Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καψάλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καψάλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

3249 - Ο Γέροντας Παΐσιος για τον Μοναχό Μακάριο Μπουζίκα και την ψαλτική


Μακάριος μοναχός Μπουζίκας, ο ψάλτης (1886-1965),
κελλιώτης Σταυρονικητιανός
(Φωτογραφία: Χρήστος Ζέγκος, 1961)

Το παν είναι η ευλάβεια. Χωρίς ευλάβεια η ψαλτική είναι ξεθυμασμένη∙ μοιάζει με όργανο ξεκουρντισμένο, που κάνει γκλιν-γκλιν. Ούτε έχει σημασία αν ψάλλη κανείς δυνατά ή σιγανά∙ σημασία έχει να ψάλλη με ευλάβεια. Τότε το σιγανό ψάλσιμο είναι ταπεινό, γλυκό∙ δεν είναι κοιμισμένο. Και το δυνατό είναι έντονο και καρδιακό∙ δεν είναι άγριο. Ο πατήρ Μακάριος Μπουζίκας είχε βροντερή φωνή, αλλά έψελνε φυσικά, με ευλάβεια και με καημό∙ ένιωθες ότι ξεκοβόταν η δική του καρδιά, και ξεκολλούσε και η δική σου. «Σου κάνει τα τζιέρια* άνω-κάτω», έλεγε ένα γεροντάκι. Έμενε μόνος του στην Καψάλα, σε ένα Σταυρονικητιανό Κελλί. Πιο κάτω έμενε ένας Ρουμάνος που δεν ήταν ψάλτης, αλλά είχε ευλάβεια. Το βράδυ έβγαινε ο πατήρ Μακάριος στην απλωταριά του Κελλιού του και άρχιζε το «Ανοίξαντός σου την χείρα»** και συνέχιζε τον άλλο στίχο ο Ρουμάνος από κάτω! Ήταν μεγαλείο!
Είναι μεγάλη υπόθεση ο ψάλτης να έχη ευλάβεια. Ξέρετε πόσο βοηθάει; Αλλοιώνεται ο ίδιος εσωτερικά, και επειδή αυτή η εσωτερική αλλοίωση εκδηλώνεται και εξωτερικά, αλλοιώνεται και ο άλλος που τον ακούει και βοηθιέται θετικά. Έτσι η προσευχή όλων είναι ευπρόσδεκτη στον Θεό.

* Τζιέρια: Σπλάχνα
** Ψαλμ. 103, 28. Οι στίχοι από το «Ανοίξαντός σου την χείρα» έως το τέλος του Ψαλμού ψάλλονται σε πανηγυρικές Αγρυπνίες  και είναι γνωστοί ως Ανοιξαντάρια.

Πηγή:

3248 - Γέρων Φανούριος, ο Ρουμάνος ασκητής από την Καψάλα


Τμήμα της Καψάλας, όπως φαίνεται από μπαλκόνι του Ι. Κελλιού Μαρουδά

Οι γεροντάδες μας ήταν πολύ αυστηροί. Πηγαίναμε την Κυριακή στην Θ. Λειτουργία στο Πρωτάτο. Μετά το «Αξιόν εστί» μας έπαιρναν –για να μη τελειώση η Θ. Λειτουργία και μας πιάση κουβέντα κανείς άλλος, να μη δούμε κανέναν - και το απόγευμα της Κυριακής μας έπαιρνε ή ο π. Ιωάσαφ ή ο π. Αγαθάγγελος και κάναμε καμμιά βόλτα.
Πηγαίναμε στα εξωκέλλια, πότε προς τα δω, πότε προς τα κάτω, πότε προς τα πέρα. Αυτή ήταν όλη η έξοδός μας από το κελλί, μόνοι μας πουθενά.
Ως επί το πλείστον πηγαίναμε στην Καψάλα και βλέπαμε ασκητάς. Αυτό μας άρεζε πολύ, γιατί αναπαυόμασταν εκεί πέρα. Βλέπαμε πως ζούσανε απλά, πολύ απλά.
Πάμε μια μέρα και βλέπουμε έναν γέροντα να διαβάζη ένα βιβλίο. Ήταν ο π. Φανούριος από την Ρουμανία.
Έμενε στο κελλί του αγίου Βασιλείου, εκεί που είχε ζήσει και αγίασε ο άγιος Θεόφιλος ο Μυροβλήτης.
Βλέπω μέσα στο κελλί που έμενε ότι είχε ένα κρεβάτι με τάβλες ξύλινες και μια πέτρα για προσκέφαλο. Εγώ πρώτη φορά έβλεπα προσκέφαλο πέτρας. «Σ’ αυτή την εποχή;», λέω.
Κι’ όμως! Το έκανε για άσκηση. Πόσα χρόνια έχει; Ίσως από το 1964. Το 1961-62 ήρθαμε εμείς εδώ πέρα. Μας έκανε μεγάλη εντύπωση, να βλέπης έναν να κοιμάται στην πέτρα επάνω.
Ούτε κουβέρτα από κάτω ούτε τίποτα, εξεπλάγημεν. Μάλιστα, όταν πήγαμε εκεί πέρα, αυτός εξακολουθούσε να διαβάζη, σαν να μην ήταν άνθρωποι τριγύρω του. Τόσο αφοσιωμένος ήταν στην προσευχή. Προς ανατολάς κοιτούσε και προσευχότανε.
Αυτά μας άρεζαν, γι’ αυτό και μας πήγαιναν οι γεροντάδες μας προς τα εκεί. Ρώσσους, Ρουμάνους, αλλά και Έλληνες είχε πολλούς.

Ετήσια έκδοσις της Ιεράς Μονής
Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους
Περίοδος Β' έτος 2007 αριθ. 32
σελ 107-108
Ἐπιμέλεια κειμένου   Αναβάσεις


Σχετικά:

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

2852 - Γέροντας Τιμόθεος ο Καψαλιώτης



.......O γερω-Τιμόθεος ό Καψαλιώτης είχε έρθει πρόσφυγας από την Προύσα. Έζησε 67 χρόνια στο Όρος. Ποτέ δεν βγήκε στον κόσμο. Γύρισε όλο το Όρος.
.......Έζησε σαν πουλάκι με τέλεια ξενιτειά. «Σ' αυτόν τον κόσμο», έλεγε, «δεν έχω κανένα, ούτε φίλο ούτε συγγενή ούτε γνωστό». Κατά μόνας ήταν εως ου παρήλθε από τον φθαρτό και μάταιο τούτο κόσμο. Ήταν πράος, ειρηνικός, χαρούμενος και ευδιάθετος πάντοτε. Καίτοι έζησε όλη του την ζωή στην μοναξιά, ήταν ισορροπημένος. Τελείως αγράμματος. Ολιγαρκής και λιτοδίαιτος. 
.......Απέφευγε την κατάκριση και δεν ασχολείτο με τούς άλλους. Το κυριότερο, είχε πολλή αύτομεμψία, μεγάλη ταπείνωση και πολλή απλότητα. Οι κρίσεις του ήταν εύστοχες. Σε πολλούς φανέρωνε τούς λογισμούς των. Σε κάποιον δόκιμο του είπε: «Θα περάσει ό χειμώνας και θα φύγεις». Σε άλλον, χωρίς να του πει τίποτε, του είπε τί τον απασχολούσε και τον συμβούλευσε καταλλήλως.
.......Παρουσιαζόταν σαν γαστρίμαργος.
.......Έλεγε για τον εαυτό του: «Εγώ δεν κάνω για τίποτε-μόνο για φαγητό είμαι πρώτος. Είμαι βόδαρος, ντιπ χαζός, αγράμματος».
.......Έτρωγε χόρτα αλάδωτα, και όταν τον ρωτούσαν τί έφαγε, έλεγε μπριζόλα. Πήγε σε κάποιο Κελλί και είπε: «Δεν βλέπω κήπους. Βάλτε να έχετε από όλα, να τρώτε. Φαγητό-ζωή, νηστεία-θάνατος», είπε χαμογελώντας και κρύβοντας την δική του άσκηση.  
.......Όταν κάποτε ζούσε σε μία σπηλιά κοντά στον Άγιο Παύλο, του παρουσιάσθηκε τη νύχτα ό διάβολος εξαγριωμένος και του είπε. «Αν δεν είχε σταυρωθεί ό Χριστός και αν δεν φορούσες τον σταυρό, να δεις τί θα σου έκανα».
.......Είπε ό γερω-Τιμόθεος: «Τον λαιμό σου να τον κάνης λεπτό από τη νηστεία, ώσπου να περνά από σακοράφα, αν δεν έχεις αγάπη, όλα χαμένα είναι».
.......«Ό Θεός τα έσχατα μακαρίζει».
.......Εκοιμήθη στις 13 Νοεμβρίου 1989. Είχε τέλος καλό και ειρηνικό. Το πρωί κοινώνησε. Έλεγε συχνά, «Παναγία μου, Παναγία μου», και μετά απαντούσε ό ίδιος, «δεν ήρθε ακόμη ή ώρα». Ξάπλωσε για λίγο. Του είπε ό διακονητής του να του δώσει την ευχή του. Σηκώθηκε και του έδωσε το χέρι του, πράγμα πού δεν το συνήθιζε άλλοτε. Μετά αποκοιμήθηκε για ένα δεκάλεπτο και στο τέλος έκανε μία βαθειά εκπνοή και ετελειώθη. Εκοιμήθη σε ηλικία 90 ετών περίπου. Στο τέλος έμεινε μόνο σάρκα και οστά.