Σάββατο, 9 Αυγούστου 2014

5111 - «Αύρας λεπτής ανάσα». Από τη σοφία και την εμπειρία χαριτωμένων μοναχών.



Πρόλογος
Μὲ ἀ­ξί­ω­σε ὁ Φι­λάν­θρω­πος Κύ­ριός μας, ὁ Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, νὰ ἐ­πι­σκε­φθῶ τὸ Ἅγ. ­Ὄρος πολ­λὲς φο­ρές. Ἕ­ναν τό­πο ἱ­ε­ρὸ καὶ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο ἐ­ξαι­ρε­τι­κά, ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸ Χρι­στό, στὴν Πα­να­γί­α Μη­τέ­ρα Του. Πάν­το­τε μ’ ἐ­νί­σχυ­ε ἡ ὑπό­σχε­ση τῆς Θε­ο­τό­κου, πὼς θὰ εἶ­ναι ἡ προ­στά­της τῶν ἀ­σκου­μέ­νων μο­να­χῶν στὸ πε­ρι­βό­λι της. Εὐ­λα­βεῖς δὲ προ­σκυ­νη­τὲς ποὺ τοὺς δι­α­κρί­νει ὁ πό­θος τῆς σω­τη­ρί­ας, νι­ώ­θουν τὴ χά­ρη της σὲ κά­θε βῆ­μα τοῦ προ­σκυ­νή­μα­τός τους, ἀλ­λὰ καὶ γε­νι­κό­τε­ρα στὴ ζω­ή τους.
   Οἱ πνευ­μα­τι­κὲς εὐ­και­ρί­ες πού μᾶς χά­ρι­σε ὁ Θε­ὸς ἦ­ταν πολ­λές. Γευ­τή­κα­με τὴ  φι­λο­ξε­νί­α, τὴν ἀ­γά­πη καὶ τὸ ἐν­δια­φέ­ρον τῶν πα­τέ­ρων. Προ­σκυ­νή­σα­με πολ­λὲς ἱ­ε­ρὲς καὶ θαυ­μα­τουρ­γὲς εἰ­κό­νες τῆς Θε­ο­μή­το­ρος καὶ ἄλ­λων ἁ­γί­ων. Ἀ­σπα­στή­κα­με χα­ρι­τό­βρυ­τα ἅ­για λεί­ψα­να ποὺ τὸ κα­θέ­να εἶ­χε τὴ δι­κή του οὐ­ρά­νια εὐ­ω­δί­α.
Ζή­σα­με μο­να­δι­κὲς στιγ­μὲς στὴ θεί­α λα­τρεί­α μέ­σα στὰ  κα­τα­νυ­κτι­κὰ κα­θο­λι­κὰ τῶν Ι. Μο­νῶν καὶ στὰ μι­κρὰ πα­ρεκ­κλή­σια τῆς ἐ­ρή­μου. Γί­να­με μάρ­τυ­ρες θαυ­μα­στῶν γε­γο­νό­των καὶ θεί­ων ἐ­νερ­γει­ῶν. Πολ­λὲς φο­ρὲς ἀ­να­φω­νή­σα­με: « Τὶς Θε­ὸς μέ­γας ὡς ὁ Θε­ὸς ἡ­μῶν …».
    Ἐ­κεῖ­νο ὅ­μως ποὺ ἔ­μει­νε βα­θιὰ χα­ραγ­μέ­νο στὴν ψυ­χή μας  καὶ κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο ἄλ­λα­ξε τὴ ζω­ή μας, εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια πὼς τὸ Ἅ­γιον Ὄ­ρος δὲν εἶ­ναι μό­νον ἕ­νας ἱ­ε­ρὸς τό­πος, ἀλ­λὰ εἶ­ναι κι ἕ­νας θε­ά­ρε­στος τρό­πος ζω­ῆς. Αὐ­τὸν τὸ θε­ά­ρε­στο τρό­πο ζω­ῆς καὶ « τὰ μυ­στι­κά του » τὸν δι­δα­χτή­κα­με ἀ­πὸ κά­ποι­ους ἁ­γι­α­σμέ­νους πα­τέ­ρες, οἱ ὁ­ποῖ­οι δὲ δι­α­κρί­νον­ται, βέ­βαι­α, γιὰ τὰ πα­νε­πι­στη­μια­κά τους δι­πλώ­μα­τα, ἀλ­λά, κυ­ρί­ως, γιὰ τὴν πλού­σια χά­ρη καὶ τὴ σο­φία ποὺ τοὺς χο­ρή­γη­σε τὸ Πνεῦ­μα τὸ ἅ­γιο. Τοὺς συ­ναν­τή­σα­με σὲ κοι­νό­βια, σὲ σκῆ­τες, σὲ κα­λύ­βες, στὴν ἔ­ρη­μο, κι ἄλ­λους σὲ κά­ποι­ο μο­νο­πά­τι τὴν ὥ­ρα ποὺ ξα­πό­σται­ναν κα­θι­σμέ­νοι σὲ κά­ποι­ο κού­τσου­ρο ἢ κον­τὰ σὲ κά­ποι­α πη­γή. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­π’ αὐ­τοὺς πα­ρα­μέ­νουν ἄ­γνω­στοι καὶ ἀ­φα­νεῖς, δι­ό­τι κρύ­βουν μὲ προ­σο­χὴ τὰ χα­ρί­σμα­τά τους προ­τι­μῶν­τας τὴν ἡ­συ­χί­α, τὴ σι­ω­πὴ καὶ τὴν προ­σευ­χή. Μι­λοῦν, ὅ­ταν ἔ­χουν πλη­ρο­φο­ρί­α ἀ­πὸ τὸ Θε­ό. Ἀ­πευ­θύ­νον­ται, κυ­ρί­ως, σὲ ἀ­δελ­φοὺς ποὺ δι­α­κρί­νον­ται γιὰ τὰ εἰ­λι­κρι­νῆ πνευ­μα­τι­κὰ τους ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα καὶ ἐ­πι­μέ­νουν νὰ λά­βουν ἀ­π’ αὐ­τοὺς λί­γη πνευ­μα­τι­κὴ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη.
      Σὲ κά­θε προ­σκύ­νη­μα, εἴ­χα­με τὴν κα­λὴ συ­νή­θεια νὰ κρα­τοῦ­με ση­μει­ώ­σεις ἀ­πὸ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη πού μᾶς προ­σέ­φε­ραν. Κι ἔ­τσι κά­θε βρά­δυ, ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­φα­με στὸ κελ­λί μας γιὰ ἀ­νά­παυ­ση καὶ κά­τω ἀ­πὸ τὸ φῶς τῆς λάμπας ἢ ἐ­νὸς κε­ριοῦ, προ­σπα­θού­σα­με νὰ θυ­μη­θοῦ­με καὶ νὰ κα­τα­γρά­ψου­με, πί­σω ἀ­πὸ τὸ δι­α­μο­νη­τή­ριο ἢ τὰ ἀ­πο­κόμ­μα­τα τῶν εἰ­σι­τη­ρί­ων, τὰ μη­νύ­μα­τα ποὺ λά­βα­με κα­τὰ τὴ διάρ­κεια τῆς ἡ­μέ­ρας.
    Με­τὰ ἀ­πὸ κά­ποι­α χρό­νια, συγ­κεν­τρώ­θη­καν στὸ ἀρ­χεῖ­ο μας  πολ­λὰ ἀ­π’ ὅ­σα ἀ­κού­σα­με καὶ τὰ ὁ­ποῖα δὲν κρα­τή­σα­με μό­νο γιὰ τὴν προ­σω­πι­κή μας ὠ­φέ­λεια καὶ οἰ­κο­δο­μή, ἀλ­λὰ τὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σα­με καὶ πρὸς πα­ρη­γο­ρὶ­α καὶ ἐ­νί­σχυ­ση κι ἄλ­λων ἀ­δελ­φῶν. Ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σα­με πολ­λὲς φο­ρὲς ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ ὑ­λι­κό. Ἔ­γι­ναν ρα­δι­ο­φω­νι­κὲς ἐκ­πομ­πὲς – στὸ Ρ/ Σ τῆς Ι. Μ. Δη­μη­τριά­δος « Ὀρ­θό­δο­ξη Μαρ­τυ­ρί­α » - πολ­λὲς ὁ­μι­λί­ες καὶ δι­α­λέ­ξεις (στὸ Βό­λο, στὸν Ἁλ­μυ­ρό, στὰ Φάρ­σα­λα, στο Βελεστίνο, στὴ Σκιά­θο, στὰ Με­λισ­σά­τι­κα κ.α.) καὶ ἀ­νε­πί­ση­μα, μὲ τὴ βοή­θεια δυ­ὸ πνευ­μα­τι­κῶν μας παι­δι­ῶν, κυ­κλο­φό­ρη­σαν σὲ CD μὲ σκο­πὸ τὴν οἰ­κο­νο­μι­κὴ ἐ­νί­σχυ­ση τῶν θε­ά­ρε­στων σκο­πῶν τοῦ Συλ­λό­γου Συμ­πα­ρα­στά­σε­ως Κρα­του­μέ­νων Βό­λου «Ο ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΣ».  
     Σή­με­ρα, μὲ τὴ χά­ρη τοῦ Θε­οῦ, προ­βαί­νου­με στὴν ἔκ­δο­ση τῶν χα­ρι­τω­μέ­νων αὐ­τῶν λό­γων πρὸς ἐ­νί­σχυ­ση καὶ πνευ­μα­τι­κὴ οἰ­κο­δο­μή τῶν πι­στῶν ἀ­δελ­φῶν μας ποὺ ζοῦν « ἐν μέ­σῳ πα­γί­δων πολ­λῶν ». Τὰ πα­ρου­σι­ά­ζου­με μ’ ἕ­ναν ἁ­πλὸ τρό­πο, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς τὰ ἀ­κού­σα­με γιὰ πρώ­τη φο­ρά.
     Μα­κά­ρι, μὲ τὶς εὐ­χὲς τῶν πα­τέ­ρων, ἡ μι­κρή μας αὐ­τὴ δι­α­κο­νί­α νὰ δρο­σί­σει καὶ νὰ ἀ­να­παύ­σει κά­θε εὐ­λο­γη­μέ­νο ἀ­να­γνώ­στη.
π. Θε­ό­δω­ρος Β. Μπα­τά­κας Ἱ­ε­ρεὺς
Ἑ­ορ­τὴ τῶν Εἰ­σο­δί­ων τῆς Θε­ο­τό­κου
Βό­λος 21 Νο­εμ­βρί­ου 2007     

Το βιβλίο αυτό, μπορείτε να το διαβάσετε και μέσω της ιστοσελίδας του "Εσταυρωμένου", 
κάνοντας "κλικ" πάνω στη φωτογραφία του βιβλίου "ΑΥΡΑΣ ΛΕΠΤΗΣ ΑΝΑΣΑ"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου