκε, διότι ἡ καλογερικὴ ζωή, πέρα ἀπὸ γνῶση, εἶναι καὶ ἐμπειρία.
Γιὰ ὅλα αὐτὰ καὶ εἰς ὅλους αὐτούς, ποὺ φύγανε ἀπὸ τὰ ἐπίγεια γιὰ τὰ ἐπουράνια, εἴμαστε ὑπόχρεοι καὶ πολὺ εὐγνώμονες. Φεύγοντας τελευταῖος καὶ ὁ παπα-Σίμων ἄφησε την σκυτάλη σὲ μᾶς γιὰ τὸν δικό μας ἀγῶνα. Ἂς φανοῦμε ἀντάξιοι τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ τῆς ἀγάπης ποὺ μᾶς ἔδειξαν, ἔχοντας ὡς βοήθειά μας τὶς μυστικὲς εὐχές του καὶ τὴν θύμηση τῆς βιοτῆς τους.
Ταπεινὸς ὀφειλέτης, Πάσχα 2010.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου