Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2018

11391 - Ο Αγιορείτης Μοναχὸς Κοσμάς (1952 - 12 Δεκεμβρίου 2010)

  Μοναχς Κοσμς, κατ κόσμον νδρέας Παπαπέτρου, γεννήθηκε στν στ Γκρίμποβο στς 10 Μαρτίου 1952. Ο γονες του Γεώργιος κα Δήμητρα ταν νθρωποι πλο μ βαθι πίστη στν Θεό. νεαρς νδρέας διακρινόταν π μικρς γι τν φεση στ γράμματα. Τελείωσε ριστοχος στν πατρίδα του τ Δημοτικ κα τ Γυμνάσιο. Εσλθε στν Φιλοσοφικ Σχολ θηνν κα πρε τ πτυχίο του μ ριστα συνεχίζοντας μ μεταπτυχιακς σπουδς στν Ρώμη.
δη π τν νεότητά του διακρινόταν γι τ ερ κα νήσυχο πνεμα του, τ ποο δν μποροσε ν κανοποιηθε π μία ζω συμβατικ κα «συνηθισμένη». 

ψαχνε γι τ πόλυτο, γι πληρότητα ζως κα λευθερίας. Διαβάζοντας τος βίους τν γίων κα γνωρίζοντας νάρετους μοναχούς, πόθησε ν κολουθήσει τν ζωή τους, μία ζω κοντ στν Θεό, περίσπαστη, σκητική, μ προσευχ κα γκράτεια.
 τσι, γκαταλείποντας τν ματαιότητα το κόσμου, πρε τν μεγάλη πόφαση κα τ 1984, σ λικία 32 τν, πγε στ γιο ρος, στν ερ Μον Μεγίστης Λαύρας, που μετ π νάμιση χρόνο, στς 17 ανουαρίου 1986 γινε μοναχς παίρνοντας τ μοναχικ νομα Κοσμς. πιλογ το νόματος δν ταν τυχαία. Προστάτη του γιο θεωροσε τν γιορείτη γιο Κοσμ τν Ατωλό, ποος μέσα σ πολ δύσκολες συνθκες, κατ τ μέσα το 18ου αἰῶνα μπόρεσε, ξεκινώντας π τ γιο ρος ν μεταλαμπαδεύσει τν φλόγα τς ρθοδόξου πίστεως κα τς γάπης πρς τν Θεό, πρς τ περισσότερα μέρη τς τουρκοκρατούμενης τότε λλάδας. Χάρις στ εραποστολικ ργο το γιορείτου νέου ερομάρτυρος Κοσμ το Ατωλο, να μεγάλο μέρος το πληθυσμο παρέμεινε χριστιανικ κα ρθόδοξο.
 Μέσα στν Μον τς Μεγίστης Λαύρας παρέμεινε π. Κοσμς ς μοναχός νάμιση χρόνο. Φλεγόμενος π τν πόθο τς συχίας, κα φο σκήθηκε λλο νάμιση χρόνο στν ρημο το γίου ρους, γκαταστάθηκε τ 1989 στν Καλύβη το γίου Βασιλείου-σίου Θεοφίλου Μυροβλύτου στν ρημικ περιοχ τς Καψάλας, στ ρια τς Μονς Παντοκράτορος μέσα σ αστηρ σκηση κα κακοπάθεια. Εχε διαίτερο σύνδεσμο μ τν γνωστ γιορείτη νάρετο Γέροντα Πασιο. ταν π. Κοσμς εχε συναντήσει τν π. Πασιο, τότε ατός, δίχως ν τν γνωρίζει, τν κοίταξε κα το επε: «Τί ραος τόπος πο εναι Καλαβρία π. Κοσμ!». π. Κοσμς πόρησε, κα π τότε ρχισε μ πι πολ ζλο ν νδιαφέρεται κα ν μελετ. Καρπς τν μελετν του πρξε κδοση το πρωτοτύπου κειμένου μ νεοελληνικ μετάφραση το Βίου το σίου Λουκ το Γραμματικο τ 1992  καθς κα το πρωτοτύπου κειμένου το Βίου το σίου λία το Νέου (το Σικελιώτου), μ εσαγωγ κα μετάφραση στ νέα λληνικ κα παράλληλη μετάφραση στ ταλικ π τν Stefano dell’ Isola, τ 1993 .
Μ νέργειες το π. Κοσμ τελέσθηκε στς 2.5.1993 θεία Λειτουργία στν παλαι μικρ να το γίου ωάννου το Χρυσοστόμου στν έρακα τς Καλαβρίας πο ταν κλειστς γι αἰῶνες. Παρόντος το δίου, Καλαβρς φιλόλογος Domenico Minuto νέγνωσε στ ταλικ λόγο το π. Κοσμ πο ρχιζε ς ξς: «ρθαμε δ π τν πέναντι στερι κολουθώντας τος διους δρόμους πο καναν ο εκόνες τς Παναγίας, μία π τς ποες, δηγήτρια (Madona d’ Istria) το έρακος, φθασε δ κάτω στ γιαλό. Τς διες διαδρομς καναν κα ο γιοι τς Καλαβρίας, πο πήγαιναν που τος δηγοσε τ Πνεμα το Θεο. λλωστε ατ θάλασσα περισσότερο μς νώνει, παρ μς χωρίζει»  .
Ατ τ διο Πνεμα το Θεο δήγησε τν π. Κοσμ, μετ π μία σύντομη παραμον στν ρημο το γίου ρους, ν μεταβε τν πόμενο χρόνο, Φθινόπωρο το 1994, στν Καλαβρία που παρέμεινε γι 11 συνεχόμενα χρόνια μέχρι τ τέλος το 2005.
χοντας τν ελογία το πνευματικο του γκαταστάθηκε στ ρείπια το μοναστηριο το γίου ωάννου το Θεριστο στ Μπιβόντζι. νεστήλωσε τν ρειπωμένο να μ πολλος κόπους, ζώντας σ συνθκες διαίτερα δύσκολες. ναφέρει σ να σχετικ κείμενο: «Μόλις πρωτορθα ν μείνω μέσα στ ρείπια το Μοναστηριο γοητεύθηκα π τν ρημι... πιθυμοσα ν᾿ κουστον ξαν ο ψαλμωδίες μας, λληνικ λαλιά...» . γραφε ξομολογητικά: «Θυμομαι νοσταλγικ τ πρτα χρόνια στ μοναστήρι, ταν κκλησία ταν ξεσκέπαστη, που φώλιαζε γκιώνης. Χωρς νερό, χωρς λεκτρικό. μως χάρη το γίου ταν μφανής... Προτίμησα τ ρόλο το καντηλανάφτη κι χι το εραποστόλου. δ ζησαν πολλο γιοι...».
Γι τν πιστροφ τς ρθοδοξίας στν ταλία ναφέρει πιγραμματικ π. Κοσμς: «τρες εναι ο παράγοντες πο πέτρεψαν κα προκάλεσαν τν πιστροφ τς ρθοδοξίας. πρτος ταν ντονη πιθυμία μερικν πεφωτισμένων, ο ποοι νέπτυξαν σχέσεις μ τν λλάδα κα διαίτερα μ τ γιον ρος. δεύτερος εναι νωμένη Ερώπη, ποία πιτρέπει νετη κα πρόσκοπτη κίνηση μεταξ τν πολιτν τν κρατν-μελν της... τρίτος παράγοντας εναι ποϊεροποίηση το Δυτικο κόσμου, ποος ναγωνίως ναζητ τ ερό... παρουσία μας σ᾿ ναν τόπο πο εχε τραφε μ φιλοκαλικ κείμενα κατ τ παρελθν εναι επρόσδεκτη κα προκαλε ποικίλες συζητήσεις, καλς περιέργειες κα νδιαφέρουσες ναζητήσεις».
Γι τ ργο το π. Κοσμ στν ταλία πάρχουν σίγουρα πολλο νθρωποι μ πλούσιες προσωπικς μπειρίες πο θ εχαν πολλ ν πον γι τν ταπειν μοναχό, τν διακονητ τν γίων, γι τν νιδιοτελ κα γεμάτη γάπη προσφορά του σ λους διακρίτως.
Μερικος μνες μετ τν δικη κα δυνηρ πομάκρυνση το π. Κοσμ π τν ταλία, πανλθε στν Καψάλα τ καλοκαίρι το 2006 κα συγκεκριμένα στν Καλύβη τν Εσοδίων τς Θεοτόκου.
Στ στορικ ατ ξάρτημα τς ερς Μονς Παντοκράτορος ζησαν κατ τ παρελθν σπουδαες προσωπικότητες πως γιος Νικόδημος γιορείτης, γιος Μακάριος Κορίνθου κα γιος Νήφων Χίος.
Στν ταπειν ατ Καλύβη, τς ποίας το Γέρων, φησε τν τελευταία του πνο στς 12 Δεκεμβρίου 2010 (Ν.Η.).
Μέχρι τέλους, πόθος κα γάπη του γι τος δελφούς του στν ταλία φλεγε τν καρδιά του. Πρόσφατα Παναγιώτατος Οκουμενικς Πατριάρχης κ. Βαρθολομαος το μπιστεύθηκε κα πάλι τν πόθεση το γίου ωάννου το Θεριστο, ποία γι τν π. Κοσμ ταν τ ργο τς ζως του. Τοτο πετέλεσε μι θικ δικαίωση γι᾿ ατόν, ν κα δν πρόλαβε ν δε τν πλήρη ποκατάστασή του.
Σ να π τ τελευταα του κείμενα τολμ ν ναφέρει ξομολογητικά λλ κα προφητικά: «λες ο μορφις το κόσμου τούτου μο φησαν να κατακάθι πίκρας κα μαρασμο... Πέρα π να ξεφάντωμα, πέρα π μι ασθητικ πόλαυση, πέρα π μι ψιστη σαρκικ δονή, Θες μς περιμένει πάντα στν λλη χθη ταν ποκαμωμένοι π τ νικανοποίητο νιώθουμε τν παγερ μοναξιά μας... Πάντα νοίγει να παράθυρο σκοτειν λλ ληθιν κα μς δείχνει ν θέλουμε ν δομε τ πράγματα διαφορετικά. Μ φοβηθες τέτοια παράθυρα οτε ν σβήσης π τ μνήμη σου ναν αφνίδιο θάνατο νς συμπολίτη σου γιατ θ χάσης να πολύτιμο πτικ πεδίο. Ο τυχίες εναι κοντά, τοιμες ν νοίξουν ργμα στν τσιμεντένια ατοπεποίθησή μας. Μέσα π᾿ ατ τ «παίσια» ρήγματα φθάνει Θες πο σέβεται κι γαπ τν μοναξιά μας. Τίποτε σχυρότερο π τν πελπισία». Κα σ να λλο κείμενό του πίσης ναφέρει: «ναλογίζομαι τ ργο το Κυρίλλου κα το Μεθοδίου, τ ποο ξωτερικ πέτυχε λλ εχε μακροχρόνιες πιπτώσεις. ναλογίζομαι τς ταπεινώσεις κα τος διωγμος πο πέστησαν».
Πράγματι, συμπολίτης κα συμμοναστής μας π. Κοσμς δν θ πρέπει ν σβήσει π τν μνήμη μας. αφνίδιος θάνατός του μς νοίγει να πολύτιμο πτικ πεδίο. Τ ργο του, πιστεύουμε, θ χει μακροχρόνιες πιπτώσεις. ναψε τ κεράκι το γιορειτικο μοναχισμο κα τς ρθοδόξου παραδόσεως μετ π πολλος αἰῶνες στν ταλία, κα τώρα, λεύθερος στν ορανό, παλλαγμένος π κάθε πόνο, λύπη κα στεναγμό, συνεχίζει τν ποστολή του: ν εχεται γι τος δελφούς του πο τόσο γάπησε.
Αωνία μνήμη το δούλου το Θεο Κοσμ μοναχο!
Ν χουμε τν εχή του!
(π.Θεόφιλος Παντοκρατορινός)

Κοσμάς Μοναχός. Ο Τελευταίος Νεκρός Ταξιδιώτης.
( Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Σύναξη τεύχος 117 )
Ο π. Κοσμάς, Aγιορείτης μοναχός, κατά κόσμον Ανδρέας Παπαπέτρου, φιλόλογος, έγινε δόκιμος στη Μονή της Λαύρας στα τέλη του 1984 και εκάρη αρχές του 1986. Διέμεινε σε διάφορα μέρη του Αγίου Όρους μέχρι το 1994. Επί δέκα έτη βρισκόταν στην Κάτω Ιταλία (1994-2005). Εκοιμήθη στις 12.12.2010 στο κελί των Εισοδίων της Θεοτόκου στην Καψάλα του Αγίου Όρους.Στις συζητήσεις του επέμενε ιδιαίτερα στις «επιστροφές» της παπαδιαμαντικής αφήγησης ως σταθερού μοτίβου της. Περισσότερο αναφερόταν στον «Αμερικάνο» και στον «Νεκρό Ταξιδιώτη». Θεωρούσε ότι ο Παπαδιαμάντης ζούσε με την προσμονή της επιστροφής στη γενέτειρά του και ότι οι «επιστροφές» στο έργο του είναι κατά κάποιον τρόπο «αυτοβιογραφικές».
Το μοτίβο ολοκληρώνεται στον «Νεκρό Ταξιδιώτη», που δημοσιεύεται το 1910, λίγο πριν από τον θάνατο του μεγάλου συγγραφέα. Στο τρίτο μέρος των «Λογισμών και διαλογισμών» του «στη Μεγάλη Ελλάδα», που δημοσιεύτηκε αμέσως μετά τον θάνατο του, σχολιάζοντας το Συναξάρι της 25ης Αυγούστου για την επάνοδο του λειψάνου του Αποστόλου Βαρθολομαίου, ο π. Κοσμάς γράφει: «Νεκρός επιτύμβιος, θαλασσοπόρος γεγένησαι, ταις θείαις προστάξεσιν καταπειθόμενος, και ως ήλιος, προς Δύσιν εξ Εώας, Απόστολε έφθασας, καταφωτίζων αυτήν […] Ίσως ο επιμελητής του Παπαδιαμάντη θα έπρεπε να γράψει κάτι εδώ έχοντας υπ’ όψιν τον “Νεκρό Ταξιδιώτη” που έφθασε αρμενίζοντας στη Σκιάθο. Άλλωστε γνωρίζουμε ότι ήταν βαθύς και άπληστος αναγνώστης και γνώστης των Συναξαρίων»[1].
Ο π. Κοσμάς, πριν γίνει μοναχός, είχε βρεθεί για λόγους μεταπτυχιακών σπουδών στη Ρώμη. Τότε συνδέθηκε με κύκλο Ορθοδόξων Ελλήνων που κατοικούν μόνιμα εκεί και μεταστραφέντων. Η γνωριμία του με τους ανθρώπους αυτούς, όπως και το ενδιαφέρον του για τα απομεινάρια των ελληνοφώνων της πάλαι ποτέ Μεγάλης Ελλάδας, έφεραν τα βήματά του πάλι στην Ιταλία. Με ενέργειες των παραπάνω και δικές του τελέστηκε στις 2.5.1993 Θεία Λειτουργία στον παλαιό μικρό ναό του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στον Ιέρακα της Καλαβρίας, που ήταν κλειστός για αιώνες. Παρόντος του ιδίου, ο Καλαβρός φιλόλογος Domenico Minuto ανέγνωσε στα ιταλικά λόγο του π. Κοσμά που άρχιζε ως εξής: «Ήρθαμε εδώ από την απέναντι στεριά ακολουθώντας τους ίδιους δρόμους που έκαναν οι εικόνες της Παναγίας, μια από τις οποίες, η Οδηγήτρια (Madona d’ Itria) του Ιέρακος, έφθασε εδώ κάτω στο γιαλό. Τις ίδιες διαδρομές έκαναν και οι Άγιοι της Καλαβρίας, που πήγαιναν όπου τους οδηγούσε το Πνεύμα του Θεού. Άλλωστε αυτή η θάλασσα περισσότερο μας ενώνει, παρά μας χωρίζει»[2]. Από το 1994 μέχρι το 2005 θα μείνει στην περιοχή. Θα εγκατασταθεί στα ερείπια του μοναστηριού του Αγίου Ιωάννου του Θεριστή στο Μπιβόντζι και θα το αναστηλώσει εκ θεμελίων. Ζώντας εκεί σε συνθήκες πολύ δύσκολες, χωρίς στοιχειώδεις προϋποθέσεις, σχεδόν στο ύπαιθρο, πέτυχε να ξαναλειτουργήσει το μοναστήρι και να γίνει ο νέος κτίτοράς του.
Ο π. Κοσμάς ζούσε με ένα όνειρο. Την αναβίωση του μοναχισμού και της Ορθοδοξίας στην ελληνόφωνη Μεγάλη Ελλάδα. Το όνειρό του ήταν «ουτοπικό». Άνθρωπος παθιασμένος με τις ιδέες του, δεν μπορούσε να αντιληφθεί την προβληματική του εγχειρήματος. Το όνειρό του δεν έγινε ούτε στιγμή Ουτοπία. Οι ουτοπίες απαιτούν άλλες προϋποθέσεις, ικανές να συνεγείρουν συλλογικότητες σε ένα όραμα που μπορεί να απειλήσει και τελικά να ανατρέψει την πραγματικότητα. Αντίθετα η «ουτοπία» του π. Κοσμά δεν πέτυχε τίποτε περισσότερο από τη δική του παρουσία, τη ζεστασιά του, τη φροντίδα για τους ανθρώπους που τον πλησίαζαν μέσα από μια ανιδιοτελή πέρα για πέρα συνείδηση. Πολλοί από μας συνάντησαν ανθρώπους που βρέθηκαν ή πέρασαν από κοντά του, κυρίως Έλληνες φοιτητές αλλά και Ιταλούς που ένιωσαν το πραγματικό ενδιαφέρον του για την πνευματική τους πορεία. Αλλά μέχρι εδώ και ουδέν πλέον.
Ο π. Κοσμάς αμύητος στην καθημερινότητα του βίου, «ασυνάλλακτος και αμαθής των ανθρωπίνων διδαγμάτων», σύμφωνα με αρχαίο ορισμό του μοναχού, δεν μπόρεσε να διαχειριστεί τις δυσκολίες και τα προβλήματα που ανέκυψαν κατά την ανάπτυξη του εγχειρήματός του. Το πρώτο ήταν η εκκλησιαστική γραφειοκρατία, που δεν μπόρεσε να αναγνωρίσει τον π. Κοσμά και να τον εντάξει σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο ποιμαντικής ευθύνης και εκκλησιαστικής μαρτυρίας. Τον αντιμετώπισε με τον συνήθη διαχειριστικό και διεκπεραιωτικό τρόπο της και τον θυσίασε στο πρώτο σκάλωμα. Το δεύτερο ήταν ο θρησκευτικός τυχοδιωκτισμός που συνυπάρχει με τη γνήσια αναζήτηση της εκκλησιαστικής αλήθειας των μεταστρεφομένων. Και το τρίτο και καθοριστικότερο ήταν ο αθέμιτος ανταγωνισμός των ορθοδόξων δικαιοδοσιών στη Διασπορά.
Η εκκλησιαστική γραφειοκρατία και ο θρησκευτικός τυχοδιωκτισμός δημιούργησαν τις προϋποθέσεις του διωγμού του από τη μονή το 2005. Μετά από λίγο η μονή πέρασε στη δικαιοδοσία της Ρουμανικής Εκκλησίας. Ο π. Κοσμάς επέστρεψε στο Άγιο Όρος και εγκαταστάθηκε στο κελί των Εισοδίων της Θεοτόκου της Καψάλας, πολύ κοντά στο κελί του Οσίου Θεοφίλου, όπου είχε εγκαταβιώσει παλαιότερα. Εκεί ζούσε με την προσδοκία της επιστροφής του στην Καλαβρία. Η εκκλησιαστική διοίκηση του ζήτησε πρόσφατα να γυρίσει για να βοηθήσει στην επανάκτηση της μονής. Για ένα εξάμηνο προ του θανάτου του, βρισκόταν εκεί. Παρά την κακή έκβαση της υπόθεσης, συνέχιζε να ελπίζει σε συναντήσεις πατριαρχών και στις αποφάσεις των ιταλικών δικαστηρίων στα οποία έφτασε ο ανταγωνισμός των δικαιοδοσιών.
Όπως είπαμε, οι ουτοπίες ανατρέπουν καταστάσεις και αλλάζουν την πραγματικότητα. Η περίπτωση του π. Κοσμά δεν ανήκει σ’ αυτήν την κατηγορία των κοινωνικών φαινομένων. Η δική του «ουτοπία» δεν άλλαξε την Καλαβρία, άλλαξε όμως τον ίδιο τον π. Κοσμά. Όσο ζούσε στο Άγιο Όρος κινούνταν στα πρόθυρα του ζηλωτισμού και υπερμαχούσε της «αδιάλλακτης» Ορθοδοξίας. Η παραμονή του στην Καλαβρία τον έκανε σ’ αυτό το θέμα εντελώς διαφορετικό. Η κατανόηση των άλλων, οι ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των Εκκλησιών, τα πραγματικά προβλήματα του διαλόγου πέραν των δημοσίων δηλώσεων και των πανηγυρικών εμφανίσεων, η πορεία του Χριστιανισμού στον κόσμο άρχισαν να τον απασχολούν με άλλο τρόπο. Αυτό τον έφερε σε εσωτερική αντίθεση με έναν ολόκληρο κόσμο στον οποίο ανήκε και αγαπούσε. Χωρίς ποτέ να διαχωρίσει τη θέση του απ’ αυτόν, διαπίστωνε και εξέφραζε, όταν του ήταν δυνατό, τα αδιέξοδα αυτού του κόσμου, την άγνοια, τον στενό του ορίζοντα, την ανασφάλειά του και την αδυναμία του να κατανοήσει τις ευθύνες του. Θεωρούσε χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της κατάστασης τη συζήτηση περί Αντιχρίστου και συναφών θεμάτων που κατέχει σημαντική θέση σ’ αυτόν τον κόσμο εδώ και δύο περίπου δεκαετίες. «Τι θα ήταν ο Σολωμός χωρίς την ιταλική του παιδεία; Τι θα ήταν ο Φώσκολος χωρίς τη Ζάκυνθο; Τι προσθέτει, τι αφαιρεί και τι ελευθερώνει η “ξένη” παιδεία; Οι απαντήσεις δεν φθάνουν όλες στα περβόλια μας»[3].
Ο π. Κοσμάς είχε μεγάλη παιδεία. Τα εκκλησιαστικά κείμενα, τα δημοτικά τραγούδια, η λογοτεχνία έβρισκαν στο πρόσωπό του έναν ικανό αναγνώστη, που έβλεπε τις αποχρώσεις, άκουε τις φωνές και αντιλαμβανόταν τα κενά. Στα λίγα κείμενά του που δημοσιεύτηκαν, άνετα μπορεί κανείς να παρατηρήσει τα παραπάνω. Αυτόματα πάει το μυαλό μας αντιθετικά σε όσα ακούμε στις μέρες μας περί παραδόσεως και γλώσσας από ανθρώπους που κόπτονται για πράγματα που δεν καταλαβαίνουν. Σ’ αυτό το σημείο ας θυμηθούμε δύο παραπομπές του που φωτίζουν τη σκέψη και τη δράση του. Η μία είναι ένας αρχαίος απόλογος που χρησιμοποιούσε ο Βερνάρδος της Σάρτρ: «Είμαστε νάνοι πάνω στους ώμους γιγάντων. Έτσι βλέπουμε περισσότερο και μακρύτερα από αυτούς, όχι επειδή η όρασή μας είναι οξύτερη ή το ύψος μας μεγαλύτερο, αλλά επειδή μας σηκώνουν στον αέρα και μας ανεβάζουν στο γιγάντιο ύψος τους». Η άλλη παραπομπή του ήταν στον Μπενεντέτο Κρότσε: «Κάθε αληθινή ιστορία είναι ιστορία σύγχρονη». Ο π. Κοσμάς ανέπνεε μέσα στην παράδοση, αλλά είχε αίσθηση της πνευματικής πορείας και του χρόνου. Όπως έγραφε, «τα χάσματα και οι σιωπές της ιστορίας θα φωτισθούν και θα μιλήσουν από την πνευματική ζωή του μέλλοντος»[4].
Η επιστροφή του στον ιερό Άθωνα και η κοίμησή του
Ο π. Κοσμάς έφτασε στο κελί των Εισοδίων της Θεοτόκου στην Καψάλα από την Καλαβρία αρχές του περασμένου Δεκέμβρη. Στις δώδεκα του μηνός δεν εμφανίστηκε στη Θεία Λειτουργία της Κυριακής. Ούτε αργότερα στη μεσημεριανή τράπεζα που τον περίμεναν οι συνασκητές του. Τον ανεζήτησαν και τον βρήκαν νεκρό στο κελί του. Τον έθαψαν την επομένη πίσω από τον ναΐσκο του κελιού του, παλαιό Κυριακό της Σκήτης της Καψάλας κατά μία αρχαία παράδοση.
Όπως ο «Νεκρός Ταξιδιώτης», φαίνεται είχε τάξει εις την Παναγίαν να τον αξιώση να ταφή εις το χώμα της μικράς νήσου του κ’ η Παναγία του παρεχώρησε το ταπεινόν αίτημα. Και ο ναΐσκος του μικρού ασκητηρίου, όπως ήτο τότε το ύστερον κτισθέν μοναστήριον, ετιμάτο επ’ ονόματι των Εισοδίων. Εκείνο το παλαιόν ασκητήριον, το οποίον ασπροβολά ανάμεσα εις την βαθείαν πρασινάδαν της κοιλάδος, εις όλην την παραθαλασσίαν φάραγγα την πολυσχιδή από τις ράχες και τις ρεματιές. Δεν είχεν αποκτήσει ποτέ τίποτε. Έμεινεν ελεύθερος, τόσω μάλλον, όσω ήτο εις θεσιν να εκτιμήση την ελευθερίαν του, και να μη την απεμπολήση πλέον. Ήτο πλέον η πενήντα ετών. Η ζωή του αθόρυβος, ταπεινή και μετριόφρων. Εις τον θάνατόν του δεν ήθελε να δώση κόπον εις τους ανθρώπους. Ετάφη εις την εσχάτην γωνίαν του περιβόλου, την πλησιεστέραν προς την θάλασσαν.
Στο κείμενο που δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του, ο π. Κοσμάς γράφει: «Κάποιος στίχος πετάει πάνω από το Ιόνιο. Έρχεται από την Ανατολή. Άλλοτε χάνεται στον ουρανό κι άλλοτε τον ρουφάει η θάλασσα. Λίγο πριν φτάσει στο ακρογιάλι γλύστρισε μεσ’ από τα χέρια μου. Θα ξανάρθει;
Μαύρο μου χελιδόνι από την Αραπιά
κι άσπρο μου περιστέρι από τη Μοσχοβιά
αυτού ψηλά που πάτε για χαμηλώσετε»[5].
Ο στίχος που πετάει πάνω από το Ιόνιο και γλίστρησε από τα χέρια του π. Κοσμά είναι ο επόμενος του ίδιου δημοτικού τραγουδιού.
Να στείλω ένα γράμμα, γράμμα και γραφή
Να πείτε της καλής μου να μη με καρτερεί.
Ας ελπίζουμε ότι θα φθάσει στις ακτές του Ασπρομόντε στην Καλαβρία, την «καλή» του, ότι θα αναγνωρισθεί και θα φανερώσει την πιστότητα του αγαπημένου της που της είχε αφιερωθεί ολοκληρωτικά।
[1] Λογισμός 97, Νέα Εστία, τχ. 1839, Δεκέμβριος 2010, σελ. 996.
[2] «Άθως και Ιέραξ», Ο όσιος Γρηγόριος, 18, 1993, σελ. 60.
[3] Λογισμός 94, ό.π.
[4] «Άθως και Ιέραξ», ό.π., σελ. 61.
[5] Λογισμός 98, ό.π.
————————————————–

Μιά άλλη μαρτυρία για τον πατέρα Κοσμά που δημοσιεύτηκε στο Φόρουμ εκπαιδευτικών Θεσπρωτίας  στις 10 Αυγούστου 2010.
Κάποτε μάλιστα βρεθήκαμε ακολουθώντας τις μουσικές περιπλανήσεις του αδερφού μου στα χώματα της Μεγάλης Ελλάδας. Γκρέτσια Σαλεντίνα και χωριό Καλημέρα, ταραντέλες και χοροί με τους Γκρεκάνους φίλους μας, Ρήγιο και Μπόβα Μαρίνα αλλά και Μονή του Αϊ – Γιάννη του Θεριστή. Στιγμές αξέχαστες για όλους μας. Αντιγράφω την περιγραφή από παλιότερη σχετική δημοσίευση:Θες να σου αναφέρω κι εγώ έναν εξαιρετικό κληρικό; Που τον σέβομαι και τον υπολήπτομαι τα μέγιστα; Είναι ο πάτερ Κοσμάς, όχι ο Αιτωλός – αλλά ο ηγούμενος της μονής του οσίου Ιωάννη του Θεριστή. Φιλόλογος στα νιάτα του, αγιορείτης μοναχός αργότερα, βρήκε το δικό του νόημα ζωής στο να κρατήσει ζωντανό τον ελληνισμό στην Κάτω Ιταλία. Εκεί και το μοναστήρι που σου ανέφερα.Τον επισκέφτηκα πρόπερσι μαζί με μία παρέα φίλων που μαζί μοιραζόμαστε μια άλλη μεγάλη αγάπη της ζωής μου: Τα πολυφωνικά τραγούδια. Και πήγαμε εκεί, να τραγουδήσουμε με τους γκρεκάνους της Γκρέτσια Σαλεντίνας και των χωριών της Καλαβρίας, να δούμε τόπους που και σήμερα κρατάνε ζωντανά τα ονόματα της Μεγάλης Ελλάδας. Και πήγαμε να γνωρίσουμε και τον πατρο-Κοσμά… Να του τραγουδήσουμε κι εκείνου ένα σκοπό ηπειρώτικο, να του θυμίσουμε λίγο πατρίδα… Διαλέξαμε τη Δεροπολίτισσα.
Μωρ! Δεροπολίτισσα μωρ’ καημένη 
Μωρ! Δεροπολίτισσα ζη – μωρ’ ζηλεμένη 
Άιντε συ θα πας στην εκκλησιά 
Άιντε με λαμπάδες με κεριά 
Άιντε για προσκύνα και για μας 
Άιντε και για μας τους Χριστιανούς 
Άιντε που μας πλάκωσ’ η Τουρκιά 
Και μας σφάζουν σαν τ’ αρνιά 
Σαν τ’ αρνιά την Πασχαλιά
Μας απάντησε με έναν εκκλησιαστικό ύμνο. Τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια όλων. Και μη νομίσεις πως η παρέα μας ήταν όλοι χριστιανοί… Μάλλον το αντίθετο. Και το ήξερε και ο πατρο-Κοσμάς… Όπως ξέρει και την ιστορία του τόπου που διάλεξε να ζήσει. Δες πως αρχίζει το φυλλάδιο που μοιράζει στους επισκέπτες του:
«Όλοι λίγο – πολύ ακούσαμε για τις αποικίες των αρχαίων Ελλήνων στη νότιο Ιταλία και τη Σικελία. Πόλεις όπως η Ελέα, ο Τάρας, η Σύβαρις, ο Κρότων, οι Επιζεφύριοι Λοκροί, το Ρήγιον, η Μεσσήνη, η Κατάνη και οι κυρίως οι Συρακούσες είναι πολύ γνωστές σε αυτούς που μελετούν την αρχαία ιστορία.Πνευματικά αναστήματα του ύψους ενός Αισχύλου, ενός Ηροδότου κι ενός Πυθαγόρα άφησαν την τελευταία τους πνοή εδώ. Φιλόσοφοι νόες, όπως αυτοί του Εμπεδοκλή από τον Ακράγαντα και του Παρμενίδη από την Ελέα προκαλούν και σήμερα δέος.»
Μπορεί και μιλά ο πατρο – Κοσμάς για τον Εμπεδοκλή, γιατί δεν είναι ένας πωρωμένος, φανατισμένος και αγράμματος κληρικός… Και μπορεί για τον ίδιο λόγο και αγκαλιάζει όλους τους επισκέπτες του, χριστιανούς και μη.
Έφυγα τότε από τα βουνά της Καλαβρίας και ονειρευόμουν τη μέρα που θα ξαναγυρίσω. Να προσκυνήσω στο μοναστήρι και να υποκλιθώ στον άγιο ηγούμενό του. Ώσπου σαν κεραυνός ξέσπασε η είδηση του θανάτου του. Τόσο νέος. Τόσο πολύτιμος. Ένας άγγελος που βιάστηκε να γυρίσει εκεί που πραγματικά ανήκει.
Και σαν να μην έφτανε η αβάσταχτη πίκρα του χαμού του, λίγους μήνες πριν αναζητώντας κάτι άλλο στο διαδίκτυο πληροφορήθηκα και το θλιβερό παρασκήνιο. Τη δική του αβάσταχτη πίκρα που πιθανότατα και έβαλε πρόωρο τέλος στη ζωή του. Το γκρέμισμα των κόπων του εκεί στην Κάτω Ιταλία από λάθη άλλων και την κακία των ανθρώπων.
Όπως κι αν έχει, τούτες τις μέρες που το Πολυφωνικό Καραβάνι βρίσκεται και πάλι στα άγια χώματα της Magna Grecia ο νους μου το ακολουθεί και δεν μπορεί παρά να θυμάται εκείνη τη σεβάσμια μορφή. Τον πατέρα Κοσμά, τον συντοπίτη μας, που με τι αγάπη και συγκίνηση μας υποδέχτηκε στο μοναστήρι του. Κι ένα μόνο χατίρι δε μας έκανε. Δε μας αποκάλυψε το αληθινό του όνομα. Κατάλοιπο μιας άλλης ζωής που άφησε για πάντα πίσω του όταν ντύθηκε το σχήμα του μοναχού. Και μόνο με το άγγελμα του θανάτου του μάθαμε πως λεγόταν Ανδρέας Παπαπέτρου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου