Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέροντας Θεόκλητος Διονυσιάτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέροντας Θεόκλητος Διονυσιάτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2012

2293 - Αγκυροβολήσαμεν εις την Δάφνην…



...Αγκυροβολήσαμεν εις την Δάφνην, το πρώτον επίνειον του Αγίου Όρους. Η Δάφνη είναι ο χώρος οπού καθρεπτίζει όλην την εμπορικήν κίνησιν της Μοναστικής κοινωνίας, που δεν αποτελείται από αγγέλους. Είναι επομένως η υλιστικοτέρα έκφανσις της ζωής των αγιορειτών. Διά τούτο καλόν είναι ο επισκέπτης να αποχωρεί εκείθεν το ταχύτερον. Αι πρώται εντυπώσεις είναι κακός σύμβουλος αλλά και άδικος δια τας ασθενείς κυρίως ψυχάς. 

Θεόκλητος Διονυσιάτης
ΜΕΤΑΞΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΙ ΓΗΣ - ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΟΣ ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ

Σάββατο 9 Ιουνίου 2012

1392 - Η Ορθόδοξος παράδοσις και ο σύγχρονος κόσμος




Γέρων Θεόκλητος Διονυσιάτης
(Από την ομιλία που είχε κάμει στη Λεμεσό το Νοέμβριο του 1981 ο πατήρ Θεόκλητος Διονυσιάτης.)

Τώρα που ευρισκόμεθα εις τον 20ον αιώνα, εις τον κόσμον αυτόν με τας συγχρόνους αντιλήψεις του, με τας ιδιότυπους δομάς του, με την αλλοφροσύνην του, με την σύνεσίν του, με την αλογίαν του και την λογικήν του, η Εκκλησία δεν έχει να πη τίποτε νεώτερον απ’ ο,τι είπε. Απλώς μπορεί να χρησιμοποιή μεθόδους διαφόρους αι οποίαι επιβάλλονται λόγω των συνθηκών του συγχρόνου κόσμου. Ο,τι όμως είπε δια των Αγίων Πατέρων, συνεχίζει να το λέγη και σήμερα εις τον κόσμον. Εάν ακολουθώμεν τους βίους των Αγίων μας και την εν Αγίώ Πνεύματι διδασκαλίαν των αγωνιζόμενοι να οικειοθώμεν αυτήν δια πείρας, τότε θα καταλάβωμεν τι θησαυρούς έχει η αγία μας Εκκλησία.
Πράγματι, έρχονται εις τον νουν ωρισμένα κείμενα των «μυστικών» Πατέρων τα οποία δικαιώνουν τον ασκητικόν βίον, όπως τα κείμενα του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, που αναφέρονται σ’ αυτήν την προσωπικήν κοινωνίαν που είχε με τον Θεόν, και τας συνεπείας αυτής της κοινωνίας. Αφού έζησεν εις Μοναστήριον από μικρό παιδί, με την άσκησιν, και υπακοήν εις τον Γέροντά του, τας νηστείας του, τας αγρυπνίας του, τας προσευχάς του, την βαθείαν ταπείνωσίν του, έφθασε να γίνη σκεύος του Αγίου Πνεύματος μέχρι τοιούτου σημείου ώστε η Εκκλησία να τον ονομάση «Θεολόγον», μετά τον Ιωάννην τον Θεολόγον και τον Γρηγόριον τον Θεολόγον.
Λέγει λοιπόν εις ένα σημείον ο άγιος Συμεών, εις τους «Ύμνους θείων ερώτων», το εξής, το οποίον μεταφέρω εν μεταφράσει: «Απολαύω της αγάπης Σου και της ωραιότητός Σου, και είμαι πλήρης θείας ευδαιμονίας και θείας γλυκύτητος. Το πρόσωπόν μου λάμπει όπως το πρόσωπον του αγαπημένου μου Ιησού. Όταν βυθίζωμαι μέσα εις το φως Σου, τότε αισθάνομαι ότι γίνομαι ένα φως όμοιον με το ιδικόν Σου. Και τότε βλέπω τον εαυτόν μου ωραιότερον απ’ όλους τους ωραίους, πλουσιώτερον απ’ όλους τους πλουσίους και δυνατώτερον απ’ όλους τους αυτοκράτορας. Διότι εκείνος ο οποίος είναι άξιος να εισέλθη εις το φως Σου, γίνεται ένα φως όμοιον με το ιδικόν Σου…»
Κοιτάξτε τι πληρότης και τι αυτάρκεια εν Θεώ, τι ομορφιά, ομορφιά όχι μορφική και εικονιστική αλλά ομορφιά πνευματική, εις τρόπον ώστε, παρά το βάθος της ταπεινοφροσύνης του, να βλέπη τον εαυτόν του ωραιότερον απ’ όλους τους ωραίους, πλουσιώτερον απ’ όλους τους πλουσίους και δυνατώτερον απ’ όλους τους αυτοκράτορας, επειδή ζη μέσα εις το φως του Θεού. Και αυτό δεν συμβαίνει μόνον εις τον άγιον Συμεών, αλλ’ εις όλα τα πλήθη των οσίων Πατέρων, εις όσους εκαθάρισαν την ψυχήν των από κάθε μολυσμόν, εταπεινώθησαν βαθέως και εκοινώνησαν με τον Θεόν.
Υπάρχουν εμπειρίαι, ως αλήθειαι και ως ήθος της Εκκλησίας, αι οποίαι δεν γίνονται γνωσταί και προσιτοί εις τον ανθρώπινον λόγον. Ούτε υπόκεινται εις μίαν ανάλυσιν συλλογιοτικήν και λογικήν από ανθρώπους εστερημένους αυτών των εμπειριών. Πρέπει να κοινωνήση κανείς με τας εμπειρίας αυτάς, να γίνη ο ίδιος φορεύς αυτών των Αγιοπνευματικών εμπειριών δια να μπορή να καταλάβη αυτά τα μυστικά όργια του Αγίου Πνεύματος εις τας καρδίας των Αγίων.
Ας αναφέρω ενδεικτικώς την υπακοήν την οποίαν κάμνομεν ημείς οι μοναχοί. Τι είναι η υπακοή κατά βάθος; Μία ηθελημένη άρσις της ελευθερίας• θυσιάζω την ελευθερίαν μου και υποτάσσομαι, άρα είμαι ανελεύθερος• ο ανελεύθερος είναι δούλος. Εν τούτοις, αυτή η πράξις της εκουσίου δουλείας, συμφώνως προς την καθολικήν εμπειρίαν της Εκκλησίας, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η έναρξις της απελευθερώσεως της ψυχής, διότι δουλεία είναι στην πραγματικότητα η ελευθερία των ανθρώπων.
Όσοι, λοιπόν, υπέταξαν τον εαυτόν των εις αυτήν τη διαδικασίαν της εκουσίου υποταγής, όσοι επέρασαν μέσα από το στάδιον της ασκήσεως, συνιστάμενον εις νηστείας, αγρυπνίας, προσευχάς, ησυχίαν, ταπείνωσιν, ονειδισμούς, μέσα εις τον χώρον τον μοναστηριακόν η τον σκητιωτικόν η την έρημον, γνωρίζουν τι δίδουν εις την ψυχήν αυτά όλα, ποιόν είναι το άνθος το οποίον αναφύεται μέσα από την ψυχήν ύστερα από αυτήν την διαδικασίαν.
Έτσι διεμορφώθη το ήθος της Εκκλησίας, και εις αυτό έπαιξε πρωτεύοντα ρόλον ο Μοναχισμός. Ο Μοναχισμός είναι αναπόσπαστος από την καθολικήν ζωήν της Εκκλησίας• διαφέρει μόνον εις την ιδιοτυπίαν ζωής και απλώς απομακρύνεται από τας εγκοσμίους κοινωνίας. Η Εκκλησία πάντοτε τον εθεώρησε ως υπόδειγμα της εν κόσμω ζωής, υπόδειγμα το οποίον κείται εις μίμησιν (όχι βεβαίως όλων των τρόπων ζωής του) αλλά όσον είναι δυνατόν. Δι’ αυτό ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος μας λέγει: «Φως μεν μοναχοίς, άγγελοι• φως δε κοσμικοίς, μοναδική πολιτεία».
Ας μου επιτραπή να ισχυρισθώ ότι δεν μπορούμεν να έχωμεν Ορθόδοξον Εκκλησίαν, χωρίς τον Μοναχισμόν. Είναι ενδεχόμενον να είμεθα εντελώς μέλη της Εκκλησίας και εν τούτοις να μην είμεθα ορθόδοξοι• να ζώμεν δηλαδή μέσα εις τον χώρον της Εκκλησίας αγνοούντες τα μεγαλεία τα θεολογικά και πνευματικά που έχει η Εκκλησία. Ιστορικά, θεολογικά και πνευματικά τεκμήρια βοούν ότι εκείνοι οι οποίοι διεμόρφωσαν το ήθος της Εκκλησίας και διασώζουν την Εκκλησίαν την Ορθόδοξον εις τα υψηλά επίπεδά της, είναι οι μοναχοί η, αν θέλετε, όχι όλοι αλλά οι Πατέρες οι εκ μοναχών οι οποίοι μέσα εις την κάμινον της ασκήσεώς των, μέσα εις τον θείον έρωτά των, εφήλκυσαν πλουσίως τας ακτίνας του Αγίου Πνεύματος. Δι’ αυτό και εις την υμνολογίαν μας συνήθως λέγομεν: «Γέγονας, όσιε, έσοπτρον καθαρόν των ακτίνων του Αγίου Πνεύματος, ελλαμφθείς πλουσίως…»
Επαναλαμβάνω: δεν μπορούμε να ονομαζώμεθα ορθόδοξοι εάν δεν αποδεχθώμεν την ομόφωνον διδασκαλίαν των Αγίων Πατέρων, και δεν μπορούμεν να παρεκκλίνωμεν από την βασιλικήν αυτήν πορείαν των Αγίων Πατέρων χωρίς να διακινδυνεύσωμεν να δημιουργήσωμεν αντινομικάς καταστάστεις μέσα μας η να περιπέσωμεν εις μίαν πνευματικήν σχιζοφρένειαν.
Ημείς οι Ορθόδοξοι είμεθα ωραιότεροι απ’ όλους τους ωραίους, πλουσιώτεροι απ’ όλους τους πλουσίους, και δυνατώτεροι απ’ όλους τους αυτοκράτορας εάν εισέλθωμεν μέσα εις τον χώρον της Ορθοδόξου Παραδόσεως και δεν αφήσωμεν τας ψυχάς μας να απατώνται με πτωχοδιδασκαλίας, ετεροδιδασκαλίας και ετεροθρησκείας, με επινοήματα ανθρώπων με λογισμούς «δειλούς», κατά τον προφήτην, ανθρώπων εστερημένων κύρους και αυθεντίας. Η Ορθοδοξία μας είναι μεγάλον πράγμα: δεν διακρίνεται δι’ αυτάρκειαν εν τοις ελαχίστοις, και είναι ξένη προς την έπαρσιν την οποίαν προκαλούν μερικαί αγαθαί πράξεις φαρισσαϊκού τύπου. Είναι πλούσια. Είναι ο πολύτιμος μαργαρίτης τον οποίον ο Κύριός μας εκάλεσε να αγοράσωμεν αφού πωλήσωμεν πάντα. Λέγει δε χαρκτηριστικώς επί του σημείου αυτού ο άγιος Ανδρέας Κρήτης εις ένα τροπάριόν του: «Γίνου, ψυχή μου, μεγαλέμπορος»• μεγαλέμπορος, λοιπόν• όχι ψιλικατζής. Για μεγάλα πράγματα μας έχει ομιλήσει ο Θεός.
Είναι ενδεχόμενον να μην έχωμεν αυτά τα γνωρίσματα του αληθινού Ορθοδόξου, από την ραθυμίαν μας η άλλους λόγους. Τότε η Ορθοδοξία μας οδήγει τουλάχιστον εις την ταπείνωσιν: μας δεικνύει τα μεγαλεία που έχει ετοιμάσει ο Θεός δι’ ημάς, τα οποία και καλούμεθα να οικειωθώμεν. Όταν δε, δια ποικίλους λόγους, δεν δυνάμεθα να το πράξωμεν, μας υποδεικνύει μίαν άλλην λύσιν δια να αντιμετωπίσωμεν την δυστυχίαν μας: την ταπείνωσιν. Μας απεκάλυψες, Κύριε, αρίστην οδόν υψώσεως την ταπείνωσιν, λέγει και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος.
Αντιθέτως, εάν θεωρήσωμεν ότι ο Χριστιανισμός είναι ένα θέμα δοσοληψίας με τον Θεόν (να κάμωμεν δηλαδή μερικάς καλάς πράξεις κοινωνικού χαρακτήρος, να προσευχώμεθα, να κοινωνώμεν, να εξομολογούμεθα, και αυτό είναι αρκετόν), περιπίπτομεν εις την αυτάρκειαν, και ενώ είμεθα δυστυχείς, ελεεινοί και γεμάτοι πάθη, αισθανόμεθα μίαν ανεσιν• αυτός είναι ο φαρισσαϊσμός τον οποίον επισημαίνει ο Κύριος. Ενώ η αγία Ορθοδοξία μας (δηλ. το αυθεντικώς ερμηνευόμενον άγιον Ευαγγέλιον) μας λέγει: καθαρθείτε από τα πάθη δια να οικήσω μέσα σας• μην εμπιστεύεσθε μερικάς ενεργείας εξωτερικάς αι οποίαι δεν αποτελούν αυτοσκοπόν αλλά μέσον• ελευθερωθείτε από τα πάθη δια να εισέλθω εις την καρδίαν σας. Είναι αυτό δια το οποίον προσευχόμεθα κάθε ημέραν: «Βασιλεύ ουράνιε, Παράκλητε, το Πνεύμα της αληθείας…, ελθέ και σκήνωσον εν ημίν και καθάρισον ημάς από πάσης κηλίδος…».
Μην επαναπαυώμεθα λοιπόν, και απατώμεν εαυτούς με μικρά και πτωχά και ευτελή πράγματα τα οποία άλλωστε κάμνουν και οι «εθνικοί». Πρέπει να οδηγηθώμεν εις μίαν διαρκή αναζήτησιν του Θεού. Και όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, «Ουκ έστιν άλλο το ζητείν το Θεόν και άλλο το ευρίσκειν, αλλά τούτο εστί το ευρίσκειν, το αεί ζητείν και εκκκαίεσθαι εις τον πόθον Εκείνου». Λοιπόν, όρος ευρέσεως είναι ο πόθος• όταν έχωμεν πόθον, ευρήκαμεν τον Θεόν. Δεν τελειώνει όμως εκεί η διαδικασία ευρέσεως του Θεού διότι, ο Θεός είναι άπειρος και ασύλληπτος. Ο άνθρωπος δεν σταματά την φοράν του προς τελειότητα αφού η τελειότης και των τελείων είναι ατέλεστος. Δι’ αυτό η ζωή των αληθινών ορθοδόξων είναι ζωή πεινώντων και διψώντων τον Κύριον. Και όταν δεν τον ευρίσκουν και στενάζουν και πενθούν και φωνάζουν μαζί με τον Δαυΐδ, «Πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω του Θεού», η πάλιν « Ως η έλαφος επείγεται επί τας πηγάς των υδάτων, ούτω και η ψυχή μου σε διψά, ο Θεός», η όπως η νύμφη εις το Άσμα Ασμάτων λέγει, «Τετρωμένη αγάπης ειμί εγώ…, εις οσμήν μύρων σου δραμούμαι…» (τρέχω οπίσω Σου Χριστέ μου)!…
Αλλά και ο Απ. Παύλος αυτό λέγει: «Διώκω ει και καταλάβω, εφ’ ω και κατελήφθην υπό του Χριστού Ιησού» (τρέχω δια να κάμω ιδικόν μου εκείνο δια το οποίον και ο Ι. Χριστός με έκαμε ιδικόν του). Και ακόμη, «τα μεν οπίσω επιλανθανόμενος τοις δε έμπροσθεν επεκτεινόμενος, κατά σκοπόν, διώκω…» (Φιλιπ. 3:12-14). Ξεχνώ ο,τι έχω κάμει, τα αθλήματα τα μεγάλα, και κρατώ μόνο ένα πράγμα: την γνώσιν της αθλιότητός μου. Ένας γίγας, ο Παύλος, εκράτει μόνον την γνώσιν της αθλιότητός του. ” Όταν είχεν ανεβεί μέχρι τρίτου ουρανού, όταν έγινε αυτό που ήτο, ο θείος Παύλος, τότε έλεγεν, «ουκ ειμί άξιος καλείσθαι απόστολος», και «έσχατον πάντων, ωσπερεί τω εκτρωμάτι, ώφθη ο Χριστός κάμοί» (Α’ Κορ.15,9).
Αυτή είναι η Ορθοδοξία μας.

Πηγή: 

Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

1319 - Θεόκλητος Διονυσιάτης: Εισαγωγή στη Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών


Λέγουν οι άγιοι Πατέρες, ότι ο Θεός ετοιμάζει «πόρρωθεν» τα μεγάλα έργα Του. Πραγματικά, προνοεί και παρασκευάζει την γνωριμία δύο κατάλληλων «σκευών» του Πνεύματος, για να προσφέρει στο λαό Του την αποθησαυρισμένη αγιοπνευματική σοφία των εκλεκτών τέκνων Του, που κινδύνευε να αφανιστεί μέσα στις «κονιοβριθείς» και «σητόβρωτες» χειρόγραφες βιβλιοθήκες των ιερών Μοναστηριών.
Πρόκειται για την γνωριμία, φιλία και συνεργασία μεταξύ του αγίου Μακαρίου Κορίνθου και του από της νήσου Νάξου αγίου Νικοδήμου του αγιορείτη, που αποτελεί ευλογημένο σταθμό για την εκκλησιαστική γραμματεία, χάρη στον εμπλουτισμό της Εκκλησίας με ένα μεγάλο αριθμό πολύτιμων συγγραμμάτων, που προέκυψαν από την συνεργασία της ιερής αυτής «ξυνωρίδος».
Όπως προκύπτει από το βίο του αγίου Νικοδήμου, ύστερα από διετή παραμονή στη Μονή του αγίου Διονυσίου, αναχώρησε το 1777 για τις Καρυές του Αγίου Όρους, όπου συναντήθηκε με τον Άγιο Μακάριο επίσκοπο Κορίνθου, εκθρονισθέντα από τους Τούρκους για τη συμμετοχή της βυζαντινής προελεύσεώς οικογένειάς του των Νοταράδων, στην εξέγερση του 1770. Εκεί του παρέδωσε χειρόγραφα από ανθολογίες πατερικών κειμένων (μοναστικών, ασκητικών, ησυχαστικών, θεολογικών) για να τα επεξεργαστεί προς έκδοση.
Τα κείμενα αντεγράφησαν προφανώς από χειρόγραφους κώδικες των Μοναστηριών του Αγίου Όρους, αλλά δεν υπάρχουν στοιχεία που να διαφωτίζουν, αν από τα επιλεγέντα αφαιρέθησαν ή προσετέθησαν από τον άγιο Νικόδημο. Πάντως, ο θείος Νικόδημος, αφού διόρθωσε φιλολογικώς τα κείμενα, τα παρέβαλλε κριτικώς με άλλους κώδικες, παρέθεσε στα παρασέλιδα μερικές παρατηρήσεις του, έγραψε το Προοίμιο και τις σύντομες βιογραφίες των συγγραφέων και παρέδωσε το όλο έργο ύστερα από μια διετία στον άγιο Μακάριο. Αυτός στην συνέχεια, κατέφυγε στον γνωστό «καλό καγαθόν» πρίγκιπα της Μολδοβλοχίας Ιωάννη Μαυρογορδάτο, που συνάντησε στην Σμύρνη, ο οποίος ανέλαβε τις δαπάνες της εκδόσεως.
Στα κείμενα αυτά, που στο σύνολό τους εκφράζουν την αγάπη του καλού με πνευματική έννοια, που ταυτίζεται με το αγαθό, δόθηκε ο τίτλος «Φιλοκαλία», με την επεξηγηματική δήλωση, ότι η φιλία αυτή του καλού, εις αυτά τα υψηλά πνευματικά επίπεδα, ανήκει στους «Ιερούς Νηπτικούς», δηλαδή στους ασκητικούς εκείνους αγίους Πατέρες, που έφτασαν στην θεία κατάσταση της αδιάλειπτης νήψεως και εγρηγόρσεως του θεωθέντος νου τους. Και σε ένα τόμο μεγάλου σχήματος είδε η Φιλοκαλία το φως της δημοσιότητος στην Βενετία το 1782, που έλαμψε σαν τηλαυγής πνευματικός φάρος σε όλη την ελληνόφωνη Ορθοδοξία.
Αργότερα, ο γνωστός ρώσος ιερομόναχος Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ, μετέφραση ολόκληρη την Φιλοκαλία στην Σλοβανική, που έγινε το εντρύφημα των Ορθοδόξων μοναχών και Σλαυικών λαών. Τον Παΐσιο ακολούθησε ο Θεοφάνης του Ταμπώφ, κατά το 1877, αλλά καινοτόμησε ο μεγάλος αυτός ασκητής, με την αφαίρεση ολοκλήρου του έργου του ιερομάρτυρος Πέτρου του Δαμασκηνού, των Κεφαλαίων του Καλλίστου Καταφυγιώτου και των Πρακτικών Κεφαλαίων του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, την θέση των οποίων κάλυψε με πρακτικότερα κείμενα των αγίων Εφραίμ του Σύρου, Βαρσανουφίου, Ιωάννου της Κλίμακος και Κατηχήσεων του Θεοδώρου του Στουδίτου.
Την Φιλοκαλία, βάσει της εκδόσεως του 1782, τύπωσε στην Αθήνα σε δύο τόμους ο Παναγ. Τζελάτης το 1893, προσθέσας και τα «περί Προσευχής Κεφάλαια» του Πατριάρχου Αγίου Καλλίστου. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μεταφράζονται στη Δύση αποσπάσματα της Φιλοκαλίας στα Γερμανικά, Αγγλικά και Γαλλικά, ενώ στη Ρουμανία μεταφράζεται ολόκληρο αυτό το μέγα έργο από τον γνωστό θεολόγο π. Δ. Στανιλοάε, διανθίσαντα με θεολογικά σχόλια τα μεταφρασθέντα κείμενα που τυπώθηκαν σε 10 τόμους.
Επίσης, για βιβλιογραφική ενήμερωση, πρέπει να λεχθεί, ότι εξέδωσαν στην Αγγλική γλώσσα δύο τόμους από τη ρωσική έκδοση, με κατ' επιλογήν κείμενα από τη Φιλοκαλία οι E. Kadloubovsky και G.E.H. Palmer, όπως παραλλήλως ο π. Jean Gouillard εξέδωσε ανθολογία, με θέματα αναφερόμενα στη νοερά προσευχή, μάλλον καρδιακή προσευχή, στη Γαλλική με τον τίτλο «Petite Philocalie de la Priere du Coeur», όλα παρμένα από το ελληνικό πρωτότυπο, που απετέλεσαν αφορμή να γίνει τόσο η νοερά προσευχή, όσο και η ασκητική και μυστική παράδοση της Ορθοδοξίας πιο γνωστές στο Δυτικό κόσμο, ώστε να καλλιεργείται σήμερα θερμό ενδιαφέρον για την ορθόδοξη πνευματική ζωή.
Στις εκδόσεις της Φιλοκαλίας στην ελληνική, πρέπει να προστεθεί και η έκδοση από τον εκδοτικό οίκο «Αστήρ», των αδελφών Αλ. Και Ευαγ. Παπαδημητρίου. Πρόκειται για ένα αληθινό εκδοτικό άθλο αγάπης και προσφοράς, που πρέπει να αναγνωρισθεί ως μία σημαντική προσφορά προς τον λαό του Θεού της ελληνόφωνης Ορθοδοξίας σε μια εποχή γεμάτη πνευματική σύγχυση από την εισβολή δυτικών ρευμάτων στον ορθόδοξο χώρο.
Προ εικοσαετίας σχεδόν ο εν λόγω εκδοτικός οίκος, ενθαρρυνόμενος από παράγοντες της Εκκλησίας, αποφάσισε την έκδοση, σύμφωνα με τα κείμενα της Βενετίας του 1782. Αλλά η έκδοση εκείνη είχε ατέλειες, κυρίως στη στίξη, σε τυπογραφικά αβλεπτήματα, αλλά δεν ήταν απαλλαγμένη και από ελάχιστα συντακτικά και λεκτικά λάθη. Επιστρατεύθηκε ο τότε διάκονος π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος και ανέλαβε την ευθύνη του επιμελητή της εκδόσεως. Έτσι η Φιλοκαλία αναδύθηκε «ιματισμένη», απαλλαγμένη από τα ποικίλα λάθη, αριθμήθηκαν τα κείμενα που δεν είχαν παραγράφους και το κυριώτερο, ανιχνεύθηκαν με πληρότητα σχεδόν οι αναφορές στις θείες Γραφές και καταχωρήθηκαν οι σχετικές παραπομπές. Η Φιλοκαλία έκτοτε προσφέρεται σε πέντε κομψούς τόμους, καλαίσθητους, με διχρωμία, ωραία βυζαντινά κοσμήματα, βιννιέτες, τους αγίους συγγραφείς αποδιδομένους σε γραμμικές ιχνογραφήσεις και στον πέμπτο τόμο παρατίθεται εκτεταμένο ευρετήριο. Ήδη η Φιλοκαλία του «Αστέρος» αριθμεί τέσσερις εκδόσεις, γεγονός που δίνει το μέτρο της απηχήσεώς της στον ορθόδοξο λαό μας.
Αλλά ο χρόνος, οι συνθήκες ακολουθούν τη νομοτέλειά τους, που συνοδεύεται από αλλαγές και μεταβολές. Ειδικότερα, έντονες μεταβολές έχουν σημειωθεί στη γλώσσα. Επόμενο λοιπόν είναι, η γλώσσα της Φιλοκαλίας να δημιουργεί πρόβλημα κατανοήσεώς της, ηπιότερο προ εικοσαετίας, οξύτερο τώρα και οξύτατο αργότερα. Από πολλά χρόνια είχε κατανοηθεί, ότι τα πατερικά κείμενα θα έπρεπε να καταστούν προσιτά στον πολύ ορθόδοξο λαό, με μια γλωσσική απλούστευση, πράγμα που συνεκίνησε αρκετούς για ένα τέτοιο έργο και συγκεκριμένως για ολόκληρη τη Φιλοκαλία. Αλλά το έργο απαιτούσε και χρόνο και ικανότητα και μια συγγενή γεύση προς τις πατερικές εμπειρίες. Εκείνος που αναδέχθηκε τον μόχθο του αθλήματος, ήταν ο ήδη μακαρίτης Εφέτης Αντ. Γ. Γαλίτης, πατέρας του πανεπιστημιακού καθηγητή της θεολογίας κ. Γεωργίου Γαλίτη, ο οποίος με αίσθηση ευθύνης, με αγάπη και γεύση των αγιοπνευματικών κειμένων, έφερε σε αίσιο πέρας το μέγα αυτό έργο. Ο υποφαινόμενος είχε την ευκαιρία να διαβάσει προ οκταετίας την θαυμάσια μεταφραστική εργασία του ανωτέρω δικαστικού, τον οποίο και προσωπικώς εγνώρισε, αλλά και να εξηγήσει, πως ένας λειτουργός της Θέμιδος κατόρθωσε να προσεγγίσει τον νου των αγίων Πατέρων και να αποδώσει με τόση ακρίβεια τα λεπτότατα εκ πνευματικής εμπειρίας νοήματά τους. Ο μακαρίτης ήταν από τη νεότητά του φιλομόναχος και εντρυφούσε πάντοτε στη Φιλοκαλία. Αυτό το στοιχείο, μαζί με την δεδομένη ορθόδοξη αίσθησή του, που του δωροφόρησε ο χριστιανικός πνευματικός του βίος, εξηγούν την επιτυχημένη απόδοση των φιλοκαλικών κειμένων σε μια σώφρονα ομιλουμένη γλώσσα, που επιχείρησε από αρκετά χρόνια, από την επιθυμία της μεταδόσεως στο ερύτερο ορθόδοξο κοινό των αγιοπνευματικών θησαυρών των Πατέρων.
Ο Θεός, στη συνέχεια, οικονόμησε και για την ωφέλεια των πιστών, δια της εκδόσεως της μεταφρασμένης σε απλούστερο γλωσσικό ιδίωμα Φιλοκαλίας. Την έτοιμη για την δημοσιότητα αυτή εργασία, ανέλαβε ο σχετικώς νέος εκδότης βιβλίων κ. Νικόλαος Χίτογλου. Ο οποίος από θείο ζήλο κινούμενος, θέλησε να προσφέρει το μνημειώδες αυτό απαύγασμα των υψηλοτέρων εν Αγίω Πνεύματι εμπειριών, στον ελληνόφωνο ορθόδοξο λαό μας, χωρίς εμπορικό υπολογισμό. Κι έτσι το μέγα αυτό έργο, που για πολλούς αδελφούς αποτελεί «κήπον κεκλεισμένον και πηγήν εσφραγισμένην», λόγω γλώσσας, θα γίνει κτήμα από το ευρύτερο κοινό.
Ως προς την σημασία των ανθολογημένων έργων των ιερών Νηπτικών, θα επαναλάβουμε, μαζί με τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, ότι η Φιλοκαλία είναι «...ταμείο της νήψεως, φυλακτήριο του νου, μυστικό σχολείο της νοεράς προσευχής, εξαίρετη υποτύπωση της πρακτικής αγωγής, απλανής οδηγός της πνευματικής θεωρίας, ο πατερικός Παράδεισος, η χρυσή αλυσίδα των αρετών, η συνεχής ενασχόληση με το όνομα του Ιησού, η σάλπιγγα που επαναφέρει τη χάρη και το μυριοπόθητο όργανο της θεώσεως...».
Οι χαρακτηρισμοί αυτοί αναφέρονται κυρίως στη νοερά προσευχή. Και όπως καταφαίνεται από όλο το Προοίμιο του Αγίου Νικοδήμου, σκοπός των εκδοτών της Φιλοκαλίας ήταν η προβολή της προσευχής αυτής, πράγμα πιστούμενο όχι μόνον από άλλα έργα του αγίου Νικοδήμου, αλλά και από την αδιάλειπτη νοερά προσευχή, που ασκούσαν οι δύο αυτοί Όσιοι σε όλο το βίο τους. Έτσι βλέπουμε σε αυθεντικές εικόνες του αγίου Μακαρίου, να τον αποδίδουν, παρ' ότι ήταν ιεράρχης, με μοναχική αμφίεση, με το κομβοσχοίνι στο χέρι και με ελαφρώς στραμμένη την οσία κεφαλή του προς τα αριστερά, όπως συνηθίζουν οι εργάτες της νοεράς προσευχής. Ο δε άγιος Νικόδημος, στις τελευταίες στιγμές της επίγειας ζωής του, επανελάμβανε την μονολόγιστη ευχή εκφώνως, γιατί δεν μπορούσε πλέον να την λέγει μυστικά, επειδή ο νους του είχε εξασθενήσει, όπως έλεγε.
Όμως η Φιλοκαλία δεν αποτελεί μόνο διδασκαλία της νοεράς προσευχής, αλλά και το σύνολο της πνευματικής εμπειρίας των αγίων Πατέρων, σε όλες τις διαστάσεις των κινήσεων του νου και της καρδιάς. Και αντιφεγγίζει τις αστραπές και τις ελλάμψεις του αγίου Πνεύματος επάνω στις καθαρές ψυχές των Αγίων, ως «καρπός του Πνεύματος», όπως και τα απηχήματα των πολέμων με τους αόρατους δαίμονες, τα ψεκτά πάθη και τις γοητείες του κόσμου.
Αν η Φιλοκαλία, ως συλλογή πατερικών κειμένων, δεν εξαντλεί όλο τον πλούτο της πατερικής γραμματείας, γίνεται φανερό, ότι αποτελεί ένα μόνο μέρος της και από ορισμένους μόνον αγίους Πατέρες. Αλλά πάντως εκπροσωπεί σε όλη την πληρότητά τους τις ποικίλες πνευματικές, ασκητικές, ησυχαστικές και θεολογικές εμπειρίες των θείων Πατέρων της Ορθοδοξίας, που διακρίνονται για την ενότητα στα ουσιώδη και την ιδιοτυπία τους, χάρη στην ιδιοπροσωπεία εκάστου. γι' αυτό και εμφανίζονται κάποιες ιδιομορφίες στα ασκητικά μέσα, στους τρόπους πνευματικής εργασίας, στον τονισμό ορισμένων αρετών και στην πνευματική και θεωρητική εμβέλεια εκάστου.
Πραγματικά, στο χώρο των Αγίων Πατέρων διαπιστώνουμε διακρίσεις, οφειλόμενες στη διαφορά φυσικής καταβολής, παιδείας, χαρακτήρα, δεκτικότητας χαρισμάτων, που προσδιορίζουν τις ιδιοτυπίες, αφού όπως λέγει ο Ομολογητής Μάξιμος, «το Άγιο Πνεύμα ενεργεί κατά την υποκειμένη διάθεση στην ψυχή» και ότι, «ούτε σοφία ενεργεί, ούτε λόγο στο μη δεκτικό σοφίας και λόγου νου», γεγονός που σημαίνει ότι αφήνει ανέπαφη την ελευθερία της ψυχής και ότι το Άγιο Πνεύμα ενεργεί ανάλογα προς τα προϋπάρχοντα φυσικά και επίκτητα στοιχεία εκάστου.
Ήδη αυτά εξηγούν την ποικιλία, τις ιδιοτυπίες και τις διαφόρου αποκλίσεως κινήσεις του νου των αγίων Πατέρων, όπως καταφαίνεται στη Φιλοκαλία και σε μη περιληφθέντα στο σώμα αυτό κείμενα. Το Πνεύμα το Άγιο για την οικοδομή της Εκκλησίας επιμερίζει τα χαρίσματα κατά την αναλογία της δεκτικότητας των φορέων τους και των ιδιοτυπιών τους, όπως ελέχθη, χωρίς να αίρεται η ενότητα της διδασκαλίας τους στα ουσιώδη, ενώ παραλλήλως «αθλούν νομίμως», με νηστείες, αγρυπνίες και προσευχές, με βαθιά ταπείνωση, με δάκρυα μετάνοιας και αγάπης και «τοις εκ βάθους στεναγμοίς».
Ο γνησίως ορθόδοξος αυτός τρόπος ασκητικής αγωγής και πνευματικής αθλήσεως παράγει «γνώση» αληθινή, γιατί επάνω στην καθαιρόμενη ψυχή αναλάμπει το φως της χάρης του αγίου Βαπτίσματος και σκηνώνει ο Παράκλητος, που ενεργεί τις ελλάμψεις και την μυστική ένωση μετά του Θεού. Και επειδή το Πνεύμα είναι ενοποιόν, «διαιρούν τα χαρίσματα», η ενότητα στη διδασκαλία των αγίων Πατέρων είναι ψηλαφητή και διαφαίνεται και μέσα από την ποικιλία των χαρισμάτων και των προσωπικών ιδιοτυπιών.
Θα έπρεπε εδώ να σημειωθεί, ότι η πνευματική ενότητα των Αγίων, η λεγόμενη «συμφωνία των Πατέρων», αποτελεί το υπέρτατο κριτήριο της αλήθειας, με το οποίο ελέγχονται οι παραχαράξεις, οι ημιαλήθειες, που εισάγουν στον περίβολο της Εκκλησίας «οι έχοντες την μόρφωσιν της ευσεβείας, την δε δύναμιν αυτής ηρνημένοι» (β΄ Τιμ. 3,5) και προκαλούν σύγχυση μεταξύ των πιστών, που ακόμη δεν έχουν τα αισθητήρια γεγυμνασμένα προς διάκρισην του καλού». Η μεγάλη και παντοτεινή πληγή για την Εκκλησία, είναι ο λανθάνων ορθολογισμός, οι αυθαίρετες φαντασίες, οι ψυχικοί συλλογισμοί, που δεν προήλθαν από την «νόμιμη άθληση», δηλαδή από την «πράξη», που αποτελεί την προϋπόθεση της «επιβάσεως» στη θεωρία. Και η «αχαλίνωτος θεωρία ώσειεν αν κατά κρημνών» λέγει ο Θεολόγος Γρηγόριος.
Από την άποψη αυτή η Φιλοκαλία, σαν κωδικοποιημένη διδασκαλία των θείων Πατέρων σε όλες τις διαστάσεις της πνευματικής ζωής και θεολογίας, είναι μία αληθινή ευλογία του Θεού, γιατί φρονηματίζει θεοφρόνως, ελέγχει οσίως, δακτυλοδεικτεί τον «μετασχηματιζόμενον εις άγγελον φωτός», χαρίζει την βεβαιότητα της αλήθειας «εν χάριτι», οδηγεί στην μετάνοια, προκαλεί την ταπείνωση, καλλιεργεί την διπλή αγάπη, καθαρίζει την ψυχή, ελλάμπει την καρδιά, θεώνει τον νου και ενώνει τον άνθρωπο με τον Θεό σε μια ερωτική αλληλοπεριχώρηση κατά τον λόγο του Χριστού: «εγώ εν υμίν και υμείς εν εμοί» (Ιω. 14,20).
Ίσως παρατηρηθεί ότι η Φιλοκαλία απευθύνεται κυρίως σε μοναχούς, αλλά θα αντιπαρατηρήσουμε ότι είναι προσιτή και ωφέλιμη και σε μη μοναχούς. Γιατί συντελεί στη διαμόρφωση της ψυχής ορθοδόξως, κι επομένως την προστατεύει από ηθικισμούς, που γεννούν αυτάρκεια «εν τοις ελαχίστοις» και μάταιη οίηση. Αλλά επιπλέον παρέχει και πλούσια πνευματικά στοιχεία για βίωση μέσα στον κόσμο, αφού είναι δεδομένη η ιεράρχηση κατά το «Φως μεν μοναχοίς άγγελοι. φως δε λαϊκοίς μοναχοί».
Άξιο και δίκαιο είναι να κλείσουμε τις γραμμές αυτές με τα λόγια του αγίου Νικοδήμου: «...Ελάτε όλοι οι Ορθόδοξοι, λαϊκοί και μοναχοί, όσοι τρέχετε να βρείτε την βασιλεία του Θεού, που υπάρχει μέσα σας, και τον θησαυρό που είναι στον αγρό της καρδιάς σας, δηλαδή τον γλυκύ Ιησού Χριστό. με το σκοπό όπως, αφού ελευθερωθεί ο νους σας από την αιχμαλωσία στα γήινα και από την άτακτη περιφορά του και καθαρθεί από τα πάθη η καρδιά με την αδιάλειπτη και φοβερή επίκληση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, με τη συνέργεια των άλλων αρετών, που διδάσκονται στο βιβλίο αυτό, ενωθείτε πρώτα με τον εαυτό σας και δια του εαυτού σας με τον Θεό, σύμφωνα με την παράκληση του Κυρίου Ιησού προς τον Πατέρα, που είπε: «ίνα ώσιν εν, ως ημείς εν εσμέν». Κι έτσι, ενωμένοι με το Θεό και τελείως αλλοιωμένοι από την ενέργεια και έκσταση του θείου έρωτα, θεωθείτε στο πιο υψηλό επίπεδο, με νοερή αίσθηση και αδίστακτη βεβαιότητα, επανερχόμενοι στον πρώτο σκοπό του Θεού – που ήταν η θέωση του ανθρώπου – να δοξάζετε τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, τη μία θεαρχικότατη Θεότητα, στην οποία πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση στους αιώνες των αιώνων. Αμήν».
-------------------------------------------------- 
(πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, α΄τόμος, σελ. 11-16).