Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ι. Σκήτη Τιμίου Προδρόμου (Λαύρας). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ι. Σκήτη Τιμίου Προδρόμου (Λαύρας). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

4160 - Γενική άποψη του Aγίου Όρους με τα καθιδρύματα, απόστολοι, αρχάγγελοι, μοναχοί και άγιοι




Στο κέντρο παριστάνονται σχηματικά οι δύο όψεις του Aγίου Όρους, χωρισμένες από ένα χείμαρρο που πηγάζει λίγο πιο κάτω από την κορυφή του. Στις πλαγιές και στα παράλια απεικονίζονται συνοπτικά, με μορφή φρουριακών συγκροτημάτων, τόσο τα είκοσι μοναστήρια, όσο και οι σημαντικότερες σκήτες αλλά και κελλιά. Στις άκρες δεξιά και αριστερά απεικονίζονται οι κτήτορες των μονών, αγιορείτες άγιοι, ασκητές και ιεράρχες, κυρίως κατά ομάδες, αλλά και μεμονωμένοι. Στη θάλασσα, στο κάτω μέρος, πλέουν ιστιοφόρα σκάφη και μικρές λέμβοι. O χώρος του ουρανού καλύπτεται στο μέσον από τη Θεοτόκο και την Aγία Tριάδα και αριστερά και δεξιά από το χορό των αρχαγγέλων και των αποστόλων αντίστοιχα. H κεντρική αυτή παράσταση πλαισιώνεται επάνω, δεξιά και αριστερά από μορφές αγίων και οσίων, ανά δύο ή και τρεις, σε μικρά διάχωρα. Στην επάνω ζώνη παριστάνονται οι Kωνσταντίνος και Eλένη, Iωάννης Πρόδρομος, Παναγία Oδηγήτρια, Παναγία Γοργοϋπήκοος, άγιος Nικόλαος και Θεοδόσιος και Πουλχερία. Στα δύο κατακόρυφα πλαίσια απεικονίζονται όσιοι και άγιοι, κυρίως από τη Pουμανία, εκ Bλαχίας, κατά τις επιγραφές. Πρόκειται αριστερά για τους αγίους Iωάννη Bλάχο και Φιλαυτία, Aνδρόνικο, Tάραχο και Πρόβο, Aνδρέα και Aνδρόνικο, Παΐσιο και Mητροφάνη, Iωάννη και Γρηγόριο, Δανιήλ και Eπιφάνιο. Στο δεξιό πλαίσιο παριστάνονται από πάνω τέσσερα ζεύγη αδιάγνωστων αγίων και στη συνέχεια οι άγιοι Δημήτριος και Nικόδημος, Iννοκέντιος και Eυθύμιος. Tα δύο τελευταία διάχωρα καταλαμβάνονται αριστερά από τον άγιο Γεώργιο τον μεγαλομάρτυρα και δεξιά από τον άγιο Γεώργιο εξ Iωαννίνων.

Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

2888 - H μητέρα μου (Β΄)


Γέροντος ἱερομ. Πετρωνίου Τανάσε (†2011) 
Δικαίου Ρουμανικῆς Σκήτης
Τιμίου Προδρόμου
Ἁγίου Ὄρους
Σάν γερόντισσα στήν ἡλικία, παρότι ἔπασχε ἀπό ἀσθένειες, οὐδέποτε ἀπουσίασε ἀπό τήν ἐκκλησία. Διατηροῦσαν μία συνήθεια οἱ νοικοκυρές νά ἀσπάζωνται τό χέρι τῶν γερόντων καί τῶν χηρῶν καί νά τούς βάζουν στό χέρι χρήματα. Κάποτε μ᾿ἐρώτησε, ἄν εἶναι καλό αὐτό πού κάνει δηλαδή, νά παίρνη χρήματα.
Μοῦ ἔλεγε: «Ποτέ δέν ἐξοδεύω αὐτά τά χρήματα γιά μένα, ἀλλά ἀγοράζω μέ αὐτά κεριά καί τά ἀνάβω μπροστά στήν Κυρία Θεοτόκο· καί στό σπίτι μου γιά κάθε φράγκο κάνω καί ἀπό δέκα μετάνοιες, γιά τήν ὑγεία πού μοῦ ἔδωσε.
Ἄλλη φορά ἤθελα νά μάθω τί ξέρει ἡ μητέρα μου ἀπό τήν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Μοῦ ἔλεγε τότε τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, τό Ὄνειρο τῆς Παναγίας, τήν Ἐπιστολή, τά ὁποῖα ἀπήγγειλλε ἀπό στήθους. Ἐπίσης ὁλόκληρα κείμενα ἀπό τό Ἱερό Εὐαγγέλιο καί τούς Ψαλμούς. Μοῦ ἔλεγε τόν 49ον Ψαλμό.  Ἐγνώριζε ἀπό στήθους πολλές προσευχές, τρο¬πάρια, στιχηρά τῶν ἑορτῶν, τά ὁποῖα ἐμάθαινε στήν ἐκκλησία. Ἐθαύμασα γιά ὅλα αὐτά διότι δέν μοῦ εἶχε δώσει κάποια αἴσθησι ὅτι τά ἐγνώριζε καί τά κρατοῦσε μέσα της μέ πολλή ἀφοσίωσι.
Πάντοτε στήν προσευχή. Πρίν νά βγοῦμε ἀπό τό σπίτι, τήν ἐβλέπαμε ἀμέσως καί ἐπήγαινε στά εἰκονίσματα. Ἔκανε τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ἔκανε μερικές μετάνοιες καί μετά ἄρχιζε τίς δουλειές της. Τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῆς Κυρίας Θεοτόκου τά ἔλεγε μέ πολλή ψυχική θερμότητα, μέ ἐμπιστοσύνη καί ἀκλόνητη ἐλπίδα στήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
Γιά τόν θάνατό της ἦτο προετοιμασμένη, πρίν ἀπό πολύ καιρό. Τό φόρεμά της γιά τόν τάφο της, τό σεντόνι γιά τό φέρετρό της καί ἕνα μάτσο κεριά τά εἶχε ἑτοιμάσει καί τά κρατοῦσε στό σεντοῦκι της.
Μερικές ἑβδομάδες πρίν ἀπό τόν θάνατό της, πηγαίνοντας νά τήν ἰδῶ ἀκόμη μιά φορά, τῆς ἔδωσα μία δεσμίδα κερί καθαρό, πού μοῦ τό χάρισε ὁ π. Μακάριος. Τῆς ἔδωσα μεγάλη χαρά γι᾿ αὐτά. Τά ἔβαλε στό σεντοῦκι της καί μ᾿ αὐτή τήν εὐκαιρία εἶδα τί εἶχε μέσα.
Ἐπέρασε στήν αἰωνιότητα στίς 4 Ἰουλίου 1967, μετά ἀπό κάποια ὀλιγόμηνη ἀσθένεια.
Ἀκόμη, πρίν ἀπό τήν νηστεία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων-τήν χρονιά αὐτή διαρκοῦσε μόνο τρεῖς ἡμέρες-ἐκάλεσε τήν ἀδελφή μου Γλυκερία: «Νά καλέσης τόν πάτερ Ἰονίκα νά μέ ἐξομολογήση καί νά μέ κοινωνήση».
Ἐνήστευσε τρεῖς ἡμέρες, ἐξωμολογήθηκε καί κοινώνησε. Τό Σάββατο 1η Ἰουλίου πλύθηκε, ἄλλαξε, κατά τήν συνήθειά της, χτενίσθηκε καί εἶπε στήν Γλυκερία:
-Πάρε τό σεντόνι καί σκέπασέ με, διότι νά,  βλέπεις, ἔρχονται στόν δρόμο τρεῖς γυναῖκες στά λευκά ντυμένες.
-Ποῦ εἶναι μαμά; Τήν ἐρώτησε ἡ Γλυκερία κυττάζοντας πρός τό παράθυρο χωρίς νά ἰδῆ κάποιον..
-Ἄφησε. Αὐτές ἔχουν δουλειά μέ μένα καί ὄχι μέ σένα...
Κάποια νύκτα ἀπό τίς τελευταῖες της εἶδε στό ὄνειρό της τόν Δημήτριο, τόν μικρότερο γυιό της πού πέθανε πρῶτος ἀπ᾿ ὅλους μας, ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου ἦτο πάντοτε ἀπαρηγόρητη...Ἦτο τό παιδί μέ λευκό ὑποκάμισο, μέ τό κεφάλι ἄσκεπο, μέσα σ᾿ ἕνα μεγάλο λιβάδι καί συνέλλεγε λουλούδια.
-Τί κάνεις ἐδῶ; Τόν ἐρώτησε ἐκείνη.
-Μαζεύω λουλούδια, τῆς ἀπήντησε ὁ γυιός της.
-Καί γιατί εἶσαι ἀσκέπαστος στό κεφάλι; Ἐγώ σοῦ φόρεσα καπελλάκι.
-'Εδῶ δέν ἔχουμε ἀνάγκη ἀπ᾿ αὐτά, τῆς ἀπήντησε χαρούμενος ὁ γυιός της....
Μετά τήν Θεία Κοινωνία τό πρόσωπό της ἀλλοιώθηκε. Δέν ἔφαγε πλέον πάλι τίποτε, ἀλλά ζητοῦσε μόνο κρῦο νερό γιά νά δροσίζεται, ἐπειδή καιγόταν στόν πυρεττό. Κατόπιν εἶχε μεγάλη εὐθυμία, τήν ὁποία οὐδέποτε εἶχε δείξει καί ἄρχισε νά ψάλλη ἀπό τά τροπάρια πού εἶχε μάθει στήν ἐκκλησία: «Χριστός ἀνέστη...», «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε...», «Ἡ Γέννησίς σου Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν...», τό τροπάριο τῆς Πεντηκοστῆς καί ἄλλα. Ἀκόμη  προσευχόταν ἀκατάπαυστα: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν μέ τήν ἁμαρτωλή. Μητέρα τοῦ Κυρίου μου, ἐλέησόν με τήν ἁμαρτωλή». «Κύριε μή τῷ θυμῷ σου ἐλέγξης με, μηδέ τῇ ὀργῇ σου παιδεύσῃς με», τόν 50ον Ψαλμό καί ἐπανελάμβανε πάντοτε: «Δέξου Κύριε αὐτούς πού ἔρχονται σέ Σένα καί μετά δέξου καί μένα...».
Τήν τελευταία ἡμέρα, μῆνα καί νύκτα πρός τήν ἡμέρα Τρίτη, δέν κοιμήθηκε καθόλου, ἀλλά προσευχόταν συνεχῶς ψιθυριστά. Κατόπιν εἶπε στήν Γλυκερία: «Νά μοῦ κάνης ὡραῖο μνημόσυνο μέ κόλυβα, μέ πρόσφορο, μέ λουλούδια καί....νά δώσης στόν πάτερ (Πετρώνιο) λευκή τήν λύσι τῶν ἁμαρτιῶν μου νά τήν ἔχη σάν ἐνθύμιο ἀπό τήν μάννα του...».
Τήν τρίτη τό πρωΐ, 4η Ἰουλίου, ὅταν ἤρχοντο οἱ πρῶτες ἀκτῖνες στό παράθυρο τοῦ δωματίου της, ἐζήτησε ἀπό τήν Γλυκερία τό κερί, ἄνοιξε τά μάτια της καί ἐψιθύρισε: «Συγχώρεσέ με...!», κατόπιν ἐστράφη πρός τό ἄλλο μέρος καί ἐκοιμήθη ὁριστικά...Ἡ ψυχή της ἐπέταξε ἀπό τό χωμάτινο σκεῦος τοῦ σώματός της, πού τόσο πολύ βασανίσθηκε καί ταλαιπω-ρήθηκε. Τό πρόσωπό της ἦτο εἰρηνικό καί ἕνα χαμόγελο κρεμόταν ἀπό τά χείλη της...
Ἔζησε περίπου 87 χρόνια, ἀπό τά ὁποῖα 39 μέ τόν ἄνδρα της καί τά ὑπόλοιπα 25 σάν χήρα. Γεννήθηκε στίς 8 Σεπτεμβρίου 1880, παντρεύθηκε τόν Ἰανουάριο τοῦ 1903, ἀπέθανε στίς 4 Ἰουλίου 1967.
Ὁ πατέρας μου γεννήθηκε τό 1873 καί ἀπέθανε τήν 1ην Αὐγούστου
1942.


A! Μέρος: 2881 - H μητέρα μου

Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

2881 - H μητέρα μου

  • Γέροντος ἱερομ. Πετρωνίου Τανάσε (†2011) 
    Δικαίου Ρουμανικῆς Σκήτης
    Τιμίου Προδρόμου
    Ἁγίου Ὄρους
      .......Σ᾿ ὅλη τήν ζωή της ζοῦσε μιά βαθειά πνευματική ζωή. Στίς ἑορτές συμμετεῖχε μέ πολλή εὐλάβεια, ἀκόμη καί στίς μικρότερες. Βέβαια δέν γνώριζε ἀπό βιβλία, εἶχε διάκρισι καί διαίσθησι, δέν ἐγνώριζε ἀπό ἑορταστικούς κύκλους καί ὅμως συμμετεῖχε σ᾿ ὅλες τίς ἑορτές, στίς νηστεῖες καί στά ἐτήσια μνημόσυνα τῆς Ἐκκλησίας μας ἀλανθάστως.
      .......Ἡ ἐλεημοσύνη της ἦτο ἡ βασική της φροντίδα σχεδόν σέ καθημερινή βάσι. Τούς ξένους τούς καλοῦσε ἀπό τόν δρόμο, τούς φιλοξενοῦσε σπίτι μας καί τούς ἀνέπαυε. Ποτέ δέν ἀνεχώρησε ἔστω καί ἕνας πτωχός ἀπό τό σπίτι μας μέ ἀδειανά τά χέρια.
      .......Ὁ πατέρας μου τήν ὠνείδιζε ἐνίοτε, διότι εἶχε σέ μεγάλο βαθμό ἀνοικτά τά χέρια της.
      .......Στά μνημόσυνα τῶν νεκρῶν συμμετεῖχε μέ πολλή εὐλάβεια. Κάθε Σάββατον πρωΐ ἔδινε ξεχωριστή ἐλεημοσύνη γιά τούς κοιμηθέντες: Μία λεκάνη γάλα ἤ φαγητό καί νερό πού μετέφερε ἡ ἴδια γιά τούς γείτονες. Κατόπιν ἀσχολεῖτο μέ τήν καθαριότητα τῶν ρούχων γιά τήν ἑπομένη ἡμέρα καί στήν συνέχεια ἐμαγείρευε τό φαγητό γιά τό τραπέζι τῆς Κυριακῆς, μετά τήν Θεία Λειτουργία, διότι τήν Κυριακή οὐδέποτε ἐμαγείρευε.
      .......Ὅταν κτυποῦσε ἡ καμπάνα τοῦ ἑσπερινοῦ, ὅλες οἱ δουλειές γιά τήν αὐριανή ἡμέρα εἶχαν τελειώσει καί ἔτσι ἄρχισε τήν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς. Τό πρωΐ τῆς Κυριακῆς ἐφορούσαμε ὅλοι τά καθαρά μας ροῦχα καί ἐσώρουχα καί ἐπηγαίναμε στήν ἐκκλησία.
      .......Ὁ πατέρας μας σηκωνόταν πολύ πρωΐ, ἀφοῦ ἔκανε τήν προσευχή του, μετά ἐδιάβαζε τούς Χαιρετισμούς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπό τό Ὠρολόγιο καί κατόπιν ἐδιάβαζε περικοπές ἀπό τήν Καινή Διαθήκη. Ὅταν ἀναχωρούσαμε γιά τήν ἐκκλησία, πρῶτα ἐζητούσαμε συγγνώμη οἱ μέν ἀπό τούς δέ: «Συγχωρέστε», καί «ὁ Θεός νά σέ συγχωρέση!» Αὐτό συνέβαινε ὄχι μόνο μεταξύ μας, μέ τούς ἀνθρώπους τοῦ σπιτιοῦ μας, ἀλλά καί μέ τούς γείτονες.
      .......Τίς νηστεῖες-τίς τρεῖς ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος Δευτέρα, Τετάρτη καί Παρασκευή, καθώς καί τίς μεγάλες νηστεῖες τίς κρατοῦσε μέ πολλή εὐλάβεια καί ἀκρίβεια, καθώς καί τά μικρά παιδιά, ἔστω καί νά ἦσαν ἄρρωστα. Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή ἦτο ἕνα γεγονός σημαντικό στήν χριστιανική ζωή ὅλων μας. Εἴχαμε σκεύη διατηρημένα μόνο γι᾿ αὐτόν τόν καιρό: ὅπως λεκάνες, πιάτα καί κουτάλια. Τό Πάσχα καί τά Χριστούγεννα ἡ γιορτές στά χωριά μας διαρκοῦσαν πολλές ἡμέρες.
      .......Ἡ μητέρα μου ἦτο μία ἀνεπανάληπτη νοικοκυρά. Αὐτή ἔραβε, ὕφαινε στόν ἀργαλειό, ἔπλεκε. Μᾶς ἔκανε ἡ ἴδια ὅλα τά ἐνδύματά μας: Ὑποκάμισα, παλτά, γελέκια, ζακέτες, καθώς καί βελέντζες καί ἄλλα σκεπάσματα γιά τά κρεββάτια μας. Ἐμεγάλωσε ὀκτώ παιδιά, ἕξι κορίτσια καί δύο ἀγόρια καί μᾶς ἀνέθρεψε ὅλα μέ τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, μέ σεβασμό ἀπέναντι στούς ἀνθρώπους καί μέ τιμή. Δέν λυπόταν νά μᾶς δέρνη κιόλας, ὅταν χαλούσαμε τήν τάξι τοῦ «κοινοβίου» της.
      .......Εὐλάβεια, πίστις, ἐκπλήρωσις τῶν χριστιανικῶν μας παραδοσιακῶν καθηκόντων μᾶς εἶχαν γίνει φυσική  συνήθεια. Ἐπήγαζαν μέσα ἀπό τήν ὕπαρξί της. Ὁμοίως ἡ ἀγάπη της γιά τόν Θεό, ἡ καλωσύνη, ἡ μετριοφροσύνη της...
      .......Κάποτε, ὅταν εὑρέθηκα στό καταφύγιο τῆς πόλεως Μπροστένι, ἐπῆγα μία ἐπίσκεψι καί νά μείνω τό Ἅγιο Πάσχα στό σπίτι μας, καί θυμήθηκα τίς χριστιανικές μας συνήθειες τίς ὁποῖες δέν εἶδα πάλι ἀπό τήν παιδική μου ἡλικία. Ἠμπόρεσα νά συνομιλήσω μαζί της καί κατάλαβα τότε πόσο βαθειά ἦτο ἡ χριστιανική της ζωή.
      .......Τήν Μεγάλη Πέμπτη ἀναχώρησε τό πρωΐ ἀπό τό σπίτι, καί ὅταν ἐπέστρεψε καί τήν ἐρώτησα, ἔμαθα μέ μεγάλη μου ἔκπληξι ὅτι εἶχε πάει σέ μιά ἀσθενῆ γειτόνισσα νά τῆς κάνη ἕνα δῶρο, νά τῆς πλύνη τά πόδια εἰς ἀνάμνησιν τῆς ταπεινώσεως τοῦ Ἰησοῦ μας πρό τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου. «Ὁ Κύριος νά πλύνη τά πόδια τῶν Μαθητῶν Του κι ἐγώ νά μή κάνω τίποτε γι᾿ Αὐτόν; Μοῦ ἀπήντησε. Ἔκαμα κι ἐγώ κάτι παρόμοιο. Ἔπλυνα τά πόδια τῆς Μαρίας τοῦ Γαβριήλ, ἡ ὁποία εἶναι ἄρρωστη στό κρεββάτι καί τῆς ἐφόρεσα ἕνα ζευγάρι κάλτσες ἀπό τίς δικές μας καινούργιες».
      Τήν Μεγάλη Παρασκευή ἦτο ὅλη τήν ἡμέρα μέ τά μάτια της δακρυσμένα. «ὅταν σκέπτωμαι, μοῦ ἔλεγε, πόσα ὑπέφερε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός γιά ἐμᾶς, μοῦ ἔρχεται νά κλαίω καί νά στενάζω ἀπό πόνο».
      .......Τό Μέγα Σάββατο, ὅταν ἐμεῖς ἐθαυμάζαμε τά τσουρέκια καί τά κουλούρια πού μᾶς παρεσκεύαζε γιά τό Πάσχα, αὐτή μᾶς  ἔλεγε: «Τά ἔκαμα τόσο ὡραῖα ὄχι γιά νά τά εὐχαριστηθῆτε τρώγοντάς τα, διότι δέν μοῦ ἔρχεται οὔτε νά ἀγγίξω, ἀλλά τά ἔκανα ἔτσι πρῶτα γιά τήν δόξα τοῦ Κυρίου μας, πού αὔριο ἀνασταίνεται».
    Μετάφρασις – Ἐπιμέλεια
    Ὑπό Ἀδελφῶν Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου
    Ἁγίου Ὅρους Ἄθω 2002


Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

2854 - Ρουμάνοι Αγιορείτες Μοναχοί. Μοναχός Λεόντιος Προδρομίτης



.......Ἡ Ρουμανική Σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου κτίσθηκε τό 1853 στήν περιοχής τῆς Βίγλας, πού ἀπέχει ἀπό τήν κυρίαρχη Μονή τῆς Μεγίστης Λαύρας μία ὥρα. Στίς ἀρχές τοῦ 20ου αἰῶνος ἡ Σκήτη μας παρουσίασε μεγάλη πνευματική ἀνάπτυξι. Ἀνέδειξε σπουδαίους μοναχούς πού διέπρεψαν στήν ἀρετή, στήν ἄσκησι, στήν καλλιγραφία, στήν βιβλιοδεσία, στήν ζωγραφική καί στήν ψαλτική τέχνη. Εἶναι γνωστός σ᾿ ὅλο τό Ἅγιον Ὄρος ὁ ρουμᾶνος  πρωτοψάλτης μοναχός Νεκτάριος Βλάχος. 
......Στήν βιβλιοθήκη τῆς Σκήτης ὑπάρχει ἕνα εἰκοσάτομο ἔργο τοῦ μοναχοῦ Εἰρηνάρχου. Κάθε τόμος, καλαίσθητος καί χειρόγραφος μέ ἄφθονες μινιατοῦρες, σχέδια καί σκηνές ἀπό τό Ἅγιον ὄρος, περιγράφει ὅλα τά ἱστορικά καί λοιπά στοιχεῖα γιά κάθε ἁγιορείτικη Μονή. Τό ἔργο αὐτό εἶναι πολυτιμώτατο, διότι ἠμποροῦμε νά μάθουμε τήν ἱστορία καί τήν τότε κατάστασι ἑκάστης Μονῆς ἀπό τά τέλη τοῦ 19ου αἰῶνος καί ἑξῆς. 
.......Στόν τόμο γιά τήν Ρουμανική Σκήτη εὑρήκαμε τά ἑξῆς συναξάρια γιά ρουμάνους ἁγιορείτες πατέρες, τά ὁποῖα καταχωροῦμε ἐδῶ: 
.......Μοναχός Λεόντιος Προδρομίτης 
.......Ὁ ὅσιος Γέροντας Λεόντιος Θεοδωρέσκου, ἱερεύς καί μεγαλόσχημος μοναχός, καταγόταν ἀπό τήν κοινότητα Νεγκρέστ τοῦ νομοῦ Νεάμτς. Οἱ γονεῖς του ὠνομάζοντο Θεόδωρος, ἐνῶ ἡ μητέρα του ἔγινε μοναχή μέ τό ὄνομα Γλυκερία. Τό ἔτος 1838 ἐπῆγε νά μονάση στό μοναστήρι Χωραΐτσα τῆς Μολδαβίας. 
.......Τότε ἡγούμενος ἦτο ὁ ὀνομαστός π. Εἰρήναρχος Ροσέτς. Ἐκάρη μοναχός μέ τό ὄνομα Εἰρήναρχος καί χειροτονήθηκε ἱερεύς. Τό 1852 ἀνεχώρησε γιά τό Ἅγιον Ὄρος καί ἐγκαταστάθηκε στήν τότε ἱδρυθεῖσα Σκήτη τοῦ Τ. Προδρόμου. Ἐκεῖ ἐκάρη μεγαλόσχημος μοναχός μέ τό ὄνομα Λεόντιος. Ἡγούμενος τότε ἦτο ὁ κτίτωρ τῆς Σκήτης ἱερομόναχος π. Νήφων. Προεῖδε τόν θάνατό του, ὅτι θά φύγη πρίν ἀπό τό Πάσχα τοῦ 1901 καί ἔλαβε τήν πληροφορία ὅτι θά εἰσέλθη στήν αἰώνια ζωή. 
.......Ἐκοιμήθη σέ ἡλικία 85 ἐτῶν ἀπό τά ὁποῖα τά 49 ἔζησε στό Ἅγιον Ὄρος. Ἐπί 9 χρόνια ὑπηρέτησε ὡς ἐφημέριος στόν ναό τῆς Θεοτόκου στήν Γεθσημανῆ τῆς Παλαιστίνης (1882-1891). 
.......Ὡς πρός τόν χαρακτῆρα του ἦτο πολύ πρᾶος, εὐπρόσιτος, εὐλαβής καί ἁπλοῦς. 
.......Οὐδέποτε ἐθύμωνε ὅ,τι καί νά τοῦ ἔκανε κάποιος. Δέν σκανδαλιζόταν γιά ὅ,τι ἄσχημο ἔβλεπε ἤ ἄκουε. Ἔκοβε τό θέλημά του πρός ὅλους, βοηθῶντας ὅλους στά διακονήματά τους. Εἶχε βαθειά εἰρήνη καί ἀπέφευγε τούς πειρασμούς. Ἦτο ὁ πιό ἐνάρετος καί ἁγιασμένος μοναχός καί πάντοτε εὔθυμος. 
.......Μία φορά τόν ἐρώτησα: «Τίμιε πάτερ, πῶς συμβαίνει νά μή σκανδαλίζεσαι ποτέ γιά ὅ,τι κακό βλέπεις καί ἀκοῦς; Ἀλλά δυστυχῶς δέν μοῦ ἀπήντησε καί αὐτό πολύ μέ λύπησε. 
.......Ἦτο ἀγαπητός, ὄχι μόνο στούς μοναχούς, ἀλλά καί στούς ἐπισκόπους πρός τούς ὁποίους ἔτρεφε πολύ σεβασμό καί εὐλάβεια.
.......Ἐνῶ ἦτο 78 ἐτῶν (δηλαδή τό 1894) τό πρόσωπό του ἦτο ροδοκόκκινο σάν τριαντάφυλλο καί λευκό σάν τό λινό ὕφασμα. Εἶχε δυνατή καί μελωδική φωνή καί ἔψαλλε ὡραῖα στήν ἐκκλησία. Τήν νύκτα πρῶτος κατέβαινε στήν Ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου καί ἔφευγε τελευταῖος. Ὁ ἴδιος κάθε νύκτα θά περνοῦσε νά κτυπήση τίς πόρτες τῶν κελλιῶν τῶν μοναχῶν γιά νά κατέβουν στήν Ἀκολουθία.
.......Κάθε βράδυ φορῶντας τό ἐπιτραχήλιό του καί μ᾿ ἕνα ἀναμμένο κερί ἐπήγαινε στό Κοιμητήριο ῆς Σκήτης καί ἐδιάβαζε ἐπιμνημόσυνο δέησι γιά τούς κοιμηθέντας ἀδελφούς. Μοῦ διηγήθηκαν ἄλλοι πατέρες ὅτι ὁ παπᾶ Λεόντιος ἐδιάβασε μεγαλόσχημους πολλούς ἡλικιωμένους πατέρες, οἱ ὁποῖοι μετά τήν κουρά τους, ἀναχωροῦσαν γιά τίς αἰώνιες μονές.
.......Ἀγάπησε τήν σιωπή, ἀλλά μέ διάκρισι, διότι μία σοφή παροιμία λέγει: «Ἄλλοι ὁμιλοῦν ὅλη τήν ἡμέρα καί δέν σφάλλουν, ἐνῶ ἄλλοι ὁμιλοῦν καί ἁμαρτάνουν». Ἀπ᾿ αὐτά τά λόγια καταλαβαίνουμε ὅτι δέν ἔχουν ἀξία τά λόγια ἤ ἡ σιωπή καθ᾿ ἑαυτά, ἀλλά ἡ καρδία καί ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου κατά πόσον ἐργάζονται τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ ἤ κυριεύονται ἀπό τά πάθη.

Τρίτη 12 Μαρτίου 2013

2818 - Η Λαυριωτική Ιερά Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου



Η Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, επονομαζόμενη και Ρουμανική, βρίσκεται σε άγονη, βραχώδη τοποθεσία, στο ανατολικότερο άκρο της χερσονήσου του Άθω και σε υψόμετρο 250 μέτρων. Ανήκει στην Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας, από την οποία απέχει περίπου μία ώρα.
.......Ήδη από τον 15ο αιώνα ήταν ονομαστό κελλί και έφερε το όνομα «Γιαννακόπουλον». Μέχρι το 1754 δέχθηκε αλλεπάλληλες μετατροπές. Το 1772 το κελλί ανήκε σε Χίους ησυχαστές. Είχε εγκατασταθεί εδώ ο Χίος ιερομόναχος Ιωσήφ με τη συνοδεία του και κατέβαλε προσπάθειες να δώσει σ' αυτό τη μορφή μικρής μονής. Το κελλί γίνεται πόλος έλξης πολλών μοναχών και καθίσταται κέντρων των Χίων ησυχαστών.
.......Ο πρώτος Βλάχος που έρχεται να μονάσει στο κελλί είναι ο ιερομόναχος πνευματικός Ιουστίνος, ο οποίος βάζει στόχο να αυξήσει το κελλί και με θείο ζήλο προσπαθεί να το μεταρρυθμίσει σε σκήτη, που ν' ανήκει στην Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας. Για τον λόγο αυτό κατέβαλε αμέτρητους κόπους και υπερβολικά έξοδα.
.......Μετά τον θάνατό του, οι επόμενοι μοναχοί του «Γιαννακόπουλου», αγνοούντες τις προσπάθειές του, δέχτηκαν το σπίτι σαν κελλί και έτσι συνέχισε να είναι μέχρι το 1817, όταν ο Μητροπολίτης Μολδαβίας Βενιαμίν, αποστέλλει επιστολή στη Μεγίστη Μονή της Λαύρας και κατορθώνει, τον Ιούνιο του 1820, ν' αποσπάσει Συμβόλαιο αυτής, αποτελούμενο από 13 άρθρα, προς τους Μολδαβούς Γερω-Πατάπιον και Γρηγόριον, το οποίο αναφέρεται στη μετατροπή του κελλιού σε Σκήτη Μολδαβική «…Μετά την αποβίωσιν του μακαρίτου Ιουστίνου εδέχθησαν το οσπήτιον εκείνο οι διάδοχοί του ως κελλίον πάλιν με μοναστηριακήν ομολογίαν κατά την συνήθειαν του Αγίου Όρους. Αλλ' ο πανιερώτατος και σεβασμιώτατος ημών Δεσπότης άγιος Μολδαβίας κυρ Βενιαμίν, γινώσκων τον σκοπόν του Ιουστίνου και φιλοτιμούμενος ν' αποκατασταθή το κελίον εκείνο κοινοβιακή Σκήτη Μολδοβάνων προς ανάπαυσιν των εις τα ενταύθα χάριν ησυχίας και μοναδικής πολιτείας επιδημούντων αδελφών Μολδοβάνων, έγραψεν άπαξ και δις τη καθ' ημάς ιερά Αδελφότητι, αξιών να συγκατανεύση εις την θεοφιλή ταύτην αίτησιν της σεβασμιότητός του και να συστηθή το κελλίον του Τιμίου Προδρόμου κοινοβιακή σκήτη του ευσεβούς γένους των Μολδοβάνων. Όθεν περιχαρώς δεξάμενοι την ένθεον προτροπήν της αυτού σεβασμιότητος δεδώκαμεν τοις εις τα ενταύθα Μολδοβάνοις την περί Σκήτης άδειαν και ανάκτισιν κελλίων. Πλην λείποντος εις Μολδαβίαν του οσιωτάτου Γέρω-Ποταπίου, ος ην διάδοχος του μακαρίτου Ιουστίνου, δεν επεκυρώθη τότε η άδεια μ' ενσφράγιστον γράμμα του ιερού ημών Μοναστηρίου προς ησυχίαν και ανάπαυσιν των εκείσε προσκαρτερούντων αδελφών. Ήδη δε, ελθόντος του ειρημένου Γέρω-Ποταπίου και ενώπιον της ιεράς ημών Συνάξεως παραστάντος μετά του συναδέλφου αυτού Γρηγορίου Μοναχού, εζήτησαν αμφότεροι μεθ' ικεσίας έγγραφον επικύρωσιν, κατά την γνώμην του σεβασμιωτάτου αγίου Μολδαβίας και Γέροντος ημών περί της συστάσεως της ιεράς ταύτης Σκήτεως, ήτις με ψιλόν όνομα μέχρι σήμερον υπάρχει. Και δη αποδεξάμενοι την ένθερμον αίτησιν αυτών καθώς και πρότερον, βεβαιούμεν την σύστασιν της κοινοβιακής ταύτης ιεράς Σκήτεως των Μολδοβάνων δια του παρόντος ημών ενσφραγίστου γράμματος διηρημένου εν τοις εφεξής κεφαλαίοις…». 
.......Το σημαντικότερο άρθρο του Εσωτερικού Κανονισμού είναι το 8ο «επειδή έξωθεν της περιοχής της Σκήτης ευρίσκονται καλύβαι εν αις κατοικούσι Μολδοβάνοι και Ρωμαίοι, οίτινες δυσαρεστούμενοι, δεν υποτάσσονταν στη Σκήτη, αυτοί να είναι εξαρτημένοι της Λαύρας» 
.......Όμως ο επόμενος χρόνος (1821) και τα δραματικά γεγονότα που ακολούθησαν, ως το 1830, γίνονται αιτία να ναυαγήσουν όλα τα σχέδια. Λόγω των ανωμάλων καταστάσεων που προέκυψαν από την έκρηξη της Ελληνικής Επαναστάσεως, οι δύο ανωτέρω μοναχοί Ποτάπιος και Γρηγόριος, φέροντες μαζί τους το σημαντικό έγγραφο του Εσωτερικού Κανονισμού, μετέβησαν στη Μολδαβία, στο Μοναστήρι Νεαμτζουλούη, όπου και απεβίωσαν. Εν τω μεταξύ η Κυρίαρχος Μονή παραχωρούσε το σπίτι σε διαφόρους Μοναχούς σαν κελλί.
.......Και φθάνουμε στα 1852, όταν δύο Μολδαβοί, ο Νήφων και ο Νεκτάριος, αγοράζουν από την Κυρίαρχο Μονή το κελλί με το ποσό των 7000 γροσίων. Σύντομα, χάριν ελέους, επισκέπτονται την Μολδαβία, όπου πληροφορούνται ότι το έγγραφο του 1820 βρίσκεται στη Μονή Νεαμτζούλούη. Αφού το πήραν το έδειξαν στον τότε ηγεμόνα Γρηγόριο Γκίκα και του εξήγησαν τα της υποθέσεως.
.......Την 19η Απριλίου 1852, ο Μητροπολίτης Μολδαβίας Σωφρόνιος, σαν εκπρόσωπος του Ηγεμόνα και των δύο μοναχών, απέστειλε επιστολή στη Μεγίστη Λαύρα με την οποία ζητούσε «όπως παραδεχθή την περί εκ νέου συστάσεως της Σκήτης ταύτης γενομένην δι' εμού πρότασιν των ευσεβών Μολδαβών, επικυρούσα και αύθις τα δικαιώματά της δυνάμει του προμνημονευθέντος ενσφραγίστου εγγράφου της, όπερ διατηρείται εισέτι ανέπαφον παρ' ημίν ενταύθα». 
.......Η Μονή Μεγίστης Λαύρας, αφού κάλεσε τους Νήφωνα και Νεκτάριο, συνέταξε στις 24 Σεπτεμβρίου 1852 έγγραφο, αποτελούμενο από 4 άρθρα, με το οποίο ονόμαζε το κελλί Μολδαβική Σκήτη «…και κατεχωρίσθη εν τω της Ιεράς Κοινότητος κώδικι». Το γεγονός αυτό ανήγγειλαν οι πατέρες στον ηγεμόνα Γκίκα ο οποίος διέταξε να χορηγούνται ετησίως 300 φλωρία.
.......Σε νέα τους μετάβαση στη Μολδαβία (5 Σεπτεμβρίου 1855), οι Νήφων και Νεκτάριος, πέτυχαν την έκδοση από τον ηγεμόνα του υπ' αριθμ. 7.134 της 14ης Δεκεμβρίου 1855 χρυσοβούλλου, με το οποίο η Σκήτη ωνομαζόταν ρωμουνική. Στη συνέχεια ο Γκίκας έγραψε στον Οικουμενικό Πατριάρχη ζητώντας την έκδοση σιγιλλίου, το οποίο εξεδόθη τον Ιούνιο του 1856, επί Κυρίλλου Ζ΄.
.......Την 15η Μαρτίου 1857 θεμελιώνεται το Κυριακό από τον Δικαίο της Σκήτης Νήφωνα, ο οποίος απέστειλε δύο αδελφούς στον ηγεμόνα και στον Μητροπολίτη Βλαχίας, να αναγγείλουν την έναρξη της ρωμουνικής Σκήτης. Αυτοί, μετά την άφιξή τους, τον Απρίλιο του 1857, έκαναν έκκληση προς όλο του ρουμανικό έθνος, ζητώντας συνδρομή για τη ρουμανική Σκήτη του Άθω. Τότε ο ηγεμόνας Αλέξανδρος Δημητρίου Γκίκας προσέφερε 500 φλωρία και μέσα σε δύο χρόνια συγκεντρώθηκαν 4.226 φλωρία και πολλά αφιερώματα.
.......Με την πάροδο του χρόνου συγκεντρώθηκαν και άλλοι Μοναχοί ρωμούνοι, οι οποίοι υπερτερήσαντες των Μολδαβών, άρχισαν να εγείρουν αξιώσεις και ν' απαιτούν από τον Δικαίο και κτίτορα της Σκήτης Νήφωνα, να εξαλειφθεί το Μολδαβικό όνομα αυτής και να μεταβληθεί σε Ρωμουνικό Κοινόβιο. Επειδή ο Νήφων δεν δέχτηκε αυτή την πρόταση, διαιρέθηκαν οι μοναχοί της Σκήτης σε δύο ομάδες, Βλάχους και Μολδαβούς. Τότε ο Νήφων αφήνει τοποτηρητή τον Πνευματικό Καλλίνικο και μαζί με τον Νεκτάριο αναχωρεί για το Ιάσιο, όπου παρέμεινε τρία χρόνια εισπράττοντας ελέη για τη Σκήτη. Κάθε φορά που οι πατέρες έγραφαν σ' εκεινον, σαν Δικαίο, να επιστρέψει, αυτός έστελνε την παραίτησή του. Τελικά το 1870, μετά την αποστολή και της τρίτης παραιτήσεως, αναγκάζονται οι πατέρες και με προτροπή του Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας, να εκλέξουν Δικαίο τον αρχηγό των Βλάχων Δαμιανό.
.......Ο Δαμιανός έχοντας την υποστήριξη του Ρουμάνου ηγεμόνα Καρόλου Α΄, μετατρέπει αυθαίρετα τη Σκήτη σε μονή (1881), και όταν επιστρέφει ο Νήφων με 35 Μολδαβούς, ο Δαμιανός του αποκλείει την είσοδο. Μετά την ανακήρυξη του Καρόλου σε βασιλιά, ο φυλετισμός στη Σκήτη και οι αυτονομιστικές ενέργειες βρίσκονται σε έξαρση. Αυτός είναι ο λόγος που η Κυρίαρχος Μονή ζητά την επέμβαση του Πατριαρχείου και την εκδίκαση της υπόθεσης απ' αυτό. Έτσι συνοδικό έγγραφο, υπογραμμένο κι από τον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ (Ιούλιος 1881), επικυρώνει τα κυριαρχικά δικαιώματα της Μεγίστης Λαύρας επί της Σκήτης και αναγνωρίζει τα πρωτεία των Μολδαβών – ιδρυτών της Σκήτης. Τέλος το 1882 υπογράφεται συμφωνία μεταξύ της Λαύρας επί της Σκήτης όπου τονίζεται ο εξαρτηματικός χαρακτήρας της δεύτερης και καταργείται η διάκριση μεταξύ Μολδαβών και Βλάχων. Η Σκήτη ορίζεται ως «Βλαχομολδαβική» και λίγο μετά, ως «Ρουμανική». 
.......Στις αρχές του 20ου αιώνα η Σκήτη θα βρίσκεται σε ακμή και θα αριθμεί 105 μοναχούς (30 Τρανσυλβανούς, 50 Ρουμάνους, 25 Μολδαβούς). Θα οργανώσει μεγάλα έργα, όπως: τη διώρυξη σήραγγας στον αρσανά της, στον Ακράθω. Τη δημιουργία μουσείου, εικονογραφείου, καθώς και άλλων εργαστηρίων.
.......Σήμερα εγκαταβιούν 25 μοναχοί Ρουμανικής καταγωγής.
.......Το Κυριακό της Σκήτης Τιμίου Προδρόμου βρίσκεται στο μέσον της αυλής και θεμελιώθηκε το 1857. Έχει μήκος 30 και ύψος 18 μέτρα. Είναι αφιερωμένο στη βάπτιση του Χριστού.
.......Είναι αγιορείτικου ρυθμού εξ ολοκλήρου αγιογραφημένο από Ρουμάνους ζωγράφους το 1863, με τρεις τρούλους και εξωνάρθηκα. Φυλάσσονται τα Άγια λείψανα διαφόρων αγίων και εικόνες μεταξύ των οποίων η Παναγία η Αχειροποίητος.
.......Για την Αχειροποίητο Εικόνα της Θεοτόκου ο Γερ. Σμυρνάκης (σελ. 423) αναφέρει: Εν τω Κυριακώ εύρηται ανηρτημένη επί του κατ' ανατολάς αριστερού κίονος αχειροποίητος εικών της Θεομήτορος μόνον κατά την μορφήν, ην ο εν Ιασίω ζωγράφος Γιωργάκης Νικολάου ονόματι πολλά μοχθήσας και μη δυνηθείς να ιστορήση κατά την θέλησιν του τότε Δικαίου της σκήτης Νήφωνος Ιερομονάχου (1857-1870) και κατά την ιδίαν αυτού τέχνην παρήτησεν ανεπιμέλητον εν ερμαρίω, ίνα παραλάβη αυτήν ο ειρημένος Δικαίος. Ημέραν τινά όμως, ως αφηγήθη ημίν ο μέχρι του Δεκεμβρίου 1899 ζων Ιερομόναχος Νήφων, λαβών αυτήν ο ρηθείς ζωγράφος εκ του ερμαρίου προς δυνατήν αποπεράτωσιν εύρε λαμπράν και ωραίαν την μορφήν, ως σήμερον δείκνυται. Τότε δε ούτος εξέδωκε τη 29η Ιουνίου 1863 εν Ιασίω πιστοποιητικόν, δι΄ου δηλοποιεί: «Αφού κατά την τέχνην μου επέρασα το πρώτον και δεύτερον χέρι επί των ενδυμάτων και του προσώπου της εικόνος , κατά το τρίτον χέρι είδον την Παναγίαν και τον Χριστόν ηλλοιωμένους την μορφήν. Διό εξοργισθείς ενόμισα ότι επιλαθόμενος της τέχνης μου δεν ηδυνάμην να τελειοποιήσω την εικόνα. Και επειδή ήτο εσπέρα, κατεκλίθην, ίνα την επαύριον μετά ζέσεως επαναλάβω την εργασίαν. Την δε πρωίαν ποιήσας τρεις μετανοίας προς έναρξιν της εργασίας, ω του θαύματος! Εύρον τα πρόσωπα της Θεομήτορος και του Χριστού υπερφυώς συντετελεσμένα. 
.......Ο εξωνάρθηκας περικλύεται με περίτεχνο τζαμωτό. Σε χώρο πάνω από τον εξωνάρθηκα, στεγάζεται το σκευοφυλάκιο της Σκήτης με αρκετά μεγάλο αριθμό κειμηλίων.
.......Οι πτέρυγες της Σκήτης Τιμίου Προδρόμου, σχηματίζουν ορθογώνιο. Στη διώροφη δυτική πτέρυγα βρίσκεται η είσοδος της Σκήτης με το καμπαναριό ύψους 25 μέτρων, παρεκκλήσι, καθώς και το αρχονταρίκι, η τράπεζα το μαγειρείο.
.......Στη μονόροφη ανατολική πλευρά σε αυτοτελές κτίσμα, η βιβλιοθήκη ,ο φούρνος, και το ξυλουργείο.
.......Η βιβλιοθήκη αριθμεί 5000 έντυπα βιβλία, τα περισσότερα του 19ου αιώνα και γραμμένα στην Ρουμανική γλώσσα. Διαθέτει και 130 χειρόγραφα.
.......Στη Νότια πτέρυγα κτισμένη το 1882 είναι τα κελλιά των μοναχών, το Συνοδικό, το γραφείο του Δικαίου και το Νοσοκομείο. Στην εξωτερική πλευρά βρίσκεται ο ναός του Τιμίου Προδρόμου από το αρχικό Κελλί και πρώτο Κυριακό της Σκήτης. Στη Βόρεια πτέρυγα βρίσκονται κελλιά για μοναχούς και ένα παρεκκλήσιο.
.......Στη Σκήτη, πλην του Τιμίου Ξύλου υπάρχουν και τα εξής λείψανα: του Τιμίου Προδρόμου, του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του Αγίου Χαραλάμπους, του Αγίου Κλήμεντος, των Αγίων Μαρτύρων Μηνά και Βίκτωρος, αίμα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Σημητρίου, Τμήμα λίθου του Παναγίο Τάφου κλπ.