Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φύση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φύση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013

3660 - Εισήγηση στο 16ο Πανελλήνιο Δασολογικό Συνέδριο: Αναγεννάται η καμμένη δασική έκταση του Αγίου Όρους



Αισιόδοξα είναι τα στοιχεία για το φυσικό περιβάλλον στο Αγιον Όρος που δέχθηκε σημαντικό πλήγμα τον Αύγουστο του 2012, οπότε και ξέσπασε η μεγαλύτερη πυρκαγιά των τελευταίων 40 χρόνων εντός της διοικητικής του επικράτειας, καίγοντας περίπου 5000 εκτάρια δασικών και αγροτικών εκτάσεων.
Το παραπάνω συμπέρασμα προκύπτει από μελέτη για τις επιπτώσεις της πυρκαγιάς, που εκπονήθηκε από τους Κώστα Καλαμποκίδη και Παλαιολόγο Παλαιολόγου από το Εργαστήριο Γεωγραφίας Φυσικών Καταστροφών, Τμήμα Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου και τον Βασίλειο Τουλίκα, επίτιμο γενικό επιθεωρητή Π.Υ. Βορείου Ελλάδος.
Η εργασία παρουσιάστηκε στο 16ο Πανελλήνιο Δασολογικό Συνέδριο, που πραγματοποιείται στη Θεσσαλονίκη.
Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι «η έντονη επανασύσταση της βλάστησης, εντός της καμένης έκτασης, αποτελεί εγγύηση για την επιτυχή αναγέννηση του δάσους, όμως η πυκνότητα τόσο των κωνοφόρων όσο και των θαμνών θα πρέπει να ελεγχθεί διαχειριστικά στο άμεσο μέλλον ώστε η μορφή που θα πάρει το φυσικό δάσος που θα προκύψει να μην δημιουργήσει καταστάσεις αυξημένης επικινδυνότητας για νέα εμφάνιση πυρκαγιάς».
Επισημαίνουν δε, ότι μπορεί η απόληψη των νεκρών κορμών να γίνει σχετικά εύκολα λόγω του ομαλού ανάγλυφου, ωστόσο προτείνεται η αποφυγή εκτεταμένων και βιομηχανικού τύπου απολήψεων μιας και είναι πολύ πιθανό να διαταραχτεί η φυσική αναγέννηση και να προκληθεί αποσάθρωση και χαλάρωση των εδαφών.
Τονίζεται δε, η ανάγκη για λελογισμένες και μελετημένες υλοτομίες για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών των Ιερών Μονών.
Σύμφωνα με τη μελέτη, η χλωρίδα του Αγίου Όρους είναι ιδιαιτέρως πλούσια, περιλαμβάνοντας 1453 είδη και υποείδη ενώ έχουν καταγραφεί 14 τοπικά ενδημικά, 43 ελληνικά ενδημικά και 70 βαλκανικά ενδημικά είδη.
Το ιδιαίτερο και σημαντικότερο γνώρισμα της βλάστησης είναι τα δάση αείφυλλων-πλατύφυλλων, κυρίως αυτών όπου κυριαρχεί η αριά (Quercus ilex), τα οποία παρά τη μετατροπή τους τα τελευταία 100 περίπου έτη σε πρεμνοφυή, αποτελούν τα καλύτερα διατηρημένα δάση του τύπου αυτού στη Μεσόγειο.
Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, όλη η χερσόνησος του Αγίου Όρους καλυπτόταν από μεγαλειώδη ψηλά δάση με μεγάλη πληρότητα και ποικιλία ειδών.
Τα άλλοτε ψηλά δάση των αείφυλλων - πλατύφυλλων έχουν μετατραπεί σε θαμνώνες και χαμηλά δάση και μόνο ορισμένα λείψανά τους διατηρούνται ανέπαφα (δάσος αριάς της Αγίας Άννης).
Την ίδια τύχη είχαν και τα δάση των φυλλοβόλων πλατύφυλλων καστανιάς και δρυός και αριάς, τα οποία - με εξαίρεση εκείνα της οξιάς - έχουν μετατραπεί επίσης σε χαμηλά πρεμνοφυή δάση.
Τα μόνα ψηλά δάση του Αγίου Όρους είναι εκείνα των ορεινών μεσογειακών κωνοφόρων μαύρης πεύκης και ελάτης καθώς και τα δάση χαλεπίου πεύκης και ορισμένα μικρής έκτασης λείψανα μικτών δασών όπως στην Πλαγιάρα της Ιεράς Μονής (Ι.Μ.) Γρηγορίου, στην Ι.Μ. Σίμωνος Πέτρας, στον Μέγα Βελά της Ι.Μ. Μεγίστης Λαύρας κ.ά.
Οι περισσότερο άγονες και γυμνές εκτάσεις βρίσκονται στο νοτιοανατολικό τμήμα στην κορυφή του Όρους Άθω. Τα δάση των αείφυλλων - πλατύφυλλων, τα οποία περιέβαλαν τις περισσότερες Ιερές Μονές, κάλυπταν ανέκαθεν τις ενεργειακές ανάγκες των μοναχών.
Στοιχεία για τις δασικές πυρκαγιές στο Άγιον Όρος αναφέρουν ότι ο μέσος όρος επεισοδίων κατά την περίοδο 1987 - 1996 (εξαιρούμενης της μεγάλης πυρκαγιάς του 1990 οπότε και κάηκαν συνολικά 2230 εκτάρια) ήταν ένα επεισόδιο ανά έτος, με μέση καιγόμενη έκταση περίπου τα 60 εκτάρια.
Από την ανάλυση των επιστημόνων προέκυψε ότι η πυρκαγιά του 2012 έκαψε κυρίως στις περιοχές όπου είχαν πραγματοποιηθεί αναδασώσεις κωνοφόρων πριν από 30 χρόνια.
Από τη δράση της φωτιάς, τα κωνοφόρα νεκρώθηκαν σε ποσοστό άνω του 80% ενώ η πλήρης καύση των θαμνώνων με σημαντικές απώλειες μικρών κλαδιών, υπερέβαινε το 90% των ατόμων που καταγράφηκαν.
Όπως διαπιστώνουν πάντως οι μελετητές, η πλειονότητα των αγροτικών περιοχών διασώθηκε από τη δράση της φωτιάς χάρη στη δράση του Πυροσβεστικού Σώματος.

 

Σάββατο 31 Αυγούστου 2013

3531 - Μήνυμα του Οικουμενικού Πατριάρχη για την Εκκλησιαστική Πρωτοχρονιά (1η Σεπτεμβρίου, Αρχή της Ινδίκτου)



Και φέτος θα εορτασθεί στην Κωνσταντινούπολη, στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Ημέρα του Περιβάλλοντος, η οποία έχει καθιερωθεί από το Σεπτό Κέντρο την 1η Σεπτεμβρίου, Αρχή της Ινδίκτου.
Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος χοροστάτησε στην Ακολουθία του Μ. Εσπερινού της εορτής στην Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Ζωοδόχου Πηγής Βαλουκλή, σήμερα Σάββατο 31 Αυγούστου στις 6 το απόγευμα. 
Αύριο Κυριακή 1η Σεπτεμβρίου, ο Πατριάρχης θα χοροστατήσει στην Θεία Λειτουργία που θα τελεσθεί στον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι, συγχοροστατούντων, κατά την τάξιν, Συνοδικών και Ενδημούντων Αρχιερέων της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. 
Στον Πατριαρχικό Ναό αυτή την ημέρα εορτάζεται και η Σύναξις της Υπεραγίας Θεοτόκου της Παμμακαρίστου, γι' αυτό και η Ιερά Εικών της Παναγίας θα είναι εκτεθειμένη, κατά το έθος, στο σωλέα, προς προσκύνησιν υπό των πιστών. 
Κατά την Θ. Λειτουργία θα αναγνωσθεί και το ακόλουθον
Σεπτόν Πατριαρχικόν Μήνυμα ἐπί τῇ ἡμέρᾳ προσευχῆς ὑπέρ τῆς Προστασίας τοῦ Φυσικοῦ Περιβάλλοντος (01/09/2013) 
+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ 
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, 
ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ 
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ 
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ 
ΧΑΡΙΝ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ 
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ ΚΑΙ ΣΥΝΤΗΡΗΤΟΥ 
ΠΑΣΗΣ ΤΗΣ ΚΤΙΣΕΩΣ 
ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ 
* * * 
 Ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά, 
Ἔφθασεν ἡ πρώτη Σεπτεμβρίου, ἡ πρώτη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους, τήν ὁποίαν πρό ἐτῶν τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον καί ἐν συνεχείᾳ σύνολος ἡ Ὀρθόδοξος ἡμῶν Ἐκκλησία ὡρίσαμεν ὡς ἡμέραν προσευχῆς διά τό περιβάλλον. Ἔκτοτε, λόγῳ καί τῆς ἡμετέρας πρωτοβουλίας ταύτης, ἔχει γενικευθῆ τό ἐνδιαφέρον διά τήν προστασίαν τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος καί πολλά λαμβάνονται μέτρα ἐν προκειμένῳ διά τήν ἀειφορίαν καί τήν ἰσορροπίαν τῶν οἰκοσυστημάτων ἀλλά καί διά πᾶν σχετικόν πρός αὐτάς πρόβλημα. 
Καθώς μάλιστα τυγχάνει γνωστόν καί ἐπιμεμαρτυρημένον ὅτι "οὐ λύονται οἱ νόμοι τῆς φύσεως, οὐδέ σαλεύονται, ἀλλά μένουσιν ἀκίνητοι" (πρβλ. Ἱεροῦ Χρυσοστόμου, Εἰς τόν πτωχόν Λάζαρον ΣΤ΄, P.G. 48, 1042), ὀφείλομεν σήμερον νά ἐπικεντρώσωμεν τήν προσοχήν μας εἰς τάς ἀφανεῖς ἐπεμβάσεις τοῦ ἀνθρώπου εἰς τήν ἰσορροπίαν τοῦ περιβάλλοντος, ἡ ὁποία διασαλεύεται ὄχι μόνον δι᾿ ἐμφανῶν καταστρεπτικῶν ἐνεργειῶν, ὡς αἱ ἐκριζώσεις τῶν δασῶν, ἡ ὑπεράντλησις τῶν ὑδάτων, ἡ ἐν γένει ὑπερεκμετάλλευσις τῶν φυσικῶν καί ἐνεργειακῶν πόρων καί ἡ μέσῳ διαρροῆς καί ἀποθέσεως τοξικῶν καί χημικῶν οὐσιῶν μόλυνσις μεγάλων χερσαίων καί ὑδατίνων περιοχῶν, ἀλλά καί δι᾿ ἀφανῶν διά γυμνοῦ ὀφθαλμοῦ πράξεων. Καί τοιαῦται τυγχάνουν αἱ ἐπεμβάσεις εἰς τά γονιδιώματα τῶν ἐμβίων ὄντων καί ἡ δημιουργία κατ᾿ αὐτόν τόν τρόπον μετηλλαγμένων εἰδῶν ἀγνώστου ἐν συνεχείᾳ μετεξελίξεως, ὡς καί ἡ ἀνεύρεσις τρόπων ἀποδεσμεύσεως τεραστίων δυνάμεων, τῶν ἀτομικῶν καί πυρηνικῶν, τῶν ὁποίων ἡ μή ὀρθή χρῆσις δύναται νά ἐξαφανίσῃ πᾶν ἴχνος ζωῆς καί πολιτισμοῦ εἰς τόν πλανήτην μας. Εἰς τάς περιπτώσεις ταύτας δέν εἶναι ἡ πλεονεξία καί ἡ ἐπιθυμία τῆς ὑπερισχύσεως τά μόνα κίνητρα τῶν ἐπιδιωκόντων νά ἐπέμβουν καί νά μεταλλάξουν τά ἔμβια ὄντα, τά ὁποῖα ὁ Θεός ἐδημιούργησεν ὡς «καλά λίαν», ἀλλά καί ἡ ὑπεροψία ὡρισμένων ὅπως ἀντιπαραταχθοῦν εἰς τήν Σοφίαν τοῦ Θεοῦ καί ἀποδείξουν ἑαυτούς ἱκανούς νά βελτιώσουν τό ἔργον Αὐτοῦ. Ἡ ψυχική στάσις αὕτη χαρακτηρίζεται ὑπό τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων ὡς "ὕβρις", δηλαδή ὑπεροπτική αὐθάδεια τοῦ ἔχοντος περιωρισμένον νοῦν ἔναντι τοῦ Πανσόφου καί Παντοδυνάμου Δημιουργοῦ. 
Ἀσφαλῶς δέν ἀντιτασσόμεθα πρός τήν ἐπιστημονικήν ἔρευναν, ἐάν καί ἐφ᾿ ὅσον παρέχῃ ἐπωφελεῖς ὑπηρεσίας εἰς τόν ἄνθρωπον καί τό περιβάλλον. Τοιουτοτρόπως, ἡ χρησιμοποίησις τῶν πορισμάτων αὐτῆς διά τήν θεραπείαν, παραδείγματος χάριν, ἀσθενειῶν εἶναι ἀσφαλῶς θεμιτή, ἀλλά ἡ βεβιασμένη ἐμπορική ἐκμετάλλευσις προϊόντων τῆς συγχρόνου χημικῆς καί βιολογικῆς τεχνολογίας πρό τῆς τετελεσμένης διαπιστώσεως ὅτι εἶναι διά τόν ἄνθρωπον ἀβλαβῆ, εἶναι ἀσφαλῶς κατακριτέα, καθώς ἐπανειλημμένως ὡδήγησεν εἰς τραγικάς συνεπείας αὐτόν καί τό περιβάλλον. 
Ἡ ἐπιστήμη, καλῶς πράττουσα, διαρκῶς ἐρευνᾷ καί προσπαθεῖ νά ἑρμηνεύσῃ τήν φυσικήν νομοτέλειαν καί τάξιν. Ἡ ἐντολή τοῦ Θεοῦ πρός τούς πρωτοπλάστους "κατακυριεύσατε τῆς γῆς"(Γεν. θ΄ 1) παρέχει τήν ἄδειαν τῆς ἐρεύνης καί γνώσεως τῶν φυσικῶν καί βιολογικῶν μηχανισμῶν οἱ ὁποῖοι δροῦν εἰς αὐτήν, διά νά εἶναι σύνολον τό φυσικόν περιβάλλον παραδείσιον. Ἀρκεῖ ἡ ἐπιδίωξις τῆς γνώσεως καί ἡ ἐκμετάλλευσις αὐτῆς νά μή στοχεύῃ μόνον εἰς τό κέρδος καί νά μή εἶναι ἀλαζονική προσπάθεια οἰκοδομήσεως ἑνός νέου πύργου τῆς Βαβέλ, διά τοῦ ὁποίου τό δημιούργημα θά προσπαθήσῃ νά φθάσῃ καί ἴσως, κατά τήν ἔπαρσιν ὡρισμένων, νά ὑπερβῇ καί Αὐτόν τόν Δημιουργόν. Δυστυχῶς λησμονεῖ ἐνίοτε ὁ ἄνθρωπος ὅτι ὁ τοῦ "κάλλους γενεσιάρχης ἔκτισεν αὐτά" (Σοφ. Σολ. ιγ΄, 3) καί χείρ Κυρίου "ἐθεμελίωσε τήν γῆν, καί ἡ δεξιά Αὐτοῦ ἐστερέωσε τόν οὐρανόν" (πρβλ. Ἡσ. μη΄, 13). 
Καθῆκον, λοιπόν, ἡμῶν τῶν ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν ἀνθρώπων τοῦ πνεύματος καί τῆς ἐπιστήμης, ἀλλά καί πάντων τῶν εὐλαβῶν χριστιανῶν, εἶναι νά ἐργαζώμεθα τό ἀγαθόν καί κυρίως νά προσευχώμεθα ὅπως ὁ Δημιουργός τοῦ παντός Θεός φωτίζῃ τούς εἰδικῶς μέ τά ἀνωτέρα θέματα ἀσχολουμένους ἐπιστήμονας ἵνα ἐν ταπεινώσει ἔναντι Αὐτοῦ καί ἐν σεβασμῷ πρός τήν φυσικήν νομοτέλειαν καί τάξιν εἰσέρχωνται εἰς τά ἐνδότερα αὐτῆς καί ἀποφεύγουν τήν διά λόγους οἰκονομικῆς ἐκμεταλλεύσεως ἤ ἄλλους, ὡς ἀνεφέρομεν, βεβιασμένην χρησιμοποίησιν τῶν πορισμάτων τῆς ἐρεύνης των. Χρειάζεται μακρά πεῖρα διά νά βεβαιωθῇ ὅτι αἱ διαπιστωθεῖσαι εὐεργετικαί ἐπιρροαί ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νέων γνώσεων δέν συνεπάγονται παραπλεύρως ἐπιβλαβεῖς παρενεργείας εἰς τό περιβάλλον καί βεβαίως εἰς αὐτόν τοῦτον τόν ἄνθρωπον. 
Κατά τήν δημιουργίαν τοῦ κόσμου ἡ τότε φωνή καί τό πρῶτον πρόσταγμα τοῦ Κυρίου "οἷον νόμος τις ἐγένετο φύσεως, καί ἐναπέμεινε τῇ γῇ, τήν τοῦ γεννᾶν αὐτῇ καί καρποφορεῖν δύναμιν εἰς τό ἑξῆς παρεχόμενος..." (Μεγάλου Βασιλείου, εἰς τήν ἑξαήμερον Θ΄, P.G. 29, 96A), ἐξασφαλίζουσα τήν ἀειφορίαν αὐτῆς. Καί ἡ γῆ θά συνεχίσῃ νά γεννᾷ καί νά καρποφορῇ ἐφ᾿ ὅσον ἀφεθῇ εἰς τήν φυσικήν αὐτῆς τάξιν καί ἐφ᾿ ὅσον ἡμεῖς οἱ πάροικοι ἐπ᾿ αὐτῆς πορευθῶμεν κατά τά προστάγματα καί τάς ἐντολάς τοῦ Θεοῦ καί φυλάττωμεν καί ποιῶμεν αὐτάς. Τότε Ἐκεῖνος μόνον "δώσει τόν ὑετόν ἡμῖν ἐν καιρῷ αὐτοῦ, καί ἡ γῆ δώσει τά γενήματα αὐτῆς, καί τά ξύλα τῶν πεδίων ἀποδώσει τόν καρπόν αὐτῶν [...] καί φαγώμεθα τόν ἄρτον ἡμῶν εἰς πλησμονήν καί κατοικήσωμεν μετά ἀσφαλείας ἐπί τῆς γῆς ἡμῶν. Καί πόλεμος οὐ διελεύσεται διά τῆς γῆς ἡμῶν[...]" (πρβλ. Λευιτ. 26, 4-5). 
Προσευχόμενοι ἐπί τῇ εὐσήμῳ ταύτῃ ἡμέρᾳ καί τῇ εἰσόδῳ τοῦ ἐνιαυτοῦ μετά Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ, Συμεών τοῦ ἰσαγγέλου καί τῶν ἐν Ἐφέσῳ ἑπταρίθμων παίδων καί μετά τοῦ ἱεροῦ Ψαλμῳδοῦ Δαυίδ πρός τόν Κύριον ὅπως ἐξαποστείλῃ τό πνεῦμα Αὐτοῦ καί ἀνακαινίσῃ τό πρόσωπον τῆς γῆς (πρβλ. Ψαλμ. 103, 30), εὐλογῶν τά ἔργα τῶν χειρῶν Αὐτοῦ καί καταξιῶν ἡμᾶς λυσιτελῶς περαιῶσαι τήν τοῦ χρόνου περίοδον, ἐπικαλούμεθα ὑπέρ τῶν ἐρευνώντων τάς δυνάμεις τῆς φύσεως τόν φωτισμόν, τήν χάριν καί τήν εὐλογίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν. 
͵βιγ΄ Σεπτεμβρίου α΄ 
+Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος 
Ἀγαπητός ἐν Χριστῷ ἀδελφός καί διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης

Σάββατο 1 Σεπτεμβρίου 2012

1808 - Αρμονική συνύπαρξη της φύσης με τα κτίσματα στο Άγιον Όρος



Το περιβάλλον του Αγίου Όρους δεν έμεινε αναλλοίωτο από τις ανθρώπινες δραστηριότητες που μπορούν να ταξινομηθούν σε τρεις κατηγορίες: α) οικοδομικές δραστηριότητες (κτίσματα) για την κάλυψη οικιστικών και λειτουργικών αναγκών, β) γεωργικές καλλιέργειες για την κάλυψη επισιτιστικών αναγκών και γ) εκμετάλλευση δασών (υλοτομικές δραστηριότητες) για την κάλυψη αναγκών σε ξυλεία και καυσόξυλα.
Α) Οικοδομικές δραστηριότητες (κτίσματα)
Είναι αξιοσημείωτος ο τρόπος επιλογής των θέσεων εγκατάστασης των Ι. Μονών, των παραρτημάτων τους και των βοηθητικών χώρων. Σχεδόν όλα τα μοναστήρια αλλά και οι σκήτες, τα καθίσματα (σπίτια), οι αρσανάδες κ.λπ. έχουν κτισθεί σε τέτοιες θέσεις και με τέτοιο τρόπο ώστε να βρίσκονται, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, σε απόλυτη σχεδόν αρμονία με το φυσικό περιβάλλον.
Τα υλικά τα οποία χρησιμοποιήθηκαν, πέτρα, ξύλο, πλάκες, τούβλα, ταιριάζουν (δένουν) κατά τρόπο αξιοθαύμαστο με το τοπίο και τα φυσικά στοιχεία του περιβάλλοντος χώρου. Αυτό σημαίνει ότι σε ανύποπτο χρόνο, όταν κανείς δε μιλούσε για οικολογικές επιπτώσεις και διαφύλαξη του τοπίου, γιατί ούτε η οικολογία ούτε η αισθητική του τοπίου είχαν αναπτυχθεί, οι μοναχοί είχαν έμφυτη την περιβαλλοντική ευαισθησία, μια ευαισθησία που προέκυπτε από τους κανόνες της μοναχικής ζωής και της ορθόδοξης πίστης που επιβάλλουν το σεβασμό του περιβάλλοντος και της αισθητικής του τοπίου. Χωροτάκτες και οικολόγοι θα μπορούσαν να διδαχθούν πολλά από το Άγιον Όρος για την ορθή επιλογή του χώρου και τη χρήση των υλικών δόμησης, το σεβασμό του τοπίου και την εναρμόνιση των κτισμάτων προς το δεδομένο τοπίο.

Β) Γεωργικές καλλιέργειες
Οι γεωργικές καλλιέργειες στο Όρος αποσκοπούσαν και αποσκοπούν στην κάλυψη ή συμπλήρωση των αναγκών διατροφής (επισίτισης) των μοναχών, μέσα στα πλαίσια των τροφικών συνηθειών τους. Σπάνια, και μόνο σε ορισμένα κελλιά ή σκήτες, η γεωργική παραγωγή αποσκοπούσε στην εξασφάλιση κάποιου εισοδήματος, όπως π.χ. από την καλλιέργεια των λεπτοκαρυών.Οι κυριότερες καλλιέργειες ήταν και είναι:
Λαχανόκηποι: Βρίσκονται συνήθως πλησίον των Ι. Μονών και εξασφαλίζουν σε σημαντικό βαθμό τις ανάγκες των μοναχών σε φρέσκα λαχανικά. Οι λαχανόκηποι ιδρύονται είτε σε ομαλές εκτάσεις που περιβάλλουν τις Μονές ή τα σπίτια, είτε σε βαθμίδες (πεζούλια) και δένουν αρμονικά τόσο με το περιβάλλον (τοπίο), όσο και με τα κτίσματα των Ιερών Μονών.
Ελαιώνες: Η ελιά και το ελαιόλαδο αποτελούν βασικά στοιχεία της διατροφής των μοναχών. Γι’ αυτό και η ελαιοκομία είχε τη μεγαλύτερη διάδοση από όλες τις καλλιέργειες, σε έκταση, στο Άγιον Όρος. Οι καλλιεργούμενοι ελαιώνες, συνήθως σε μικρές βαθμίδες, είναι τέλεια προσαρμοσμένοι στο τοπίο, δεδομένου ότι η αγριελιά αποτελεί συστατικό στοιχείο των φυσικών οικοσυστημάτων της περιοχής.Αμπελουργία: Μετά τους λαχανόκηπους και τους ελαιώνες η αμπελουργία αποτελούσε κάποτε μία από τις βασικές γεωργικές ενασχολήσεις, διότι η χρήση του «οίνου» αποτελεί απαραίτητο τελετουργικό στοιχείο αλλά και συνοδεύει τα γεύματα των μοναχών τις ημέρες που δεν νηστεύουν. Το ίδιο δένουν με το περιβάλλον και οι υπάρχοντες ακόμα αμπελώνες.
Οπωρώνες: Αν εξαιρέσει κανείς τους λεπτοκαρυώνες, οι οποίοι καλλιεργούνται σε ορισμένες σκήτες και κυρίως σε κελλιά (σπίτια), και αποτελούσαν παλιότερα σημαντική πηγή προσόδου, συστηματικοί οπωρώνες δεν υπάρχουν στο Άγιον Όρος. Τα οπωροφόρα δέντρα, μηλιές, αχλαδιές, κερασιές, ροδακινιές, βερικοκιές και κυρίως καρυδιές, καλλιεργούνται στα κράσπεδα των λαχανόκηπων ή σε μικρές σχετικά επιφάνειες, και τα προϊόντα τους συμπλήρωναν και συμπληρώνουν και σήμερα, εποχιακά, την τράπεζα των μοναχών και των επισκεπτών. Οι οπωρώνες από τη φύση τους, όχι μόνο δε διαταράσσουν το τοπίο, αλλά επειδή βρίσκονται σε περιοχές γύρω από τα μοναστήρια, τις σκήτες και τα κελλιά, ή κοντά σ’ αυτά όπου το περιβάλλον είναι κατά κανόνα υποβαθμισμένο, ομορφαίνουν με τα άνθη τους και τα χρώματα των καρπών και των φύλλων τους το τοπίο.
Γ) Υλοτομίες – Δασική εκμετάλλευση
Η χερσόνησος του Αγίου Όρους εμφανίζει τη μεγαλύτερη δασοβρίθεια (δασοκάλυψη) από οποιαδήποτε άλλη περιοχή της Ελλάδας. Το ποσοστό δασοκάλυψης ανέρχεται σε 90% περίπου, έναντι 40% της υπόλοιπης Χαλκιδικής και 25% της Χώρας.
Οι σχέσεις των μοναχών με το δάσος και τα προϊόντα του αρχίζουν από την εποχή της πρώτης εγκατάστασης τους στο Όρος. Από το δάσος προμηθεύτηκαν ξυλεία για τις ανάγκες κατασκευής και συντήρησης των μοναστηριών, σκητών, κελλιών, αρσανάδων, καθισμάτων (σπιτιών) και λοιπών κτισμάτων, υποστυλώματα για τους αμπελώνες και τους λαχανόκηπους, και καυσόξυλα για την κάλυψη των ενεργειακών τους αναγκών. Επειδή τα μέσα υλοτομίας και οι δυνατότητες συγκομιδής και μεταφοράς του ξύλου ήταν περιορισμένες, η εκμετάλλευση των δασών γινόταν μόνο για την κάλυψη των αναγκών των Ιερών Μονών, σκητών, κελλιών κ.λπ., και περιοριζόταν στα τμήματα του δάσους που τις περιέβαλλαν. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο εμφανίζονται σχεδόν όλα τα δάση που περιβάλλουν τις Ιερές Μονές, και ιδιαίτερα εκείνα των αειφύλλων πλατύφυλλων περισσότερο ή λιγότερο υποβαθμισμένα.
Τα είδη όμως που συνθέτουν τα δασικά οικοσυστήματα του Αγίου Όρους, από τη φύση τους, έχουν μια μεγάλη αναπλαστική και αναπαραγωγική ικανότητα, και οι «πληγές» και τα κενά που δημιουργούνταν μετά από κάθε υλοτομία έκλειναν σύντομα, και το τοπίο καθώς και η δομή των δασικών οικοσυστημάτων έμειναν σχεδόν ανέπαφα. Ακόμη και μετά από πυρκαγιά, τα οικοσυστήματα αυτά, τα οποία είναι προσαρμοσμένα στις πυρκαγιές, αναλαμβάνουν και ανορθώνονται εύκολα λόγω της υψηλής παραβλαστικής ικανότητας και της ευκολίας αναγέννησης, μετά από πυρκαγιά, των ειδών που τα συνθέτουν.Από τα μέσα του 19ου αιώνα, αρχίζει μια νέα σχέση των μοναχών με το δάσος με την έναρξη υλοτομιών όχι μόνο για την κάλυψη «ιδίων» αναγκών, αλλά και για την εμπορία ξύλου.
Σπύρος Ντάφης, 
Ομ. Καθηγητής Δασοκομίας Α.Π.Θ
Πηγή: «Το φυσικό κάλλος του Αγίου Όρους», 
“The natural beauty of Mount Athos”, 
Ημερολόγιο 2003, έκδοση 
«Αγιορείτικη Εστία».

http://www.pemptousia.gr

1807 - Φύση και φυσικό περιβάλλον του Αγίου Όρους



Η Χερσόνησος του Άθω, γνωστή περισσότερο ως Χερσόνησος του Άγιου Όρους ή Άγιον Όρος, αποτελεί την ανατολικότερη από τις τρεις χερσονήσους της Χαλκιδικής. Διαφέρει από τις δύο άλλες όχι μόνο γεωγραφικά αλλά και γεωλογικά, μορφολογικά, κλιματικά και ιστορικά. Όλα αυτά αντικατοπτρίζονται κατά ένα σαφή τρόπο στη βλάστηση της περιοχής. Γεωλογικά, ενώ στην Χερσόνησο της Κασσάνδρας κυριαρχούν σχηματισμοί της τριτογενούς (ιζηματογενείς σχηματισμοί, μάργες), και στην Χερσόνησο της Σιθωνίας κυριαρχούν επίσης τριτογενείς σχηματισμοί, αλλά κυρίως γνεύσιοι και γρανίτες, στην Χερσόνησο του Άθω συναντάμε την προέκταση του γεωλογικού σχηματισμού της Ροδόπης, με επικράτηση των μεταμορφωσιγενών-κρυσταλλοσχιστωδών πετρωμάτων (γνεύσιοι, πρασινόλιθοι, ασβεστόλιθοι, κρυσταλλικοί ασβεστόλιθοι-μάρμαρα) και των πυριγενών πετρωμάτων (γρανίτες, γρανοδιορίτες και οφιόλιθοι).

Μορφολογικά διακρίνεται επίσης η Χερσόνησος του Άθω από τις απόκρημνες κλίσεις κατά μήκος των ακτών, την ισχυρή πτύχωση, δηλαδή το ισχυρό ανάγλυφο και την παρουσία του Όρους Άθω, το οποίο υψώνεται απότομα σαν πυραμίδα, ξεπερνώντας τα 2000 μέτρα (2033 m) ύψος, από το οποίο πήρε και την ονομασία. Το ισχυρό αυτό ανάγλυφο σε συνδυασμό με τις απόκρημνες ακτές και τα θαλάσσια ρεύματα του νοτίου άκρου της, τα οποία ανάγκασαν τον Ξέρξη στην διάνοιξη της ομώνυμης διώρυγας, απετέλεσαν πιθανώς την αιτία της σχετικά αραιής αποίκησης κατά την αρχαιότητα, αλλά επίσης και το κίνητρο για την ίδρυση της ομώνυμης μοναστικής πολιτείας. Η γεωγραφική αυτή μόνωση της περιοχής συνέβαλε στη διατήρηση της αρχέγονης ποικιλότητας της χλωρίδας, της πανίδας και της βλάστησης, καθώς και στην εμφάνιση 37 ενδημικών είδών. Διαφέρει επίσης κλιματικά η Χερσόνησος του Άθω από τις δύο άλλες χερσονήσους της Χαλκιδικής, στις οποίες κυριαρχεί το ευμεσογειακό κλίμα. Το κλίμα της Χερσονήσου του Άθω επηρεάζεται από τα μεγαλύτερα υπερθαλάσσια ύψη, αλλά και από τους ΒΑ ανέμους, οι οποίοι κυριαρχούν στην περιοχή, καθώς και από τα ανοδικά και καθοδικά ρεύματα αέρος που δημιουργούνται από την έξαρση του Άθω. Έτσι στην Χερσόνησο του Άθω διακρίνουμε ένα ευμεσογειακό κλίμα στο βόρειο τμήμα της και κατά μήκος των ακτών, σε ένα υπερθαλάσσιο ύψος που ποικίλλει από τα 150-500 (8οο) m, ανάλογα με την έκθεση, την κλίση, το πέτρωμα, με κυριαρχία της χαλεπίου πεύκης και των αειφύλλων πλατύφυλλων, ενώ στο εσωτερικό της επικρατεί ένα μεταβατικό κλίμα, από το μεσογειακό προς το ηπειρωτικό, με κυριαρχία των φυλλοβόλων πλατύφυλλων (δρυός, καστανιάς, οξιάς) και των ορεινών μεσογειακών κωνοφόρων (ελάτης, μαύρης πεύκης). Στο υψηλότερο τμήμα του Άθω, πάνω από τα 1600 ή περίπου, κυριαρχεί ένα καθαρά ηπειρωτικό κλίμα που συνοδεύεται από την εμφάνιση της υπαλπικής βλάστησης.
Αποτέλεσμα της μεγάλης ποικιλίας των γεωλογικών σχηματισμών και πετρωμάτων, του πολύμορφου τοπογραφικού ανάγλυφου και της ποικιλίας κλιματικών τύπων, είναι να εμφανίζει η χερσόνησος του Άθω μία μεγάλη βιοποικιλότητα σε όλα τα επίπεδά της. Είναι ενδεικτικός ο μεγάλος αριθμός ειδών της χλωρίδας και της πανίδας (πάνω από 1200 είδη φυτών, 350 είδη μανιταριών), των μορφών βλάστησης (περίπου 50 τύποι φυτοκοινωνιών) και των τοπίων. Οι τύποι βλάστησης και τα τοπία δημιουργούν ένα μοναδικό μωσαϊκό ποικιλότητας, που σπάνια συναντά κανείς σε μία τόσο μικρή έκταση των 30000 ha του Αγίου Όρους.
Αλλά και ιστορικά διαφέρει επίσης η περιοχή του Αγίου Όρους από την υπόλοιπη Χαλκιδική. Ενώ κατά την αρχαιότητα οι δύο άλλες χερσόνησοι της Χαλκιδικής, Κασσάνδρα και Σιθωνία, είχαν κατοικηθεί αρκετά νωρίς, και αναπτύχθηκαν σ’ αυτές σημαντικές πόλεις, πολλές από τις οποίες είχαν κατακτηθεί από τους Αθηναίους, η χερσόνησος του Άθω, για τους λόγους που ήδη αναφέραμε, φαίνεται ότι ήταν αραιοκατοικημένη. Τα δάση της Κασσάνδρας και της Σιθωνίας, λόγω της ήρεμης θάλασσας που τις περιβάλλει και της ύπαρξης φυσικών λιμένων, εφοδίαζαν με ξυλεία ναυπηγήσιμη και οικοδομήσιμη, και με ορυκτά των μεταλλείων κ.λπ. την αγορά των Αθηναίων και αργότερα του κράτους των Μακεδόνων, με αποτέλεσμα να έχουν υποστεί σημαντική αλλοίωση ήδη από τους αρχαίους χρόνους. Αντίθετα τα δάση της περιοχής του Άθω φαίνεται ότι παρέμειναν σχεδόν ανέπαφα, διατηρώντας το αρχέγονο του χαρακτήρα τους, τόσο σε ό,τι αφορά τη μείξη των ειδών, η οποία διατηρείται μέχρι σήμερα, όσο και τη δομή τους, η οποία διατηρείται ακόμη και σήμερα σε ορισμένα απομακρυσμένα σημεία.Η μοναχική ζωή, η οποία αποτελεί σταθμό για την εξέλιξη του φυσικού περιβάλλοντος, εμφανίζεται αρκετά νωρίς στη Χερσόνησο του Άθω, η οποία ονομάσθηκε αργότερα Χερσόνησος του Αγίου Όρους, αλλά μέχρι τα μέσα του 10ου αιώνα μ.Χ. ήταν σποραδική. Από τα μέσα όμως του 10ου αιώνα (963) αρχίζει, με την ίδρυση της Ιεράς Μονής της Μεγίστης Λαύρας, η συστηματική ανάπτυξη της μοναχικής ζωής, η οποία ολοκληρώθηκε στα μέσα του 15ου αιώνα με την ίδρυση 20 αυτόνομων Ιερών Μονών, οι όποιες συγκροτούν την αυτόνομη κοινότητα του Αγίου Όρους.
Η κοινότητα αυτή στην υπερχιλιετή ιστορία της γνώρισε εξάρσεις και υφέσεις, υπέστη τις συνέπειες της κυριαρχίας των διαφόρων κατακτητών, αλλά διατήρησε αλώβητο το αγιορείτικο μοναχικό πνεύμα. Σε περιόδους έξαρσης το σύνολο των μοναχών ξεπερνούσε τις 20.000, και αν υπολογίση κανείς και τους κοσμικούς οι οποίοι εργάζονταν ως εργάτες, κτίστες, υλοτόμοι κ.λπ., το Όρος έσφυζε από ζωή. Αυτό όμως το γεγονός είχε συνέπειες και στο φυσικό περιβάλλον, δηλαδή στο φυσικό χώρο που περιέβαλλε τις Ιερές Μονές. Ένα μεγάλο μέρος της ξυλείας που χρειάσθηκε για την οικοδόμηση, τις επισκευές και την ανοικοδόμηση των Ιερών Μονών προερχόταν από τα δάση του Όρους, ιδιαίτερα από τα δρυοδάση και τα δάση της καστανιάς, αλλά επίσης χρησιμοποιήθηκε και ξυλεία ελάτης και μαύρης πεύκης. Ο επιλεκτικός τρόπος υλοτομίας που εφαρμόσθηκε και οι περιορισμένες δυνατότητες μεταφοράς της εποχής εκείνης, σε συνδυασμό με τη μεγάλη ικανότητα ανάπλασης των φυσικών οικοσυστημάτων, δεν αλλοίωσε ανεπανόρθωτα τη σύνθεση των οικοσυστημάτων τα οποία διατήρησαν την ποικιλότητα τους. Κάποια σημαντική όμως επίδραση υπέστησαν τα οικοσυστήματα των αειφύλλων πλατυφύλλων, στην περιοχή των οποίων έχουν κτισθεί τα περισσότερα μοναστήρια, σκήτες και κελλιά, από τα οποία προσπορίζονταν το καύσιμο ξύλο για την κάλυψη των ενεργειακών τους αναγκών. Ακόμη και σήμερα μοναδική σχεδόν πηγή ενέργειας για πολλές μονές, σκήτες και κελλιά (σπίτια), είναι τα καυσόξυλα και τα ξυλοκάρβουνα. Αυτός είναι ο λόγος που γύρω σχεδόν από όλες τις Ιερές Μονές οι σχηματισμοί των αειφύλλων πλατυφύλλων εμφανίζονται περισσότερο ή λιγότερο υποβαθμισμένοι. Επίσης οι Ιερές Μονές, πέρα από την ανάγκη εξεύρεσης χώρου για τις κτιριακές τους εγκαταστάσεις και την κάλυψη των ενεργειακών τους αναγκών και των αναγκών τους σε ξυλεία οικοδομών, χρειάσθηκαν και χώρους για την ενάσκηση γεωργικών καλλιεργειών για τη διατροφή των μοναχών και των επισκεπτών. Κυρίως ασχολήθηκαν με την λαχανοκομία, την ελαιοκομία, την αμπελουργία και την δενδροκομία. Για την απόκτηση των απαραίτητων, για την διαβίωση των μοναχών, εκτάσεων, χρειάσθηκε να εκχερσωθεί κάποια επιφάνεια δασών, η οποία όμως στο σύνολο της δεν ξεπερνά το 5-10% της συνολικής έκτασης της Χερσονήσου, η οποία ανέρχεται περίπου σε 30.000 ha, ή 300.000 στρέμματα (300km2).
Συνεπώς το περιβάλλον και το τοπίο δεν έμειναν εντελώς άθικτα. Η κάλυψη των αναγκών σε ξυλεία κατασκευών και καυσόξυλων επέδρασε στη σύνθεση και τη δομή των οικοσυστημάτων. Επειδή όμως όλα τα είδη, εκτός των κωνοφόρων, που συνθέτουν τα οικοσυστήματα του Αγίου Όρους, πρεμνοβλαστάνουν, και γενικά παραβλαστάνουν έντονα, και με δεδομένη την έλλειψη βοσκής ήμερων ζώων και ιδιαίτερα των γιδιών, η ανάπλαση και ανόρθωση των οικοσυστημάτων γινόταν εύκολα και σχετικά γρήγορα. Μ’ αυτό τον τρόπο το τοπίο έμεινε μακροχρόνια αναλλοίωτο. Ακόμη και μετά από πυρκαγιές τα οικοσυστήματα αυτά, τα οποία είναι προσαρμοσμένα στις πυρκαγιές, αναλαμβάνουν και ανορθώνονται εύκολα λόγω της ικανότητας αναγέννησης των κωνοφόρων, και ιδιαίτερα της χαλεπίου πεύκης, και λόγω της υψηλής πρεμνοβλαστικής ικανότητας των πλατυφύλλων ειδών που τα συνθέτουν.
Από τα μέσα και προς το τέλος του 19ου αιώνα αρχίζει μία άλλη περίοδος για τα δασικά οικοσυστήματα της Χερσονήσου. Οι ανάγκες των μεταλλείων της Χαλκιδικής σε υποστηλώματα των στοών τους, αλλά και η αυξανόμενη χρήση του ξύλου της καστανιάς σε αγροτικές και άλλες κατασκευές, οδήγησε στην έναρξη της εφαρμογής μιας συστηματικής διαχείρισης των δασών, η οποία απέφερε και αποφέρει σημαντικό εισόδημα σε ορισμένες Ιερές Μονές. Η εφαρμοσθείσα μέθοδος των αποψιλωτικών υλοτομιών, και η εκδίωξη της ελάτης και των άλλων ειδών, είχε ως συνέπεια την αναγωγή των μικτών σπερμοφυών δασών της μεσαίας ζώνης σε σχεδόν αμιγή πρεμνοφυή-χαμηλά δάση καστανιάς. Αυτό οφείλεται στην υπεροχή των πρεμνοβλαστημάτων της καστανιάς σε ταχύτητα αύξησης έναντι όλων των άλλων ειδών, και στην αντοχή της στη σκιά. Έτσι τα μικτά, πυκνά, ανομήλικα, υψηλά, δαψιλά δάση, με τους γιγαντιαίους κορμούς, όπως τα περιέγραψε ο Griesebach (1839), μετατράπηκαν βαθμιαία σε σχεδόν αμιγή, πρεμνοφυή, ομοιόμορφα δάση καστανιάς, με μια εξίσου δαψιλή αύξηση και πυκνότητα.
Ανακεφαλαιώνοντας υπογραμμίζουμε ότι, η μεγάλη ποικιλία γεωλογικών σχηματισμών και πετρωμάτων, το πολύπτυχο της γεωμορφολογικής διαμόρφωσης του εδάφους, το μεγάλο σχετικά υπερ-θαλάσσιο ύψος του Άθω, ο οποίος ανορθώνεται απότομα σε σχήμα πυραμίδας (κώνου) από την επιφάνεια της θάλασσας στα 2033 m, σε συνδυασμό με τη μεγάλη ποικιλία κλιματικών τύπων, τη μόνωση της περιοχής και την έλλειψη βοσκής από νομαδική κτηνοτροφία, δημιουργούν ένα πολυποίκιλο μωσαϊκό τύπων βλάστησης, από τους καθαρά μεσογειακούς μέχρι τους υπαλπικούς-αλπικούς, με μοναδική θαλερότητα και πληρότητα, καθώς και μεγάλη ποικιλία ειδών της χλωρίδας και της πανίδας.
Τα τοπία που δημιουργούνται από το συνδυασμό της βλάστησης και της μορφολογίας του εδάφους είναι σπάνιας ομορφιάς και ποικιλίας. Είναι μοναδικά. Συναντώνται από τα πιο «ήμερα» της παραθαλάσσιας ζώνης μέχρι τα πιο «άγρια» τοπία των φαραγγιών, των λιθώνων και των απόκρημνων βράχων. Όλα αυτά συνιστούν αυτό που λέγεται «μαγεία του Όρους», και που πρέπει να διατηρηθεί ανέπαφη. Το φυσικό περιβάλλον του Άγιου Όρους, αποτελεί και αυτό αναπόσπαστο στοιχείο της όλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς του.
Σπύρος Ντάφης, 
Ομ. Καθηγητής Δασοκομίας Α.Π.Θ
Πηγή: «Το φυσικό κάλλος του Αγίου Όρους», 
“The natural beauty of Mount Athos”, 
Ημερολόγιο 2003, 
έκδοση «Αγιορείτικη Εστία».
 
http://www.pemptousia.gr