Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2018

10788 - Σημειώματα περί τις τοιχογραφίες του Πρωτάτου

Φωκᾶς Ανδρέας
Δν ξέρω ν εναι ερύτερα γνωστ τι ο Βυζαντινο θεωροσαν τν ραση σν τν ψηλότερη τν πέντε ασθήσεων, κυρίως μετ τν εκονομαχία (ν μέρει σως λόγω ατς) κα τι ξέχουσα θέση στς πιστμες δίναν στ γεωμετρία κα στς τέχνες στ ζωγραφικ («Σοφίας τι χρμα ζωγράφου χείρ»). σως πίσης ν μν εναι τόσο γνωστ τι κύριο διακριτικ χαρακτηριστικ νς ντικειμένου π να λλο θεωροσαν τ χρμα κι χι τ σχμα (1)
       Ατ ξηγε πιθανς τος διαφορετικος προπλασμος πο μετεχειρίζοντο στ ζωγραφικ πόδοση τν ντικειμένων, ντ το νιαίου προπλασμο λλων
ντιλήψεων περ τν ζωγραφικήν, πο κυρίως πικράτησαν μ τν ταλικ ναγέννηση.
χρωματικ ντίληψη το κόσμου, κι χι σχηματική, μπορε ν ’χει κάποια βαθύτερη σημασία, πο νάγεται σ ασθήσεις ζως κα θανάτου, κα εναι ν μέρει κληρονομημένη στ Βυζάντιο π τν λληνορωμαϊκ ποχή, πως κληρονομημένη ν μέρει εναι κα δι τς κτάσεως κι ντάσεως τν ποικίλων χρωμάτων ριοθέτηση κα σύνθεση τς μορφς τν ντικειμένων. κενο μως πο μοιάζει ν εναι μοναδικ στ βυζαντιν ζωγραφικ εναι ναγωγ τν χρωμάτων κα σύνθεση τν μορφν σ’ να ρυθμ τελείως διάφορο. νάδειξη μέσα π’ ατν τν ρυθμ ζωγραφικν συνθέσεων σ πλήρη ναρμόνιση κα συνέχεια τν φηρημένων γεωμετρικν σχημάτων τς ρχιτεκτονικς του ναο δημιουργε μία ασθηση δυναμικς νότητας, πο εναι ν’ πορες κα ν θαυμάζεις γι τ εδος το πνεύματος πο δήγησε σ’ ατήν.
Μο φαίνεται λίγο στεο ν λέμε, πως κούγεται συχν σήμερα, τι Βυζαντιν τέχνη εναι πρωτόγονη παιδική, κτς κι ν ννοομε κάποια δεύτερη παιδικότητα, κάποιο δεύτερο πρωτογονισμό, ποος μως δν χει παρ ξωτερικ μόνο σχέση κα μοιότητα μ τν πρτο. λλωστε ατ δεύτερη παιδικότητα κα πρωτογονισμς εναι νομίζω τελικ πιδίωξη λης τς Τέχνης.
Μία, κόμα μεγαλύτερη, παρεξήγηση πο γίνεται σήμερα εναι ν λέμε τι Βυζαντιν Τέχνη εναι συμβολική, που τν συμβολισμ τν καταλαβαίνουμε μόνο σν μία συσσώρευση καθιερωμένων κα καθηγιασμένων σχημάτων, πο κρύβουν κάποιο λλο, συνήθως βαθύτερο, νόημα π κενο πο ντιλαμβάνονται ο ασθήσεις μας. Δν πάρχει νομίζω μφιβολία τι ν μέρει εναι τσι, πως λλωστε συμβαίνει στν κφραση κάθε θρησκείας. λλ’ λλοίμονο ν ταν μόνο τσι, γιατί συμβολισμς τς Βυζαντινς Τέχνης θ ταν τότε τελείως ννοιοκρατικς κα διακοσμητικός. Στν καλύτερη περίπτωση συναισθηματικός. Κλασσικ παράδειγμα τέτοιου συμβολισμο μο ρχεται πρόχειρα στ μυαλ κενος τς Τέχνης το σλμ κόμα, μ λλο τρόπο βέβαια, κενος τς «καθολικς» κκλησίας.
οσιαστικς νομίζω συμβολισμς τς ζωγραφικς τν Βυζαντινν κα εδικώτερα κείνης το Πανσέληνου, εναι δι το ρυθμο σωτερικ κίνηση το φωτός, πο κατ τρόπο μυστηριώδη βρίσκει συνείδητα ναλογίες σ κάποιες κινήσεις τς καρδις μας, τσι πού, χωρς ν μς ποκαλύπτεται, γίνεται ασθητ κα γι’ ατ πειστικ λήθεια τν εκονιζομένων. Ατ δ μο φαίνεται κατορθωτ ταν τ χρμα, ο γραμμές, τ σχήματα, δν βρίσκουν κάποια σορροπία μεταξύ τς προσλήψεως το φυσικο κόσμου στν ποο ζομε (κι π’ ατ τν ποψη Βυζαντιν Τέχνη εναι πολ ρεαλιστικ) κα τν ποικίλων συνειδήτων δυνάμεων πο δρον μέσα μας. σορροπία ατ εναι βέβαια πίτευγμα κάθε μεγάλης Τέχνης. λλ εδικ στ Βυζάντιο κα εδικώτερα στ Πανσέληνο τ πίτευγμα εναι σ βαθμ ξαιρετικ ψηλό, τόσο στε κόμη κα σήμερα ν μ δυσκολεύεται ν πε κανες τι ζωγραφικ ατ εναι κατ κάποιο τρόπο χειροποίητη. Κα πέραν το βαθμο, ο σωτερικς δυνάμεις τς ψυχς το καλλιτέχνη εναι τέτοιας ποιότητος, πο μοιάζουν ν χι ν κυρώνουν, ν κάνουν τουλάχιστον λλα πιτεύγματα στν Τέχνη ν φαίνονται κίβδηλα. λλ γι’ ατς τς δυνάμεις δν εμαι καθόλου ρμόδιος ν μιλήσω. ρμόδιοι μο φαίνεται πρέπει ν ’ναι ο θεολόγοι, θεολόγοι μως πο ν ’ναι κα λίγο εαίσθητοι στ σπινθηρίσματα τς ραιότητας το προσώπου Του.
ς μο συγχωρεθε δ λυρικ ατ κφραση, μι κα μπορε ν’ φήσει ν ννοηθε τι μιλάω γι κάποια δεαλιστικ ραιότητα,. λλ’ οσιαστικ μιλάω γι μίαν λλη, πο προέρχεται π μίαν παραδοχ κα κατάφαση κα στν δεαλιστικ δωμένη σχήμια τς ζως, στν δεαλιστικ δωμένη συμμετρία κα δυσαρμονία τν φαινομένων. λλ’ ν νας ζωγράφος σν τν Πανσέληνο (κα σ’ ατ δ διαφέρει π τος λλους Βυζαντινος γιογράφους) καταφέρνει ν σηκώσει ατ τ δυσαρμονία κι σχήμια, τ «πρς ποφυγήν», κα δι μέσου ατς ν δείξει τν ραιότητα το προσώπου Του, τότε πο εναι πραγματικ σχήμια; «Πο σου Θάνατε τ κέντρον; Πο σου δη τ νεκος;» δ χουμε μίαν νατροπ ξιν το μυαλο κα τν ασθημάτων, χι μως βίαιη κι ξουθενωτική, που τ «ραο» συνυπάρχει μ τ «σχημο», που παύουν ο κάθε εδους διακρίσεις, που τίποτα δ ξεχωρίζει ες βάρος κάποιου λλου, που πρόσωπα, ντικείμενα, τοπία, συμβάλλουν ξίσου στν σωτερικ ρυθμ τν συνθέσεων λληλοσυμπληρούμενα, λληλοπεριχωρούμενα, που τ «φυσικ» κα τ «φύσικο» νήκουν στν δια φύση, που κόσμος δηλαδ βρίσκεται «ν τέρα μορφ». Εναι ραγε ατ μυστικ τάξις τς ραιότητος το Χριστο; Κα μήπως ατ τν τάξη δ πασχίζει ν βρε νθρωπος μέσ’ π τ Τέχνη π καταβολς κόσμου; Γι’ ατ κα κάθε μεγάλο πίτευγμα Τέχνης, σχετα π τν συνειδητ πίστη το καλλιτέχνη κα πολλς φορς παρ τν πίστη του κόμη κα τν πιστία του, ποβάλλει ς να βαθμ ατν τν ραιότητα.
χω τ γνώμη τι ξία τς Βυζαντινς Τέχνης κα εδικώτερα το Πανσέληνου γκειται στν πληρότητα κα καθολικότητα ατς τς ποβολς. Κι ατ γίνεται, νομίζω, π μία στάση ζως που ψυχ το νθρώπου χει ποδεχτε τ πάντα, που τ δέντρο τς γνώσεως το καλο κα το κακο χει μαραθε μέσα της, φήνοντάς την τσι ν πλημμυρίσει ρωτα γι λα, κα τ πι σήμαντα, κα τ πι «κακά». Ατ πάλι σημαίνει κάποια φάνταστη νθρώπινη ψυχικ πάρκεια. Τέτοια δν χω δε ν φανερώνεται μέσα π κανένα λλο πίτευγμα Τέχνης. Τώρα τ πς κα γιατί, δν εμαι σ θέση ν τ π, κα φοβμαι τι δν πάρχουν στς μέρες μας (ν ποτ πρχαν) πολ τοιμες συνταγς πο ν παντον κανοποιητικ στ ρώτημα. λλ μπορε κα ν κάνω λάθος. 
Κανες προκαθορισμένος νόμος δν σχύει στς τοιχογραφίες το Πρωτάτου. κε πο πάει κανες ν βγάλει κάποιο λογικ συμπέρασμα, στω κα μέσα στ πλαίσια κάποιας βυζαντινς λογικς (πο στ πραγματικότητα σ κανένα μεγάλο ργο ατς τς Τέχνης δν πάρχει), νακόπτεται π τ ντίθετο συμπέρασμα πο συνυπάρχει. Μιλμε π.χ. γι’ νάποδη προοπτικ που τ κέντρο φυγς βρίσκεται μπροστ κι χι πίσω π’ τ ζωγραφισμένη πιφάνεια (δς ρχιτεκτονήματα πάνω π τ μορφ τς Παναγίας, πάνω κα δεξι τς μορφς το γ. ωάννη στ σύνθεση τς Σταύρωσης). Συγχρόνως βλέπουμε ντικείμενα πο προοπτική τους εναι «κανονική», τ κέντρο φυγς πίσω π’ τν πιφάνεια (δς τ τείχη τς πόλεως στν δια σύνθεση). Μιλμε γι δισδιάστατες πιφάνειες χωρς γκο, πως στν χιτώνα το Χριστο στ σύνθεση τς «Κρίσης το Πιλάτου», που λος χιτώνας εναι να μονοκόμματο πράσινο λαδ χρμα κι που ο πτυχώσεις δηλώνονται μ ρυθμικς μαρες γραμμς σν κάποιο μεγάλο κινέζικο δεόγραμμα. μέσως δίπλα βλέπουμε τν σπρη πουκαμίσα το Χριστο σ πλήρη νάδειξη το γκου τν πτυχώσεων. ς φήσουμε τ πρόσωπο, τ μαλλι κα τ χέρια. Μιλμε γι τονικς ξίες που πόδοση το φυσικο φωτς ποδίδεται μ’ νοιχτότερους κα σκουρότερους τόνους το διου χρώματος. Βλέπουμε δίπλα τελείως λλη ντίληψη, που τ φς ποδίδεται μ ντιθέσεις συμπληρωματικν χρωμάτων (δς χαρακτηριστικ τ μορφ τς θεραπαινίδος κα τ γύρω της ντικείμενα στ «Γενέσιο τς Θεοτόκου»). λλο, στ διο ντικείμενο πρόσωπο, συνυπάρχουν κα ο δύο ντιλήψεις. Τελικά, μία συνεχς ατοαναίρεση κάθε πτικο νόμου, κάθε πιστημονικο συμπεράσματος. νας πίμονος ζωγραφικς ποφατισμός, διακοπτόμενος π συχνς καταφάσεις, τσι πο ν μ μπορε οτε ατς ν γίνει κανόνας κα νόμος, κα γι’ ατ ν ’ναι πι πραγματικς κα πλήρης κα πειστικός.
λ’ ατ μως τ’ ντιφατικ συνέχονται σ μία μυστηριώδη σο κα ναπόφευκτη θ ’λεγε κανες νότητα, που δν πάρχει τίποτα περιττό, λλ’ που δν μοιάζει ν λείπει κα τίποτα. ς μο πιτραπε ν π: μία τέλεια συνουσία τν πάντων.
Κι ατό μο φέρνει στ σκέψη τ θέμα το ρυθμο, πο ’ναι σως τ βασικότερο στν Τέχνη, σο σως κα στ ζωή. Ο Βυζαντινοί μς δειξαν πεντακάθαρα τι πέραν το ρυθμο πο πιτυγχάνεται μέσα π τ πανάληψη νς στοιχείου, κα πο πάρχει σ’ λες τς πρωτόγονες κφράσεις τς Τέχνης (π’ ατν τν ποψη ρχαία λληνικ Τέχνη εναι ρκετ πρωτόγονη), ρυθμός, διαφορετικς μως, πιτυγχάνεται κι π τν παραλλαγ (μέχρι κε φτάνουν ο ρχαοι λληνες) λλ κι π τν ντίθεση, κόμα κα τν συνέχεια. τσι, μία καμπύλη σ σχέση μ μίαν εθεία, δίπλα σ μία τελείως διαφορετικ καμπύλη κα σ διαφορετικ σχέση μ λλη εθεία, μπορον ν δημιουργήσουν ρυθμό, ρυθμ μως πολ πι δυναμικ κι ξελιγμένο π κενο τν πρωτόγονων, πο μοιάζει συγκριτικ κλειστς κα στατικός. λλ δν εναι μόνο ατό. Ρυθμς πίσης πιτυγχάνεται κα π τς καθαρ χρωματικς παραθέσεις, που ο κλιμακώσεις το κίτρινου π.χ. βρίσκονται σ ρυθμικς σχέσεις μ’ κενες το πράσινου το κόκκινου. π τος Βυζαντινος γιογράφους ξέρω πολ λίγους που τ στοιχεα ατο το ρυθμο ναδύονται τόσο ντονα κα μ τέτοια καθαρότητα σο στν Πανσέληνο.
ρυθμς μως εναι κάτι πού, σο βασικ κι ν εναι, δν ξηγεται (2). Εναι ραγε κάποια τάξις που χρόνος ναστέλλεται κα ναιρεται; λλ πς κα τί συνιστ ατ τν τάξη; Τν λήθεια τς ζως κα το κόσμου δν φαίνεται νθρώπινο στόμα ν μπορε ν ξεστομίσει, οτε χέρι νθρώπινο ν’ πεικονίσει. κενο μως πο μπορε σως ν κάνει νθρωπος εναι ν νιώσει τ ρυθμό της κα σως σως κόμη ν μπορε ν συνταιριάξει τν ναπνο τς παρξής του μ’ ατόν. λλ δ ασθάνομαι τι πάω πολ μακρύτερα π’ τς δυνατότητές μου, κα γι’ ατ σταματ. Θέλησα πλς ν παινιχθ τ σημασία στοιχείων πο συχν παραβλέπονται, πειδ εναι νεξήγητα, κα τν λλειψη μπιστοσύνης μου σ λλα πο σχετικ εκολα ξηγονται κα διδάσκονται, μ πο δν χουν σν ποτέλεσμα παρ ν μς δίνουν τ θλιβερ ψευδαίσθηση τι μπορομε ν’ ποκτήσουμε μία ποπτικ κι γκυρη γνώση τς λήθειας τν πραγμάτων κα τς ζως.
Σημειώσεις
1. Ἁγ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Περὶ πίστεως Ὀρθοδόξου. Νικηφόρου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, α) Λόγος Ἀντιρρητικὸς καὶ Ἀναιρετικός, β) Μέγας Ἀπολογητικός. Gervase Mathew, Byzantine Aesthetics.
2. Ρυθμὸς ἢ ρυσμός, ἀπὸ τὸ ρῆμα ἀραρίσκω (συναρμόζω). Ἄλλα παράγωγα: ἀριθμός, ἁρμονία, χαρά, ἀρέσκω, ἀρετή, ἄρμενα, ἄρθρωση, ἀρτύω (τρώγω), ἄρθρον, ἀρτάω (κρεμάω), ὄαρ (σύζυγος), ἀρείων, ἄριστος, Ἀριάδνη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου