Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χλωρίδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χλωρίδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013

3660 - Εισήγηση στο 16ο Πανελλήνιο Δασολογικό Συνέδριο: Αναγεννάται η καμμένη δασική έκταση του Αγίου Όρους



Αισιόδοξα είναι τα στοιχεία για το φυσικό περιβάλλον στο Αγιον Όρος που δέχθηκε σημαντικό πλήγμα τον Αύγουστο του 2012, οπότε και ξέσπασε η μεγαλύτερη πυρκαγιά των τελευταίων 40 χρόνων εντός της διοικητικής του επικράτειας, καίγοντας περίπου 5000 εκτάρια δασικών και αγροτικών εκτάσεων.
Το παραπάνω συμπέρασμα προκύπτει από μελέτη για τις επιπτώσεις της πυρκαγιάς, που εκπονήθηκε από τους Κώστα Καλαμποκίδη και Παλαιολόγο Παλαιολόγου από το Εργαστήριο Γεωγραφίας Φυσικών Καταστροφών, Τμήμα Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου και τον Βασίλειο Τουλίκα, επίτιμο γενικό επιθεωρητή Π.Υ. Βορείου Ελλάδος.
Η εργασία παρουσιάστηκε στο 16ο Πανελλήνιο Δασολογικό Συνέδριο, που πραγματοποιείται στη Θεσσαλονίκη.
Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι «η έντονη επανασύσταση της βλάστησης, εντός της καμένης έκτασης, αποτελεί εγγύηση για την επιτυχή αναγέννηση του δάσους, όμως η πυκνότητα τόσο των κωνοφόρων όσο και των θαμνών θα πρέπει να ελεγχθεί διαχειριστικά στο άμεσο μέλλον ώστε η μορφή που θα πάρει το φυσικό δάσος που θα προκύψει να μην δημιουργήσει καταστάσεις αυξημένης επικινδυνότητας για νέα εμφάνιση πυρκαγιάς».
Επισημαίνουν δε, ότι μπορεί η απόληψη των νεκρών κορμών να γίνει σχετικά εύκολα λόγω του ομαλού ανάγλυφου, ωστόσο προτείνεται η αποφυγή εκτεταμένων και βιομηχανικού τύπου απολήψεων μιας και είναι πολύ πιθανό να διαταραχτεί η φυσική αναγέννηση και να προκληθεί αποσάθρωση και χαλάρωση των εδαφών.
Τονίζεται δε, η ανάγκη για λελογισμένες και μελετημένες υλοτομίες για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών των Ιερών Μονών.
Σύμφωνα με τη μελέτη, η χλωρίδα του Αγίου Όρους είναι ιδιαιτέρως πλούσια, περιλαμβάνοντας 1453 είδη και υποείδη ενώ έχουν καταγραφεί 14 τοπικά ενδημικά, 43 ελληνικά ενδημικά και 70 βαλκανικά ενδημικά είδη.
Το ιδιαίτερο και σημαντικότερο γνώρισμα της βλάστησης είναι τα δάση αείφυλλων-πλατύφυλλων, κυρίως αυτών όπου κυριαρχεί η αριά (Quercus ilex), τα οποία παρά τη μετατροπή τους τα τελευταία 100 περίπου έτη σε πρεμνοφυή, αποτελούν τα καλύτερα διατηρημένα δάση του τύπου αυτού στη Μεσόγειο.
Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, όλη η χερσόνησος του Αγίου Όρους καλυπτόταν από μεγαλειώδη ψηλά δάση με μεγάλη πληρότητα και ποικιλία ειδών.
Τα άλλοτε ψηλά δάση των αείφυλλων - πλατύφυλλων έχουν μετατραπεί σε θαμνώνες και χαμηλά δάση και μόνο ορισμένα λείψανά τους διατηρούνται ανέπαφα (δάσος αριάς της Αγίας Άννης).
Την ίδια τύχη είχαν και τα δάση των φυλλοβόλων πλατύφυλλων καστανιάς και δρυός και αριάς, τα οποία - με εξαίρεση εκείνα της οξιάς - έχουν μετατραπεί επίσης σε χαμηλά πρεμνοφυή δάση.
Τα μόνα ψηλά δάση του Αγίου Όρους είναι εκείνα των ορεινών μεσογειακών κωνοφόρων μαύρης πεύκης και ελάτης καθώς και τα δάση χαλεπίου πεύκης και ορισμένα μικρής έκτασης λείψανα μικτών δασών όπως στην Πλαγιάρα της Ιεράς Μονής (Ι.Μ.) Γρηγορίου, στην Ι.Μ. Σίμωνος Πέτρας, στον Μέγα Βελά της Ι.Μ. Μεγίστης Λαύρας κ.ά.
Οι περισσότερο άγονες και γυμνές εκτάσεις βρίσκονται στο νοτιοανατολικό τμήμα στην κορυφή του Όρους Άθω. Τα δάση των αείφυλλων - πλατύφυλλων, τα οποία περιέβαλαν τις περισσότερες Ιερές Μονές, κάλυπταν ανέκαθεν τις ενεργειακές ανάγκες των μοναχών.
Στοιχεία για τις δασικές πυρκαγιές στο Άγιον Όρος αναφέρουν ότι ο μέσος όρος επεισοδίων κατά την περίοδο 1987 - 1996 (εξαιρούμενης της μεγάλης πυρκαγιάς του 1990 οπότε και κάηκαν συνολικά 2230 εκτάρια) ήταν ένα επεισόδιο ανά έτος, με μέση καιγόμενη έκταση περίπου τα 60 εκτάρια.
Από την ανάλυση των επιστημόνων προέκυψε ότι η πυρκαγιά του 2012 έκαψε κυρίως στις περιοχές όπου είχαν πραγματοποιηθεί αναδασώσεις κωνοφόρων πριν από 30 χρόνια.
Από τη δράση της φωτιάς, τα κωνοφόρα νεκρώθηκαν σε ποσοστό άνω του 80% ενώ η πλήρης καύση των θαμνώνων με σημαντικές απώλειες μικρών κλαδιών, υπερέβαινε το 90% των ατόμων που καταγράφηκαν.
Όπως διαπιστώνουν πάντως οι μελετητές, η πλειονότητα των αγροτικών περιοχών διασώθηκε από τη δράση της φωτιάς χάρη στη δράση του Πυροσβεστικού Σώματος.

 

Δευτέρα 13 Αυγούστου 2012

1704 - Το φυσικό περιβάλλον του Αγίου Όρους

Η μεγάλη ποικιλία γεωλoγικών σχηματισμών και πετρωμάτων, το πολυσχιδές της μορφολογίας του εδάφους, το μεγάλο σχετικά υπερθαλάσσιο ύψος του Άθω, ο οποίος ανορθώνεται απότομα από την επιφάνεια της θάλασσας στα 2.033 m, σε συνδυασμό με τη μεγάλη ποικιλία κλιματικών τύπων, την απομόνωση της περιοχής και την έλλειψη βόσκησης, δημιουργούν ένα πολυποίκιλο μωσαϊκό τύπων βλάστησης. Οι τύποι βλάστησης που απαντούν στο Άγιο Όρος ξεκινούν από τους καθαρά μεσογειακούς και φθάνουν μέχρι τους υπαλπικούς, με μοναδική δαψιλότητα και πληρότητα, καθώς και μεγάλη ποικιλία ειδών φυτών και ζώων.
Τα τοπία που δημιουργούνται από τον συνδυασμό της βλάστησης και της μορφολογίας του εδάφους είναι σπάνιας ομορφιάς και ποικιλίας. Μοναδικά και ανεπανάληπτα. Συναντώνται από τα πιο «ήμερα» της παραθαλάσσιας ζώνης μέχρι τα πιο «άγρια» τοπία των φαραγγιών, των λιθώνων και των απόκρημνων βράχων. Μεγάλος είναι επίσης και ο αριθμός των ενδημικών ειδών. Όλα αυτά συνιστούν αυτό που λέγεται «μαγεία του Όρους», που πρέπει να διατηρηθεί ανέπαφη. Το φυσικό περιβάλλον του Αγίου 'Όρους απoτελεί και αυτό αναπόσπαστο στοιχείο της όλης πoλιτιστικής κληρονομιάς του και πρέπει να προστατευθεί και να διαφυλαχθεί ως «κόρην οφθαλμού».
Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα η χερσόνησος του Αγίου Όρους καλυπτόταν από μεγαλειώδη δάση με μεγάλη ποικιλία ειδών, όπως τα περιγράφει ο γερμανός φυτογεωγράφος Griesebach το 1841. Ο Griesebach αναφέρει ότι πουθενά στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στα Βαλκάνια δεν συνάντησε δάση τόσο πυκνά, με τέτοια πληρότητα και τόση ποικιλία ειδών και δαψιλότητα όπως αυτά του Αγίου Όρους.
Γύρω όμως στα τέλη του 19ου αιώνα και ιδιαίτερα μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 και τη γεωργική μεταρρύθμιση στην Ελλάδα του 1924, οι Ιερές Μονές στράφηκαν στην εκμετάλλευση των δασών αυτών κυρίως της καστανιάς αλλά και των αειφύλλων πλατυφύλλων για να αντισταθμίσουν τις σημαντικές απώλειες εισοδημάτων από τα μετόχια που έχασαν. Αποτέλεσμα ήταν η μετατροπή της πλειονότητας των δασών του Αγίου Όρους σε πρεμνοφυή.
Παρολαυτά, όταν ο Γερμανός φυτοκοινωνιολόγος Rauh ο οποίος επισκέφθηκε το Άγιο Όρος τη δεκαετία του '40, έγραψε ότι παρά την αναγωγή των δασών σε πρεμνοφυή, η βλάστηση διατηρεί τη θαλερότητα της και την πληρότητά της, όπως στην εποχή του Griesebach και ότι αποτελεί μία όαση στη φτωχή σε δάση Βαλκανική Χερσόνησο.
Ειδικότερα για τους σχηματισμούς των αειφύλλων πλατυφύλλων αναφέρει ότι πουθενά στη Μεσόγειο δεν συνάντησε τέτοια οργιώδη μακκία βλάστηση και τους συγκρίνει με ορισμένα μακκί της Κορσικής, στα οποία όμως κυριαρχεί ένα είδος, η ήμερη κουμαριά, σε αντίθεση με αυτά του Αγίου Όρους με τη μεγάλη ποικιλία ειδών.
Σήμερα τα μόνα υψηλά δάση του Αγίου Όρους είναι εκείνα της οξιάς και των ορεινών μεσογειακών κωνοφόρων της μαύρης πεύκης και της ελάτης καθώς και τα δάση της χαλεπίου πεύκης και ορισμένα, μικρής έκτασης, λείψανα μικτών δασών όπως στην Πλαγιάρα της Ιεράς Μονής Γρηγορίου, στην Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρας, στον Μέγα Βελά της Ιεράς Μονής Μεγάλης Λαύρας και αλλού.
Τα δάση των αειφύλλων πλατυφύλλων, τα οποία περιέβαλλαν τις περισσότερες Ιερές Μονές κάλυπταν ανέκαθεν τις ενεργειακές ανάγκες των μοναχών. Αυτός είναι ο λόγος που τα περισσότερο υποβαθμισμένα δάση (θαμνώνες) αειφύλλων πλατυφύλλων εμφανίζονται γύρω από τις Ιερές Μονές ή κοντά σ' αυτές.


Η γεωλογία του Αγίου Όρους
Το Άγιον Όρος είναι η βορειότερη χερσόνησος της Χαλκιδικής και έχει μήκος 50 περίπου χλμ. και πλάτος (8-12) χλμ. και σύμφωνα με τη Στατιστική Υπηρεσία του Κράτους (1960) έχει έκταση 33,300 τετρ. χλμ.. Το συνολικό του έδαφος καλύπτεται από λόφους και βουνά ύψους 450-990 μέτρων, ενώ η κορυφή του όρους Άθως, το οποίο ευρίσκεται στο νοτιοανατολικότερό του άκρο, φθάνει σε ύψος 2033 μ. Αν και παρατηρείται παντελής απουσία ποταμών και λιμνών όμως υπάρχει πολύ μεγάλος αριθμός ρυακιών και χειμάρρων, μερικοί από τους οποίους έχουν νερό σχεδόν όλο το έτος. Επίσης τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει αρδευτικά έργα και τεχνιτές λίμνες (φράγματα).

Η θαλάσσια περιοχή του Αγίου Όρους
Το Άγιον Όρος, λόγω του τρόπου ζωής των μοναχών και λόγω της παντελούς απουσίας εργοστασίων περιβρέχεται από μία καταγάλανη και πεντακάθαρη θάλασσα η οποία, ως εκ τούτου, παρέχει άφθονη και εκλεκτή αλιεία στους αγιορείτες. Αξίζει εδώ να καταχωρήσουμε τη συνέχεια της γλαφυρής επιστολής του Βούλγαρη «...Λιμενίσκος τε (κείται) υπό τον λόφον μικρός εν μέρει και ετέρωθεν άκρα προβλήτις· και ιχθύες εντεύθεν, τους καταβήναι και αγρεύσαι μη οκνήσαντας, ανιώντες και δεξιούμενοι· θάλασσά τε υπεστρωμένη κυκλόθεν, νυν μεν γαληνιώσα και κρυσταλλίζουσα· νυν δ' υποφρίσσουσα, και προς το ούλον υποτραχυνομένη· νυν δ' επαφρίζουσα, και εκ μυχών αυτών ταρασσομένη, άλλοτε άλλως ποικίλον παρίσταται θέαμα. Όλα καλά, όλα γλυκυθυμίας ουκ έχω ειπείν όσης πρόξενα». Τα συνηθέστερα θαλάσσια είδη που θα συναντήσωμε εδώ είναι μέλαινες, μελανούρια, κέφαλοι γοφάρια, σουπιές, οκταπόδια, καλαμάρια, φώκιες, και πολλά άλλα.

Η χλωρίδα του Αγίου Όρους
Από απόψεως χλωρίδας το Άγιον Όρος χαρακτηρίζεται για την πυκνή του βλάστηση. Αφθονούν σε μεγάλο βαθμό η καστανιά, η οξιά, η δρύς, το πουρνάρι, η κουμαριά κ. ά. καθώς και άπειρα πλήθη βοτάνων τα οποία από πολύ νωρίς (1544) προξένησαν το ενδιαφέρον των βοτανολόγων. Ο Grisebach (1841) αναφέρει ότι «τό ίδιο αρχέγονη όπως και η μοναχική ζωή είναι και η βλάστηση του Αγίου Όρους. Πουθενά στην Ευρώπη δε συνάντησα τέτοια πυκνότητα και πληρότητα της βλάστησης», ενώ ο Rauh (1949), ο οποίος επισκέφθηκε το Άγιον Όρος κατά το 1942 και 1943, αναφέρει ότι, παρά τη μετατροπή πολλών δασών σε πρεμνοφυή, η βλάστηση διατηρεί τη δαψιλότητα και πληρότητά της, όπως στην εποχή του Grisebach, και ότι αποτελεί όαση στην αποδασωμένη ή φτωχή σε δάση Βαλκανική Χερσόνησο, γι' αυτό δεν είναι περίεργο ότι έχει ελκύσει την προσοχή και το ενδιαφέρον πολλών βοτανικών. Ιδιαίτερα για τα δάση της ζώνης των αειφύλλων πλατυφύλλων τονίζει ότι πουθενά στη Μεσόγειο δε συνάντησε τέτοια δαψιλότητα, πυκνότητα και ποικιλία ειδών.
Πολλοί μεγάλοι βοτανολόγοι επισκέφθηκαν το Άγιον Όρος και προέβησαν σε βοτανολογικές μελέτες.
Η αλήθεια είναι ότι δεν είναι όλη η έκταση του Αγίου Όρους σκεπασμένη με δάση αλλά κατά τον Μυλόπουλο (1963) περίπου 90% και μαζί με τις μερικώς δασοσκεπείς εκτάσεις πλησιάζει το 95% (1963). Οι περισσότερο άγονες και γυμνές εκτάσεις βρίσκονται στο νοτιοανατολικό τμήμα και αξίζει να σημειωθεί ότι η κορυφή και ενα μεγάλο μέρος του Όρους Άθω θυμίζουν σεληνιακό τοπίο, εν αντιθέσει προς την πυκνή βλάστηση η οποία παρατηρείται σε άλλες περιοχές. Πάντως τόσο οι κατάφυτες όσο και οι παντελώς έρημες περιοχές του Αγίου Όρους διακρίνονται, παρά την άκρα αντίθεσή τους, από μία απαράμιλλη σαγηνευτική ωραιότητα.
Αξίζει να αναφερθούν οι εντυπώσεις ως προς το κάλλος του Όρους δύο σοφών ανδρών, τους οποίους χωρίζει μία χρονική περίοδος περιπου 200 ετών. Αφενός ο Ευγένιος Βούλγαρις, σχολάρχης της Αθωνιάδος σε επιστολή του το 1756 προς Κυπριανό τον Κύπριο κατόπιν πατριάρχη Αλεξανδρείας αναφέρει γραφικώτατα: «Εδώ και ύδατα καλλίρροα και αήρ ευκραέστατος, και αύρα ποτνιάς, το περιέχον ημάς καταψύχουσα· άλση τε συνηφερή και κατάσκια πανταχόθεν, και χλόη αειθαλής, την όρασιν κατατέρπουσα· φυτών δε είδη παντοία, ελαίαι, άμπελοι, δάφναι, μυρσίναι. Σιγώ τάλλα, τα μέν εις τροφήν τα δε εις τρυφήν, γής υγιαινούσης βλαστήματα...». Αφετέρου ο διεθνούς φήμης βυζαντινολόγος Στήβεν Ράνσιμαν σε ομιλία ενώπιον της Ιεράς Κοινότητος του Αγίου Όρους την 31.5.2000 επι τώ καθαγιασμώ οικοδομήματος προορισμένο για την στέγαση των αρχείων της Ιεράς Κοινότητος αναφέρει τα εξής: «Παρήλθον εβδομήκοντα συναπτά έτη, αφ' ότου το πρώτον επεσκέφθην το Όρος. Αφιχθείς τότε κατά μήνα Ιούλιον είδον τον Άθωνα κεκαλυμμένον υπό δροσεράς αχλύος, ανάλογον της οποίας κατέλιπον προ ολίγων ημερών εν τη ιδιαιτέρα μου πατρίδι τη Σκωτία. Μετ' ολίγον χρόνον, τα νέφη διελύθησαν και ηδυνήθην να διακρίνω την απαράμιλλον ωραιότητα του Όρους, το οποίον αποτελεί, κατά την προσωπικήν μου εμπειρίαν, το ομορφότερον θέαμα ολοκλήρου του σύμπαντος ...». Σημειωτέον ότι ο Βούλγαρις αναφέρεται σε κατάφυτη περιοχή και ο Ράνσιμαν σε σεληνιακό τοπίο.                    

Η πανίδα του Αγίου Όρους
Η πανίδα του Αγίου Όρους  παρουσιάζει εξ ίσου μεγάλο ενδιαφέρον με την χλωρίδα. Εδω θα συναντήσουμε ελάφια, ζαρκάδια, κουνάβια, αγριογούρουνα, αετούς, γεράκια, κοράκια, γλάρους, ερωδιούς και όπως λέει και ο Βούλγαρις στην συνέχεια της προμνημονευθείσης επιστολής του «... και πτηνών στίφη καλλικελάδων· εν οις πολλή η αηδών και ο κόσσυφος και η χελιδών, ταις φωναίς των τήδε κακείσε περιιόντων, και επ' αδείας μελετώντων μουσοτρόφων τούτων νεανίσκων, συναμιλλώμενα...» ενώ ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει ότι «ο Άθως αηδόνας τρέφει πολλάς και καλάς». Σημειωτέον ότι στο Άγιον Όρος υπάρχουν και χαμαιλέοντες. Εδώ επίσης θα συναντήσωμε αρκετά είδη σαυρών, χελωνών, τρωκτικών, τσακάλια και σχεδόν όλα τα ζώα και πτηνά τα οποία συναντούμε σ'όλη την ελληνική επικράτεια. Κατά καιρούς δε κάνουν την εμφάνισή τους και λύκοι.

Τρίτη 24 Ιουλίου 2012

1606 - Εικόνες απ’ την αλπική χλωρίδα του Άθω


Τίποτα δεν έδειχνε ότι θα επιστρέψω σ’ αυτόν τον τόπο. Ήταν καλοκαίρι του 1981 όταν για πρώτη φορά σκαρφαλώσαμε στην κορυφή του Άθω. Το καλύτερο ίσως δώρο στον εαυτό μας μετά τις πανελλήνιες εξετάσεις. Η ανάβαση ξεκίνησε στις τέσσερις και μισή το πρωΐ. Το πρώτο φως της ημέρας προμήνυε λιακάδα. Όταν όμως περάσαμε τα δασοόρια, σύννεφα άρχισαν να μαζεύονται. Το φως λιγόστεψε και έννοια μας ήταν να βρούμε καταφύγιο στο εκκλησάκι της κορυφής, πρωτού μας πιάσειη βροχή. Και έτσι έγινε. Και όταν η βροχή άρχισε μαζί με αστραπές, άρχισε και η γρήγορη κάθοδός μας προς έναν ασφαλή προορισμό, τη σκήτη της Αγίας Άννης. Τα καιρικά φαινόμενα εκείνης της ημέρας έμειναν έντονα στη μνήμη μας. Η ομορφιά του τόπου, τα χρώματα και τα αρώματα της φύσης ξέφυγαν από την προσοχή μας, η οποία ασχολήθηκε με τα τερτίπια του καιρού και την ασφαλή κάθοδό μας. Έκτοτε ανέβηκα άλλες τέσσερις φορές. Σε κάθε νέα ανάβαση όλο και περισσότερο φως, όλο και περισσότερη διαύγεια.
Στην τελευταία μας ανάβαση για τους σκοπούς του περιοδικού είχαμε την τύχη να έχουμε τον καλύτερο δυνατό καιρό: φως και αέρα. Πράγμα που μας εξασφάλιζε μια υπέροχη θέα από τη Χαλκιδική μέχρι τις Β. Σποράδες και από τη Σαμοθράκη μέχρι την Εύβοια. Το μάτι είναι πλέον τώρα εθισμένο, ίσως και λόγω των σπουδών, στην παρατήρηση της φύσης, και το ιδιαίτερο ενδιαφέρον μου είναι τ’ αγριολούλουδα.
Η διαδρομή προς την κορυφή παρουσιάζει ενδιαφέρουσες εναλλαγές τόσο στο τοπίο όσο και στην βλάστηση. Από το λιμανάκι του Κλέφτικου και μέχρι τις σκήτες της Κερασιάς σε υψόμετρο 550 μέτρων, το μοναπάτι ανηφορίζει κάτω από την σκιά της αείφυλλης σκληρόφυλλης (μακκία) βλάστησης. Μας εντυπωσιάζει η κοκκινωπή φλούδα της αγριοκουμαριάς που ξεφλουδίζεται και αποκαλύπτει τον στιλπνό και ανοιχτόχρωμο κορμό της και μας συντροφεύει μέχρι τις σκήτες της Κερασιάς.
Η Κερασιά αποτελεί το ορμητήριο για την κορυφή. Η διανυκτέρευση εδώ χωρίζει την ανάβαση σε δύο μέρες και ξεκουράζει τον ορειβάτη. Η πενταμελής συντροφιά μας δεν απετέλεσε εξαίρεση. Διανυκτερεύσαμε στο φιλόξενο κελί του πατρός Ανδρέα και το επόμενο πρωί συνεχίσαμε για την κορυφή.
Μετά την Κερασιά αρχικά το μονοπάτι συνεχίζει την απότομη κλίση του και μας προσφέρει την υπέροχη θέα του Κάρμηλου όρους (συνώνυμο του Βιβλικού, με υψόμετρο 985μ.). Το πράσινο του βουνού και το γαλάζιο της θάλασσας ξεκουράζουν το μάτι και μας κάνουν να ξεχνούμε τον κόπο της ανάβασης. Κατόπιν το μονοπάτι μπαίνει ξανά κάτω από τα δένδρα και συνεχίζει έτσι, μέχρι περίπου το καταφύγιο, στη θέση «Παναγία». Καθώς πλησιάζουμε στο καταφύγιο σιγά-σιγά ξεπροβάλλουν τα χρώματα και τ’ αρώματα του Άθω. Χιλιάδες αγριολούλουδα, άλλα κοινά, άλλα πιο σπάνια και άλλα ενδημικά συνθέτουν τη μοναδική χλωρίδα της χερσονήσου με 2500 είδη και ειδικότερα την αλπική χλωρίδα του βουνού.
Ο όρος αλπική χλωρίδα αναφέρεται στο σύνολο των φυτών που αναπτύσσονται στο γεωμορφολογικό περιβάλλον των ορέων (και φυσικά όχι μόνο των Άλπεων) πάνω από τα δασοόρια. Κοντά και λίγο πιο πάνω από το καταφύγιο τα κωνοφόρα, έλατα και πεύκα, υποχωρούν. Τα έλατα του Άθω ανήκουν στο είδος Abies borisiiregis. Το είδος παρουσιάζει ενδιάμεσους χαρακτήρες μεταξύ του Abies cephalonica των βουνών της Νότιας Ελλάδας και του κεντροευρωπαϊκού είδους Abies alba. Τα πεύκα ανήκουν στο είδος Pinus nigra (Μαύρη Πεύκη). Ψηλότερα του καταφυγίου και μέχρι τα 1600 περίπου μέτρα παρατηρούνται ελάχιστα κωνοφόρα.
Από το υψόμετρο αυτό και μέχρι την κορυφή κυριαρχούν τα ποώδη φυτά. Ιδιαίτερη ομορφιά έχουν τα βραχόφιλα ποώδη φυτά. Μερικά απ’αυτά είναι και ενδημικά είδη του Άθω. Αλλά και τα λιγότερο χρωματιστά όπως τα αγρωστώδη εκπροσωπούνται επάξια και άφθονα από το γένος Stipa. Ο ερευνητής C.Regel μάλιστα (μελέτησε τη βλάστηση του Άθω σε δύο επισκέψεις το 1936 και το 1938) χαρακτηρίζει την περιοχή της αλπικής ζώνης όπου κυριαρχεί η Στίπα ώς Στίπα-έρημος. Ένα μπουκέτο Στίπα ήταν το ελάχιστο δείγμα ευγνωμοσύνης προς τις συζύγους μας που ανέλαβαν μόνες, για τις μέρες της παραμονής μας στον Άθω, τις ευθύνες του σπιτιού και των τέκνων.
Δύο από τα ενδημικά είδη του Άθω είναι τα Helichrysum sibthorpii (Αμάραντος) και το Anthemis sibthorpii (Μαργαρίτα του Σίμπθορπ). Και τα δυο ονομάστηκαν έτσι προς τιμή του Ιωάννη Σίμπθορπ (John Sibthorp 1758-1796),  Άγγλου βοτανικού ο οποίος περιόδευσε δύο φορές την Ελλάδα μελετώντας τη χλωρίδα της. Κατά τη δεύτερη μάλιστα επίσκεψή του αρρώστησε από φυματίωση, από την οποία και πέθανε λίγο μετά την επιστροφή του στη Βρετανία.
Τόσο ο αμάραντος όσο και η μαργαρίτα είναι πολυετή φυτά της οικογένειας των συνθέτων. Απαντώνται στις απόκρημνες ασβεστολιθικές πλαγιές του Άθω κοντά στην κορυφή. Δυστυχώς οι εργασίες που γίνονται στην κορυφή (κτίσιμο ναού και συνοδών κτηρίων!) περιορίζει τον βιότοπό τους και θέτει σε κίνδυνο την επιβίωση τους.
Ένα από τα πιο όμορφα αγριολούλουδα και μάλιστα αρκετά συχνό στην αλπική ζώνη του Άθω είναι το Sempervivum marmoreum της οικογένειας των Κρασσουλιδών, για το οποίο νομίζω ταιριάζει καλύτερα το εισαγωγικό βιβλικό χωρίο. Δύο άλλοι εκπρόσωποι της οικογένειας προέρχονται από το γένος Sedum, το είδος Sedum album και το Sedum ochroleucum. Τα είδη Astragalus angustifolius (αγριολούπινο) και Astragalus parnassi (τετράγκαθο) είναι δύο από τους εκπροσώπους της οικογένειας των ψυχανθών στην αλπική χλωρίδα του Άθω (οικογένεια φυτών με σημαντικό ρόλο στον κύκλο του αζώτου καθώς στα φυμάτια των ριζών τους συμβιώνουν αζωτοδεσμευτικά βακτήρια).
Από την οικογένεια των βιολιδών ενδιαφέρον παρουσιάζουν ο πολυετής πανσές Viola delphinantha, η ενδημική Viola athois και το ετήσιο φυτό Viola kitaibeliana. Το λινάρι, Linum elegans, κοσμεί την αλπική ζώνη με τα όμορφα κίτρινα άνθη του.
Το ιώδες χρώμα στην αλπική ζώνη μας το προσφέρει μεταξύ άλλων φυτών η Καμπανούλα Campanula orphanidea, ονομασμένη έτσι προς τιμήν του μεγάλου έλληνα βοτανικού Ορφανίδη. Ο Θ. Ορφανίδης εξελέγη καθηγητής Βοτανικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1850. Το 1862 ερεύνησε τη χλωρίδα του Αγίου Όρους. Εκανε μάλιστα πλούσια συλλογή φυτών.
Τα ροδόχροα άνθη του ανάλατου Centrantus rubber δημιουργούν υπέροχη αντίθεση με το κυανό του Σιγγιτικού κόλπου. Τα ευθυτενή στελέχη του Verbascum macrurum απαντώνται επίσης στην αλπική ζώνη. Τα κενταύρια δεν θα μπορούσαν να λείπουν από την κορυφή. Τα ρόδινα άνθη του Κενταύριου της Χαλκιδικής, Centaurea chalcidicaea συνυπάρχουν με τα κίτρινα του Centaurea rupestris ssp athoa που είναι και ενδημικό υποείδος του Άθω. Άλλα ενδιαφέροντα είδη είναι το Cerastium fontanum, το πορφυρό γαρύφαλο Dianthus gracilis, το λευκό γαρύφαλο Dianthus petraeus ssp. οrbelicus όλα μέλη της οικογένειας των Καρυοφυλλιδών. Ένα ευρύτερα εξαπλωμένο αλλά πολύ όμορφο είδος της αλπικής χλωρίδας, με εξάπλωση σε όλη την κεντρική και νότια Ευρώπη, με τα ροδόχροα άνθη της που σχηματίζουν χαρακτηριστική στεφάνη είναι η Corinilla varia. To Pterocephalus perennis είναι ένας χαμηλός πολυετής θάμνος με ροδόχροα άνθη και οδοντωτά φύλλα. Ενδημικό είδος της Ελλάδος και της Αλβανίας. Στην αλπική ζώνη θα βρούμε επίσης και την Draba athoa μικρό πολυετές φυτό ενδημικό της Βαλκανικής χερσονήσου, το Teucrium montanum και την Saxifraga sancta.
Πολλά θα μπορούσαν ακόμη να ειπωθούν για την αλπική χλωρίδα του Άθω. Αυτό που όμως θα ήταν ίσως ο καλύτερος επίλογος, είναι η ευχή το μικρό αυτό άρθρο να ευαισθητοποιήσει τους αναγνώστες ώστε να σταματήσει αυτό που γίνεται αυτή τη στιγμή (Ιούλιος 2008) στην κορυφή του Άθω. Η κλίμακα των έργων που γίνονται δεν αντιστοιχεί στο μέγεθος του χώρου και γι’ αυτό το λόγο προσβάλλει το τοπίο. Τα έργα απειλούν άμεσα τους βιότοπους ενδημικών και άλλων σπάνιων φυτών. Η δε διαχείριση των έργων έχει αλλοιώσει βάναυσα τον χώρο καθώς κάθε οικοδομικό και μη υλικό που περισσεύει πετιέται στις πλαγιές γύρω από την κορυφή και για πολλά χρόνια θα αποτελεί το φόντο που θα συνοδεύει τις κατανυκτικές λειτουργίες στο νέο ναό της κορυφής του Άθω.


ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ,  
ΤΕΥΧΟΣ 65ο, 
2008

Δευτέρα 28 Μαΐου 2012

1342 - Η χλωρίδα στην περιοχή της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου


Ο χείμαρρος της Πλατανάρας
Η περιοχή της Μονής Βατοπαιδίου είναι μία από τις πλέον εύφορες του Αθωνα. Η χλωρίδα της περιλαμβάνει τα περισσότερα από τα 1471 είδη φυτών που συναντώνται στο Άγιον Όρος. Οι υψηλότερες ζώνες της περιοχής (μέ υψόμετρο άνω των 500 μέτρων) καλύπτονται από δάση καστανιάς και πλατύφυλλης δρυός, με διάσπαρτες αριές και σφενδάμνους, τα οποία υλοτομούνται. Στις χαμηλότερες και στις παράλιες ζώνες (έως 500 μέτρα υψόμετρο) συναντώνται αειθαλή και πλατύφυλλα δένδρα και θάμνοι, κυρίως πουρνάρια και αριές, ενώ κοντά στην Μονή υπάρχουν και καλλιεργημένες εκτάσεις. 

Ο όρμος και η Μονή Βατοπαιδίου
Οι εντός Όρους καλλιέργειες της Μονής Βατοπαιδίου μαρτυρούνται από τους βυζαντινούς χρόνους και περιλαμβάνουν είδη απαραίτητα για την λατρεία και για την καθημερινή διατροφή των μοναχών (σιτάρι, λάδι, οίνο, λαχανικά, φρούτα κ.λπ.).

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

259 - Αγιορειτική Βοτανοθήκη

Η χερσόνησος του Άθω αποτελεί σήμερα έναν μοναδικό βοτανικό παράδεισο. Πρόκειται για μια άκρως σημαντική βοτανική κληρονομιά σε παγκόσμιο επίπεδο.

Στη μικρή έκτασή της απαντώνται περίπου 1.500 χλωριστικές μονάδες, όσες αριθμεί η χλωρίδα ολόκληρης της Σκανδιναβικής χερσονήσου. Σε αυτές περιλαμβάνονται πολλοί ενδημίτες και περισσότερα από 200 φαρμακευτικά φυτά.

Η Αγιορειτική Βοτανοθήκη, η οποία αποτελεί το επιστέγασμα της γόνιμης συνεργασίας αγιορειτών μοναχών και λαϊκών, δημιούργησε μια συγκεντρωτική βοτανική συλλογή της αθωνικής χλωρίδας. Στο εργαστήριό της εφαρμόζονται σύγχρονες επιστημονικές μέθοδοι για την επεξεργασία του φυτικού υλικού.

Τα φυτά μαζεύονται σε μικρές ποσότητες και, πριν μαραθούν, συμπιέζονται, ώστε να γίνουν επίπεδα και να αποβάλλουν μέρος από τους χυμούς τους.

Ακολουθεί έκθεση σε υπέρυθρη ακτινοβολία για να αποξηρανθούν, απεντόμωση και ταξινόμηση.

Τα αποτελέσματα αυτής της πρωτοποριακής μεθόδου είναι τα φυτά να παραμένουν φυσικά και με τα χρώματά τους λαμπερά. Επειδή, όμως, είναι ευαίσθητα και εύθραυστα, πλαστικοποιούνται «εν θερμώ», ώστε να είναι ανθεκτικά στο χρόνο. Η τοποθέτησή τους σε κάδρα τα καθιστούν μικρά έργα τέχνης.

Αντώνιος Βασιλειάδης (*)

Επιμελητής της Αγιορειτικής Βοτανοθήκης

(*) Ο Αντώνιος Βασιλειάδης ζει και εργάζεται στην Ουρανούπολη, την πύλη του Αγίου Όρους. είναι επιμελητής της Αγιορειτικής Βοτανοθήκης από τη δημιουργία της (2002) και μέλος της Ελληνικής Βοτανικής Εταιρείας (Hellenic Botanical Society)

Η Αγιορειτική Βοτανοθήκη συμμετέχει στην έκθεση «Όρος Άθως. Εικόνες του Ιερού Τόπου» με 30 έργα αποξηραμένων φυτών του Αγίου Όρους, δύο από τα οποία είναι αυτά της παρούσης ανάρτησης.

Φωτογραφίες με φυτά της Αγιορειτικής χλωρίδας μπορείτε να δείτε εδώ.