Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2016

8610 - Συνέντευξη του Γέροντα Επιφάνιου Μυλοποταμινού στην «Καθημερινή»

Εικονογράφηση: TITINA XAΛMATZH
ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΖΙΜΑΣ
Ο μοναχός Επιφάνιος o Μυλοποταμινός είναι ίσως ο πιο γνωστός μοναχός του Αγίου Όρους, μαζί με τον ηγούμενο της Βατοπεδίου Εφραίμ, αλλά πάντως για εντελώς διαφορετικούς λόγους.
«Άγιος Πρώτος» στο κρασί, με εξαγωγές από το αμπέλι του στον Άθω στην Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη, είναι ταυτόχρονα δεινός μάγειρας με διεθνείς περγαμηνές και ο καλύτερος πρεσβευτής της αγιορείτικης διατροφής στο εξωτερικό.
Έχει ευφράνει καρδιές και στομάχια σε Γαλλία, Ιταλία, Βρετανία, Ισπανία, Γερμανία και αλλού. Μαγείρεψε σε γνωστά εστιατόρια ανά την Ευρώπη προσκεκλημένος φημισμένων σεφ, ενώ το βιβλίο του για το τι τρώνε και πώς το μαγειρεύουν στο «Περιβόλι της Παναγίας», έχει μεταφραστεί και κυκλοφορεί σε επτά γλώσσες. Μόνο στην πανήγυρη της Παναγίας τον Δεκαπενταύγουστο στη μονή Ιβήρων, μαγειρεύει... με τα χεράκια του κάθε χρόνο για τέσσερις χιλιάδες «και» στόματα, δυόμισι τόνους ψάρια!
Ο «Επι», όπως τον αποκαλούν οι (πολλοί) φίλοι του, είναι ένας ακομπλεξάριστος άνθρωπος, πολυταξιδεμένος, κοσμοπολίτης, δοσμένος στον Θεό, ένας «λόγιος» του κρασιού και της κουζίνας και ταυτόχρονα ένας απολαυστικός συνομιλητής. Θα δείτε γιατί.

– Τι σας ώθησε στο Aγιον Oρος;
– Κάποιος για να γίνει μοναχός δεν είναι απλή υπόθεση. Έχεις ακούσει την έκφραση «θείος έρως», «θείος έρωτας»; Για να τον συνεπάρει η αγάπη του Θεού πρέπει να «απογειωθεί», ή, θα μπορούσαμε να πούμε, να τον καλέσει ο Θεός. Να έχει θεία κλίση, με «ι» και κλήση με «η», να του αρέσει, να έχει κλίση προς τον Θεό και να τον καλέσει ο Θεός. Αυτό δεν είναι απλό πράγμα.
– Πώς κυλάει η μέρα ενός Αγιορείτη;
– Κύριο έργο μοναχού η προσευχή και η μελέτη των Γραφών. Αυτά τα δύο μας προάγουν και μας οδηγούν στη θέωση. Στόχος του μοναχού είναι να ενωθεί με τον Θεό. Ο μοναχός αφιερώνει στην προσευχή κάθε μέρα γύρω στις 4,5 ώρες στα κοινόβια μοναστήρια, τις γιορτές Κυριακές είναι 6 ώρες, τα Χριστούγεννα 15 ώρες.
– «Προσηλυτισμός» νέων γίνεται; Εχουμε δει καταγγελίες γονέων.
– Αυτά είναι χαζομάρες. Α, να έρχονται μόνοι τους και μετά να το μετανιώνουν και να φεύγουν μπορεί να συμβεί. Με το στανιό όμως δεν γίνεται.
– Αισθάνεστε ως μοναστική κοινωνία να απειλείστε από την κοσμική διείσδυση;
– Οχι. Το να έχουν οι μοναχοί ένα αυτοκίνητο, ένα τζιπ, ένα κινητό δεν με ανησυχεί. Με ανησυχεί το ότι παιδιά του κόσμου που γίνονται μοναχοί κουβαλούν πολλά αρνητικά, που δύσκολα αποβάλλουν.
Χαβιάρι και ουίσκι
– Το ότι στις Καρυές πωλείται χαβιάρι και ακριβό ουίσκι δεν σας λέει κάτι;
– Τίποτα. Υπήρχαν και υπάρχουν λαϊκοί που πίνουν τέτοια και αγοράζουν. Την εποχή του Μεσοπολέμου υπήρχαν στο Άγιον Όρος τρεις τράπεζες, δύο ελληνικές και μία γαλλική. Μην ξεχνάτε ότι υπήρχαν παλαιότερα και κρεοπωλεία στο Αγιον Ορος.
– Τρώνε κρέας, δηλαδή, οι μοναχοί; Και με την ευκαιρία θα έχετε ακούσει για το περίφημο «πουρναρόψαρο» (σ.σ. αγριογούρουνο).
– Τρώνε οι κοσμικοί. Το Ορος έχει δύο χιλιάδες μοναχούς και άλλοι τόσοι καθημερινά μπαινοβγαίνουν για εργασίες, κοσμικοί αλλά και προσκυνητές. Οσο για το «πουρναρόψαρο» όπως το λέτε, υπάρχουν λαϊκοί μέσα και αν βρουν ένα αγριογούρουνο τι θα το κάνουν; Τώρα αν στους δύο χιλιάδες μοναχούς φάνε κρέας οι τριάντα, αυτό δεν αμαυρώνει τη χριστιανοσύνη. Η ουσία είναι ότι οι μοναχοί δεν τρώνε κρέας.
– Πώς καταφέρνετε και φιλοξενείτε τόσους επισκέπτες κάθε χρόνο;
– Ε, αυτό που γίνεται πλέον δεν είναι φιλοξενία είναι κατάληψη, ξεπερνούν τις διακόσιες χιλιάδες τον χρόνο. Ένα μοναστήρι έχει σαράντα -πενήντα καλόγερους και καθημερινά εκατό με εκατόν πενήντα επισκέπτες. Πρέπει να μπει ένα φρένο. Το τσάμπα είναι εύκολο. Στο Άγιον Όρος είναι όλα τζάμπα. Ο άλλος δίνει 25 ευρώ για ένα διαμονητήριο, πληρώνει και τα ναύλα του και τη βγάζει πέντε μέρες, ούτε πληρώνει να φάει ούτε να πιει, να κάνει, να δείξει. Γιατί; Βάλ’ του 20 ευρώ και θα δεις ότι όλα θα είναι πιο καλά, θα λιγοστέψει η σαβούρα. Γιατί υπάρχουν όντως άνθρωποι που έρχονται από ενδιαφέρον και αγάπη προς το Όρος, έχουν πνευματικές ανησυχίες και υπάρχουν και εκείνοι που έρχονται να κάνουν τη βόλτα τους.
Αυτό που μετράει είναι να έχεις φίλους που τους κοιτάς στα μάτια
Το κελί του πατρός Επιφανίου είναι ένας βυζαντινός πύργος χτισμένος στην ανατολική βραχώδη ακτή του Αθω και «βλέπει» απέναντι τη Θάσο, τη Λήμνο.
Νωρίς το πρωί του λέει «καλημέρα» ο πελώριος κατακόκκινος ήλιος που αναδύεται αργά-αργά από τη θάλασσα του Βορείου Αιγαίου, ενώ τις νύχτες το κύμα, φουσκωμένο συνήθως, σκάει με θυμό στα «πόδια» του πύργου, προκαλώντας δέος, σε όσους ατενίζουν από τον εξώστη τη σύγκρουση νερού και πέτρας.
Πρόκειται για ένα εκπληκτικό βυζαντινό κτιριακό συγκρότημα για την επισκευή και αναστήλωση του οποίου ο π. Επιφάνιος «έριξε» ο ίδιος πολλή δουλειά. Αλλωστε, όσοι τον έχουν δει να σκάβει, να φορτώνει ή να κουβαλάει, έχουν μείνει με το στόμα ανοιχτό.
«Οταν επέστρεψα το 1990 από το Σινά, όπου έμεινα ένα χρόνο, πήγα στον Μυλοπόταμο και τον αναβίωσα απ’ όλες τις πλευρές. Ηταν ένα καμένο και ερειπωμένο συγκρότημα, με κατεστραμμένα κελιά».
Οπως μας λέει «αγόρασε» τον Μυλοπόταμο από την Ιερά Μονής Μεγίστης Λαύρας, στην οποία ανήκει οργανικά ως μοναχός και θα είναι δικός του όσο θα βρίσκεται εν ζωή. Πλήρωσε τότε δύο εκατομμύρια δραχμές.
«Είναι υποκειμενική αξία, δεν είχε καμία σχέση με την αξία του», εξηγεί.
«Εχω τίτλο χρησικτησίας και όταν δεν θα υπάρχω το μοναστήρι θα μπορεί να το δώσει σε άλλον, με τους ίδιους όρους. Οσο ζω έχω χαρτί που μπορώ να χτίζω, να συντηρώ να αναπαλαιώνω, έχω κάποιες υποχρεώσεις».
Πέριξ του υπέροχου κτιριακού συγκροτήματος στην πλαγιά απλώνεται το περίφημο αμπέλι που δίνει τα ομώνυμα κρασιά και φιγουράρει το υπερσύγχρονο οινοποιείο.
Καμάρι του Μυλοποτάμου αποτελεί η βιβλιοθήκη με τέσσερις χιλιάδες εκκλησιαστικά βιβλία, χειρόγραφα αλλά και έργα σύγχρονων πεζογράφων, λογοτεχνών, ιστορικών. «Μεταξύ άλλων έχουμε γραμματική του Χρυσολωρά, έργα των Βάρναλη, Ρίτσου, κ.ά.».
Με μια τέτοια προσωπικότητα οικοδεσπότη, δεν θα μπορούσε να μην καταστεί το κελί του Μυλοποτάμου πόλος έλξης για όσους θέλουν να επισκεφθούν το Άγιον Όρος, ανάμεσά τους επώνυμοι από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Όταν του ζητάμε να μας απαριθμήσει κάποια γνωστά ονόματα, το αποφεύγει διακριτικά. «Φιλοξένησα και φιλοξενώ προσωπικότητες, αλλά τι χρειάζεται να τα λέμε; Αυτό που μετράει είναι να έχεις φίλους που τους κοιτάς στα μάτια...».
Τα δύο μεγάλα πλεονεκτήματα της αγιορείτικης διατροφής
«Όταν στη δεκαετία του ’90 έβγαλα το πρώτο κρασί, με πυροβολούσαν στο Άγιον Όρος, με αποκαλούσαν καπιταλιστή. Τώρα με μιμούνται αρκετοί. Αισθάνομαι ότι παίρνω μια γλυκιά εκδίκηση...» λέει, καθώς η συζήτησή μας εισέρχεται σε πεδία όπου θεωρείται ακαταμάχητος: το αμπέλι και η κουζίνα.
Ο πατήρ Επιφάνιος κατάγεται από το χωριό Νικήσιανη της Καβάλας και ήρθε από πολύ μικρός σ’ επαφή με το κρασί και τη μαγειρική. Ο πατέρας του είχε πέντε στρέμματα αμπέλι, σε περιοχή που φημιζόταν για την παραγωγή κρασιού από αρχαιοτάτων χρόνων.
«Οι άνθρωποι ήταν γλεντζέδες, περνούσαν καλά τη ζωή τους πίνοντας κρασί και τσίπουρο. Έκαναν πολλές γιορτές όπου κατανάλωναν κρασί. Στις αργίες έπιναν και έτρωγαν».
Με ένα τέτοιο DNA ξεδίπλωσε τις αρετές του με την πάροδο του χρόνου όταν έγινε μοναχός στον Αθω και έφτασε σήμερα να θεωρείται ο αρχιοινοποιός και αρχιμάγειρας του Αγίου Όρους με τη φήμη του να έχει διαβεί από καιρό τα ελληνικά σύνορα. «Όλα είναι θέμα εμπειρίας και να έχεις το μεράκι», λέει.
Δουλεύοντας σκληρά και αθόρυβα –«ιερουργώντας» έλεγε κάποιος στενός του φίλος που τον παρακολουθούσε να περιποιείται το αμπέλι– έβγαλε το πρώτο του κρασί, ένα merlot, το 1997, με την επιστημονική βοήθεια ενός Ιταλού οινολόγου και σήμερα έφτασε να εμφιαλώνει και να εξάγει από τον Αθω επτά διαφορετικές ετικέτες. «Δίνουμε στην ελληνική αγορά και στέλνουμε κάποια και στη Γερμανία» αναφέρει και τονίζει:
«Το αμπέλι αν δεν το αγαπάς είναι μπελάς. Αν το αγαπάς είναι μεγαλείο. Είναι η αίσθηση της δημιουργίας».
«Τώρα δικαιώνομαι»
– Έχει και άλλους κρασάδες στον Αθω;
– Έχει τώρα πλέον και άλλα οινοποιεία, δέκα τον αριθμό. Τρεις-τέσσερις βγάζουν καλά κρασιά, το Βατοπέδι, η Σιμωνόπετρα, ο Μονοξυλίτης, ο Αγιος Παύλος, κ.ά.
– Υπάρχει ανταγωνισμός, πώς τα πάτε μεταξύ σας;
– Τι ανταγωνισμός... Ειλικρινά νιώθω μια ικανοποίηση που τότε με κατηγορούσαν και τώρα δικαιώνομαι, είναι μια δόση εκδίκησης.
Καθώς η φήμη ότι οι μοναχοί στο Αγιον Ορος ζουν πολλά χρόνια και ότι κάποιες αρρώστιες εκεί είναι άγνωστες, λόγω της διατροφής τους, διαδιδόταν στο εξωτερικό, ο πιο κατάλληλος άνθρωπος για να λύσει το «μυστήριο» στους ανά την Ελλάδα και τον πλανήτη κοσμικούς δεν ήταν άλλος από τον «μαέστρο» της κουζίνας στον Αθω, πατέρα Επιφάνιο.
«Έχω ταξιδέψει σε πολλά μέρη, έχω μαγειρέψει και έχω κάνει παρουσιάσεις για τη μαγειρική σε πολλές χώρες. Τους μαγειρεύω ψάρια, χταπόδια και λαδερά. Εμείς στο Όρος μαγειρεύουμε διαφορετικά αυτά τα προϊόντα απ’ ό,τι οι έξω. Υπάρχουν στο εξωτερικό νέοι σεφ που έχουν πρόθεση να αναδείξουν τα ελληνικά προϊόντα και την ελληνική μαγειρική γενικότερα».
– Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της αγιορείτικης διατροφής;
– Από μια άποψη θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε μεσογειακή. Εχει, ωστόσο, δύο επιπλέον σημαντικά πλεονεκτήματα: υπάρχει εναλλαγή φαγητών από νηστίσιμα σε αρτύσιμα, τρώνε φαγητά χωρίς λάδι, υπάρχουν μέρες που τρώνε λαχανικά, όσπρια, ελιές. Τις υπόλοιπες μέρες τρώνε ψάρι. Γύρω στις 150 μέρες οι μοναχοί τρώνε φαγητά αλάδωτα. Και έτσι ξεκουράζεται το συκώτι, το πάγκρεας, ο οργανισμός γενικότερα. Οι αρρώστιες που επιβαρύνονται από τη διατροφή είναι ελάχιστες στο Αγιον Ορος. Σπάνια έχουμε καρκίνους του παχέος εντέρου του στομαχιού, κ.λπ. Είναι και ο τρόπος ζωής γενικότερα που βοηθάει, λείπει το άγχος και έτσι δεν έχουμε καρδιακά νοσήματα, εγκεφαλικά κ.λπ.
«Η ψυχή μου είναι γεμάτη»
– Ποιος σας έμαθε τη μαγειρική;
– Οπως σε όλα τα πράγματα έτσι και στη μαγειρική, ή την έχεις ή δεν την έχεις. Μετά την αναβαθμίζεις, την τελειοποιείς κοντά σ’ έναν καλό δάσκαλο. Από μικρό παιδί παρακολουθούσα τη μάνα μου πώς έκανε τους κεφτέδες, πώς τα άλλα φαγητά. Ομως όλα είναι θέμα εμπειρίας. Από τα χέρια μου πέρασαν χιλιάδες τόνοι ψάρια, όχι πενήντα και εκατό τόνοι. Σκέψου ότι κάθε χρόνο μόνο στην πανήγυρη της Μονής Ιβήρων τον Δεκαπενταύγουστο μαγειρεύω δυόμισι τόνους ψάρια.
Με τον πατέρα Επιφάνιο θα μπορούσαμε να συζητάμε επί πολλές ώρες, ίσως και να ξημερώναμε. Εκτός Αγίου Ορους, όμως, ο χρόνος κυλάει πιεστικά, ακόμα και για τον γαλήνιο αυτόν άνθρωπο.
«Μετανιώσατε κάποια στιγμή στη ζωή σας που γίνατε καλόγερος;», τον ρώτησα καθώς ετοιμαζόταν να «ευλογήσει» το πέρας της δίωρης «τράπεζας».
«Οχι, ποτέ. Πήγα 18 χρόνων. Στα 43 χρόνια μου στο Ορος γέμισε η ψυχή μου από δημιουργία, γνώσεις, γνωριμίες, ταξίδια, δημόσιες σχέσεις και όταν πέρυσι υπέστην έναν σοβαρό κλονισμό στην υγεία μου ειλικρινά ήμουν έτοιμος να φύγω. Ηταν γεμάτη η ψυχή μου...».
Η συνάντηση
Βρεθήκαμε στον Μυλοπόταμο, παραμονή της άφιξης του προέδρου Πούτιν. Οταν εγώ αποβιβαζόμουν στη Δάφνη, εκείνος έβγαινε εκτάκτως. Τελικά συναντηθήκαμε στη Θεσσαλονίκη, στην «Αγορά» του Χατζηδιάκου. Αφησα εκείνον να παραγγείλει: σουπιές με σπανάκι, γαύρο τηγανητό, σαρδέλα στη σχάρα, σαλάτα μαρούλι, καυτερή πιπεριά. Στοπ. Ηπιε νερό, ήπια ένα ποτήρι ροζέ κρασί. Πληρώσαμε 35 ευρώ, τα υπόλοιπα τα... πλήρωσε ο ταβερνιάρης για «τιμωρία» που δεν είχε κρασί Μυλοποτάμου.
Oι σταθμοί του
1956 Γεννιέται στο χωριό Νικήσιανη Καβάλας.
1973 Γίνεται μοναχός στην Ιερά Μονή Αγίου Παύλου στο Αγιον Ορος.
1989 Αναχωρεί για εγκαταβίωση στο Σινά.
1990 Επιστρέφει, καθώς βρίσκει την ατμόσφαιρα «ολίγον τουριστική» και «αγοράζει» τον Μυλοπόταμο όπου και εγκαθίσταται.
1993 Φυτεύει το πρώτο αμπέλι στον Μυλοπόταμο.
1997 Εμφιαλώνει το πρώτο κρασί.
2004 Μαγειρεύει εκτός Αγίου Ορους αλλά εντός Ελλάδος.
2008 Αρχίζει να μαγειρεύει στο εξωτερικό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου