Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ι. Κελλί Τιμίου Σταυρού (Σταυρονικήτα). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ι. Κελλί Τιμίου Σταυρού (Σταυρονικήτα). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

2840 - Ο γέροντας Παΐσιος, η νηστεία και η κατάκριση



ΠΡΩΙΝΟ ΡΟΦΗΜΑ
Πρωί στο κελί του Τιμίου Σταυρού του γέροντα Παΐσιου, κοντά στη Μονή Σταυρονικήτα. Τρίτη μέρα της Σαρακοστής. Είμαστε έξω στο σκεπαστό κι ο γέροντας βράζει γάλα στο καμινέτο, πάνω σ' ένα κούτσουρο.
Παραδίπλα είναι, πλαγιασμένα στα χόρτα, τα δύο παιδιά του Γιάννη, που ανεβήκαμε μαζί στο Αγιονόρος - ο Γιάννης κάθεται μόνος του, απέναντι στο βράχο.
Πιο εδώ είναι δυο επισκέπτες, κι αυτοί από τη Θεσσαλονίκη. Στέκονται όρθιοι, ακουμπώντας στην καστανιά. Πενηντάρηδες κι οι δυο, χλωμοί, στρυφνοί. Φαίνονται να είναι από κάποια παρεκκλησιαστική οργάνωση, γιατί κοιτάζουνε αυστηρά, κάπως επιτιμητικά τον γέροντα και σχολιάζουνε μεταξύ τους χαμηλόφωνα.
Τα παιδιά παίζουνε, κάνουνε φασαρία -οπότε γυρίζει ο Παΐσιος και τα λέει ήρεμα:
«Μην κάνετε θόρυβο, γιατί εδώ δίπλα, κάτω απ' το χώμα, είναι κρυμμένοι Αμερικανοί και θα ξυπνήσουν και θα ρθουν να μας χαλάσουν την ησυχία μας».
Τα παιδιά σταματούνε, σωπαίνουνε παραξενεμένα.
Ο Γιάννης, απέναντι, γέρνει πλάγια στο βράχο, πάνω στο σάκο του. Ανάβει τσιγάρο.
Οι δυο επισκέπτες, που φαίνονται σκληροί ευσεβιστές, συνεχίζουν να βλέπουν με αποδοκιμασία τον γέροντα που προσέχει να μη φουσκώσει και χυθεί το γάλα. Ώσπου ο ένας δεν αντέχει και λέει στον καλόγερο:
«Γέροντα Παΐσιε, είμαστε στις πρώτες μέρες της Σαρακοστής, έχουμε αυστηρή νηστεία, κι εσύ βράζεις να πιεις γάλα;»
Ο γέροντας σωπαίνει. Δεν απαντάει. Πιάνει και κατεβάζει το κατσαρόλι, γιατί το γάλα έβρασε. Μετά πάει στο κελί, φέρνει έξι μικρά, παλιά, πορσελάνινα φλιτζανάκια, τα βάζει μερακλίδικα στη σειρά κι αδειάζει με προσοχή το γάλα μέσα σ' αυτά. Περιμένει λίγο να κρυώσει, ενώ όλοι τον κοιτάζουνε με απορία, σιωπηλοί.
Οι δυο ευσεβιστές τα βλέπουνε όλα αυτά με αποστροφή, γιατί σκέφτονται ότι αφού είμαστε όλοι εδώ οι επισκέπτες, έξι και τα φλιτζανάκια, άρα και σ' αυτούς θα τολμήσει ο καλόγερος να προσφέρει γάλα, τέτοιες μέρες σκληρής νηστείας.
Ο γέροντας Παΐσιος παίρνει τα γεμάτα φλιτζανάκια ένα-ένα, τα βάζει σ' ένα ξύλινο δίσκο, τα κουβαλάει και τ' αφήνει σε απόσταση εφτά μέτρων, στο χώμα, στην άκρη ενός θάμνου.
Τ' ακουμπάει όλα εκεί, στη σειρά, έπειτα έρχεται, κάθεται δίπλα μας και αρχίζει να κάνει με το στόμα του κάτι σιγανά, παράξενα σφυρίγματα, κοιτάζοντας προς τους θάμνους.
Δεν περνούνε λίγα λεπτά, και πιο εκεί, μέσα από τα τσαλιά, βγαίνει πολύ προσεκτικά μια οχιά και ύστερα πέντε μικρά φιδάκια -τα παιδιά της.
Κρατάω την αναπνοή μου.
Τα φίδια έρχονται, πλησιάζουν όλα, ένα-ένα, σέρνοντας, περνούνε δίπλα μας, πάνε σιγά-σιγά στα φλιτζανάκια, κι αρχίζουν ήρεμα να πίνουν, να ρουφούνε το πρωινό γάλα τους ...
ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ,
Επί ψύλλου κρεμάμενος (Κέδρος 2003)

Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

2799 - Άρρωστος μια εβδομάδα με διακονητές αγγέλους και αγίους



Ο Γέροντας Παΐσιος διηγήθηκε σε πνευματικό του τέκνο το ακόλουθο θαυμαστό γεγονός, το οποίο συνέβη στον ίδιο.
Κάποτε, όταν ήμουν στον Τίμιο Σταυρό, αρρώστησα βαριά. Ήταν χειμώνας βαρύς, είχε πέσει τόσο χιόνι που κανένα δέντρο δεν έμοιαζε για δέντρο. Όλα ήταν πνιγμένα στο λευκά, τα μονοπάτια είχαν χαθεί, τα πουλιά είχαν λουφάξει, τα σύννεφα και η ομίχλη σκέπαζαν τον Άθωνα. Δεν είχαν καμμία επικοινωνία με το μοναστήρι του Σταυρονικήτα, μου ήταν αδύνατο να ζήσω περισσότερο από λίγες μέρες, γιατί η αρρώστια με είχε παραλύσει τελείως. Περίμενα τον Κύριο να μου πάρει την ψυχή και να την οδηγήσει στο έλεος της ευσπλαγχνίας Του. Ούτε ένα τσάι δεν μπορούσα να φτιάξω, ούτε τη σόμπα να ανάψω, ούτε νερό να πιώ είχα. Η ζωή μου ήταν αφημένη στο έλεος τού Θεού. Έλεγα «Ιδού Κύριε, εις το έλεος Σου ελπίζω μη με εγκαταλέίψεις!»
Ύστερα από λίγη προσευχή που με πολύ κόπο ψέλλισα, είδα να εμφανίζονται στο κελλί μου μέσα άγγελοι και άγιοι, απεσταλμένοι τού Θεού. Ταχύ με προκατάλαβε η Χάρη τού Θεού. Ευχαριστούσα και δοξολογούσα τον Σωτήρα μου. Δάκρυσα. Ένας από τους αγγέλους φρόντιζε για τη σόμπα, άλλος ετοίμαζε φαγητό ζεστό, φέρνανε και ευωδιαστά ψωμιά. Βρέθηκα στον Παράδεισο. Τι άλλο ήθελα.
Οι άγιοι άρχισαν να με στηρίζουν με λόγους παρηγορίας και με παρακλήσεις. Και μόνο η θέα τους με ξεκούραζε, με ενίσχυε και μου έδινε ελπίδα. Καθίσανε μαζί μου ώσπου έγινα καλά και μπορούσα να οικονομήσω τον εαυτό μου. Μετά φύγανε. Μία βδομάδα καθίσανε. Όταν μετά από καιρό σηκώθηκα βγήκα από το κελί και κοίταξα γύρω τη φύση με διαφορετικό βλέμμα. Όλα έλαμπαν μέσα στο άκτιστο φώς της χάρης τού Αγίου Πνεύματος. Δεν ήμουν άξιος αλλά η άπειρη αγαθότητα τού Θεού και η αγάπη Του εκδηλώθηκαν με αυτό τον τρόπο.
Πάντως ένοιωθα τόση χάρη να με πληρώνει εσωτερικά που έλεγα  «Φτάνει Θεέ μου, δεν αντέχω άλλο. Θα σκάσω. Ή πάρε με κοντά Σου ή λιγόστεψε τη χάρη που μού έδωσες. Αν τόση χάρη μου δίνεις τώρα, φαντάζομαι στον Παράδεισο τι θα γίνεται.»
(η φωτογραφία από το κελλί του Τιμίου Σταυρού όπου διέμειναν ο παπα Τύχωνας και ο γ. Παΐσιος)


Σχετικά: