Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2015

7412 - Υπέρ των μηδέποτε προσευχομένων

Έλεγε συχνά ο άγιος Παΐσιος: «Στην εποχή μας πλήθυναν δυστυχώς τα λόγια και τα βιβλία και λιγόστεψαν τα βιώματα. Διότι επηρεάστηκαν οι άνθρωποι πάλι από το κοσμικό πνεύμα, που επιδιώκει όλο τις ευκολίες και αποφεύγει τον σωματικό κόπο»(1). Αφήσαμε τον κόπο και εγκολπωθήκαμε την ευχαρίστηση. Αμέτρητες οι ανέσεις μας, ασύμμετρες οι ευκολίες μας και πάλι ολούθε ¨πνιγόμαστε¨, πουθενά να αναπαύσει το πνεύμα του ο άνθρωπος, όλα μαρτύριο, όλα και όλοι τού φταίνε, όλα τα λοιδορεί, όλοι τον εκνευρίζουν! Και ο Θεός; Που είναι ο Θεός; Μόνος του ο άνθρωπος ν΄αναζητά δίοδο στις ατέρμονες περιπλανήσεις του, παντέρημος να επιχειρεί να στοιβάξει το ανίερο απείκασμα των προσωπικών βιωμάτων του! Παρά ταύτα, υπάρχει λύση στην αλογία αυτή και αχνοφέγγει θαρρετά η χαραυγή της πνευματικής μας επανόδου! Η προσευχή! Το οξυγόνο της ψυχής! Η καθάρια προσευχή, η ορθόδοξη, η ορθόπρακτη!

7411 - Μοναχός Ζωσιμάς Εσφιγμενίτης (1835 - 11 Νοεμβρίου 1902)

Ο κατά κόσμον Ζήσης Καμπυλάκης γεννήθηκε στο χωριό Άγιος Λαυρέντιος του Πηλίου το 1835. Οι φτωχοί γονείς του ονομάζο­νταν Ιωάννης κι Ευπραξία. Μεγάλωσε πλησίον του παπά τού χωριού του Κωνσταντή Ζώη, από τον οποίο κι έμαθε ανάγνωση και γραφή, όπως γράφει ο ίδιος: «Τα πρώτα γράμματα του αλφαβήτου έμαθον κεχαραγμένα υπό του Ιερέως της ενορίας ημών επί της ξυλίνης και τετρα­γώνου πινακίδος, ην έφερον εξηρτημένην από του ώμου. Την θύραν του δημοτικού και ελληνικού σχολείου της πατρίδος μου δεν είδον, ούτε την κλίμακα αυτών ανήλθον». Μόλις 16 ετών εισήλθε στη βιοπάλη. Μετά τον θάνατο και του πατέρα του εργάσθηκε ως αμπελοφύλακας επί τετραετία. Εκεί στους αγρούς διαβάζοντας την Αμαρτωλών Σωτηρία και τον Θηκαρά ήλθε σε κατάνυξη και μετάνοια και θέλησε να μεταβεί στο Άγιον Όρος.
Το 1853 εισήλθε στην ιερά μονή Εσφιγμένου. Το 1860 εκάρη μοναχός. Αυτοβιογραφούμενος σημειώνει: