Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2018

11377 - Ο Γέροντας Γρηγόριος Δοχειαρίτης (†9/22 Οκτωβρίου 2018)

Στίς 9/22 Ὀκτωβρίου τοῦ 2018, τήν 10.44μ.μ. περίπου, κοιμήθηκε ὁ γέροντας Γρηγόριος, ὁ ἐπί 38 ἔτη Καθηγούμενος τῆς Μονῆς Δοχειαρίου. Ἀγωνιστής μοναχός, χαρισματοῦχος ἡγέτης, φωτισμένος νοῦς μέ κριτικό πνεῦμα, στοργικός πνευματικός πατέρας, δόκιμος χειριστής τοῦ λόγου, ἀνακαινιστής καί νέος κτίτορας τῆς παλαίφατης Μονῆς του.
  γέροντας Γρηγόριος μαθήτευσε παρά τούς πόδας το σίου μφιλοχίου το Πατμίου λλά καί το σίου Φιλοθέου Ζερβάκου, γουμένου τς Μονς Λογγοβάρδας Πάρου. Στά 29 του χρόνια γινε γούμενος τς Μονς Μυρτις Ατωλοακαρνανίας καί κατόπιν τς Μονς Προυσο Ερυτανίας. πό τό 1980 νέλαβε τήν γουμενεία τς Μονς Δοχειαρίου, μετατρέποντάς την πό διόρρυθμη σέ κοινοβιακή Μονή. Καί ο τρες Μονές πού παρέλαβε βρίσκονταν σέ ρειπιώδη κατάσταση, διαίτερα το Δοχειαρίου. δ προσέφερε τόν αυτό του λόκληρο στήν νακαίνιση καί τή σωστή λειτουργία μις γιορειτικς Μονς, πράγμα ξαιρετικά πίπονο.
Τά μέτωπα πολλά.  μπόδια πανωτά. σοδα πό πουθενά. Περιουσιακ στοιχεα νύπαρκτα. ποτιμητικά σχόλια πό παλαιούς. Παρ λ ατά δέν πιδίωξε γνωριμίες μέ πλούσιους φίλους, πολιτικούς συμμάχους καί σχυρούς μέντορες. Ζοσε ταπεινά καί πέριττα μέ τό βρισκούμενο, ,τι εχε τό μοναστήρι, καί τά λέη τν πιστν. να μόνο ποστηρικτή εχε καί κε κουμποσε λα τά προβλήματά του: τήν Παναγία τή Γοργοϋπήκοο. ρθε στή Μονή Δοχειαρίου γιατί χει Παναγία, λεγε. Ξεκίνησε νά παιανίζει μέ πολύ πόθο τήν Παράκλησή της, μεταφέροντας στήν ψαλμωδία του νησιώτικα μουσικά κούσματα. πό τότε γινε Παράκληση θρησκευτικός θούριος στά στόματα λων, ες τά πέρατα παντα. Ξεκίνησε νά τελε τήν ξεχασμένη γρυπνία πρός τιμήν της. πό τότε πλήθη προσκυνητν συρρέουν στή χάρη της, εγνωμονώντας γιά τίς εεργεσίες της.
Δύο ταν ο θαυμαστές ποκαλύψεις στή ζωή το γέροντα: ερεση τν λειψάνων το γίου νεομάρτυρα ωάννου πό τήν Κόνιτσα στήν κρύπτη το ναο τς Μονς Προυσο πί γουμενείας του, τό 1974 (που πί κατόν πενντα χρόνια ταν θαμμένος) καί ποκάλυψη τς παλαις πρωτότυπης τοιχογραφίας τς Παναγίας Γοργοϋπηκόου στή Μονή Δοχειαρίου, τό 1997 (πού πάλι πί κατόν πενντα χρόνια ταν κρυμμένη πίσω πό τή νεώτερη εκόνα μέ ρωσική τεχνοτροπία).
γέροντας φερε κούσια διά βίου στούς μους του να μεγάλο σταυρό: τ νεανικό διαβήτη, κληρονομιά πό τή μάνα του, πό τά 27 του χρόνια. Στήν ρχή προσπάθησε μέ τούς γιατρούς στό νοσοκομεο, μήπως μπορέσουν νά τό ρυθμίσουν  ατρικά. Μάταια μως. Κατόπιν γωνίστηκε  νά τό κρατ σέ χαμηλά μέτρα μέ δίαιτα, σωματική ργασία καί κίνηση. Πολύ συχνά μως πό τίς στενοχώριες καί τίς εθύνες πορρυθμιζόταν. τσι συνήθισε ργανισμός του σέ ψηλές τιμές ζαχάρου. Περίπου τά τελευταα 25 χρόνια, ταν μέση του ρχισε νά διαμαρτύρεται ντονα καί σωματική του ργασία μειώθηκε πολύ, ξεκίνησε νά κάνει νέσεις νσουλίνης, πού μως πέφεραν δυσάρεστα ποτελέσματα στήν γεία του. ταν νας διαρκής γώνας, χωρίς νάπαυλα, πού χρειαζόταν φάνταστη πομονή καί ψυχικό σθένος, καί μάλιστα, ν σκεφτε κανείς πώς εχε λη τήν εθύνη γιά τή Μονή πού διοικοσε καί τά πρόσωπα πού ποίμαινε.
Δύο πτέρυγες, δίδασκε, χει μοναχός γιά νά πετάει στά οράνια: τή λατρεία καί τή διακονία. φροντίδα γιά τή λατρεία καί τήν επρέπεια το ναο ταν κόρεστη. θελε καθαρή καί εδιάκριτη νάγνωση, σύμμετρη ψαλμωδία καί συμμετοχή λων. Συχνές ο λειτουργικές παρατηρήσεις στούς κληρικούς. Μετέδιδε ζωντάνια, σχολίαζε, σ κανε πάντα πιό προσεκτικό. Στάση θελε καί χι κάθισμα στήν κκλησία. ταν μως ργότερα ρχισαν μεγάλα ργα-νακαινίσεις στή Μονή, πού συμμετείχαμε κατά δύναμιν καί πέρ δύναμιν, δν μάλωνε ταν κοιμόμαστε στό στασίδι.
ταν πρτος στό γιον ρος πού κρέμασε καινούργια καντήλια στίς πανηγύρεις τς Μονς καί τό Πάσχα. Στόλισε τά προσκυνητάρια μέ νακαινισμένες τίς παλιές καί μέ νέες ποδιές. Φρόντισε νά φτιάξει νέα μφια γιά τούς κληρικούς, καλύμματα καί σκεύη τς γίας Τραπέζης, νέα ξυλόγλυπτα προσκυνητάρια καί ργυρούς πολυελαίους. Καί χι μόνο στό Καθολικό τς Μονς, λλά τέλειωτη φροντίδα κατέβαλε γιά νακαίνιση καί στολισμό λων τν παλαιν παρεκκλησίων-ξωκλησίων καί θεμελίωση νέων. λα ατά πληρώνονταν χι βέβαια πό τό φτωχικό βαλάντιο τς Μονς -οτε γιά στεο! Εχε να δικό του τρόπο νά παρακινε λλους νά συμμετέχουν στή λατρεία καί τό στολισμό τς κκλησίας, σον δύνατο καστος, πού δέ μποροσαν νά το φέρουν ντίρρηση.
γέροντας γαποσε τήν κοινή ργασία τν μοναχν, τήν παγκοινιά, στόν κπο, στήν οκοδομή, στό δάσος, στά μπέλια, στό μαγειρεο. λεγε πώς κε, μπροστά σέ λους, φαίνεται καί ργατικός καί ράθυμος, καί πάκουος καί δύστροπος, καί πρόθυμος καί γογγυστής. τσι, ντρεπόμενος νας τόν λλον, πιέζει τόν αυτό του καθένας νά  δείξει κάτι καλύτερο. Ζήταγε κόμα τήν ρα τς διακονίας νά τηρομε σιωπή, λλογη χι λογη, στε διακονία νά συμβαδίζει μέ τήν προσευχή. διος λεγε κάποιο στεο, πείραζε τό λωλο-Χαράλαμπο, σχολίαζε κάτι, λλά πό μς παιτοσε συχία καί σιωπή.
Δίδασκε τι μοναχός πρέπει νά ργάζεται γιά τή συντήρησή του, γιά τή συντήρηση τς Μονς καί γιά νά λεε τούς φτωχούς. διαίτερα νεότητα θέλει κόπους. διος πρτος παρών παντο. τελείωτες ο ρες ργασίας στή Μονή. Τήν σπέρα « λιος γνω τήν δύσιν ατο», λλά γούμενος οκ γνω τήν δύσιν ατο. ταν τό φς τς μέρας δέν φτανε γιά νά τελειώσει δουλειά, ναβαν τά λούξ σετυλίνης καί ο προβολες ατοκινήτων λάμπες μέ λεκτρογεννήτρια. ταν πιανε τό τσαπί στούς κήπους, λλοίμονο σέ σους σαν κοντά του. Σταματοσε μόνο γιά λίγο κολατσό τό μεσημέρι καί μόνο ταν τό φς γκατέλιπε τό γιον ρος τή νύχτα. ταν μς καλοσε γιά νά μαζέψουμε πέτρες γιά χτίσιμο, δέν προλαβαίναμε νά κουβαλμε στό ατοκίνητο τίς πέτρες πού μς ποδείκνυε.  εικίνητος νος, πιό γρήγορος πό τήν στραπή, γένναγε λύσεις κούραστα σέ κάθε πρόβλημα. Πρίν τελειώσει μία δουλειά, εχε τοιμη τήν πόμενη καί τή μεθεπόμενη στό νο του. Κάθε βράδυ σκεπτόταν πς καί πο θά πασχοληθον τήν πομένη ο μοναχοί του. Καί κάθε πρωΐ εχε τοιμη δουλειά γιά τόν καθένα. Ποτέ δέν ναπαυόταν μέ ργό μοναχό.
«Πρα γριά γυναίκα λλά μορφη», λεγε μεταφορικά γιά τή Μονή Δοχειαρίου. Νησιώτικο μοναστήρι, μέ σβεστωμένους τοίχους, μικρές γειτονιές δ κι κε, σαχνισιά καί μπαλκόνια, πεζολες καί καλντερίμια, πλωμένα λα νάλαφρα πάνω στήν πλαγιά το βουνο.  Κάθε γωνιά ξεχωριστή, κάθε μαχαλάς ζωγραφικός πίνακας. Δέν φησε γωνιά πού νά μήν τήν περιποιηθε,. Δέν φησε πεζούλα πού νά μή φυτέψει, νά μή βγάλει τ γριόχορτα, νά μήν ποτίσει τά νέα βλαστάρια. Πρίν τίς πανηγύρεις, μέ νασκουμπωμένο τό ζωστικό πλενε μέ τό μεγάλο λάστιχο τίς αλές, πό τό ρχονταρίκι μέχρι κάτω τό μουράγιο. λα πρεπε νά εναι λάμποντα κι στράπτοντα. Πάντα θελε λάστιχα γιά πότισμα στίς βρύσες τς αλς κι λλοίμονο σ ποιον τά παιρνε γιά λλες χρήσεις. Γεννημένος καί μεγαλωμένος στήν παιθρο πό γροτική οκογένεια, γαποσε τή φύση, τά δέντρα, τά λουλούδια, τά ζα, τίς γροτικές δουλιές, τό μαγείρεμα στόν ξω φορνο, τήν περιποίηση το χώρου πού ζοσε. Κάποτε πισκέπτης τόν ρώτησε:
-Γέροντα, πό πο εσαι;
-Γιατί ρωτς;
-Μήπως εσαι Μικρασιάτης; Ο Μικρασιάτες γαπον καί περιποιονται τό χρο τους τόσο πολύ.
παποδες μου κατάγονταν πό τήν δησσό, πήντησε.
Πάντα τόνιζε, ατό πού μπορομε νά κάνουμε μόνοι μας, νά μήν τό ζητμε πό λλους. Γι ατό, σπρωχνε νά μάθουμε τέχνες παραίτητες γιά τήν νακαίνιση καί λειτουργία τς Μονς, φήνοντας λεύθερη τήν πρωτοβουλία το διακονητ στή λεπτομέρεια καί τήν πόδοση τς μορφς. Δέν νοχλοσε μέ παρατηρήσεις, ταν βλεπε πρόθυμη διακονία καί λαρά πρόσωπα. Μάλιστα τότε ταν πού δινε τήν πόμενη κατεύθυνση, χωρίς νά περιμένει τήν λοκλήρωση τς προηγούμενης. Τό παντέφορο βλέμμα του διείσδυε παντο. Διέκρινε τίς νάγκες καί βαζε προτεραιότητες. συνεπής διακονία παινετο πάντοτε διακριτικά λλά σέ τρίτους. Ποτέ στόν διο δελφό. ταν μως κεραυνοβόλος, ταν συναντοσε ραθυμία καί προφάσεις ν μαρτίαις. καθυστέρηση τό πρωΐ στήν παγκοινιά, χωρίς διαίτερο λόγο, συνιστοσε «γκλημα καθοσιώσεως»! Ποιός δέν τόν φοβήθηκε τίς ρες κενες, πού ο φωνές του κούγονταν μέχρι τό μουράγιο!
Κάθε βράδυ μως μέ ξεκλείδωτη τήν πόρτα το γουμενείου δεχότανε καθένα πού ρχότανε λίγο νά χαλαρώσει νά ζεσταθε κοντά στή μοναδική σόμπα πού καιγε τό χειμώνα, νά ρωτήσει κάτι. Κάθε βράδυ ρωτοσε καθένα (ν ργαζόταν μακρυά του) πς πέρασε τή μέρα, τί φτιαξε, πο πασχολήθηκε. Λίγο τσίπουρο να γλυκό πού πρόσφερε διακονητής, νας ζεστός λόγος, μία διήγηση ναμνήσεις το γέροντα πό τήν Πάτμο καί τό γέροντα μφιλόχιο ναγνώσεις, μς καναν νά ξεχνμε τόν κόπο τς μέρας, τίς φωνές, τίς δυσκολίες καί τόν γκο τς ργασίας πού βλέπαμε μπροστά μας. ταν κυριολεκτικά δοσμένος στήν δελφότητα. λα τά λλα ταν πάρεργα. κενες τίς ρες, πού συνήθως τρωγε τό βραδυνό του, βλέπαμε ναν λλο Γέροντα, τρυφερό καί στοργικό πατέρα, μέ κατανόηση καί συμπάθεια γιά τόν καθένα. Μάλιστα κενες τίς ρες τόν κούγαμε συχνά λοι νά μιλ στό τηλέφωνο μέ πνευματικοπαίδια του, (διότι μόνο τότε τόν ερισκαν εκαιρο) που δινε προσωπικά συμβουλές, μάλωνε, στήριζε καί νίσχυε τούς νθρώπους, χωρίς νά μς πε ποτέ: -Περάστε ξω, χω κάτι διαίτερο νά π. τσι, μαθαίναμε τόν τρόπο τς ποιμαντικς του χωρίς διδασκαλία.
Ποίμαινε μέ διάκριση καί λευθερία τούς μοναχούς του, σεβόμενος τόν χαρακτήρα καθενός. Δέν βαζε μπροστά μας καλούπια. Τόνιζε τά γαθά στοιχεα καθενός καί δηγοσε πρός μίμηση, χωρίς νά πιβάλλει. δινε μοναχικά πρότυπα πό παλαιούς πατέρες πού εχε γνωρίσει συναναστραφε, χωρίς νά παιτε τέλεια ντιγραφή. θελε νά βλέπει στω καί μικρή προσπάθεια καί τότε κανε στραβά μάτια σέ νθρώπινες λλείψεις καί δυναμίες. κουε καί πάκουε στή συνετή κι μπεριστατωμένη γνώμη το δελφο πάνω στή διακονία του, φ σον κενος το γεννοσε μπιστοσύνη. Μς μετέδιδε θάρρος, τι γώνας μας -σο μικρός κι ν εναι- ναγνωρίζεται, γίνεται ποδεκτός χωρίς παίνους καί κούφια λόγια, πάντα μως θελε κι λλο.  Ποτέ δέν επε, φτάνει σο κανες. Πάντα περίμενε τό πόμενο βμα. Ατό μς δινε φτερά νά συνεχίσουμε, χωρίς νά λογαριάζουμε καθόλου τόν αυτό μας. Ρίχναμε τόν αυτό μας στή διακονία το κοινοβίου, χωρίς θέλω, νομίζω, χω τή γνώμη, κουράστηκα, κρυώνω…
κόμα, δέν φείδετο νά μαλώσει μεγαλύτερους δελφούς μπροστά σέ νεώτερους, σάκις τό κρινε δίκαιο, νά περασπιστε νεώτερο μπροστά σέ παλαιότερο δελφό, πράγμα πού μς φιστοσε τήν προσοχή, τι κι ταν γίνεις παλαιότερος, μήν πάψεις νά προσέχεις. ταν μεγαλύτεροι δελφοί το μιλοσαν διαίτερα γιά θέματα διοίκησης τς Μονς παρουσί νεωτέρων, δέν παντοσε σιγανά, μήν κούσουν ο νεώτεροι, λλά μέ παρρησία καί φοβα ες πήκοον λων.
Στήν Τράπεζα μιλοσε συχνά γιά τήν παλλαγή τν παθν, τά ποα νέλυε μέ θαυμαστή λεπτομέρεια καί μάλιστα πάντοτε μέ εκόνες πό τήν καθημερινή ζωή καί τή φύση λλά καί μέ τήν θυροστομία το νησιώτη. μιλία ρχιζε γλαφυρά μέ κάποια παλιά στορία να φυσικό γεγονός καί λοι ναρωτιόμαστε πο θά καταλήξει, πο θά σύρει τό λόγο, γιά ποιόν χτυπ καμπάνα σήμερα. Μήπως γιά μένα; χτιζε τόσο μορφα τό λόγο, πέτρα-πέτρα, πού δέν φηνε περιθώρια ρωτήσεων κενά ναπάντητα, χωρίς ποτέ νά θίγει δημόσια κανέναν. ποιος εχε παρασυρθε σέ λάθος, στήν διακονία στήν ξομολόγηση, καταλάβαινε μόνος του γιά ποιόν τά λέει. δειχνε τό δρόμο γιά τή μετάνοια καί τήν ταπείνωση, πάντοτε ποδεχόμενος τόν ελικρινς μετανοοντα, κάθε Σάββατο στό γουμενεο, καί δίς καί τρίς καί βδομηκοντάκις πτά.
Διακριτικά καί προσεκτικά παρακινοσε στήν προσευχή, χι μως ες βάρος τς διακονίας. Δέν θά προσεύχομαι γώ στό κελλί μου, ταν ο λλοι διακονον, διότι «μείζων πασν ρετν γάπη». ταν ο κόποι περρον τάς κεφαλάς μν, δέν μάλωνε γιά τήν μέλεια στήν προσευχή, στό «μέ πρε πνος». «Τό ρειπωμένο μοναστήρι χει νάγκη τή διακονία λων. ργότερα θά βρομε ρα γιά προσευχή», λεγε.
Κατά τήν δρυση το γυναικείου Μετοχίου στό Σοχό Λαγκαδ κάθε μέρα μπροστά πό τό πρωί μέχρι τό βράδυ. Διάλεγε τίς πιό ταπεινωτικές δουλιές, νά σκουπίζει καί νά καθαρίζει μέ σκεπάρνι τά ξύλα πό τίς πρόκες. Χιλιάδες πρόκες... -Ποιός κάρφωσε τόσες πρόκες; κενος μως σκεφτόταν τά πόμενα βήματα. Μέ καθαρό νο παντοσε στίς ρωτήσεις τν μαστόρων περί το πρακτέου, χωρίς νά μς πιβαρύνει κ τν προτέρων μέ τόν γκο τς δουλεις πού παιτετο. Κάθε φορά χάραζε τόν πόμενο στόχο, νάλογα μέ τό χρόνο καί τίς δυνατότητές μας. (Κάποιοι πού δέν ντεξαν στό πρόγραμμά του ναχώρησαν...) Ο κόποι γιά να κοινό σκοπό δελφώνουν τούς νθρώπους. λοι χαιρόμαστε σήμερα κι πολαμβάνουμε τούς κόπους κείνους, νθυμούμενοι τήν περβολική πίεση στόν αυτό μας, κάποιες στιγμιαες σωτερικές ντιδράσεις, λλά καί εχάριστες στιγμές πάνω στή δουλειά, δελφικά πειράγματα, σκωπτικές φιλοφρονήσεις(!), τίς γελάδες το Νικόλα το γείτονα πού γκρέμιζαν τά παίθρια κουζινικά μας, καί τόσα λλα...  Πάντα μως τή μορφή το γέροντα δίπλα μας, σάν τή κλσσα  πού ταΐζει, προστατεύει καί φροντίζει μέ κάθε τρόπο τά πουλιά της!
Στήν ερά Κοινότητα (δηλαδή στίς Διπλές Συνάξεις) παρουσία του ποτέ δέν πέρναγε παρατήρητη. Ρωτοσαν σιγανόφωνα κυτάζοντας δεξιά κι ριστερά: -ρθε σήμερα; Πάντοτε μέ τό στεο, μέ τό πείραγμα καί μέ τήν πιμονή του δειχνε τό δρόμο πού θεωροσε σωστόν, κόμα κι ν πήγαινε ντίθετα στό ρεμα τν πολλν στό κύρος παλαιότερων γεροντάδων. Μέ σθένος καί διακριτικότητα δέ δίσταζε νά θίξει τά κακς κείμενα ετε νώπιον πολιτικν ετε νώπιον κκλησιαστικν ρχόντων. Πολλές φορές βγαλε τό ερό Σμα πό δύσκολες καταστάσεις, μεταβάλλοντας τή γνώμη τν ντιθέτων. ταν πό λους σεβαστός (κόμα καί πό κείνους πού δέ συμφωνοσαν μαζί του) γιά τή σύνεση, γιά τή συνέπειά του στήν τάξη καί τά προνόμια το γίου ρους, γιά τούς τελείωτους κόπους στή Μονή του καί γιά τόν φοβο καί τολμηρό χαρακτήρα του.
Τά τελευταα πέντε χρόνια πού ξεχείλισε τό ποτήρι τς νομίας στήν χώρα μας, πού τό νήθικο, τό πρόστυχο, τό σεμνο, τό μαρτωλό γινε νόμος το κράτους, γέροντας ποφάσισε νά διαμαρτυρηθε δημόσια, στέλλοντας πύρινα γραπτά ρθρα στό διαδίκτυο. Δέ θά προδώσουμε τήν πίστη τν πατέρων μας. Δέ θά ποδοπατήσουμε τό Εαγγέλιο το Χριστο. Δέ θά ξεπουλήσουμε τήν στορία μας, βροντοφώναξε. Πολλοί στηρίχτηκαν μέ τό λόγο του καί δόξασαν τό Θεό πού κούστηκε φωνή ντίδρασης πό τό γιον ρος. Κάποιοι τά φωτοτύπησαν καί τά δίνουν σέ λλους δωρεάν.
Τέλος, ταν τό σαρκίο του σθένησε ως θανάτου (καί πρίν σθενοσε συχνά, λλά τήν πόμενη τόν βλέπαμε ρθιο νά κατευθύνει, σά νά μή συνέβη τίποτα τήν προηγούμενη) εδαμε τό Γέροντα νά πομένει τόν πόνο καθημερινά μέ τελείωτη πομονή καί ντοχή, χωρίς νά κνευρίζεται πρός τούς διακονητές, χωρίς νά παιτε εδική τροφή περιποίηση, χωρίς νά ζητ ατρικές γνωματεύσεις γιατί ατό τό φάρμακο κι χι κενο. Συχνά ξωμολογετο μπροστά μας νώπιον κοσμικν λάθη παραλείψεις του. Εχε φήσει λοκληρωτικά τόν αυτό του μέ κάθε μπιστοσύνη σά μικρό παιδί στά χέρια το διακονητ ατρο, πού τόν συνόδευε πέρ τήν εκοσαετία ς γγελος στά προβλήματα τς γείας του καί το δελφο νοσοκόμου.
- Γέροντα, θά πμε στόν Παράδεισο; τόν ρωτήσαμε τίς τελευταες μέρες του.
- γώ ποκλείεται, γιατί εμαι μαρτωλός. σες θά πτε.
χαριστομε, γέροντα. Πρέσβευε γιά μς στόν Κύριο. Καλή ντάμωση στήν νω ερουσαλήμ.                                                                   
 Ἱερ. Φιλόθεος Δοχειαρίτης

2 σχόλια:

  1. Ευχαριστούμε πολύ π. Φιλόθεε ήταν πολύ αληθινή η περιγραφή σας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ανώνυμος8/12/18, 1:43 μ.μ.

    Όχι μόνο το πνευματικό του έργο αλλά και η αναβίωση της μονής ήταν ένας άθλος.
    Όσοι από εμάς επισκέφθηκαν την Μονή Δοχειαρίου στις αρχές της δεκαετίας του 1980, θα θυμούνται ότι ήταν σαν ένα ερείπιο. Κρέμονταν τα φύλλα των παραθύρων από την κάσα, έτοιμα να μας έλθουν στο κεφάλι. Το ίδιο και τα επιχρίσματα, τα δάπεδα, οι στέγες και οι τοίχοι. Σταδιακά μέχρι σήμερα έγινε μεγάλη συντήρηση και αποκατάσταση. Με πολύ κοπιαστική εργασία, καταπόνηση από τον ηγούμενο και όλους τους πατέρες. Και χωρίς τα απαραίτητα χρήματα για αγορά υλικών...

    ΑπάντησηΔιαγραφή