Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2013

3832 - Οι γέροντες Παΐσιος, Εφραίμ Κατουνακιώτης και Εφραίμ Φιλοθεΐτης, όπως τους γνώρισα (Ηγούμενος Φιλόθεος Καρακαλληνός)



Για τον μακαριστόν Γέροντα Παΐσιον, τον επίσης μακαριστόν Γέροντα π. Εφραίμ Κατουνακιώτην και για τον Γέροντά του Αρχιμανδρίτην Εφραίμ Φιλοθεΐτην -ο οποίος τα τελευταία χρόνια ασκείται στις ΗΠΑ κι έχει ιδρύσει με τη χάρη του Θεού 17 υπέροχα μοναστήρια στην υπερατλαντικήν ήπειρο- μας ομιλεί, αγαπητές και αγαπητοί μου αναγνώστες της «δημοκρατίας», ο πολιός Καθηγούμενος Αρχιμανδρίτης Φιλόθεος Καρακαλληνός.
– Μ.Μ.: Γέροντα, νωρίτερα αναφέρατε τον Γέροντα Παΐσιον· τον γνωρίσατε αρκετά; Ερωτώ διότι έχω πληροφορηθεί ότι ο μακαριστός Γέροντας είχε κατευθύνει προς το μοναστήρι σας αρκετούς νέους, οι οποίοι τον είχαν συμβουλευθεί πού να κοινοβιάσουν.
– Αρχιμ. Φ.Κς: Δεν ευτύχησα να έχω στενήν επικοινωνία με τον άγιο Γέροντα. Θα σας πω όμως κάτι το χαρακτηριστικόν: Εναν μήνα προ της μακαρίας κοιμήσεώς του βρέθηκα στη Θεσσαλονίκη. Ο Γέροντας ήτο εξαντλημένος, λόγω της σοβαράς ασθενείας του. Αυτός ήτο και ο λόγος που δίσταζα να τον επισκεφθώ στη Σουρωτή, παρότι ο συνοδός μου διακαώς το επιθυμούσε. Τελικώς, εκάμφθην προ της μεγάλης επιμονής του και πήγαμε στο μοναστήρι. Παρεκαλέσαμε τις μοναχές να μας επιτρέψουν να φιλήσουμε το χέρι του. Με ευγένεια και σεβασμό μάς απέτρεψαν, λέγοντας ότι η κατάσταση της υγείας του δεν το επέτρεπε. Μπροστά στην παρακλητική μας διάθεση κάμφθηκε μία μοναχή και πήγε να τον ενημερώσει. Δίχως να το αξίζω, έγινε στην ουτιδανότητά μου ίλεως ο Θεός· μεγάλη, μεγίστη χάρη μού έγινε και με δέχθηκε ο Γέροντας. Μόλις μπήκα στο κελλάκι του, αισθάνθηκα ευωδία τιμίου λειψάνου, η οποία ενισχύθηκε όταν τον ασπάσθηκα! Ευωδίαζε από την κορυφή έως τα νύχια! Με καλοσύνη κι ενδιαφέρον με ρώτησε για το μοναστήρι, για κάποιους αδελφούς που ο ίδιος είχε συστήσει. Κάποια στιγμή μού είπε για κάποιον που προσφάτως είχε προσέλθει ως δόκιμος: «Αυτός μπορεί και να μη θέλει να γίνει μοναχός»· σαν να μου έλεγε ότι αυτός δεν είναι για μοναχός. Πράγματι, όπως το είπε έτσι και έγινε. Μα δεν χρειαζόταν άλλη απόδειξη των χαρισμάτων του. Ηταν «απτή», ολοφάνερη η ευωδία που αισθάνθηκα· ευωδία σαν από άγιο λείψανο, ιδιαίτερη, χαριτωμένη!..
– Μ.Μ.: Γνωρίσατε τον Κατουνακιώτη παπα-Εφραίμ;
– Αρχιμ. Φ.Κς: Είχα πάει μερικές φορές στο ησυχαστήριό του, στην έρημο των Κατουνακίων. Πρώτη φορά τον είδα το 1971. Δεύτερη φορά πήγα μ’ έναν άλλον μοναχό, στο καλύβι του. Ηταν η επαύριον του Τιμίου Προδρόμου. Ημασταν στην πανηγυρίζουσα Μονή Διονυσίου και μετά την τράπεζα ανηφορήσαμε για τα Κατουνάκια, για το ησυχαστήριο του Αγίου Εφραίμ. Μ’ έβαλε και λειτούργησα. Οι συζητήσεις που έκανε, σχεδόν πάντοτε, περιεστρέφοντο γύρω από το μεγάλο θέμα της υπακοής. Μας έλεγε διάφορα περιστατικά με τον Γέροντά του Νικηφόρο. Μας έλεγε και άλλ’ ανάλογα περιστατικά, άλλων μοναχών. Τι να σας πω... Ηταν για μας δώρο του Θεού η επικοινωνία με τον Γέροντα!..
Το 1993 μια ομάδα Καρακαλληνών μοναχών πήγαμε στα Κατουνάκια. Ο Γέροντας και οι υποτακτικοί του καταγίνονταν έξω από το ησυχαστήριό τους να φτιάχνουν πεζούλια. Μόλις μας είδε, σκίρτησε από χαρά και φώναξε: «Ω! Καλώς ήλθατε, ανιψάκια μου! Καλώς ορίσατε!» Μας έλεγε έτσι, επειδή έχουμε κάποια πνευματική συγγένειαν· όπως είναι γνωστόν, ο Γέροντάς μας Εφραίμ ο Φιλοθεΐτης ήταν υποτακτικός του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού, τον οποίον ο παπα-Εφραίμ θεωρούσε Γέροντά του! Προχώρησε λοιπόν τότε προς εμένα, άνοιξε την τεραστίαν αγκάλη του, μ’ έκλεισε μέσα και μ’ ευλογούσε συνεχώς! Μιλήσαμε για διάφορα. Πάντοτε, οι ομιλίες του ήσαν πνευματική πανδαισία. Κοντά του αισθανόμουν τόση χάρη, που θαρρούσα ότι ήμουν στον Παράδεισον! Ητο για μένα μεγάλη, σπανία ευεργεσία, δώρο του Θεού η επικοινωνία με τον Κατουνακιώτη Γέροντα.
– Μ.Μ.: Αγιε καθηγούμενε, αναφερθήκατε ακροθιγώς στον Γέροντά σας Εφραίμ, υποτακτικό του μακαριστού αγίου Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού. Παρακαλώ να μας μιλήσετε για τον Γέροντά σας. Κάνετε αγάπη, άγιε καθηγούμενε, γι’ άλλη μία φορά...
– Αρχιμ. Φ.Κς: Θα κάνω αγάπη και υπακοή θα κάνω, διότι και ο Γέροντας έκανε τυφλήν υπακοή στον Γέροντά του Ιωσήφ. Ανεδείχθη τέλειος υποτακτικός! Ελαβε πλουσίως τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και διέπρεψε και διαπρέπει ως χαριτωμένος Γέροντας και Πνευματικός. Τόσον ο Γέροντάς μου Εφραίμ όσο και οι λοιποί άγιοι υποτακτικοί του σπηλαιώτου Ιωσήφ αποτελούν υποδείγματα καλογερικής... Διέπρεψαν με την υπακοή τους ο μακαριστός Προηγούμενος παπα-Χαραλάμπης Διονυσιάτης, ο ευλογημένος Γέρων Ιωσήφ Βατοπαιδινός, ο μακαριστός παπα-Εφραίμ Κατουνακιώτης, ο Γέροντάς μου παπα-Εφραίμ Φιλοθεΐτης και οι λοιποί. Το λέγω ξανά, για να το τονίσω: Διέπρεψαν τω όντι με την υπακοή τους οι οσιότατοι αυτοί πατέρες μας, γι’ αυτό και χαριτώθηκαν.
Για να εστιάσω στον Γέροντά μου, οφείλω να σας πω ότι μας ηξίωσεν ο Θεός και γνωρίσαμε εμπειρικώς τη χάρη που ενοικούσε πλούσια στην καρδιά του. Ο Θεός ετίμησε την τελείαν υπακοή του και τον ηξίωσε ν’ αποκτήσει αφοσιωμένη συνοδεία. Μετά την κοίμηση του Γέροντός του Ιωσήφ, εκοινοβίασεν εκεί στη Νέα Σκήτη και ακολούθως στην Προβάτα, στο ησυχαστήριο του Αγίου Αρτεμίου. Εκεί επλήθυνεν ο Θεός την αδελφότητά μας. Ζούσαμε ησυχαστική ζωή. Το πρόγραμμά μας ήτο καθαρώς ησυχαστικόν.
– Μ.Μ.: Ητοι;
– Αρχιμ. Φ.Κς: Οι ακολουθίες άρχιζαν με τη δύση του ηλίου και τελείωναν με την ανατολή, περίπου οκτώ ώρες. Εννοείται ότι γίνονταν με τον ησυχαστικό τρόπο, δηλαδή με το κομποσχοίνι. Αυτό το τυπικό ο Γέροντάς μας το μετέφερε από την έρημον, από την καθημερινήν ασκητική πρακτική που είχαν με τον Γέροντά τους Ιωσήφ και τους παραδελφούς του. Αυτό το ησυχαστικό πρόγραμμα διετήρησαν ο Γέροντάς μας Εφραίμ Φιλοθεΐτης, ο Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός, ο Γέροντας Χαραλάμπης Διονυσιάτης με τις συνοδείες τους· έτσι λοιπόν κι εμείς.
– Μ.Μ.: Ποιες ακολουθίες κάνατε -με το κομποσχοίνι- κάθε βράδυ;
– Αρχιμ. Φ.Κς: Εσπερινόν, απόδειπνο και όρθρο.
– Μ.Μ.: Δηλαδή, Γέροντα, δεν λέγατε καθόλου τροπάρια του εσπερινού, του αποδείπνου, δεν διαβάζατε ψαλτήρι, δεν κάνατε κάτι τέτοιο;
– Αρχιμ. Φ.Κς: Ακριβώς· ένας αριθμός κομποσχοινιών αναπληρώνει την κάθε ακολουθία, με την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Ετσι κάνουν οι ησυχασταί...
– Μ.Μ.: Πόσα κομποσχοίνια, Γέροντα, είναι οι ακολουθίες αυτές από τη δύση του ηλίου ως την ανατολήν;
– Αρχιμ. Φ.Κς: Είκοσι πέντε με 30 τρακοσάρια. Η Θεία Λειτουργία είναι το μόνο που δεν αναπληρώνεται με κομποσχοίνια· δεν γίνεται ν’ αναπληρωθεί. Ολα τ’ άλλα αναπληρώνονται. Τη Θ. Λειτουργία την κάναμε μεσάνυκτα ακριβώς, αφού ολοκληρώνονταν οι ακολουθίες με τα κομποσχοίνια. Εκείνη την ώρα λοιπόν -εν τω μέσω της νυκτός- συγκεντρωνόμασταν στον κεντρικό Ναό του Αγίου Αρτεμίου και αρχίζαμε παράκληση, εν συνεχεία ώρες και ακολούθως Θεία Λειτουργίαν. Αν ήταν ημέρα που κοινωνούσαμε -Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο- διαβάζαμε τις ακολουθίες της Θείας Μεταλήψεως και των ωρών και μπαίναμε στη Θ. Λειτουργία· λειτουργούσε ο Γέροντας· μυσταγωγία! Αλησμόνητες εμπειρίες...
– Μ.Μ.: Πόσοι πατέρες ήσασταν τότε;
– Αρχιμ. Φ.Κς: Είχαμε φθάσει τους είκοσι πέντε.
– Μ.Μ.: Ο Αγιος Αρτέμιος πιο πέρα από το μοναστήρι όπου βρισκόμαστε δεν είναι;
– Αρχιμ. Φ.Κς: Μάλιστα· ούτε μία ώρα δεν είναι από εδώ, από τη Μονή Καρακάλλου· κατεύθυνση προς τη Μεγίστη Λαύρα. Είναι πίσω από ένα ύψωμα και δεν φαίνεται από εδώ.
– Μ.Μ.: Γέροντα, να επανέλθουμε στο ησυχαστικό πρόγραμμα της νυκτός, που ολοκληρωνόταν με τη Θεία Λειτουργία. Μετά το αντίδωρο τι κάνατε;
– Αρχιμ. Φ.Κς: Εν συνεχεία ανάπαυσις δύο με δυόμισι ώρες. Εγερσις ακολούθως και διακόνημα· ό,τι έκανε ο καθένας: Αγιογραφία, μαγειρείο, ζύμωμα ψωμιών και φούρνισμα, παρασκευή κολλύβων, ραπτική, προετοιμασία του ξύλου για τις εικόνες, αλλά κι εξωτερικά διακονήματα. Να σημειώσετε ότι η περιοχή αυτή έχει πολλές ελιές, έχει φουντουκιές, διάφορα οπωροφόρα και κήπους. Μερικοί από τους αδελφούς καταγίνονταν με τις εργασίες αυτές. Αλλοι επισκεύαζαν το κτίριον. Αλλοι μετέφεραν άμμο, πέτρες, υλικά. Μετά τα διακονήματα επακολουθούσε η τράπεζα και αμέσως μετά μεσημβρινή ανάπαυση, για ν’ αντέξουμε την ολονυκτίαν αγρυπνίαν.
– Μ.Μ.: Ως προς το φαγητό, πότε βάζατε λάδι;
– Αρχιμ. Φ.Κς: Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο και Κυριακή· Εκτός βεβαίως των νηστειών, που έχει ορίσει η Εκκλησία μας.
– Μ.Μ.: Πόσο μείνατε στον Αγιον Αρτέμιον;
– Αρχιμ. Φ.Κς: Περίπου δυόμισι χρόνια. Τότε κάλεσαν τον Γέροντά μας στην Ιερά Μονή Φιλοθέου, όπου πήγαμε κι εμείς μαζί του.
Μανώλης Μελινός
Θεολόγος συγγραφέας,
διευθυντής Βιβλιοθήκης της Ι. Συνόδου
http://www.dimokratianews.gr

3831 - Σπάνια φωτογραφία του γέροντος Κλεόπα Ιλίε από το Άγιον Όρος (1977)



Ο γέροντας Κλεόπας της Μονής Συχαστρίας μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες, εξαιτίας των απαγορεύσεων του κομμουνιστικού καθεστώτος, κατάφερε τον Σεπτέμβριο του 1977 να επισκεφθεί μεταξύ άλλων προσκυνημάτων και το Άγιον Όρος. Στην φωτογραφία βλέπουμε εκτός από τον π. Κλεόπα τον ηγούμενο της Μονής Σιχαστρίας Βικτωρίνο και τους τότε ιεροδιακόνους Ιωαννίκιο Μπαλαν και Βαρθολομαίο Φλόρεα. Όρθιος είναι ο π. Νεκτάριος σπό την Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου.



Σχετικά:

3830 - Η ζωοφιλία των Αγίων και η αγιοφιλία των ζώων



Η ΖΩΟΦΙΛΙΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ Η ΑΓΙΟΦΙΛΙΑ ΤΩΝ ΖΩΩΝ
Σίμωνος μονάχου
Έκδοση: Ιεράς Κουτλουμουσιανής Καλύβης
«Κοιμήσεως της Θεοτόκου»
ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ
Ανθολογία αγιοπατερικών
  κειμένων
από την παράδοση της Εκκλησίας μας
με χαριτωμένες ιστορίες ζωοφιλίας των Αγίων
και αγιοφιλίας των ζώων
που μας τέρπουν, μας διδάσκουν και μας οδηγούν να δοξάζωμε τον Θεό.
 




3829 - Ο Άγιος Μηνάς στην Αγιορειτική Βίγλα



Ιερόν Λαυριωτικόν Κελλίον Αγίου Μηνά στη Βίγλα


Τὸ Ἡσυχαστήριον τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ, εὑρίσκεται εἰς ὕψος 250μ. ἐπάνω ἀπὸ τὸ νοτιο-ἀνατολικὸν ἀκρωτήριον τῆς χερσονήσου τοῦ Ἄθωνος. Στὸ θαλάσσιο σημεῖο αὐτό, τὸ 492 π.Χ. ὁ Μαρδόνιος ἀπώλεσε τὸ ἓν τρίτο τοῦ στόλου του, τριακόσια πλοῖα καὶ εἴκοσι χιλιάδες στρατό.
Ψηλὰ στοὺς βράχους, ἀρχικῶς κατοικοῦνταν δύο σπηλιές, μία ἀνατολικῶς, μία νοτίως.
Ἕνα διώροφο κελλί ἐκτίσθηκε εἰς τὰ τέλη τοῦ 19ου αἰῶνος, τὸ ὁποῖο ἐκάηκε ἀπὸ κεραυνό. Εἰς τὰ 1933, ὅπως ἀναφέρεται σὲ λίθινη ἐπιγραφή, ἐκτίσθηκε ὁ Ἱερὸς Ναός τοῦ Κελλίου, ἐπ᾿ ὀνόματι τοῦ Μεγαλομάρτυρος Μηνᾶ (ἑορτάζει 11 Νοεμβρίου), καθὼς καὶ δεύτερος ὄροφος τοῦ Κελλίου στὴ βόρεια πλευρά, ποὺ ἐκάηκε καὶ πάλιν ἀπὸ κεραυνό, διασωθέντος ὡς τόσον τοῦ Ναοῦ. Ὁ Ναός οὗτος, ἐκτίσθη παρά τινος Μοναχοῦ Μηνᾶ, τὸ δὲ ξυλόγλυπτον τέμπλον, θύρες καὶ παράθυρα εἶναι ἔργα τοῦ γέροντος ἐκείνου, ἀρίστου ὄντως ξυλουργοῦ.
Τὸ ἀριστουργηματικὸ μαρμάρινο δάπεδο τοῦ Ναοῦ (1997-1998) εἶναι ἔργο τοῦ Μοναχοῦ Ἰωσήφ, μὲ ἀκριβέστατα γεωμετρικὰ ψηφιδωτά. Οἱ παραστάσεις ποὺ ἀπεικονίζονται εἶναι· στὸ κέντρο ὑπάρχει ἔνθετη μία πέτρα ἀπὸ τὸ ὄρος Σινᾶ, ὥστε ὁ τόπος νὰ εἶναι τόπος Σιν - τόπος προσευχῆς. Γύρω, ὑπάρχει ἀριστοτεχνικὸς πλοχμός, ἀρχαῖο σχέδιο, μὲ χρωματικὲς ἐπιλογὲς ποὺ παραπέμπουν στὶς φυλὲς τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴν εὐκτέα ἀγάπη καὶ ὁμόνοια αὐτῶν. Στὶς γωνίες τοῦ δαπέδου, ἀπεικονίζονται τέσσερα δελφίνια, θαυματουργικῶς παρόντα σὲ βίους ἁγίων. Ἐπίσης, ὑπάρχει ἡ ἐπιγραφή, μία λέξη πλάϊ σὲ κάθε δελφίνι· ωσφ ατε λεος, 1997, μία αἰώνια παράκληση. Πλῆθος μαρμάρινων, λίθινων καὶ ξύλινων κατασκευῶν, σωστῶν κομψοτεχνημάτων κοσμοῦν τὸ Ἡσυχαστήριον· ἄλλωστε, ἔργο τοῦ ἰδίου εἶναι ἡ κλίμακα ποὺ ὁδηγεῖ στὸ παρακείμενο σπήλαιο τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου.
Ἀπὸ τὸ ἐκπληκτικοῦ φυσικοῦ κάλλους γεωγραφικὸ σημεῖο τῆς Βίγλας, σὲ μικρὴ ἀπόσταση ψηλὰ στὸν οὐρανό, ὑπάρχει (2005) σημεῖο διελεύσεως ἀεροσκαφῶν τῆς Πολεμικῆς Ἀεροπορίας, πρὶν ἢ καὶ μετὰ ὰπὸ τὶς ἀποστολές. Ὑπάρχει δέ, ἕνας ἰδιότυπος κώδικας ἐπικοινωνίας τῶν ἰπταμένων χειριστῶν καὶ τοῦ ἀσκητῆ τῆς Βίγλας, ὁ ὁποῖος κραδαίνει τεράστιες Ἑλληνικὲς καὶ Ῥωμανικὲς (Βυζαντινὲς) σημαῖες, εὐχόμενος ἐπιτυχία στὴν ἀποστολή τους· δέχεται δὲ τὶς ἄμεσες ἐνθουσιώδεις ἀπαντήσεις καὶ εὐχαριστίες τους, μὲ ἐντυπωσιακοὺς ἀκροβατικοὺς χειρισμούς τῶν ἀεροσκαφῶν. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὴν διέλευση ἀπὸ θαλάσσης σκαφῶν τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ.
Γέροντας του Κελλιού είναι ο Ιωσήφ μοναχός (1958). Γεννήθηκε στὸν Ἅγιο Βασίλειο Κορινθίας (κατὰ κόσμον Χρῆστος Μπαϊρακτάρης). Ἀπόφοιτος τῆς Σχολῆς Ἱεροψαλτῶν Μητροπόλεως Κορίνθου. Στὴν μουσική του συγκρότηση συνέβαλαν ἐπίσης ὁ κατὰ σάρκα πατέρας του ἱερέας Δημήτριος Μπαϊρακτάρης, ὁ πρωτοψάλτης τοῦ Ἁγίου Νικολάου Κορίνθου Ἰωάννης Σπανός καὶ ὁ Ἀθανάσιος Παϊβανᾶς, μαθητὴς τοῦ Θρασυβούλου Στανίτσα. Μοναχὸς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Δοχειαρίου (1983-1989), ὅπου συνέψαλλε σταθερὰ μὲ τοὺς λοιποὺς πατέρες τῆς Μονῆς. Σήμερα μονάζει στὸ Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ στὴ Βίγλα, τοῦ Ἀκρωτηρίου Ἄκραθως, Ἁγίου Ὄρους. (κ τς κδόσεως: Μανόλης Κ. Χατζηγιακουμς (2001), Μνημεα κκλησιαστικς Μουσικς, Σμα Πρτο, κτάηχα Μέλη, σ.34, Κέντρον ρευνν κα κδόσεων, θήνα).
Ὁ π. Ἰωσήφ ἐκτὸς τῆς ἐπιμελοῦς μοναστικῆς του ζωῆς, μελετᾷ καὶ ἐνδιατρίβει εἰς πλῆθος θεολογικῶν, ἱστορικῶν καὶ μουσικῶν συγγραμμάτων. Ψάλλει δὲ ἑνίοτε εἰς τὴν κυρίαρχον Ἱερὰν Μονὴν τῆς Μεγίστης Λαύρας τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου, καὶ ἀλλαχοῦ, εἰς πανηγύρεις καὶ ἀγρυπνίες.
Ὁ π. Ἰωσήφ προσῆλθε στὴ Βίγλα κατὰ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ ἔτους 1989, εὑρίσκοντας ἐρειπωμένο τὸ Κελλί, ἀκατοίκητο ἤδη ἀπὸ εἰκοσαετίας. Ἔκτοτε ἀκόπως καὶ ἀδιαλείπτως προσπαθεῖ, ἐπιτυχῶς ἕως τώρα, νὰ ἀνακαινίζει διαρκῶς τὸ Κελλί, καθιστώντας το, ὄχι μόνον ὑλικῶς, τόπο πνευματικῆς ἀναπαύσεως τῶν ἐκεῖ προσερχομένων προσκυνητῶν. Ἀλησμόνητες παραμένουν σὲ ὅλους, οἱ ἀλληγορικὲς παρουσιάσεις τοῦ π. Ἰωσήφ, πλήρεις ὑψηλῶν νοημάτων, ποὺ προτρέπουν σὲ αἴνεσι Κυρίου, ἐσωτερικὴ ἐγρήγορση, νήψη καὶ ἀνοδικὴ μετάνοια. Παρατίθενται ἐδῶ μερικὰ ἀπομαγνητοφωμένα «λόγια» του σὲ προσκυνητές.
Κατόπιν προσκλήσεως Πατριαρχείων, Μητροπόλεων κλπ. μεταβαίνει καὶ ψάλλει σὲ πανηγύρεις. Ἰδιαίτερο φυσικὰ ἀντίκτυπο τοῦ προκαλεῖ ἡ κατ᾿ ἔτος προσκυνηματικὴ πασχάλια μετάβασή του στοὺς Ἁγίους Τόπους, ἀπ᾿ ὅπου ἀποστέλλει ἀναστάσιμα μηνύματα, τὰ Φωταγωγικά.
Ἕνα πολυσέλιδο ἀφιέρωμα ἀπὸ τὸν πολυγραφότατο Ἐπίσκοπο Ῥοδοστόλου κ. Χρυσόστομο στὸ βιβλίο του «ᾨδὴ στὰ ἀμάραντα, στὸν Ἄθωνα», μὲ γλαφυρὴ περιγραφὴ στὸ ἱστορικὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ π. Ἰωσὴφ στὴν Βίγλα, στὶς ἀρχικὲς ἀντιξοότητες, στοὺς χαιρετισμοὺς τῶν ἱπταμένων, ἐδῶ.
Προτείνονται ἐπίσης ὡς σύνδεσμοι: ἕνα ἐξαιρετικὸ κείμενο «Ὁ Μοναχὸς Ἰωσὴφ καὶ οἱ ἰπτάμενοι», καθὼς κι ἕνα δημοσιογραφικὸ ἄρθρο «Ὁ Μοναχὸς-Προστάτης τῶν Ἀεροπόρων μας».
Τὸ ζητούμενο, λέγει ὁ π. Ἰωσήφ, εἶναι ἡ εἰρήνη, ἐσωτερική καὶ ἐξωτερική, ὁπότε καὶ ἀξίζει αὐτὴ ἡ ἐπικοινωνία ὡς ἠθικὴ ἀμοιβὴ κι ἔπαινος σὲ αὐτοὺς ποὺ τὴν διαφυλάττουν.
Ὁ ἐπὶ πτερύγων ἀνέμων ἐρχόμενος εἰς τόπον εἰρήνης, αἰτεῖ, λαμβάνει, καὶ φέρει τὴν ὄντως εἰρήνην εἰς τὰ πέρατα τῆς Οἰκουμένης. Ἰωσὴφ Μοναχός, Βίγλα, Ἅγιον Ὄρος.
He who comes on the wings of the winds to a Land of Peace, seeks for, is given, and brings with him, True Peace to the ends of the World. Josheph Monk, Vigla, Athos.
Συντεταγμένες: N 40°08΄17΄΄ E 24°23΄21΄΄  (Ἐκ τῆς ἐκδόσεως: Νίκος Δανιηλίδης (2003), λλς νωθεν, εροφωτογραφίες, σ.362-363, Ἐκδόσεις Μίλητος, Ἀθήνα)
Τὸ Ἡσυχαστήριον τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ, εἶναι ἐξοπλισμένο ἀπὸ ἑκατονταετηρίδος, μὲ συγχρόνων προδιαγραφῶν studio ἠχογραφήσεων(!), ἤτοι τὴν παλαιὰ δεξαμενὴ συλλογῆς ὀμβρίων ὑδάτων, ὑπέροχης ὁμολογουμένως ἀκουστικῆς. Ἀπὸ ἐκεῖ, προέρχεται μία ἠχογράφηση, τὴν ὁποία δύνασθε νὰ ἀκούσετε πιέζοντας στὴν φωτογραφία ἀριστερά (mp3, 1:40, 400KB).


Σχετικά:

3828 - Γερώ-Δαυίδ Διονυσιάτης



Ο κατά κόσμον Δήμος Φλώρος, ο μετέπειτα μοναχός Δαυίδ, γεννήθηκε το έτος 1889 στο χωριό Κτιστάδες της ορεινής Άρτας. Είχε άλλα δύο αδέλφια. Οι γονείς τους δίδαξαν με το παράδειγμά τους την ευλάβεια και την αγάπη στο Θεό· τους έμαθαν να πηγαίνουν στην Εκκλησία και να προσεύχονται.
Όταν ο Δήμος ήταν πέντε χρονών, είδε ουράνιο φως, ενώ η μητέρα του, στην οποία το έδειχνε, δεν έβλεπε τίποτε.
Άλλη φορά είδε να ανοίγει ο ουρανός και είδε μέσα σε απερίγραπτη δόξα τάγματα Αγίων και Αγγέλων να δοξολογούν το Θεό που καθόταν πάνω στο θρόνο Του.
Από μικρός έμαθε την τέχνη του κτίστου και εργαζόταν φιλόπονα. Όταν έγινε 16 ετών, εργαζόταν σε κάποιο εξωκκλήσι του χωριού του.
Εκεί είδε κάποια αποκάλυψη, που όταν θέλησε έπειτα να την διηγηθεί, κόπηκε η φωνή του για μισή ώρα. Κατάλαβε ότι δεν πρέπει να πει σε κανέναν αυτό που είδε. Μετά αμέσως επανήλθε η φωνή του.
Κάποτε που περνούσε από ερείπια εξωκκλησίου του παρουσιάστηκε η αγία Παρασκευή και του είπε: «Να μου κτίσεις το ναό μου». «Θα στον κτίσω, Κυρία μου», απάντησε με την αγία του αφελότητα, αφού την προσκύνησε. Τήρησε το λόγο του και ως καλός κτίστης που ήταν, τον έκτισε.
Ο Δήμος με την ευλάβεια που είχε, τη μεγάλη απλότητα και την καθαρότητά του έβλεπε Αγίους από νέος, αλλά και τον διάβολο.
Κάποτε, ενώ εργαζόταν, του είπε ο εργοδότης του να κοιμηθεί στο κρεβάτι του γιού του Κωνσταντίνου που απουσίαζε στην Αμερική. Ο Κωνσταντίνος δυστυχώς είχε γίνει χιλιαστής και επηρέαζε όλη την οικογένειά του. Ο Δήμος είδε τότε ένα διάβολο πάνω στο κρεβάτι, που με δύναμη πέταξε σε απόσταση τριών μέτρων το Δήμο.
Αλλ' αυτός δε φοβόταν το διάβολο. Είχε συνηθίσει με τα πειράγματά του, γιατί συχνά πάλευαν σώμα με σώμα. Τα όπλα του ήταν το σημείο του Σταυρού και η επίκληση της Παναγίας, τα οποία έκαναν να εξαφανισθεί ο διάβολος. Κάποτε που του παρουσιάστηκε σαν δράκοντας, χωρίς να τον φοβηθεί καθόλου ο Δήμος, τον έπιασε από την ουρά και τον πέταξε μακριά.
Αν και αγαπούσε την μοναχική ζωή και ήθελε από μικρός να γίνει μοναχός, οι γονείς του τον εμπόδισαν. Έτσι νυμφεύθηκε κάποια νέα, ονόματι Σπυριδούλα και απέκτησαν δύο τέκνα. Συνέχισε να εργάζεται και να βοηθά την οικογένειά του αλλά και να αγωνίζεται. Δεν του έλειψαν οι πειρασμοί.
Κάποτε κάθισε ο πειρασμός στον ώμο του και μόλις φώναξε "Παναγία μου", εις επήκοον της συζύγου του, αμέσως εξαφανίστηκε.
Τον διάβολον αποκαλούσε συνήθως «τρισκατάρατον» και ενίοτε «παρασάνδαλον». Τον έδιωχνε και με την εκφώνηση του ιερέως, «της Παναγίας, αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου...».
Κάποτε τον αγγάρευσαν οι κομμουνιστές να μεταφέρει όπλα από το χωριό σε ένα άλλο. Καθ' οδόν τους είπε: «Είπε και ο Χριστός: "Άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι, τι ποιούσιν"». «Α, ξέρεις και τέτοια», του είπαν. «Όταν φθάσουμε στον προορισμό μας, θα σε τακτοποιήσουμε». Μόλις έφθασαν στο χωριό και άφησε τα όπλα, έτρεξε και κρύφτηκε πίσω από ένα σπίτι. Οι κομμουνιστές νόμισαν ότι πήρε το δρόμο για να επιστρέψει και έτρεξαν προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά δεν τον βρήκαν. Έτσι η θεία Πρόνοια τον διεφύλαξε.
Κάποτε του ζήτησε κάποιος ένα αξιόλογο ποσό να του δανείσει και του έδωσε παρά τη φτώχεια του. Εκείνος δεν τα επέστρεψε και, όταν ο Δήμος τα είχε ανάγκη και του υπενθύμισε το χρέος του, τον απείλησε να τον φονεύσει. Τότε του είπε με απλότητα: «Ας το βρεις απ' άλλον». Και δυστυχώς συνέβη το πολύ δυσάρεστον. Ο άδικος αυτός άνθρωπος ζήτησε δανεικά και από κάποιον άλλο και, όταν δεν τα επέστρεψε, πάνω στην αψιμαχία τους ο άλλος φόνευσε τον άδικο που δανειζόταν χωρίς να τα επιστρέφει και μάλιστα απειλώντας με φόνο.
Έφεραν κάποτε μια γυναίκα δαιμονισμένη σε Μοναστήρι της περιοχής. Όλο το εκκλησίασμα φώναζε στο διάβολο «έβγα». Τότε μόνο ο Δήμος που ήταν παρών, τον είδε να εξέρχεται από το στόμα της σαν πετεινό σκουροκόκκινο.
Τα χρόνια περνούσαν, τα παιδιά του Δήμου μεγάλωσαν, έκαναν οικογένεια και απέκτησε και εγγόνια. Αλλά ο ίδιος όλα αυτά τα χρόνια είχε ασίγαστη την επιθυμία να γίνει μοναχός. Έλεγε: «Μ' έτρωγε μέσα μου ο θείος πόθος. Ο πόθος για το Χριστό, για τη μοναχική ζωή. Έτσι άφησα γυναίκα, παιδιά, περιουσίες, νυφάδες και εγγόνια, και ήρθα να προσφέρω στον Κύριο τα γεράματά μου, αφού δεν μπόρεσα να δώσω τα νιάτα μου».
Έτσι το έτος 1955 σε ηλικία 66 ετών ήρθε στη Μονή Γρηγορίου. Εκεί έμεινε για οκτώ μήνες και σ' αυτό το διάστημα που ήταν δόκιμος, είδε σε όραμα τους δύο κτίτορες της Μονής.
Για άγνωστο λόγο ανεχώρησε και κοινοβίασε στη γειτονική μονή του Διονυσίου. Μετά τη νόμιμη δοκιμασία εκάρη μοναχός με το όνομα Δαυίδ.
Ενθουσιασμένος από τη μοναχική ζωή και λατρεία, την οποία στερήθηκε τόσα χρόνια, χαιρόταν, έκανε ακούραστα τα διακονήματά του και ήταν πολύ υπάκουος. Έτρεχε σαν μικρό παιδί και διακονούσε παντού.
Είχε μάθει καλά το «ευλόγησον» και το «να' ναι ευλογημένο». Ήταν φιλήσυχος, ειρηνικός με όλους. Δεν πείραζε κανένα, δεν κατέκρινε κανένα. Ήταν νηστευτής. Κατά καιρούς νήστευε περισσότερο. Δεν παρακαθόταν στην τράπεζα. Έτρωγε τα τελευταία χρόνια μόνο ό, τι του πήγαινε ο πατήρ Θεόκτιστος στο κελί του. Ήταν ρακενδύτης. 
Φορούσε παλαιά και μπαλωμένα ζωστικά, και για κάλτσες έραβε κομμάτια από υφάσματα που έβρισκε. Δεν τον ενδιέφερε η εξωτερική του εμφάνιση. Δεν του άρεσε η αργολογία και έλεγε συμβουλευτικά σε νέο συγκοινοβιάτη του: «Κουβεντούλα - κουβεντούλα, τρώει ο λύκος τη βετούλα». (Χρονιάρα γίδα). Δηλαδή με την αργολογία ζημιώνεται η ψυχή μας. 
Στις λοιδορίες δεν απαντούσε· έκανε ότι δεν άκουγε. Την ημέρα που έγινε Μεγαλόσχημος κάποιος παλαιότερος τον ελοιδώρησε λέγοντας ένα δηκτικόν λόγον, αλλά αυτός ήταν «ωσεί άνθρωπος ουκ ακούων και ουκ έχων εν τω στόματι αυτού ελεγμούς». Όταν εκοιμήθη ο λοίδορος μοναχός, ο γερω-Δαυίδ τον είδε εντός λίμνης και μόλις φαινόταν λίγο το κεφάλι του.
Το κελί του ήταν πολύ ατημέλητο και λερωμένο γι' αυτό είχε πολλούς ψύλλους και κοριούς. Όταν ήρθε η συνοδεία του παπα-Χαράλαμπου από το Μπουραζέρι, θέλησαν να το καθαρίσουν και πέταξαν στη θάλασσα πολλά άχρηστα πράγματα. Ο γερω-Δαυίδ δεν αντέδρασε, μόνο έλεγε: "Δόξα τω Θεώ που ήρθαν οι πατέρες και μας καθαρίζουν".
Στο ταπεινό, μικρό, μισοσκότεινο, απεριποίητο κελάκι του καταγινόταν στην ευχή. Έκανε αγρυπνίες και για να μην τον πιάνει ο ύπνος, όταν κουραζόταν, καθόταν σ' ένα σκαμνάκι κουτσό με τρία πόδια. Μόλις αποκοιμόταν έχανε την ισορροπία πέφτοντας ξυπνούσε και συνέχιζε την αγρυπνία του.
Είχε πραγματική ταπείνωση, ήταν ένας ταπεινός Κοινοβιάτης. Τον εαυτό του, όπως έλεγε, δεν τον λογάριαζε ούτε για σκνίπα. Αυτή η ταπείνωσή του ήταν η ασπίδα του στις πολλές επιθέσεις του διαβόλου που του εμφανιζόταν συχνά.
Κάποτε στο παρεκκλήσι του Ακαθίστου, ενώ προσευχόταν, είδε πλήθος δαιμόνων να περνούν από μπροστά του, χωρίς όμως να μπορέσουν να τον βλάψουν.
Άλλες φορές ανέβαινε τις σκάλες του Μοναστηριού και του παρουσιάστηκε δήθεν ο παπα-Θόδωρος, αδελφός της Μονής. Του πρότεινε το χέρι για να το φιλήσει. Ο γερω-Δαυίδ τραβήχτηκε πίσω παραξενεμένος. Σκεφτόταν: «Τι συμβαίνει; Γιατί μου δίνει το χέρι;», και σκύβοντας πέρασε κάτω από το χέρι του και πήγε στην ακολουθία.
Άλλη φορά προσπαθούσε να τον ρίξει στον γκρεμό, ενώ βρισκόταν στο Μετόχι του Μονοξυλίτη. Τότε παρουσιάστηκε ο Κύριος με την Παναγία και τον Πρόδρομο, όπως είναι στο τρίμορφο, στην εικόνα που είναι στο Μοναστήρι απέναντι από τη θύρα της τραπέζης. Ο Τίμιος Πρόδρομος βγήκε από την εικόνα, πήρε ενσώματη ζωντανή μορφή και τον έσωσε. Θυμόταν σε όλη του τη ζωή καθαρά το γεγονός αυτό της σωτηρίας του και έλεγε: «Οικτίρμων και ελεήμων ο Κύριος».
Στο Μονοξυλίτη την ημέρα έκτιζε πεζούλια, καλυβόσπιτα, το οπωροφυλάκιο, και τη νύχτα έκανε αγρυπνία που την άρχιζε με την ανατολή του αποσπερίτη, μέχρι που κημέρωνε.
Άλλοτε προσευχόμενος εκεί είδε μπροστά του ένα λαμπρό νέο. Ήταν άγγελος. Όταν εξαφανίστηκε, είδε πλήθος αγγέλων να δοξολογούν το Θεό.
«Κάποτε», διηγήθηκε, «την ώρα της προσευχής ήρθε να με ταράξει ο διάβολος. Αμέσως τον πιάνω και 'γώ και τού 'σπασα το κεφάλι με τις γροθιές. Φοβήθηκε και έφυγε. Έλεγα, βλέπεις, και το "κύριε Ιησού Χριστέ...».
Έβλεπε πολλές φορές τους δαίμονες μέσα στην Εκκλησία και οι πατέρες το καταλάβαιναν από τις αντιδράσεις του. Κάποτε γέλασε και όταν ζήτησαν να μάθουν το λόγο, απάντησε: "Δεν είδες που μου έδινε ο διάβολος λουκουμάκι για να μην κοιμηθώ;".
Αλλά και στο κελί του δεν έβρισκε ησυχία από το διάβολο. Το απλό γεροντάκι τον πολεμούσε και αυτό με τον τρόπο του. Από όπου ερχόταν ο πειρασμός, έβαζε ένα Σταυρό και μετά δεν τολμούσε να ξαναμπεί από το ίδιο σημείο. Έτσι είχε γεμίσει το κελί του με Σταυρούς. Στην πόρτα, στο παράθυρο, στους τοίχους, ακόμη και στο ταβάνι κρέμασε Σταυρούς με κλωστή. Οι Σταυροί που έφτιαχνε ήταν απλοί και αυτοσχέδιοι. Έδενε δύο ξυλαράκια με κλωστή ή δύο λωρίδες από χαρτί ή από ύφασμα ή λαμαρίνα σε σχήμα Σταυρού. Ήταν μεν απλοί αλλά τη δουλειά τους την έκαναν, γιατί εμπόδιζαν την είσοδο του πειρασμού. Έλεγε με απλότητα: «Σε όλους τους ανθρώπους παρουσιάζεται ο διάβολος, αλλά δεν τον βλέπουν όλοι. Άμα ο άνθρωπος έχει πάθη, κακίες, αμαρτίες, έχει μέσα στην καρδιά του και στο μυαλό του το διάβολο. Τους πράους και ταπεινούς τους φοβάται, αλλά δεν μπορεί να τους κάνει τίποτε, διότι είναι με το Χριστό».
Τον ρωτούσε συγκοινοβιάτης του:
- Γερω-Δαυίδ, βλέπεις τίποτε; Βλέπεις κανέναν Άγιο;
- Ε, τι σκαλίζεις εκεί πέρα; Άσε με, απαντούσε. Μετά όμως από επίμονες ερωτήσεις έλεγε με τη χαριτωμένη του απλότητα σα να διηγείτο ένα πολύ φυσικό γεγονός: «Να, χθες πήγα να ψάλλω το Απολυτίκιο του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και εμφανίστηκε μπροστά μου όλο φως. Τον χαιρέτησα με υπόκλιση και εκείνος εξαφανίστηκε».
Όταν επισκέφτηκε τη Μονή Διονυσίου ο γερω-Παΐσιος, πήγε να δει και το γερω-Δαυίδ στο κελί του. Τον βρήκε τυλιγμένον με τα κουρέλια του, με τραβηγμένες τις κουρτίνες για να είναι σκοτεινό το κελί του. Τον ρώτησε τι κάνει, και ο γερω-Δαυίδ απάντησε με απλότητα, «τί κάνουν οι καλόγεροι;» δείχνοντας το κομποσχοίνι του. Και όταν τον ρώτησε για τα μυστικά βιώματά του, απάντησε: «Δε λέγονται, δε λέγονται».
Ο απλός και ολιγογράμματος Γέρων σαν τον προφήτη Ιεζεκιήλ είχε πολλές οράσεις από την παιδική του ηλικία. Ως μοναχός αγωνίστηκε φιλότιμα. Έλεγε συνεχώς την ευχή και είχε προσοχή πολλή. Έλεγε ότι το κουκούλι μας φυλάγει να μην περιεργαζόμαστε και μετά κατακρίνουμε τους αδελφούς την ώρα της τραπέζης. Συμβούλευε, οι μοναχοί να κάνουν υπακοή και να έχουν αγάπη μεταξύ τους. Ως μεγαλύτερη αμαρτία θεωρούσε την υπερηφάνεια. Όποιος θέλει να βρει το Χριστό, θα τον βρει μέσα στην καρδιά του, όπως και ο ίδιος τον βρήκε φυσικά, αφού «η βασιλεία του Θεού εντός ημών εστιν».
Όταν πλέον ο γερω-Δαυίδ διήνυε το 94ο έτος της ηλικίας του, το χειμώνα, ασθένησε για λίγες μέρες. Προαισθανόμενος ότι εγγίζει το τέλος του προετοιμάσθηκε και στις 5 Φεβρουαρίου 1983 παρέδωσε την καθαρή ψυχή του στα χέρια του Θεού. Όλοι τον συγχωρούσαν και κανείς δεν είχε παράπονο από το γερω-Δαυίδ. Επικρατούσε μια κατάνυξη και πίστευαν ότι βρήκε η ψυχή του τόπον αναπαύσεως.
Την ευχή του να έχουμε. Αμήν.

Από την ασκητική και ησυχαστική Αγιορείτικη παράδοση
Εκδόσεις
Ιερόν Ησυχαστήριον
«Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος»
σελ. 174-183