Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

886 - Οι σχέσεις του Αγίου Όρους με την Κύπρο


Εγκαταβίωση Κυπρίων μοναχών στον Άθω
Η εγκαταβίωση Κυπρίων μοναχών στο Άγιον Όρος είναι παλαιό φαινόμενο που συνεχίζεται μέχρι σήμερα και αντανακλά τις στενές σχέσεις ανάμεσα στον αθωνικό και τον κυπριακό μοναχισμό. Ο πρώτος Κύπριος που απαντά στη γραμματεία του Αγίου Όρους ήταν ένας μοναχός ο οποίος συνόδευσε τον Άγιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη όταν επέστρεψε στη Λαύρα. Ο βιογράφος του Αθανασίου επονομάζει τον μοναχό Πέτρο τον Κύπριο, ο οποίος κινδύνευσε να πληγεί μαζί με τον Αθανάσιο και άλλους Λαυριώτες στη θάλασσα λίγο έξω από την Λαύρα, αλλά τελικά διεσώθη. Έκτοτε ακολούθησαν πολλοί Κύπριοι που μόνασαν στις μονές, σκήτες, κελλία και ασκητήρια του Αγίου Όρους.

Μερικοί από τους Κύπριους Αγιορείτες είναι γνωστοί από τη γραμματεία για τον σημαντικό ρόλο που διαδραμάτισαν σε ευρύτερα ζητήματα του ορθόδοξου μοναχισμού, όπως ο διαπρεπής λόγιος και εκ των ηγετών του κινήματος των Κολυβάδων, ο Αγάπιος ο Κύπριος (18ος αι.). Ο Διονύσιος, από τη Λευκωσία, διάκονος στη μητρόπολη Κιτίου, ασκήτευσε στα Καυσοκαλύβια, πριν επιστρέψει στην Κύπρο και επανιδρύσει τη μονή Σταυροβουνίου. Γνωστή είναι επίσης η παρουσία του γέροντα Ιωσήφ του Βατοπεδινού, ο οποίος έγινε πνευματικός πατέρας και οδηγός πολλών νέων μοναχών.
Στη μακρά σειρά των Κυπρίων Αγιορειτών, πολλοί τιμώνται από τους νεότερους προσκυνητές που τους γνώρισαν ως πνευματικούς και εξομολόγους, όπως ο Ευστάθιος (†1981) και Ελπίδιος (†1983), ενώ ο Ιωσήφ ο Κύπριος (†1998) από το κατεχόμενο Ριζοκάρπασο εντυπωσίασε τους σύγχρονους μοναχούς και λαϊκούς που τον συνάντησαν. Οι Κύπριοι μοναχοί μετέφεραν στο Άγιο Όρος την ειδική εμπειρία τους, σφυρηλατημένη από τα προβλήματα που δημιούργησε η μακροχρόνια συμβίωση με άλλα θρησκευτικά δόγματα και ιδιαίτερα η παρατεταμένη λατινοκρατία.
Παρουσία και δράση αθωνιτών μοναχών στην Κύπρο
Συμβολική και πρώτη παρουσία αθωνίτη μοναχού στην Κύπρο είναι του Αγίου Αθανασίου, του ιδρυτή της Μεγίστης Λαύρας, ο οποίος μαζί με τον μοναχό Αντώνιο αποβιβάστηκαν στονησί το 963. Εγκαταβίωσαν σε κάποιο οίκημα υπαγόμενο στην Μονή των Ιερέων επί έξι μήνες, μέχρι να αναγκαστούν να αποχωρήσουν για να επιστρέψουν στη μονή της μετανοίας τους. Έκτοτε στην Κύπρο έζησαν δεκάδες Αγιορείτες μοναχοί. Το νησί ήταν σταθμός των αγιορειτών στο ταξίδι προς τους Αγίους Τόπους και αναφέρονται περιπτώσεις ταξιδιωτών μοναχών που έμειναν σε αυτό για μερικά χρόνια ή και οριστικά, διότι τους προσέλκυσαν οι ισχυρές και παλαιές ορθόδοξες παραδόσεις της Κύπρου. Κατά πάσα πιθανότητα, οι μοναχοί της κυπριακής μονής της Καντάρας, που υπέστησαν μαρτύριο (περίπου το 1234) λόγω διαφωνίας τους με Δομινικανούς συναδέλφους τους για το ζήτημα της θείας κοινωνίας, ήταν Αγιορείτες.
Ένας από τους γνωστότερους αθωνίτες που εγκαταβίωσαν στην Κύπρο είναι ο όσιος Σάββας ο Βατοπεδινός († 1349) ο οποίος έφυγε από το Άγιον Όρος μετά τις επιδρομές των Καταλανών, στις αρχές του 14ου αιώνα, και ασκήτευσε στην Κύπρο με τη γυμνότητα, τη σιωπή και την εμφάνισή του ως κατά Χριστόν σαλού. Χαρακτηριστικά, ο βιογράφος του Φιλόθεος Κόκκινος μνημονεύει την προσπάθεια του διαβόλου να τον πείσει να εγκαταλείψει τη σαλότητα και να επανέλθει στην πεπατημένη οδό των ασκητών, σκιαγραφώντας έτσι μια παράδοση ασκητικής στο νησί. Στα νεότερα χρόνια, ο ιεροδιάκονος Διονύσιος, που μόνασε στην Καλύβη Άγιος Χαράλαμπος των Καυσοκαλυβίων, θεωρείται ως βασικός συντελεστής της αναγέννησης του κυπριακού μοναχισμού από το 1875.
Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης και η Κύπρος (10ος αι.)
Οι σχέσεις του Αγίου Όρους με την Κύπρο εγκαινιάζονται με μία πράξη του ιδρυτή του κοινοβιακού αθωνικού μοναχισμού που συνιστά την έκδηλη αντίδρασή του προς την ανάρρηση του φίλου του Νικηφόρου Φωκά στον αυτοκρατορικό θρόνο. Ο Αθανάσιος νιώθοντας προδομένος από τον Νικηφόρο, καθόσον τον έβλεπε να απομακρύνεται στην πραγματικότητα από την υπόσχεσή του να εγκαταβιώσει και αυτός στη Μεγ. Λαύρα, την οποία με έξοδά του έκτισε, εγκατέλειψε τη διεύθυνση της μονής και το ίδιο το Όρος. Έτσι εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του προς τον Νικηφόρο. Εξάλλου, για τον Αθανάσιο, ο οποίος είχε προηγουμένως εγκαταλείψει την πολυτέλεια των ανακτόρων και προτίμησε τη σκληρή άσκηση και τη λιτότητα στα κελλιά και τις σπηλιές του Άθω, η φυγή ήταν εύκολη υπόθεση. Τότε, στην πρώτη φυγή, γνώρισε την εναγώνια αναζήτησή του από πλευράς των Φωκάδων, γεγονός το οποίο τον έπειθε ότι και πάλι η νέα φυγή ίσως θα λειτουργούσε ως μέσο εκβιασμού του Νικηφόρου, ώστε να αφήσει και αυτός τα εγκόσμια. Ο βιογράφος του Αθανασίου περιγράφοντας το «σόφισμα» (= τέχνασμα) της φυγής αφήνει να εννοηθεί ότι ο κτήτορας της Λαύρας ανέμενε από τον Νικηφόρο τη μεταστροφή.
Ποιό ήταν το τέχνασμα; Όταν ο Αθανάσιος πληροφορήθηκε ότι ο Νικηφόρος έγινε αυτοκράτορας, επιβιβάσθηκε σε πλοίο μαζί με μία ομάδα μοναχών, λέγοντας ότι αναχωρεί για την Κωνσταντινούπολη με σκοπό τη βασιλική βοήθεια. Στην Άβυδο παραδίδει σε ένα από τους υποτακτικούς του επιστολή προς τον αυτοκράτορα με την οποία τον κατηγορούσε για την αθέτηση της συμφωνίας που έκανε με τον Θεό. Παράλληλα τον παρακινούσε να αναλάβει την προστασία των μοναχών της Λαύρας. Ο ίδιος ο Αθανάσιος επιβιβάσθηκε σε άλλο πλοίο και με δύο μαθητές του, τον Αντώνιο και το Θεόδοτο, αναχωρούν για την Κύπρο. Εκεί ο Αθανάσιος παρουσιάζεται ως υποτακτικός του Αντωνίου.
Γιατί ο Αθανάσιος επέλεξε την Κύπρο και όχι άλλο μέρος ή μοναστικό κέντρο της αυτοκρατορίας δεν δηλώνεται από τον βιογράφο. Υποθέτουμε ότι η επιλογή της Κύπρου οφείλεται στη γειτνίασή τους προς τα Ιεροσόλυμα ή προς τη Μεγάλη Αντιόχεια απ’ όπου ο πατέρας του είλκε τις προγονικές του ρίζες. Πάντως δεν θα πρέπει να διαφύγει της προσοχής μας ότι η Κύπρος, όπως και η ευρύτερη περιοχή, μόλις είχε ανακτηθεί από τους βυζαντινούς και ίσως ο Αθανάσιος ενδόμυχα αισθανόταν την ανάγκη να στηρίξει με την παρουσία του τον ευαίσθητο αυτό χώρο.
Το ταξίδι του Αθανασίου στην Κύπρο χρονολογείται στα τέλη του Αυγούστου ή στις αρχές του φθινοπώρου του 963. Θα πρέπει οι δύο αθωνίτες μοναχοί να αποβιβάστηκαν στο δυτικό λιμάνι της Κύπρου, δηλαδή σ’ αυτό της Πάφου, και εκεί κατά πάσα πιθανότητα πληροφορήθηκαν για τη μονή των Ιερέων, η οποία βρισκόταν στην ορεινή περιοχή, στις νοτιοδυτικές ακρώρειες του Τροόδους. Αυτή η μονή, κατά την παράδοση, κτίστηκε στα ερείπια ναού της θεάς Ήρας από τον άγιο Νικόλαο Μύρων της Λυκίας (το καθολικό της τιμάται στο όνομα του αγίου Νικολάου) και τον άγιο Ευτύχιο. Η μονή των Ιερέων ή Αγία Μονή φαίνεται ότι ήταν η πιο σημαντική μονή της περιοχής κατά την εποχή εκείνη. Αργότερα, όπως είναι γνωστό, βορειότερα και υψηλότερα στα βουνά του Τροόδους κτίσθηκε η ιστορική μονή του Κύκκου (αρχές του 12ου αι.), ενώ στα δυτικά και παραθαλάσσια μέρη ιδρύθηκε η Εγκλείστρα του αγίου Νεοφύτου (μέσα του 12ου αι.). Το μέρος όπου βρισκόταν η μονή των Ιερέων ήταν ησυχαστικό, ενώ στο παρακείμενο όρος υπήρχαν μοναστικά οικήματα. Ένα από αυτά παραχωρήθηκε και στους δύο αθωνίτες για να ζήσουν, κατά την επιλογή τους, ησυχαστική ζωή.
Η παραμονή τους σ’ αυτόν το χώρο διακόπηκε μετά από εξάμηνο περίπου, εξαιτίας βασιλικών γραμμάτων τα οποία έφθασαν και στην Κύπρο και διά των οποίων εντελλόταν η έρευνα για τον εντοπισμό του Αθανασίου. Όταν κατάλαβαν ότι ο αυτοκράτορας τους αναζητούσε, οι δύο Αθωνίτες έφυγαν από τη μονή των Ιερέων και την Κύπρο αναλογιζόμενοι ποιά πορεία θα πρέπει να ακολουθήσουν: προς τα Ιεροσόλυμα, όπου όμως υπήρχε ο κίνδυνος να πέσουν στα χέρια των βαρβάρων Αγαρηνών, ή προς άλλη κατεύθυνση, οπότε ήταν ενδεχόμενο να εντοπιστούν από τους αυτοκρατορικούς υπαλλήλους. Τελικά τη λύση την έδωσε ο Θεός, καθόσον ο Αθανάσιος δέχεται θεία οπτασία που τον προέτρεπε να επιταχύνει την επάνοδό του στην ποίμνη του, ενώ συγχρόνως προανήγγειλε την πρόοδο της μονής του.
Αυτή η επαφή του Αθανασίου με την Κύπρο φαίνεται ότι συνέβαλε στο να γίνει γνωστός στο νησί και δεν αποκλείεται αυτή να έγινε η αφορμή να προσέλθουν Κύπριοι στη μονή της Λαύρας. Ο βιογράφος του Αθανασίου επονομάζει τον μοναχό Πέτρο τον Κύπριο, ο οποίος κινδύνευσε να πνιγεί μαζί με τον Αθανάσιο και άλλους Λαυριώτες στη θάλασσα λίγο έξω από τη Λαύρα, αλλά τελικά διασώθηκε ως άλλος Πέτρος από τον διδάσκαλό του.
Αυτές οι μαρτυρίες περί της σχέσεως του Αγίου Όρους με την Κύπρο είναι οι πρώτοι κρίκοι της αλυσίδας που συνδέει άρρηκτα τους δύο χώρους και ανά τους αιώνες φθάνει μέχρι τις μέρες μας.

Βιβλιογραφία
Διονυσία Παπαχρυσάνθου, Ο αθωνικός μοναχισμός. Αρχές και οργάνωση,
Αθήνα 1992, σ. 211- 213.
Βίος Αγίου Αθανασίου Αθωνίτη, έκδ. J. Noret, §§ 90-96, 151.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου