Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

8419 - Έρημος του Αγίου Νήφωνος στο Άγιο Όρος

Ἀπέναντι ἀπὸ τὶς νησίδες τοῦ Ἁγίου Χριστοφόρου καὶ Δασκαλειοῦ, εὑρίσκεται ἡ ἄνυδρος περιοχή, ὅπου καὶ τὸ σπήλαιο τοῦ Ὁσίου Νήφωνος, συνασκητοῦ τοῦ Ὁσίου Μαξίμου τοῦ Καυσοκαλύβη. Οἱ νησίδες αὐτὲς πρέπει νὰ ἦταν ἑνωμένες καὶ νὰ σχημάτιζαν λιμένα φυσικό, ποὺ ἐχρησιμοποιεῖτο στὴν ἀρχαιότητα ἀπὸ τὴν πόλη Οὐρανούπολη, ποὺ ἴσως ἦταν κτισμένη στὴν περιοχὴ τῆς σημερινῆς Κερασιᾶς. Ἀπὸ τὰ κελλιά της μέχρι τὰ Κρύα Νερά, σώζονται ἀρχαία ἐρείπια, στὰ ὁποῖα, σύμφωνα μὲ τὸν Γ. Σμυρνάκη, εὑρέθη καὶ νόμισμα μὲ τὴν ἐπιγραφή: «ΟΥΡΑΝΙΟΥΠΟΛΕΩΣ».
Σὲ λόφο πλησίον τοῦ Κελλίου τοῦ Ἁγίου Δημητρίου (Χατζηγιώργη),σώζονται ἐρείπια τοῦ ὀνομαζομένου Σιδηροκάστρου.
 
Στὸν Ἄθω, οἱ κάτοικοι λάτρευαν κατ’ ἐξοχὴν τὸν Δία. Τὸ ἐπὶ τοῦ Ἄθωνος ἄγαλμά του, ἐπειδὴ ἦτο ἀπὸ χρυσὸ καὶ ἀργυρό, μὲ δύο μεγάλους ἀδάμαντες στοὺς ὀφθαλμούς, τὸν χειμώνα τὸ κατέβαζαν εἰς τὸ Σιδηρόκαστρο γιὰ νὰ μὴν καταστρέφεται ἀπὸ τὰ χιόνια καὶ τοὺς παγετούς. Ἀπέναντι ἀπὸ τὸ Σιδηρόκαστρο ὑπάρχει λόφος ποὺ ὀνομάζεται Παλαιόπυργος· ἐδῶ κατοικοῦσαν οἱ ἱέρειες.
Στὴν βιογραφία τοῦ Ἁγίου Νήφωνος (14ος αἰών) ἀναφέρεται ἡ νησίδα ὡς Ἅγιος Χριστόφορος. Πότε ἐβυθίσθη δεν γνωρίζουμε. Ἀνάμεσα στὶς δύο νησίδες σώζονται στὸν βυθὸ τὰ ἐρείπια ναοῦ· διακρίνονται μάλιστα οἱ μαρμάρινες κολόνες, σκεπασμένες ἀπὸ τὰ φύκια, μαζὶ μὲ τὶς βάσεις καὶ τὰ κιονόκρανα. Αὐτὸ εἶναι μία ἀκράδαντη μαρτυρία ὅτι πράγματι ἦσαν ἑνωμένες καὶ σχηματίζετο μέγας λιμὴν μὲ εἴσοδο ἀπὸ τὸν βράχο ποὺ ἔχει σχῆμα λέοντος.
Περὶ τὸ 1955 ἐκτίσθη ὁ σημερινὸς ναΐσκος στὸ νησάκι τοῦ Ἁγίου Χριστοφόρου ὑπὸ τοῦ Γέροντος μοναχοῦ Ἡσαΐου Καυσοκαλυβίτου καὶ τοῦ μοναχοῦ Συμεὼν Καυσοκαλυβίτου προερχομένου ἀπὸ τὰ Κατουνάκια. Πλησίον τοῦ ναΐσκου ὑπάρχει μικρὸν σπήλαιον, μέσα στὸ ὁποῖο εὑρίσκονται τὰ ὀστὰ τῶν ἁγίων Πατέρων ποὺ ἀσκήθηκαν στὸ μονύδριο τοῦ Ἁγίου Χριστοφόρου. Ὁ Γ. Σμυρνάκης γράφει ὅτι ὑπῆρχε μία κάρα στὴν Σκήτη ποὺ ἔγραφε: «παπα-Γαβριὴλ Δασκαλειώτου». Δασκαλειὸ ὀνομάζεται μέχρι σήμερον τὸ μικρὸ νησάκι.
Ὅταν μία φορά, ἀνέβηκε στὸ νησί, ὁ γέρο Μιχαὴλ μαζὶ μὲ ἕναν ἄλλο μοναχό, ἐκεῖνος πῆρε μία κάρα, τὴν ἔβαλε μέσα στὴν βάρκα καὶ συνέχισαν τὸ ψάρεμα. Πρὸς τὴν περιοχὴ Κλέφτικο (ἔτσι ὀνομάστηκε ὁ ἀρσανᾶς τῆς Κερασιᾶς, ἐπειδὴ ληστὲς τὸν χρησιμοποιοῦσαν ὡς ὁρμητήριο γιὰ νὰ ληστεύουν τὰ πλοῖα) πέταξε τὴν κάρα στὴν θάλασσα. Ὅταν μία ἄλλη φορά, ἐπισκέφθηκαν τὸ νησί, ἡ κάρα εὑρέθη στὸ ἴδιο σημεῖο ἀπὸ τὸ ὁποῖο τὴν εἶχαν πάρει! Ὁ ἅγιος αὐτὸς Πατέρας ἤθελε φαίνεται νὰ παραμείνει στὸ μέρος ὅπου ἔχυσε τοὺς ἀσκητικοὺς ἱδρῶτές του.
Ὅταν ἔχτισαν τὸν ναΐσκο οἱ μοναχοὶ Ἡσαΐας καὶ Συμεών, ὀργισθήσης τῆς θαλάσσης μὲ ἰσχυρὸν νότιον ἄνεμον, παρέμεινον ἀπεκλεισμένοι 12 ἡμέρες ἐργαζόμενοι -ἔχοντας ἀντίσκηνον καὶ τροφὰς καὶ ὑλικὰ διὰ τὴν ἐργασία των- ἐνῶ ὅλοι ἀνησυχοῦσαν φωνάζοντας ἀπὸ ἀπέναντι ἂν ζοῦν, χωρὶς νὰ μποροῦν νὰ προσφέρουν τίποτε.
Ἀπέναντι ἀπὸ τὰ νησιά, οἱ πατέρες, σὲ δύσκολες περιόδους, καλλιέργησαν τὴν γῆν, καίτοι ἄνυδρον· ἐκτὸς ἀπὸ ἐλιὲς καὶ ἀμυγδαλιές, εἶχαν μικρὰ ἀμπέλια, καλλιεργοῦσαν ὄσπρια, κυρίως κουκιά, καὶ σίτον. Ἐκεῖ βρίσκεται μέχρι σήμερον θυσιαστήριον εἰδωλολατρικόν. Καίτοι ἁγιάσθη τὸ μέρος αὐτὸ ἀπὸ τοὺς ἀσκητικοὺς κόπους καὶ ἱδρῶτες τοῦ Ὁσίου Μαξίμου καὶ ἀργότερον ὁ ἴδιος ἔδωσε τὴν σπηλιά του στὸν συνασκητή του Νήφωνα, τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα ἔχουν δικαιώματα στὰ μέρη αὐτὰ καὶ συνεδριάζουν γιὰ νὰ ἀποφασίσουν πῶς θὰ ἐξοντώσουν τοὺς ἀσκητὲς τῶν σκληρῶν αὐτῶν βράχων. Πολλὲς εἶναι οἱ σχετικὲς διηγήσεις τῶν γεροντότερων σημερινῶν πατέρων γιὰ περιστατικά, ποὺ εἴτε ἄκουσαν ἀπὸ τοὺς παλαιοτέρους εἴτε ἔζησαν οἱ ἴδιοι.
Μία φορά, ἕνας μοναχός, βαδίζοντας γιὰ ἀγροτικὴ ἐργασία στὰ μέρη αὐτά, εἶδε σὰν ὅραμα καμηλιέρηδες μὲ ἀράπηδες, οἱ ὁποῖοι τὸν κοίταζαν ἀπειλητικά. Ἐκεῖνος ἐφοβήθη καὶ ἀπεχώρησε τρέχων.
Ἄλλη φορά, κάποιο καλοκαιρινὸ μεσημέρι, περὶ τὸ 1920, ὁ παπα-Σάββας, ποὺ κατήγετο ἀπὸ τὸ Πινακάκιον τοῦ Βόλου, ἀπὸ τὴν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Εὐσταθίου πλησίον τοῦ σπηλαίου, καλλιεργοῦσε τὸ ἀμπέλι, ὅταν ἄκουσε μία σαρκαστικὴ φωνὴ νὰ τοῦ λέει: «Ἔ, παπα-Σάββα! Θὰ βρέξει». Ὁ ἥλιος ὅμως ἦταν καυτὸς καὶ ὁ οὐρανὸς κατακάθαρος. Ἀπόρησε ὁ παπα-Σάββας. Ἀλλά, ξαφνικά, ἐμφανίστηκε ἕνα σύννεφο καὶ ἄρχισε νὰ βρέχει καταῤῥακτωδῶς. Ὁ παπα-Σάββας ἔτρεξε ἔντρομος νὰ προφυλακτῆ.
Στὸ ἴδιο ἀκριβῶς κτῆμα, ἔγινε φόνος στὸ κυνήγι. Νομίσας ἕνας μοναχός, ὅτι ὁ ἀδελφός του ἦταν ἀγριογούρουνο, τὸν ἐφόνευσε, συνεργίᾳ τοῦ πονηροῦ. Λίγες ἡμέρες νωρίτερα, ὅταν τὸν φονευθέντα εἶχε δαγκώσει ὀχιὰ καὶ μὲ ἐνέσεις τὸν γλίτωσαν ἀπὸ τὸν θάνατο, κάποιος μοναχὸς τοῦ εἶχε πεῖ ὅτι δὲν τὰ πήγαινε καλὰ στὴν καλογερικὴ καὶ ἔπρεπε νὰ προσέχει. Δυστυχῶς, ὅμως, ὁ διάβολος κατάφερε νὰ τὸν πάρει ἀνέτοιμο. Κανεὶς δὲν γνωρίζει τὰ κρίματα τοῦ Θεοῦ.
Κάτω ἀπὸ τὴν ἀσβεστοκάμινο ὑπάρχει σπήλαιον, στὸ ὁποῖο ἐπεθύμησεν ὁ μοναχὸς Θεοφύλακτος ἀπὸ τὴν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, τὴν νοερὰ προσευχὴ μὲ τελεία ἀμεριμνησία. Ὅταν ἔφθασε ἐκεῖ καὶ πλησίασε τὸ σπήλαιο, ἐξῆλθεν ἕνας τεράστιος δράκος σὲ σχῆμα ὄφεως. Ὁ Γέροντας ἔχασε τὶς αἰσθήσεις του προσωρινὰ καὶ ἔκτοτε ἐμεινε βουβός. Τὸν ὑπηρέτησε ὁ μοναχὸς Ἡσαΐας ἀπὸ τὴν Μεσσηνία (1961), ὁ ὁποῖος ἀργότερα ἐξοικονομήθη ἀπὸ τὸν Γέροντα πατέρα Νικάνορα στὰ γεράματά του.
Στὴν Καλύβη τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, στὰ τέλη τοῦ 19ου καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνα, ἔζησαν οἱ μοναχοὶ Βενιαμὶν καὶ Μάξιμος μὲ ὑποτακτικὸ τὸν μοναχὸ Πέτρο. Ὁ Πέτρος, ἀρχάριος μοναχὸς ὤν, ποθοῦσε περισσότερη ἄσκηση καὶ ἡσυχία καὶ ἐπιμόνως παρακαλοῦσε τὸν Γέροντά του νὰ τὸν ἀφήσει νὰ ἀσκητέψει εἰς τὸ σπήλαιον τοῦ Ὁσίου Νήφωνος. Ὁ Γέροντας τὸν συμβούλεψε ἀρκετὲς φορὲς νὰ κάνει ὑπακοὴ καὶ νὰ τὸ ἀφήσει γιὰ ἀργότερα. Τελικὰ ὅμως, τὸν ἄφησε νὰ πάει. Τὸ βράδυ, ἐνῶ ἀναπαυόταν, ἄκουσε κτύπους καὶ φωνὲς στὴν πόρτα. Ὁ Γέροντας κατάλαβε: «Γέροντα, ἄνοιξε, βοήθεια, χάνομαι!». «Ποιός εἶναι», φωνάζει ἀπὸ μέσα ὁ Γέροντας. «Ὁ Πέτρος, τὸ καλογέρι σου». «Ὁ Πέτρος ἔχει πάει στὴν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Νήφωνα νὰ ἁγιάσει». «Γέροντα, ἄνοιξε, βοήθεια!». Ὁ Γέροντας ἀνοίγει, ὁ Πέτρος πέφτει στὰ πόδια του καὶ ζητᾶ συγγνώμη. Διηγήθηκε τότε τί τοῦ εἶχε συμβῆ. Ὅταν ἔφθασε στὸ σπήλαιο καὶ ἄρχισε νὰ νυχτώνει, ἕνας τεράστιος ταῦρος, βγάζοντας πῦρ ἀπὸ τὰ ῥουθούνια του ἄρχισε νὰ τὸν κυνηγᾶ. Ὁ Πέτρος ἔτρεξε μὲ ὅλη του τὴν δύναμη, μέχρι ποὺ ἔφθασε στὸν Ἅγιο Γεώργιο, τὴν Καλύβη τοῦ Χατζηγιώργη. Ὅταν ἔφθασε ἐκεῖ, γύρισε πίσω καὶ δὲν εἶδε τίποτα. Ἀπὸ τὸν τρόμο ὅμως ποὺ ἔπαθε, ἔκανε μέρες νὰ συνέλθει καὶ ἔγινε ἀπὸ τότε ἕνας πολὺ καλὸς ὑποτακτικός, ποὺ δὲν ἔφυγε ἀπὸ τὸν Γέροντά του οὖτε στιγμή.
Στὸ σπήλαιο αὐτό, κατὰ καιροὺς ἀσκήτευσαν ἀρκετοὶ πατέρες καὶ μάλιστα, ἐπειδὴ τὸ μέρος αὐτὸ δὲν εἶναι πέρασμα, τὸ σπήλαιο εἶναι καὶ τὸ τέλος τοῦ μονοπατιοῦ. Σ’ αὐτὸ διέμεινε γιὰ ἀρκετὸ διάστημα καὶ ὁ Χατζηγιώργης ὅταν ἦταν ἀρχάριος καὶ ἀγένειος, ἐνῶ ἀργότερα ὁ γερο-Πορφύριος κ. ἄ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου