Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

5169 - Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός (Φιλοθεΐτης)

Α Γ Ι Ο Σ   Κ Ο Σ Μ Α Σ   Ο   Α Ι Τ Ω Λ Ο Σ
Δι­δα­χὲς-θαύ­μα­τα-προ­φη­τεῖ­ες
(ἀφηγηματικὴ σύνθεση)
π.   Δ η μ η τ ρ ί ο υ   Μ π ό κ ο υ
Ἡ μι­κρὴ συ­νο­δεί­α βά­δι­ζε μὲ κό­πο στὸν κα­κο­τρά­χα­λο ἀ­νή­φο­ρο γιὰ τὸ μι­κρὸ χω­ριό, ποὺ φώ­λια­ζε σὰν ἀ­ε­το­φω­λιὰ στὴν ἀ­πό­με­ρη πλα­γιὰ τοῦ βου­νοῦ. Ὁ λι­γνὸς κα­λό­γε­ρος ποὺ πή­γαι­νε μπρο­στά, ἅ­πλω­νε τὸ βλέμ­μα του στὶς γνώ­ρι­μες ψη­λὲς κορ­φές, στὰ κο­φτε­ρὰ φα­ράγ­για, στὰ κα­τα­πρά­σι­να ἔ­λα­τα, κι ἀ­να­θυ­μό­ταν πε­ρα­σμέ­να χρό­νια καὶ και­ρούς. Τό­τε ποὺ νε­α­ρὸς ἀ­κό­μη, γε­μά­τος ὄ­νει­ρα καὶ φλό­γα, πε­ρι­δι­ά­βαι­νε τὰ μέ­ρη αὐ­τὰ καὶ μά­ζευ­ε τὰ Ἑλ­λη­νό­που­λα, μὰ καὶ τοὺς με­γά­λους, νὰ τοὺς δι­δά­ξει τὰ πρῶ­τα γράμ­μα­τα. Νὰ τοὺς μά­θει τὴν ἱ­στο­ρί­α τους καὶ τὴν κα­τα­γω­γή τους. Νὰ ξέ­ρουν τὴ ρί­ζα τους, ὅ­τι κρα­τά­ει ἀ­πὸ τὸν Λε­ω­νί­δα καὶ τὸν Με­γα­λέ­ξαν­δρο. Νὰ ξα­να­θυ­μη­θοῦν τὸν μαρ­μα­ρω­μέ­νο βα­σι­λιά τους. Ποὺ πε­ρι­μέ­νει νὰ ξυ­πνή­σει καί, πά­λι μὲ χρό­νια μὲ και­ρούς, νὰ ξα­ναμ­πεῖ στὴν Πό­λη θρι­αμ­βευ­τής.

Καὶ νὰ ποὺ τώ­ρα, μὲ ἄ­σπρα τὰ μαλ­λιὰ κι ὡ­ρι­μα­σμέ­νη πιὰ ψυ­χή, ξα­να­γυρ­νοῦ­σε γιὰ νὰ συ­νε­χί­σει τὸ ἔρ­γο του.
Ἦ­ταν ὁ γεν­νη­μέ­νος στὸ Με­γά­λο Δέν­δρο τῆς Αἰ­τω­λί­ας ἁ­γι­ο­ρεί­της ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Κο­σμᾶς ὁ Αἰ­τω­λός, ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νος ἅ­γιος στὴ συ­νεί­δη­ση ὅ­λων πο­λὺ πρὶν πε­θά­νει μαρ­τυ­ρι­κὰ στὴ Βό­ρει­ο Ἤ­πει­ρο, τὸ 1779.

Στὸ μι­κρὸ χω­ριὸ εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ ὅ­λοι καὶ τὸν πε­ρί­με­ναν. Ὁ ἅ­γιος ἔ­φτα­σε κον­τα­να­σαί­νον­τας κι ὅ­λοι ἔ­τρε­ξαν νὰ πά­ρουν τὴν εὐ­λο­γί­α του, φι­λών­τας τ’  ἁ­γι­α­σμέ­νο του χέ­ρι. Δι­ψα­σμέ­νος ἀ­π’ τὴν πε­ζο­πο­ρί­α ζή­τη­σε λί­γο νε­ρὸ νὰ δρο­σι­στεῖ. Ἐ­κεῖ κον­τὰ ἦ­ταν ἕ­να ξε­ρο­πή­γα­δο.
-   Εἶ­ναι στε­γνό, ἅ­γι­ε! τοῦ εἶ­παν.
Μὰ ὡ­στό­σο με­ρι­κοὶ κά­νον­τας ὑ­πα­κο­ὴ ἔ­τρε­ξαν, ἔ­βγα­λαν ἀ­π’ τὸν πά­το του λί­γο νε­ρὸ γε­μά­το λά­σπη καὶ χῶ­μα καὶ τοῦ τὸ πρό­σφε­ραν. Ὁ ἅ­γιος δο­κί­μα­σε λί­γο καὶ ση­κώ­νον­τας τὸ κου­ρα­σμέ­νο του χέ­ρι εὐ­λό­γη­σε τὸ ξε­ρο­πή­γα­δο γιὰ τὴν ἐ­λά­χι­στη ἐ­κεί­νη δρο­σιὰ ποὺ τοῦ ἔ­δω­σε. Ἀ­μέ­σως ἀ­νά­βλυ­σε νε­ρὸ κα­θα­ρὸ καὶ ἄ­φθο­νο. Καὶ ἀ­πὸ τό­τε, χει­μώ­να-κα­λο­καί­ρι, τὸ πη­γά­δι ἦ­ταν πάν­το­τε γε­μά­το.
Ὁ ἅ­γιος ἔμ­πη­ξε ἕ­να με­γά­λο ξύ­λι­νο σταυ­ρὸ στὸ χῶ­μα, ἀ­νέ­βη­κε σ’ ἕ­να σκα­μνὶ κι εὐ­λό­γη­σε τὰ τέσ­σε­ρα ση­μεῖ­α τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα. Ὕ­στε­ρα ἄρ­χι­σε νὰ τοὺς μι­λά­ει.
-   Ἐ­γώ, ἀ­δελ­φοί μου, ποὺ ἀ­ξι­ώ­θη­κα ἀ­πὸ τὴν εὐ­σπλα­χνί­α τοῦ Χρι­στοῦ κι ἐ­στά­θη­κα σ’ αὐ­τὸν τὸν ἅ­γιο τό­πο, ἐ­ξέ­τα­σα πρῶ­τα γιὰ σᾶς καὶ ἔ­μα­θα, πὼς μὲ τὴ χά­ρη τοῦ Κυ­ρί­ου μας Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ καὶ Θε­οῦ, εἶ­στε εὐ­σε­βεῖς Ὀρ­θό­δο­ξοι Χρι­στια­νοί, τέ­κνα καὶ θυ­γα­τέ­ρες τοῦ Χρι­στοῦ μας. Καὶ ὄ­χι μό­νο δὲν εἶ­μαι ἄ­ξιος νὰ σᾶς δι­δά­ξω, ἀλ­λὰ μή­τε τὰ πο­δά­ρια σας νὰ φι­λή­σω. Δι­ό­τι ὁ κα­θέ­νας ἀ­πὸ σᾶς εἶ­ναι τι­μι­ώ­τε­ρος ἀ­π’ ὅ­λον τὸν κό­σμο. Κι ἐ­γώ, ἀ­δελ­φοί μου, εἶ­μαι ἄν­θρω­πος ἁ­μαρ­τω­λός, χει­ρό­τε­ρος ἀ­πὸ ὅ­λους.
Εἶ­μαι ὅ­μως δοῦ­λος τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Ὄ­χι πὼς εἶ­μαι ἄ­ξιος νὰ εἶ­μαι δοῦ­λος τοῦ Χρι­στοῦ, ἀλ­λ’ ὁ Χρι­στός μου μὲ κα­τα­δέ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν εὐ­σπλα­χνί­α του. Τὸν Χρι­στό μας λοι­πόν, ἀ­δελ­φοί μου, πι­στεύ­ω, δο­ξά­ζω καὶ προ­σκυ­νῶ. Τὸν Χρι­στό μας πα­ρα­κα­λῶ νὰ μὲ ἀ­ξι­ώ­σει νὰ χύ­σω κι ἐ­γὼ τὸ αἷ­μα μου γιὰ τὴν ἀ­γά­πη του, κα­θὼς τὸ ἔ­χυ­σε καὶ Ἐ­κεῖ­νος γιὰ τὴν ἀ­γά­πη μου.
Ἂν ἴ­σως καὶ ἦ­ταν δυ­να­τὸν νὰ ἀ­νε­βῶ στὸν οὐ­ρα­νό, νὰ φω­νά­ξω μιὰ φω­νὴ με­γά­λη, νὰ κη­ρύ­ξω σὲ ὅ­λον τὸν κό­σμο πὼς μό­νο ὁ Χρι­στός μας εἶ­ναι Υἱ­ὸς καὶ Λό­γος τοῦ Θε­οῦ καὶ Θε­ὸς ἀ­λη­θι­νὸς καὶ ζω­ὴ τῶν πάν­των, θὰ τὸ ἔ­κα­μνα. Μὰ ἐ­πει­δὴ δὲν δύ­να­μαι νὰ πρά­ξω ἐ­κεῖ­νο τὸ μέ­γα, κά­μνω τοῦ­το τὸ μι­κρό, καὶ περ­πα­τῶ ἀ­πὸ τό­πο σὲ τό­πο καὶ δι­δά­σκω τοὺς ἀ­δελ­φούς μου τὸ κα­τὰ δύ­να­μη, ὄ­χι ὡς δι­δά­σκα­λος, ἀλ­λὰ ὡς ἀ­δελ­φός. Δι­δά­σκα­λος μό­νο ὁ Χρι­στός μας εἶ­ναι.
Ἀ­να­χω­ρών­τας ἀ­πὸ τὴν πα­τρί­δα μου πρὸ πε­νήν­τα ἐ­τῶν, ἐ­περ­πά­τη­σα τό­πους πολ­λούς, κά­στρα, χῶ­ρες καὶ χω­ριὰ καὶ μά­λι­στα στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη. Καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­κά­θη­σα στὸ Ἅ­γιον Ὅ­ρος, δε­κα­ε­πτὰ χρό­νους, καὶ ἔ­κλαι­γα διὰ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες μου.
Με­λε­τών­τας τὸ ἅ­γιο Εὐ­αγ­γέ­λιο βρῆ­κα μέ­σα πολ­λὰ νο­ή­μα­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι ὅ­λα μαρ­γα­ρι­τά­ρια, πλοῦ­τος, ζω­ὴ αἰ­ώ­νια. Σι­μὰ στὰ ἄλ­λα βρῆ­κα καὶ τοῦ­τον τὸν λό­γο ὅ­που λέ­γει ὁ Χρι­στός μας: πὼς δὲν πρέ­πει κα­νέ­νας Χρι­στια­νὸς νὰ φρον­τί­ζει γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του μό­νο πῶς νὰ σω­θεῖ, ἀλ­λὰ νὰ φρον­τί­ζει καὶ γιὰ τοὺς ἀ­δελ­φούς του νὰ μὴ κο­λα­σθοῦν. Ἀ­κού­ον­τας κι ἐ­γὼ τοῦ­τον τὸν γλυ­κύ­τα­το λό­γο, νὰ φρον­τί­ζου­με καὶ γιὰ τοὺς ἀ­δελ­φούς μας, μ’  ἔ­τρω­γε ἐ­κεῖ­νος ὁ λό­γος μέ­σα στὴν καρ­διὰ τό­σους χρό­νους, ὡ­σὰν τὸ σκου­λή­κι ὅ­που τρώ­γει τὸ ξύ­λο, τί νὰ κά­νω κι ἐ­γὼ στο­χα­ζό­με­νος στὴν ἀ­μά­θειά μου.
Ἐ­συμ­βου­λεύ­θη­κα τοὺς πνευ­μα­τι­κούς μου πα­τέ­ρες, ἀρ­χι­ε­ρεῖς, πα­τριά­ρχες, τοὺς φα­νέ­ρω­σα τὸν λο­γι­σμό μου, ἀ­νί­σως καὶ εἶ­ναι θε­ά­ρε­στο τέ­τοι­ο ἔρ­γο, καὶ ὅ­λοι μὲ πα­ρε­κί­νη­σαν νὰ τὸ κά­μω. Καὶ μά­λι­στα πα­ρα­κι­νού­με­νος ἀ­πὸ τὸν Πα­να­γι­ώ­τα­το κύ­ριο Σω­φρό­νιο, τὸν Πα­τριά­ρχη – νὰ ἔ­χου­με τὴν εὐ­χή του – ἄ­φη­σα τὴ δι­κή μου προ­κο­πή, τὸ δι­κό μου κα­λό, κι ἐ­βγή­κα νὰ περ­πα­τῶ ἀ­πὸ τό­πο σὲ τό­πο καὶ δι­δά­σκω τοὺς ἀ­δελ­φούς μου.
Δὲν μπο­ρεῖ ὁ κα­λό­γε­ρος νὰ σω­θεῖ, πα­ρὰ μα­κριὰ ἂν φεύ­γει ἀ­πὸ τὸν κό­σμο. Μὰ ἐ­πει­δὴ τὸ γέ­νος μας ἔ­πε­σε σὲ ἀ­μά­θεια, εἶ­πα: ἂς χά­σει ὁ Χρι­στὸς ἐ­μέ­να, ἕ­να πρό­βα­το, καὶ ἂς κερ­δί­σει τὰ ἄλ­λα. Ἴ­σως ἡ εὐ­σπλα­χνί­α τοῦ Θε­οῦ καὶ ἡ εὐ­χή σας σώ­σει καὶ μέ­να.
Μι­λοῦ­σε ζε­στά, ἁ­πλά, τα­πει­νά. Οἱ φτω­χοὶ ἄν­θρω­ποι τὸν ἄ­κου­γαν συ­νε­παρ­μέ­νοι. Ἀ­νά­με­σά τους βλέ­πει κά­ποι­α στιγ­μὴ ὁ ἅ­γιος νὰ στέ­κουν δυ­ὸ ἁρ­μα­τω­μέ­νοι. Ἦ­ταν παλ­λη­κά­ρια τῆς κλε­φτου­ριᾶς, μὰ εἶ­χαν σπεί­ρει φό­βο καὶ τρό­μο στοὺς Χρι­στια­νοὺς μὲ τὰ ἐγ­κλή­μα­τά τους.
-   Ἔ, σεῖς! τοὺς φω­νά­ζει. Θ’  ἀ­νοί­ξε­τε πα­ρά­δει­σο, νο­μί­ζε­τε, μ’  αὐ­τά σας τὰ χά­λια;
-   Ναί, μὲ τ’  ἀ­ση­μο­χάν­τζα­ρά μας! εἶ­παν αὐ­τοί, ἂν μὲ τὸ κα­λὸ δὲν μᾶς ἀ­νοί­ξουν. Μὲ τὸ ἔ­τσι θέ­λω θὰ μποῦ­με! Τί μπο­ρεῖ νὰ μᾶς κά­μουν;
-   Πιά­στε τ’  ἀ­ση­μό­πλε­χτα κουμ­πιὰ τῶν γε­λε­κι­ῶν σας καὶ σφί­χτε τα! τοὺς λέ­ει.
Ἀ­πὸ πε­ρι­έρ­γεια ἔ­πια­σαν οἱ κλέ­φτες τὰ κουμ­πιά τους καὶ τά ’­σφι­ξαν ἀ­νά­με­σα στὰ δά­χτυ­λά τους. Καὶ μὲ μιᾶς, ἔ­τρε­ξε αἷ­μα ποὺ πή­γαι­νε τσαμ­πού­να! Τοὺς κα­τα­λέ­ρω­σε τὸ αἷ­μα τοὺς κλέ­φτες.
-   Ἔ, καὶ θαρ­ρεῖ­τε πὼς τὰ αἵ­μα­τα αὐ­τὰ τῶν Χρι­στια­νῶν ποὺ σφά­ξα­τε, θὰ σᾶς ἀ­φή­σουν νὰ μπεῖ­τε στὸν πα­ρά­δει­σο; Δὲν τὸ πο­λυ­πι­στεύ­ω!
Σὰν εἶ­δαν τὸ θά­μα οἱ κλέ­φτες τά ’­χα­σαν. Ἡ σκλη­ρὴ καρ­διά τους μα­λά­κω­σε. Με­τά­νι­ω­σαν, φό­ρε­σαν γυ­ναι­κεῖ­α σεγ­κού­νια, δεῖγ­μα τῆς με­τά­νοι­ας τους, κι ἀ­κο­λού­θη­σαν τὸν ἅ­γιο κα­τα­πό­δι.

-   Ἀ­νί­σως καὶ θέ­λου­με νὰ πε­ρά­σου­με κι ἐ­δῶ κα­λά, νὰ πη­γαί­νου­με καὶ στὸν πα­ρά­δει­σο, συ­νέ­χι­σε ὁ ἅ­γιος, πρέ­πει νὰ ἔ­χου­με δύ­ο ἀ­γά­πες: ἀ­γά­πη στὸν Θε­ό μας καὶ στοὺς ἀ­δελ­φούς μας. Κα­λό­τυ­χος ἐ­κεῖ­νος ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ἀ­ξι­ώ­θη­κε καὶ ἔ­λα­βε στὴν καρ­διά του αὐ­τὲς τὶς δύ­ο ἀ­γά­πες.
Τὸ βλέμ­μα του ἀγ­κά­λια­ζε ἕ­ναν-ἕ­ναν τους φτω­χοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ κρέ­μον­ταν ἀ­πὸ τὰ χεί­λη του. Μιὰ βα­θειὰ ἀ­γά­πη ἀ­νά­βλυ­ζε ἀ­π’ τὴν καρ­διά του γιὰ ὅ­λα τὰ πρό­βα­τα τῆς μάν­δρας τοῦ Χρι­στοῦ. Μὲ τέ­χνη τοὺς αἰχ­μα­λώ­τι­ζε καὶ ξε­κλεί­δω­νε τὶς πόρ­τες τῆς καρ­διᾶς τους.
-   Ἐ­σεῖς, Χρι­στια­νοί μου, πῶς πη­γαί­νε­τε ἐ­δῶ; Ἔ­χε­τε ἀ­γά­πη ἀ­νά­με­σά σας; Εἶ­ναι ἐ­δῶ κα­νέ­νας ποὺ νά ’­χει αὐ­τὴ τὴν ἀ­γά­πη στοὺς ἀ­δελ­φούς του; Ἂς ση­κω­θεῖ ἐ­πά­νω νὰ μοῦ τὸ πεῖ, νὰ τὸν εὐ­χη­θῶ κι ἐ­γώ, νὰ βά­λω καὶ ὅ­λους τοὺς Χρι­στια­νοὺς νὰ τὸν συγ­χω­ρή­σουν, νὰ λά­βει μί­α συγ­χώ­ρη­ση, ποὺ νά ’­δι­νε χι­λιά­δες φλου­ριὰ δὲν θὰ τὴν εὕ­ρι­σκε.
-   Ἐ­γώ, ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ, ἀ­γα­πῶ τὸν Θε­ὸ καὶ τοὺς ἀ­δελ­φούς μου.
-   Κα­λά, παι­δί μου, ἔ­χε τὴν εὐ­χή μου. Πῶς σὲ λέ­νε στ’ ὄ­νο­μά σου;
-   Κώ­στα.
-   Τί τέ­χνη κά­νεις;
-   Πρό­βα­τα φυ­λά­γω.
-   Τὸ τυ­ρί, ὅ­ταν τὸ πω­λεῖς, τὸ ζυ­γιά­ζεις;
-   Τὸ ζυ­γιά­ζω.
-   Ἐ­σύ, παι­δί μου, ἔ­μα­θες νὰ ζυ­γιά­ζεις τὸ τυ­ρὶ κι ἐ­γὼ νὰ ζυ­γιά­ζω τὴν ἀ­γά­πη. Τώ­ρα νὰ ζυ­γιά­σω κι ἐ­γὼ τὴν ἀ­γά­πη σου κι ἂν εἶ­ναι σω­στή, τό­τε νὰ σὲ εὐ­χη­θῶ κι ἐ­γώ, νὰ βά­λω καὶ ὅ­λους νὰ σὲ συγ­χω­ρή­σουν. Πῶς νὰ σὲ κα­τα­λά­βω, παι­δί μου, ἂν ἀ­γα­πᾶς τοὺς ἀ­δελ­φούς σου; Τὸ ἀ­γα­πᾶς ἐ­κεῖ­νο τὸ φτω­χὸ παι­δί;
-   Τὸ ἀ­γα­πῶ.
-   Ἂν τὸ ἀ­γα­ποῦ­σες, θὰ τοῦ ἔ­παιρ­νες ἕ­να που­κά­μι­σο ποὺ εἶ­ναι γυ­μνό, νὰ πα­ρα­κα­λεῖ καὶ κεῖ­νο γιὰ τὴν ψυ­χή σου. Τό­τε θά ‘ναι ἀ­λη­θι­νὴ ἡ ἀ­γά­πη, ἐ­νῷ τώ­ρα εἶ­ναι ψεύ­τι­κη. Τώ­ρα σὰν θέ­λεις νὰ κά­μεις τὴν ἀ­γά­πη μά­λα­μα, πά­ρε καὶ ἔν­δυ­σε τὰ φτω­χὰ παι­διὰ καὶ τό­τε νὰ βά­λω νὰ σὲ συγ­χω­ρή­σουν. Τὸ κά­μνεις τοῦ­το;
-   Τὸ κά­μνω.
-   Χρι­στια­νοί μου, ὁ Κώ­στας κα­τά­λα­βε πὼς ἡ ἀ­γά­πη ποὺ εἶ­χε ὣς τώ­ρα ἦ­ταν ψεύ­τι­κη καὶ θέ­λει νὰ τὴν κά­μει μά­λα­μα, νὰ ἐν­δύ­σει τὰ φτω­χὰ παι­διά. Ἐ­πει­δὴ καὶ τὸν παι­δέ­ψα­με, σᾶς πα­ρα­κα­λῶ νὰ πεῖ­τε γιὰ τὸν κὺρ-Κώ­στα τρεῖς φο­ρές: ὁ Θε­ὸς νὰ τὸν συγ­χω­ρή­σει καὶ νὰ τὸν ἐ­λε­ή­σει.
Ὁ­λό­κλη­ρο τὸ χω­ριὸ μα­ζε­μέ­νο στὴν πλα­τεί­α ἄ­κου­γε τὸν ἅ­γιο νὰ μι­λά­ει ἀ­δι­ά­κο­πα. Τὰ παι­διὰ ξυ­πό­λη­τα καὶ μι­σό­γυ­μνα ἔ­παι­ζαν πα­ρα­πέ­ρα, σκορ­πι­σμέ­να στὸ φυ­σι­κὸ πλά­τω­μα τῆς πλα­γιᾶς. Ὁ ἅ­γιος στα­μά­τη­σε γιὰ λί­γο κι ἔ­μει­νε νὰ τὰ κοι­τά­ζει στο­χα­στι­κός. Ξα­να­γυρ­νών­τας στοὺς ἀ­κρο­α­τές του βάλ­θη­κε νὰ τοὺς μι­λά­ει γι’ αὐ­τά.
-   Ὅ­ταν βα­πτί­ζε­τε τὰ παι­διά σας, νὰ τὰ βγά­νε­τε στὸ ὄ­νο­μα τῶν ἁ­γί­ων, ποὺ ἔ­χου­νε νό­η­μα. Μα­ρί­α θὰ πεῖ κυ­ρί­α, για­τὶ ἡ Θε­ο­τό­κος ἔ­μελ­λε νὰ γί­νει βα­σί­λισ­σα τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καὶ τῆς γῆς. Νι­κό­λα­ος λέ­γε­ται ἐ­κεῖ­νος ποὺ νί­κη­σε τοὺς λα­οὺς, τοὺς δαί­μο­νες, τὰ πά­θη. Γε­ώρ­γιος λέ­γε­ται γε­ωρ­γη­μέ­νο φυ­τό, στο­λι­σμέ­νο μὲ καρ­πούς, μὲ ἀ­ρε­τὲς χρι­στι­α­νι­κές. Πα­ρα­σκευ­ὴ λέ­γε­ται ἐ­κεί­νη ποὺ ἑ­τοι­μά­σθη­κε γιὰ τὸν Χρι­στό.
Νὰ κά­μεις μιὰ εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ, τῆς Πα­να­γί­ας, τοῦ Προ­δρό­μου, νὰ ἔ­χεις καὶ τὸν ἅ­γιο τοῦ παι­διοῦ σου. Καὶ ὅ­ταν τὸ παι­δὶ ση­κώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸν ὕ­πνο καὶ σοῦ γυ­ρεύ­ει ψω­μί, μὴν τοῦ δί­νεις, μό­νο νὰ πά­ρεις τὸ ψω­μί, νὰ τὸ βά­λεις ἐμ­πρὸς στὴν εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ καὶ νὰ τοῦ πεῖς: «Ἐ­γώ, παι­δί μου, δὲν ἔ­χω ψω­μί. Ὁ Χρι­στὸς ἔ­χει. Σή­κω νὰ κά­νεις τὸν σταυ­ρό σου, νὰ πα­ρα­κα­λέ­σου­με τὸν ἅ­γιό σου νὰ πα­ρα­κα­λέ­σει τὸν Χρι­στὸ νὰ σοῦ τὸ δώ­σει. Καὶ ἔ­τσι τὸ παι­δὶ πα­ρα­κι­νεῖ­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ ψω­μιοῦ καὶ εὐ­θὺς ὅ­ταν ξυ­πνᾶ, τὸν ἅ­γιό του βλέ­πει. Καὶ ἔ­τσι νὰ συ­νη­θί­ζε­τε τὰ παι­διά σας, νὰ τὰ παι­δεύ­ε­τε ἀ­πὸ μι­κρά, γιὰ νὰ συ­νη­θί­ζουν στὸν κα­λὸ δρό­μο.
Ὁ ἅ­γιος κον­το­στά­θη­κε, ἔ­κο­ψε τὴν κου­βέν­τα κι ἔ­ρι­ξε τὸ βλέμ­μα του ξα­νὰ μα­κριά, στὰ παι­διὰ ποὺ ἔ­τρε­χαν καὶ ξε­φώ­νι­ζαν στὴν πλα­γιά. Ρώ­τη­σε:
-   Ἔ­χε­τε σχο­λεῖ­ο ἐ­δῶ στὸ χω­ριό σας νὰ δι­α­βά­ζουν τὰ παι­διά;
-   Δὲν ἔ­χου­με, ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ.
-   Νὰ μα­ζευ­τεῖ­τε ὅ­λοι νὰ κά­με­τε ἕ­να σχο­λεῖ­ο κα­λό, νὰ βά­λε­τε καὶ ἐ­πι­τρό­πους νὰ τὸ κυ­βερ­νοῦν, νὰ βά­νουν δι­δά­σκα­λο νὰ μα­θαί­νουν ὅ­λα τὰ παι­διὰ γράμ­μα­τα, πλού­σια καὶ φτω­χά. Για­τὶ ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο μα­θαί­νου­με τί εἶ­ναι Θε­ός, τί εἶ­ναι Ἁ­γί­α Τριάς, τί εἶ­ναι ἄγ­γε­λοι, δαί­μο­νες, πα­ρά­δει­σος, κό­λα­ση, ἀ­ρε­τή, κα­κί­α. Τί εἶ­ναι ψυ­χή, σῶ­μα κ. λ. π. Για­τὶ χω­ρὶς τὸ σχο­λεῖ­ο περ­πα­τοῦ­με στὸ σκό­τος.
Νὰ σπου­δά­ζε­τε καὶ σεῖς, ἀ­δελ­φοί μου, νὰ μα­θαί­νε­τε γράμ­μα­τα ὅ­σοι μπο­ρεῖ­τε. Κι ἂν δὲν μά­θα­τε οἱ πα­τέ­ρες, νὰ σπου­δά­ζε­τε τὰ παι­διά σας, νὰ μα­θαί­νουν τὰ ἑλ­λη­νι­κά, για­τὶ καὶ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας εἶ­ναι στὴν ἑλ­λη­νι­κή. Κα­λύ­τε­ρα, ἀ­δελ­φέ μου, νὰ ἔ­χε­τε ἑλ­λη­νι­κὸ σχο­λεῖ­ο στὴ χώ­ρα σου, πα­ρὰ νὰ ἔ­χεις βρύ­σες καὶ πο­τά­μια. Καὶ σὰν μά­θεις τὸ παι­δί σου γράμ­μα­τα, τό­τε λέ­γε­ται ἄν­θρω­πος. Τὸ σχο­λεῖ­ο ἀ­νοί­γει τὶς ἐκ­κλη­σί­ες. Τὸ σχο­λεῖ­ο ἀ­νοί­γει τὰ μο­να­στή­ρια.
Γιὰ τοῦ­το πρέ­πει νὰ στε­ρε­ώ­νε­τε σχο­λεῖ­α ἑλ­λη­νι­κά, νὰ φω­τί­ζον­ται οἱ ἄν­θρω­ποι. Δι­ό­τι δι­α­βά­ζον­τας τὰ ἑλ­λη­νι­κά, τὰ ηὗ­ρα πὼς λαμ­πρύ­νουν καὶ φω­τί­ζουν τὸν νοῦ τοῦ ἀν­θρώ­που. Τὰ πάν­τα ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο τὰ μα­θαί­νου­με. Ἡ πί­στη μας δὲν στε­ρε­ώ­θη­κε ἀ­πὸ ἀ­μα­θεῖς ἁ­γί­ους, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ σο­φοὺς καὶ πε­παι­δευ­μέ­νους. Λοι­πόν, τέ­κνα μου, πρὸς δι­α­φύ­λα­ξη τῆς πί­στε­ως καὶ γιὰ τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τῆς πα­τρί­δας, φρον­τί­σα­τε νὰ συ­στή­σε­τε ἀ­νυ­περθέ­τως σχο­λεῖ­ο ἑλ­λη­νι­κό, γιὰ νὰ γνω­ρί­σουν τὰ τέ­κνα σας ὅ­σα ἐ­σεῖς ἀ­γνο­εῖ­τε.
Ἔ­πει­τα στρά­φη­κε στὶς γυ­ναῖ­κες καὶ τὶς πα­ρα­κί­νη­σε νὰ δώ­σουν τὰ χρυ­σα­φι­κά τους καὶ ὅ,τι πο­λύ­τι­μο εἶ­χαν γιὰ τὴν ἵ­δρυ­ση καὶ τὴ λει­τουρ­γί­α τοῦ σχο­λεί­ου. Σα­γη­νευ­μέ­νες ἐ­κεῖ­νες ἀ­πὸ τὴν ἤ­ρε­μη ἀ­κτι­νο­βο­λί­α τοῦ ἁ­γί­ου πρό­σφε­ραν πρό­θυ­μα ὅ,τι εἶ­χαν.
Ὁ ἅ­γιος τοὺς μί­λη­σε γιὰ αρ­κε­τὴ ὥ­ρα ἀ­κό­μα. Τὸ χω­ριὸ εἶ­χε χρό­νια νὰ δεῖ πα­πᾶ καὶ νὰ λει­τουρ­γη­θεῖ. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἦ­ταν σὲ βα­θειὰ ἄ­γνοι­α. Τὰ παι­διὰ εἶ­χαν με­γα­λώ­σει ἀ­βά­πτι­στα. Τοὺς δί­δα­ξε γιὰ τὴν με­τά­νοι­α, τὴν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση, τὸ βά­πτι­σμα.
-   Τέσ­σε­ρα εἶ­ναι τὰ γι­α­τρι­κά σου γιὰ νὰ σω­θεῖς. Τὸ πρῶ­το εἶ­ναι νὰ συγ­χω­ρή­σεις τοὺς ἐ­χθρούς σου. Τὸ δεύ­τε­ρο νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ­σαι κα­θα­ρά. Τὸ τρί­το νὰ κα­τη­γο­ρεῖ­τε γιὰ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες σας τὸν ἑ­αυ­τό σας καὶ ὄ­χι ἄλ­λον. Τὸ τέ­ταρ­το νὰ ἀ­πο­φα­σί­ζε­τε νὰ μὴν ἁ­μαρ­τή­σε­τε πλέ­ον. Καί, ἂν μπο­ρεῖ­τε, νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γεῖ­σθε κά­θε μέ­ρα. Κι ἂν ὄ­χι, ἂς εἶ­ναι μιὰ φο­ρὰ τὴν ἑ­βδο­μά­δα ἢ μιὰ φο­ρὰ τὸν μή­να ἢ τὸ λι­γό­τε­ρο τέσ­σε­ρις φο­ρὲς τὸν χρό­νο.
Καὶ νὰ συ­νη­θί­ζε­τε τὰ τέ­κνα σας ἀ­πὸ μι­κρὰ στὸν κα­λὸ δρό­μο, νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γοῦν­ται. Ἀ­βά­πτι­στος καὶ ἀ­νε­ξο­μο­λό­γη­τος ἄν-θρω­πος εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νὰ σω­θεῖ. Κα­λύ­τε­ρα, ἀ­δελ­φέ μου, νὰ θα­να­τώ­σεις ἑ­κα­τὸ ἀν­θρώ­πους βα­πτι­σμέ­νους, πα­ρὰ νὰ ἀ­φή­σεις ἕ­να παι­δὶ ἀ­βά­πτι­στο νὰ πε­θά­νει. Κι ἂν τύ­χει ἀ­νάγ­κη καὶ μέλ­λει νὰ πε­θά­νει τὸ παι­δὶ καὶ δὲν ἐ­πρό­φθα­σε ὁ πα­πᾶς νὰ τὸ βα­πτί­σει, ἂς τὸ βα­πτί­σει ὅ­ποι­ος τύ­χει, ὁ πα­τέ­ρας, ἡ μη­τέ­ρα, ἀ­δελ­φός, γεί­το­νας, μα­μή. Βά­λε ἀρ­κε­τὸ νε­ρὸ καὶ λά­δι, σταύ­ρω­σέ το καὶ βά­πτι­σέ το. Πές: «Βα­πτί­ζε­ται ὁ δοῦ­λος τοῦ Θε­οῦ… εἰς τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Πα­τρὸς καὶ τοῦ Υἱ­οῦ καὶ τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, ἀ­μήν». Κι ἂν ζή­σει, τε­λει­ώ­νει τὰ ὑ­πό­λοι­πα ὁ πα­πᾶς. Μὰ ἔ­τυ­χε καὶ δὲν ἔ­χεις νε­ρό; Βά­πτι­σέ το στὸν ἀ­έ­ρα καὶ πὲς τὰ ἴ­δια λό­για.
Ὁ­μοί­ως, ἂν τυ­χὸν μέλ­λει νὰ πε­θά­νει ἕ­νας ἄν­θρω­πος καὶ δὲν ἐ­πρό­φθα­σε ὁ πα­πᾶς νὰ τὸν ἐ­ξο­μο­λο­γή­σει, ἂς ἐ­ξο­μο­λο­γη­θεῖ σὲ ὅ­ποι­ον τύ­χει. Ἔ­χει ἐλ­πί­δα νὰ σω­θεῖ. Ἂν ὅ­μως με­τα­λά­βει ἀ­νε­ξο­μο­λό­γη­τος, δὲν ὠ­φε­λεῖ τί­πο­τε.
Στὴ συ­νέ­χεια ἡ κου­βέν­τα του γύ­ρι­σε στὴν ἡ­μέ­ρα τῆς Κυ­ρια­κῆς, τὴν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, τὴ νη­στεί­α.
-   Ἐ­μεῖς οἱ Χρι­στια­νοί πρέ­πει νὰ νη­στεύ­ου­με πάν­το­τε, μὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν Τε­τάρ­τη, για­τὶ που­λή­θη­κε ὁ Κύ­ριος καὶ τὴν Πα­ρα­σκευ­ή, για­τὶ σταυ­ρώ­θη­κε. Ὁ­μοί­ως καὶ τὶς Τεσ­σα­ρα­κο­στές, κα­θὼς ἐ­νο­μο­θέ­τη­σαν οἱ ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες νὰ νη­στεύ­ου­με, γιὰ νὰ νε­κρώ­νου­με τὰ πά­θη καὶ νὰ τα­πει­νώ­νου­με τὸ σῶ­μα. Ἐ­δῶ πῶς πη­γαί­νε­τε; Φυ­λά­γε­τε τὶς Τεσ­σα­ρα­κο­στές, Χρι­στια­νοί μου; Ἂν εἶ­στε Χρι­στια­νοί, πρέ­πει νὰ τὶς φυ­λά­γε­τε.
Ἀ­πὸ τὸν Χρι­στὸ μὴ χω­ρί­ζε­σθε καὶ ἀ­πὸ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἀ­κοῦ­τε τὸν ἱ­ε­ρέ­α ποὺ ση­μαί­νει; Εὐ­θὺς νὰ ση­κώ­νε­σθε, νὰ νί­πτε­σθε καὶ νὰ πη­γαί­νε­τε στὴν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι σὰν τὴ μά­να. Ὅ­ταν σφάλ­λει ὁ γιός της, τὸν μα­λώ­νει καὶ πά­λι τὸν ἀ­γα­πᾶ.
Ἀ­κό­μα τὶς Κυ­ρια­κὲς νὰ μὴ δου­λεύ­ε­τε κα­θό­λου. Μή­τε νὰ που­λή­σε­τε, μή­τε νὰ ἀ­γο­ρά­σε­τε. Ἐ­κεῖ­νο τὸ κέρ­δος ποὺ γί­νε­ται τὴν Κυ­ρια­κὴ εἶ­ναι α­φο­ρι­σμέ­νο καὶ κα­τα­ρα­μέ­νο, καὶ βά­νε­τε φω­τιὰ καὶ κα­τά­ρα στὸ σπί­τι σας καὶ ὄ­χι εὐ­λο­γί­α. Καὶ ἢ σὲ θα­να­τώ­νει ὁ Θε­ὸς πα­ρά­και­ρα, ἢ τὴ γυ­ναί­κα σου, ἢ τὸ παι­δί σου, ἢ τὸ ζῶ­ο σου ψο­φᾶ. Κι ἂν τύ­χει ἀ­νάγ­κη καὶ που­λή­σεις πράγ­μα­τα φα­γώ­σι­μα τὴν Κυ­ρια­κή, ἐ­κεῖ­νο τὸ κέρ­δος μὴν τὸ σμί­γεις στὴ σα­κού­λα σου, για­τὶ τὴ μα­γα­ρί­ζει, ἀλ­λὰ δῶ­σε τα ἐ­λε­η­μο­σύ­νη. Οὔ­τε χω­ρά­φι, οὔ­τε ἀμ­πέ­λι νὰ κοι­τά­ζε­τε τὴν Κυ­ρια­κή, οὔ­τε νὰ κα­θα­ρί­ζε­τε τὰ ἀ­χού­ρια σας. Μο­νά­χα νὰ δι­α­βά­ζε­τε βι­βλί­α, νὰ μα­θαί­νε­τε τὸ κα­λὸ καὶ τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς μας, για­τὶ ὅ­λοι θὰ πε­θά­νου­με, κα­θὼς βλέ­που­με κά­θε μέ­ρα.
Καὶ ὅ­σο βιὸς ἔ­χου­με, ἀ­δέλ­φια καὶ ἀ­δελ­φές μου, ἐ­δῶ στὴ γῆ θὰ ἀ­πο­μεί­νει. Μο­νά­χα ὅ­ση ἐ­λε­η­μο­σύ­νη δώ­σα­τε, αὐ­τὸ θὰ ἔ­χε­τε γιὰ βο­ή­θεια στὴν ψυ­χή σας. Καὶ ὅ,τι δώ­σα­τε στοὺς φτω­χοὺς γιὰ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ, θὰ λά­βε­τε γιὰ τὸ ἕ­να ἑ­κα­τὸ ἀ­πὸ τὸν Χρι­στό. Ἡ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, ἡ ἀ­γά­πη καὶ ἡ νη­στεί­α ἁ­γιά­ζει τὸν ἄν­θρω­πο καὶ ἔ­χει ἀ­γα­θὸ τέ­λος.
Ὁ ἥ­λιος ἀ­νέ­βαι­νε, ἡ ὥ­ρα περ­νοῦ­σε καὶ κα­νέ­νας δὲν ἔ­λε­γε νὰ φύ­γει. Μὰ ἐν­τε­λῶς ξαφ­νι­κά, ἀ­πά­νω ποὺ μι­λοῦ­σε ὁ ἅ­γιος, ἕ­νας θε­ό­ρα­τος βρά­χος ξε­κό­πη­κε ἀ­π’ τὴν ἀ­πό­το­μη πλα­γιὰ καὶ πῆ­ρε νὰ κα­τρα­κυ­λᾶ στὴν κα­τη­φό­ρα. Ὁ κό­σμος ἔν­τρο­μος μὲ δυ­να­τὲς φω­νὲς σκόρ­πι­σε γιὰ νὰ γλυ­τώ­σει. Μὰ ὁ ἅ­γιος δὲν τα­ρά­χθη­κε, οὔ­τε κου­νή­θη­κε κα­θό­λου. Σή­κω­σε μό­νο τὸ ρα­βδί του καὶ σταύ­ρω­σε τὸν βρά­χο ποὺ ἔ­πε­φτε. Τὸ θαῦ­μα ἔ­γι­νε. Ὁ φο­βε­ρὸς βρά­χος κοκ­κά­λω­σε στὴ μέ­ση τῆς πλα­γιᾶς, λὲς καὶ τὸν ἄ­δρα­ξε στι­βα­ρὸ χέ­ρι ἀ­ό­ρα­του κύ­κλω­πα. Οἱ φτω­χοὶ ἄν­θρω­ποι σταυ­ρο­κο­πή­θη­καν κα­τά­πλη­κτοι. Ἕ­νας-ἕ­νας ξα­να­μα­ζεύ­τη­καν κον­τά του.
Ὁ ἅ­γιος ἄ­φη­σε γιὰ λί­γο τὸ βλέμ­μα του νὰ πλα­νη­θεῖ στὶς κο­ρυ­φὲς γύ­ρω του. Ἀ­να­το­λι­κὰ καὶ νό­τια ἁ­πλώ­νον­ταν ἀ­τέ­λει­ω­τες βου­νο­κορ­φὲς τὰ Ἄ­γρα­φα. Συμπαγὴς καὶ χιονόλευκος ὄγκος τὰ Τζουμέρκα ἀπόμακρα, ὄρθωναν μεγαλόπρεπο τὸ ἀνάστημά τους στὸν βορειο-δυτικὸ ὁρίζοντα. Αὐ­θόρ­μη­τα σή­κω­σε τὸ χέ­ρι του καὶ τὰ εὐ­λό­γη­σε.
-   Εὐ­λο­γη­μέ­να βου­νά! ἀ­να­φώ­νη­σε. Πό­σα γυ­ναι­κό­παι­δα θὰ σώ­σε­τε, πό­σες ψυ­χές, ὅ­ταν ἔλ­θουν τὰ δύ­σκο­λα χρό­νια! Κα­λό­τυ­χοι ἐ­σεῖς ποὺ βρε­θή­κα­τε ἐ­δῶ, πά­νω στὰ ψη­λὰ βου­νά, για­τὶ αὐ­τὰ θὰ σᾶς φυ­λά­ξουν ἀ­πὸ πολ­λὰ δει­νά. Θὰ ἀ­κοῦ­τε καὶ δὲν θὰ βλέ­πε­τε τὸν κίν­δυ­νο.
-   Θὰ λευ­τε­ρω­θοῦ­με πο­τέ, ἅ­γι­ε τοῦ Θε­οῦ; ρω­τοῦ­σαν μὲ λα­χτά­ρα οἱ σκλά­βοι.
-   Αὐ­τὸ μιὰ μέ­ρα θὰ γί­νει ρω­μαί­ι­κο καὶ κα­λό­τυ­χος ὅ­ποι­ος ζή­σει σὲ κεῖ­νο τὸ βα­σί­λει­ο.
-   Πό­τε θὰ γί­νει αὐ­τό, ἅ­γι­ε;
-   Τὸ πο­θού­με­νο θὰ γί­νει στὴν τρί­τη γε­νιά. Θὰ τὸ ἰ­δοῦν τὰ ἐγ­γό­νια σας. Τὰ βά­σα­να εἶ­ναι πολ­λὰ ἀ­κό­μη. Θυ­μη­θεῖ­τε τὰ λό­για μου. Τοῦ­το σᾶς λέ­γω καὶ σᾶς πα­ραγ­γέλ­λω: κἂν ὁ οὐ­ρα­νὸς νὰ κα­τέ­βει κά­τω, κἂν ἡ γῆ νὰ ἀ­νέ­βει ἐ­πά­νω, κἂν ὅ­λος ὁ κό­σμος νὰ χα­λά­σει, κα­θὼς μέλ­λει νὰ χα­λά­σει, σή­με­ρον, αὔ­ριον, νὰ μὴ σᾶς μέλ­λει τί ἔ­χει νὰ κά­μει ὁ Θε­ός. Τὸ κορ­μί σας ἂς τὸ κά­ψουν, ἂς τὸ τη­γα­νί­σουν, τὰ πράγ­μα­τά σας ἂς τὰ πά­ρουν. Μὴ σᾶς μέλ­λει. Δῶ­στε τα. Δὲν εἶ­ναι δι­κά σας. Ψυ­χὴ καὶ Χρι­στὸς σᾶς χρει­ά­ζον­ται. Αὐ­τὰ τὰ δύ­ο ὅ­λος ὁ κό­σμος νὰ πέ­σει, δὲν μπο­ρεῖ νὰ σᾶς τὰ πά­ρει, ἐ­κτὸς καὶ τὰ δώ­σε­τε μὲ τὸ θέ­λη­μά σας. Αὐ­τὰ τὰ δύ­ο νὰ τὰ φυ­λά­γε­τε, νὰ μὴν τὰ χά­σε­τε.
Ἕ­ως ὅ­του κλεί­σει ἡ πλη­γὴ αὐ­τὴ τοῦ πλά­τα­νου, συ­νέ­χι­σε δεί­χνον­τας τὸ δέν­τρο ποὺ σκί­α­ζε τὴν πλα­τεί­α, τὸ χω­ριό σας θά ΄ναι σκλα­βω­μέ­νο καὶ δυ­στυ­χι­σμέ­νο.
Ὅ­ταν πέ­σουν δυ­ὸ πα­σχα­λι­ὲς μα­ζί, θὰ ἔρ­θει τὸ πο­θού­με­νο.
Ὅ­ταν δεῖ­τε τὸ χι­λι­άρ­με­νο στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ νε­ρά, τό­τε θὰ λυ­θεῖ τὸ ζή­τη­μα τῆς Πό­λης.
Οἱ ἀν­τί­χρι­στοι (=οἱ Τοῦρ­κοι) θὰ φύ­γουν, ἀλ­λὰ θά ‘ρθουν πά­λι καὶ θὰ φθά­σουν ὣς τὰ Ἑ­ξα­μί­λια. Ἔ­πει­τα θὰ τοὺς κυ­νη­γή­σε­τε ἕ­ως τὴν Κόκ­κι­νη Μη­λιά. Ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους τὸ ἕ­να τρί­το θὰ σκο­τω­θεῖ, τὸ ἄλ­λο τρί­το θὰ βα­πτι­σθεῖ καὶ μο­νά­χα τὸ ἕ­να τρί­το θὰ πά­ει στὴν Κόκ­κι­νη Μη­λιά.
Θὰ ἔρ­θει και­ρὸς ποὺ οἱ Ρω­μιοὶ θὰ τρώ­γον­ται με­τα­ξύ τους. Ἐ­γὼ συ­στή­νω ὁ­μό­νοι­α καὶ ἀ­γά­πη.
Τὰ λό­για του φω­τι­σμέ­να, προ­φη­τι­κά, ἔ­ρι­χναν στά­λα-στά­λα τὴν ἐλ­πί­δα στὶς τυ­ρα­γνι­σμέ­νες ψυ­χὲς τῶν σκλά­βων. Θέ­ρι­ευ­αν τὴ λα­χτά­ρα τους, δυ­νά­μω­ναν τὴν ὑ­πο­μο­νή τους. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε, φώ­να­ξε τοὺς ἱ­ε­ρεῖς ποὺ τὸν συ­νό­δευ­αν νὰ ση­κω­θοῦν. Σκορ­πί­στη­καν μέ­σα στὸ πλῆ­θος γιὰ νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦν ὅ­σοι ἤ­θε­λαν. Τέ­λε­σαν Εὐ­χέ­λαι­ο καὶ πέ­ρα­σαν ὅ­λοι οἱ Χρι­στια­νοὶ νὰ χρι­σθοῦν. Βά­πτι­σαν ὅ­λα τὰ παι­διὰ ποὺ ἦ­ταν ἀ­βά­πτι­στα.
Ὁ ἥ­λιος ἔ­γερ­νε, ὅ­ταν τέ­λει­ω­σαν ὅ­λα αὐ­τά. Ὁ ἅ­γιος ἦ­ταν κα­τά­κο­πος. Τὸν πῆ­ραν σ’ ἕ­να σπί­τι νὰ τὸν φι­λο­ξε­νή­σουν. Ἡ νοι­κο­κυ­ρὰ ἔ­φε­ρε μιὰ κα­θα­ρὴ ἀλ­λα­ξιὰ τοῦ ἄν­τρα της καὶ ζή­τη­σε δι­α­κρι­τι­κὰ ἀ­π’ τὸν ἅ­γιο νὰ τοῦ πλύ­νει τὸ που­κά­μι­σο. Τὸ ἔ­πλυ­νε εὐ­λα­βι­κὰ καὶ ὕ­στε­ρα ζή­τη­σε νὰ τὸ κρα­τή­σει. Γιὰ εὐ­λο­γί­α τοῦ σπι­τι­κοῦ της καὶ ὅ­λου τοῦ χω­ριοῦ. Γιὰ ἱ­ε­ρὸ κει­μή­λιο. Ὁ ἅ­γιος δὲν ἀρ­νή­θη­κε.
Πρω­ὶ-πρω­ὶ τοὺς ξύ­πνη­σε ἡ καμ­πά­να. Οἱ πλα­γι­ὲς καὶ τὰ φα­ράγ­για ἀν­τι­λά­λη­σαν. Χρό­νια εἴ­χα­νε ν’ ἀ­κού­σουν τὸ χαρμό­συ­νο, γλυ­κό της κε­λά­δη­μα. Εἶ­χαν κα­ταν­τή­σει ἀ­λι­βά­νι­στοι. Μιὰ με­λαγ­χο­λι­κὴ σι­γὴ σκέ­πα­ζε τὰ πάν­τα, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­μει­ναν χω­ρὶς πα­πᾶ. Οἱ Χρι­στια­νοὶ νη­στε­μέ­νοι κι ἐ­ξο­μο­λο­γη­μέ­νοι λει­τουργή­θη­καν καὶ με­τά­λα­βαν. Τὰ νε­ο­φώ­τι­στα παι­διὰ κρα­τοῦ­σαν λαμ­πά­δες ἀ­ναμ­μέ­νες. Ὁ ἅ­γιος εἶ­πε καὶ μοί­ρα­σαν σ’ ὅ­λους κε­ριά, ἀ­πὸ αὐ­τὰ ποὺ κου­βα­λοῦ­σε ἡ συ­νο­δεί­α του. Τ’ ἄ­να­ψαν ὅ­λα καὶ ἡ τα­πει­νή τους ἐκ­κλη­σιὰ ἀ­στρα­πο­βό­λη­σε. Πλημμυρισμένες ἀπὸ χαρὰ οἱ καρδιές τους, ἀλάφρωσαν λίγο ἀπ’  τὸ πλάκωμα τῆς σκλαβιᾶς. Τοὺς φά­νη­κε σὰν νά ‘χαν Λαμ­πρή.
Ἤ­θε­λαν νὰ τὸν κρα­τή­σουν ἀ­κό­μα, μὰ ὁ ἅ­γιος βι­α­ζό­ταν. Εἶ­χε νὰ πε­ρά­σει ἀ­μέ­τρη­τους τό­πους καὶ χω­ριά. Παν­τοῦ τὸν πε­ρί­με­ναν. Μὲ δά­κρυ­α στὰ μά­τια τὸν ξε­προ­βό­δι­σαν. Ἔ­φε­ραν ἕ­να μου­λά­ρι γιὰ νὰ τὸν κα­τε­βά­σουν ἀ­πὸ τ’ ἄ­γρια μο­νο­πά­τια. Εἶ­παν στὸ παι­δὶ ποὺ τρα­βοῦ­σε τὸ σχοι­νί, ἂν συμ­βεῖ τί­πο­τε κά­τω στὶς κα­κο­το­πι­ές, νὰ τρέ­ξει ψη­λὰ στὴν ἀ­πέ­ναν­τι ρά­χη καὶ νὰ φω­νά­ξει. Ὁ ἅ­γιος χα­μο­γέ­λα­σε.
-   Θά ‘ρθει και­ρός, τοὺς εἶ­πε, ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι θὰ μι­λοῦν ἀ­πὸ ἕ­να μα­κρι­νὸ μέ­ρος σὲ ἄλ­λο, σὰν νὰ βρί­σκον­ται σὲ πλα­γι­νὰ δω­μά­τια. Δὲν θὰ τα­ξι­δεύ­ε­τε πιὰ μὲ τὰ ζῶ­α. Θὰ δεῖ­τε στὸν κάμ­πο ἁ­μά­ξι χω­ρὶς ἄ­λο­γα νὰ τρέ­χει γρη­γο­ρώ­τε­ρα ἀ­π’ τὸν λα­γό. Θὰ βγοῦν πράγ­μα­τα ἀ­π’ τὰ σχο­λεῖ­α, ποὺ ὁ νοῦς σας δὲν τὰ φαν­τά­ζε­ται. Ὅ­μως ἀ­π’ τοὺς δι­α­βα­σμέ­νους θὰ ‘ρθεῖ καὶ με­γά­λο κα­κό. Θὰ δεῖ­τε νὰ πε­τᾶ­νε ἄν­θρω­ποι στὸν οὐ­ρα­νὸ σὰν μαυ­ρο­πού­λια καὶ νὰ ρί­χνουν φω­τιὰ στὸν κό­σμο.
Οἱ ἁ­πλο­ϊ­κοὶ ἄν­θρω­ποι δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ κα­τα­λά­βουν τὰ προ­φη­τι­κά του λό­για, μὰ τὰ φύ­λα­ξαν εὐ­λα­βι­κὰ στὴν καρ­διά τους. Θὰ τὰ ζοῦ­σαν καὶ θὰ τὰ κα­τα­λά­βαι­ναν κα­λὰ οἱ κα­το­πι­νὲς γε­νι­ές.
Ὁ ἅ­γιος τοὺς εὐ­λό­γη­σε, χαι­ρέ­τη­σε καὶ ἔ­φυ­γε. Ὁ δρό­μος του ἦ­ταν μα­κρύς. Εἶ­χε νὰ ὀρ­γώ­σει ἀ­π’ ἄ­κρη σ’ ἄ­κρη τὴν Ἑλ­λά­δα, γιὰ νὰ ξα­να­στυ­λώ­σει τὸ ἀ­φα­νι­σμέ­νο του γέ­νος. Γιὰ εἴ­κο­σι ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια ἔ­τρε­χε. Καὶ τὰ κα­τά­φε­ρε.
«Ἐ­κα­τά­στη­σε σχο­λεῖ­α παν­τα­χοῦ, τό­σον ἑλ­λη­νι­κὰ (γυ­μνά-σια-λύ­κεια), ὅ­σον καὶ κοι­νὰ (δη­μο­τι­κά), διὰ νὰ πη­γαί­νουν τὰ παι­δί­α καὶ νὰ μα­θαί­νουν δω­ρε­ὰν τὰ ἱ­ε­ρὰ γράμ­μα­τα. Ἐ­κα­τά­πει­σε τοὺς πλου­σί­ους καὶ ἠ­γό­ρα­σαν ὑ­πὲρ τὰς τέσ­σα­ρας χι­λιά­δας κο­λυμ­βή­θρας με­γά­λας χαλ­κω­μα­τέ­νιας, πρὸς δώ­δε­κα γρό­σια τὴν κα­θε­μί­αν, διὰ νὰ βα­πτί­ζων­ται κα­θὼς πρέ­πει τὰ παι­δί­α τῶν Χρι­στια­νῶν. Βι­βλί­α ἐ­μοί­ρα­ζε χά­ρι­σμα εἰς ἐ­κεί­νους ὅ­που ἤ­ξευ­ραν γράμ­μα­τα.
Κομ­βο­σχοί­νια καὶ σταυ­ρού­δια ἐ­μοί­ρα­ζεν (ὑ­πὲρ τὰς πεν­τα­κο­σί­ας χι­λιά­δας) εἰς τὸν κοι­νὸν λα­όν, διὰ νὰ συγ­χω­ροῦν τοὺς ἀ­γο­ρά­ζον­τας. Εἶ­χε τεσ­σα­ρά­κον­τα ἢ πεν­τή­κον­τα ἱ­ε­ρεῖς ὅ­που τὸν ἠ­κο­λού­θουν, καὶ ὅ­ταν ἔ­μελ­λε νὰ ὑ­πά­γῃ ἀ­πὸ μί­αν χώ­ραν εἰς ἄλ­λην, ἐ­πα­ράγ­γελ­λε εἰς τοὺς Χρι­στια­νοὺς νὰ ἐ­ξο­μο­λο­γη­θοῦν, νὰ νη­στεύ­σουν καὶ νὰ κά­μουν ἀ­γρυ­πνί­αν.
Μοι­ρά­ζον­τας εἰς ὅ­λους κη­ρί­α δω­ρε­άν, ἔ­βαλ­λε τοὺς ἱ­ε­ρεῖς καὶ ἐ­δι­ά­βα­ζαν τὸ ἅ­γιον Εὐ­χέ­λαι­ον καὶ ἐ­χρί­ον­το ὅ­λοι οἱ Χρι­στια­νοί. Ἐ­πει­δὴ τὸν ἠ­κο­λού­θει λα­ὸς πο­λύς, δύ­ο καὶ τρεῖς χι­λιά­δες, ἐ­πρό­στα­ζεν ἀ­πὸ τὸ ἑ­σπέ­ρας καὶ ἑ­τοί­μα­ζαν σακ­κί­α πολ­λὰ ψω­μὶ καὶ κα­ζά­νι σι­τά­ρι βρα­σμέ­νον, καὶ οὕ­τως ἔ­παιρ­ναν ὅ­λοι ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να καὶ ἐ­συγ­χώ­ρουν ζῶν­τας καὶ τε­θνε­ῶ­τας».
Ὁ ἅ­γιος Κο­σμᾶς ὁ Αἰ­τω­λὸς πέ­θα­νε μαρ­τυ­ρι­κά, μὲ ἀ­παγ­χο­νι­σμό, στὶς 24 Αὐ­γού­στου 1779, ἡ­μέ­ρα Σάβ­βα­το, στὰ χώ­μα­τα τῆς Βο­ρεί­ου Ἠ­πεί­ρου. Ἡ φω­τι­σμέ­νη του μορ­φὴ ἔ­μει­νε βα­θιὰ χα­ραγ­μέ­νη στὴ μνή­μη τοῦ λα­οῦ μας. Ἔ­γι­νε δά­σκα­λος καὶ ὁ­δη­γὸς τοῦ γέ­νους μας. Ἂς κα­θο­δη­γεῖ καὶ ἐ­μᾶς στοὺς δύ­σκο­λους και­ρούς μας, νὰ εἴμα­στε ἄ­ξιοι τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας ποὺ θέ­λη­σε νὰ μᾶς χα­ρί­σει.

Νὰ ἔ­χου­με τὴν εὐ­χή του! 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου