Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

3157 - Μη γίνεσθε σκλάβοι ανθρώπων


Συγγραφέας: Κ. Ζουράρις

«La science est trop lent
que la prière qalope
et que lumière gronde».
Αρ­θού­ρος Ρε­μπώ
«Une saison en enfer»

Υπάρ­χει στον πλα­νή­τη έ­νας τό­πος ό­που θάλ­λει ως κα­θε­στώς, μό­νι­μο διό­τι νό­μι­μο: η οι­κου­με­νι­κό­της. Τό­πος τέ­τοιος δεν εί­ναι βε­βαί­ως ο Ο­Η­Ε, διό­τι ε­κεί σα­ρώ­νει το Συμ­βού­λιο Α­σφα­λεί­ας του. και μέ­χρι να κα­ταρ­γη­θεί το Συμ­βού­λιο Α­σφα­λεί­ας, οι­κου­με­νι­κό­της δεν μπο­ρεί να υ­πάρ­ξει. Άλ­λω­στε, και με­τά α­πό την εν­δε­χο­μέ­νη του ε­ξα­φά­νι­ση, θα έ­πρε­πε να κα­ταρ­γη­θούν και οι ψη­φο­φο­ρί­ες α­πό τον Ο­Η­Ε. Με νό­μι­μο το νό­μι­μον, άλ­λω­στε, 51%-49%, κα­θε­στώς οι­κου­με­νι­κό­τη­τας δεν υ­φί­στα­ται. Κα­τα­τυ­ραν­νεί, α­πλώς, η δι­κτα­το­ρί­α της ψη­φο­φο­ρί­ας. Κι αν υ­πάρ­χει α­ντίρ­ρη­ση επ’ αυ­τού, ας ρω­τή­σου­με το νι­κη­μέ­νο 49%, πώς νοιώ­θει...
Ού­τε το Ι­ντερ­νέτ, βε­βαί­ως, πα­ρά­γει οι­κου­με­νι­κό­τη­τα, διό­τι άλ­λο κυ­κλο­φο­ρί­α κι άλ­λο ευ­φο­ρί­α. Αλ­λά και το Οι­κου­με­νι­κό Πα­τριαρ­χεί­ο δεν πα­ρά­γει κα­θε­στώς οι­κου­με­νι­κό, διό­τι χρειά­ζε­ται να έ­χει ε­νο­ρί­ες. Χω­ρίς ε­νο­ρί­α, πα­τριαρ­χεί­ο Οι­κου­με­νι­κό δεν νο­εί­ται, ά­ρα, χω­ρίς κά­ποια του­λά­χι­στον ό­ρια, το Πα­τριαρ­χεί­ο παύ­ει υ­φι­στά­με­νο. Η οι­κου­με­νι­κό­της ό­μως εί­ναι έ­να κα­θε­στώς, που κα­ταρ­γεί το ό­ριον, εί­ναι πέ­ραν των ο­ρί­ων που θέ­τουν α­μοι­βαί­ως ή ε­τε­ρο­βα­ρώς οι άν­θρω­ποι, ό­πως π.χ. το τρα­γω­δί­ας ση­μα­ντι­κόν, «άρ­χο­μεν των ε­κεί, ί­να μη υ­πα­κού­ω­μεν άλ­λου»...
Η οι­κου­με­νι­κό­της, ως κα­θε­στώς για ό­λους τους κα­θε­στώ­τες, πρέ­πει να εί­ναι μί­α υ­πε­ρο­ρί­α, αλ­λοιώς ξα­να­πέ­φτει στο σύ­νο­ρο.Το μό­νο, λοι­πόν, στον κό­σμο μη συ­νο­ρια­κό κα­θε­στώς, εί­ναι ο τρό­πος του Α­γί­ου Ό­ρους. Κι ό­μως έ­χει σύ­νο­ρα και μά­λι­στα πε­ριω­ρι­σμέ­να, α­φού αυ­τά ο­ρί­ζο­νται α­πό έ­ναν τό­πο μι­κρό κι έ­να κα­τά φύ­σιν ά­το­πον, δη­λα­δή την α­που­σί­α του θη­λυ­κού. Ο ό­ποιος ό­μως του βί­ου πλά­νης και των αν­θρω­πεί­ων γυ­ρο­λό­γος, αυ­τός, μό­λις πά­ρει α­ντί­δω­ρο το Ά­γιο Ό­ρος, γνω­ρί­ζει πια τι πά­ει να πει για τα σω­θι­κά­ του το «επ’ ε­λευ­θε­ρί­α ε­κλή­θη­τε, α­δελ­φοί».
Που­θε­νά, σε κα­νέ­να κα­θε­στώς, δεν νοιώ­θεις τό­σο ε­λεύ­θε­ρος, τό­σο α­πε­λευ­θε­ρω­μέ­νος α­πό την «προς αλ­λή­λους των καθ’ η­μέ­ραν ε­πι­τη­δευ­μά­των υ­πο­ψί­αν», που εί­ναι το τρα­γι­κό, ες α­εί, σύ­νο­ρο του θου­κυ­δι­δεί­ου κα­θε­στώ­τος για μια σώ­φρο­να συ­νύ­παρ­ξη με­τα­ξύ των εμ­φό­βων συ­μπαι­κτών του α­ντι­πά­λου δέ­ους. Ε­κεί, στο πε­ρι­βό­λι της Πα­να­γί­ας, κα­ταρ­γεί­ται η πε­ρί κα­θε­στώ­τος ορ­θο­φρο­σύ­νη, που ε­πι­τάσ­σει ό­τι «τα πά­ντα υ­πό δέ­ους ξυ­νί­στα­ται», ώ­στε αυ­τά τα πά­ντα, να μπο­ρούν να συ­νί­στα­νται ως κα­θε­στώς της ε­τε­ρό­τη­τας των συ­μπαι­κτών, δη­λα­δή ως κα­θε­στώς ε­λευ­θε­ρί­ας. Διό­τι, ε­κεί, υ­πό την σκέ­πην της Ε­λε­ού­σας, βλέ­που­με στο πε­τσί μας και την σάρ­κα των άλ­λων να λει­τουρ­γεί­ται σε καθ’ ο­λο­κλη­ρί­αν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα, το άλ­λως α­νέ­φι­κτον πα­ντού, το α­ψη­λά­φη­το αλ­λού, να πε­τυ­χαί­νει το ε­πί­τευγ­μα, το πα­νη­γυρ­τζί­δι­κο αυ­τό, «Θέ­λω δε υ­μάς α­με­ρί­μνους εί­ναι». Να λει­τουρ­γεί­ται και να λει­τουρ­γεί η α­με­ρι­μνη­σί­α, δη­λα­δή να ε­φαρ­μό­ζε­ται ε­μπρά­κτως η οι­κου­με­νι­κή των πά­ντων ε­λευ­θε­ρί­α, που κα­ταρ­γεί το δέ­ος μου ε­νώ­πιον του φο­βι­σμέ­νου ε­νώ­πιόν μου Άλ­λου: ε­λευ­θε­ρί­α οι­κου­με­νι­κά α­μέ­ρι­μνη, που κα­ταρ­γεί τα σύ­νο­ρα. Ο φό­βος πα­ρά­γει πά­ντο­τε τα σύ­νο­ρα, ε­νώ η οι­κου­μέ­νη έ­ξω βάλ­λει τον φό­βον!
Υ­πάρ­χει έ­να συ­νε­χές «δω­ρε­άν» στο Ά­γιο Ό­ρος, που δεν μπο­ρείς να το κα­τα­λά­βεις, αν δεν νοιώ­σεις, ό­τι αυ­τό το «δω­ρε­άν δό­τε» εκ­ρέ­ει α­πό μια α­έ­να­η έ­κρη­ξη ε­λευ­θε­ρί­ας, που ε­κρή­γνυ­ται ε­κεί, μέ­σα α­πό μί­α συ­νε­χή εν­δορ­ρη­ξί­α της αν­θρω­πα­ρε­σκεί­ας και του ε­γώ. Το «ε­γώ» αυ­το­κε­νού­ται, ό­χι α­πλώς μέ­σα σ’ έ­να κοι­νο­βια­κό «ε­μείς», αλ­λά σ’ έ­να  «ε­σύ» του πλη­σί­ον κι έ­τσι το κα­θε­στώς, ε­κεί, γί­νε­ται Δια­κο­νί­α. Και γνω­ρί­ζου­με -χω­ρίς ε­μείς να το πε­τυ­χαί­νου­με- ό­τι η Δια­κο­νί­α του πλη­σί­ον εί­ναι μια Οι­κου­με­νι­κό­της εν κι­νή­σει, που νι­κά το α­κί­νη­το σύ­νο­ρο του φό­βου.
Που­θε­νά αλ­λού, έ­ξω και πα­ντού, δεν βλέ­πεις να χτί­ζε­ται σκα­λί-σκα­λί, ε­κεί­νο το δυ­σθε­ώ­ρη­το αν­θρω­πί­νοις ο­φθαλ­μοίς το «υ­πέρ της ει­ρή­νης του σύ­μπα­ντος κό­σμου», ό­σο στο Πε­ρι­βό­λι της Πα­να­γί­ας.
Μια α­νει­ρή­νευ­τη προ­σευ­χή υ­πέρ του σύ­μπα­ντος της ει­ρή­νης, μια ει­ρη­νευ­μέ­νη κα­ταλ­λα­γή υ­πέρ του ε­μπο­λέ­μου σύ­μπα­ντος κό­σμου, τέ­τοια οι­κου­μέ­νη ει­ρή­νης ορ­γώ­νει, σπεί­ρει, αρ­δεύ­ει και συ­νά­γει αυ­τός ο θε­ό­δο­τος στύ­λος της υ­πο­μο­νής. Μια ει­ρή­νη που α­να­παύ­ει δι­καί­ους και α­δί­κους, διό­τι κα­ταρ­γεί το δί­κιο και το ά­δι­κο του κα­θε­νός, διά της κε­νω­τι­κής -υ­πέρ του οιου­δή­πο­τε δι­πλα­νού- α­γά­πης.
Και ό­ταν κα­θε­στη­κυ­ί­α τά­ξις γί­νε­ται η α­γά­πη, ε­κεί, τα σύ­νο­ρα πά­σχουν την «κα­λήν αλ­λοί­ω­σιν» και με­τα­μορ­φώ­νο­νται σε οι­κου­μέ­νη. Η α­γά­πη δεν γνω­ρί­ζει σύ­νο­ρα. Α­γά­πη κατ’ ε­πι­λο­γήν, δη­λα­δή α­γά­πη με σύν­ο­ρα-ό­ρια, ση­μαί­νει ό­τι ζη α­κό­μη ο «ζο­φώ­δης έ­ρως της α­μαρ­τί­ας», δη­λα­δή η ε­πι­βο­λή της η­δο­νής του ε­νός ε­πί της η­δο­νής του Ε­τέ­ρου. Στο θε­ο­φρού­ρη­το πε­ρι­βό­λι, ως ει­ρή­νη ιε­ρουρ­γεί η α­γά­πη. Η α­γά­πη ό­μως ση­μαί­νει οι­κου­με­νι­κή α­γκα­λιά και η α­γκα­λιά δεν κά­νει δια­κρί­σεις: α­γκα­λιά­ζει. Πλα­στουρ­γεί οι­κου­μέ­νη. «Ει θέ­λοι, δύ­να­σαι ό­λος πυρ εί­ναι», μάς πα­ρο­τρύ­νει, α­γα­πη­τι­κά και πε­ρι­γε­λα­στι­κά το Γε­ρο­ντι­κόν, ό­μοια με τους γε­λα­στούς Γέ­ρο­ντες του Ό­ρους, που σε πρα­ΰ­νουν, κο­ρο­ϊ­δεύ­ο­ντας τρυ­φε­ρά την γε­ώ­δη σου τρυ­φή. Αν θέ­λεις... Αν θέ­λεις, μπο­ρείς να γί­νεις φω­τιά και να πυρ­πο­λή­σεις τα α­να­λώ­σι­μά σου, τα νευ­ρω­σι­κά σου τα φθαρ­τά, αυ­τά  που σε πνί­γουν μέ­σα στη συσ­σώ­ρευ­ση των φθαρ­τών, μέ­σα σου. Αν θες, αν α­ντέ­χεις την α­ρι­στο­κρα­τι­κή σου έ­κρη­ξη, σπά­στα ό­λα! Ό­λα τα α­να­λώ­σι­μά σου, πέ­τα­ξέ τα ό­λα και, ει θέ­λοι, πέ­τα­ξε! Πο­τέ και που­θε­νά αλ­λού δεν α­κούγε­ται ως βρο­ντή ε­λευ­θε­ρί­ας και πρά­ξη υ­ψο­ποιού κε­νώ­σε­ως ο ε­πι­νί­κιος ύ­μνος, ναι, «τα Σα εκ των σων σοι προ­σφέ­ρο­μεν κα­τά πά­ντα και διά πά­ντα». «Ναι» στην α­πε­λευ­θέ­ρω­ση του σαρ­κί­ου μας α­πό το σαρ­κί­ον μας, ά­ρα, «ναι», στην οι­κου­μέ­νη της ε­ρω­τι­κής Με­το­χής.
Στην Α­γί­α α­νη­φό­ρα του Ό­ρους, ό­λα τα «υ­λι­κά α­γα­θά», αλ­λά και ό­λα τα ά­υ­λα «α­γα­θά», ό­πως η πρω­τιά, το αρ­χη­γη­λί­κι, η αν­θρω­πα­ρέ­σκεια, ό­λα τους παίρ­νουν την κα­τη­φό­ρα και κα­τα­ντούν ε­κεί στη θά­λασ­σα το Ό­ρους, στα ψά­ρια που τρέ­φουν τους Μο­να­χούς και ε­μάς τους μο­να­χούς. Το πε­ρι­βό­λι της Κου­ρο­τρό­φου α­νή­κει σε ό­λους, Οι­κου­με­νι­κή ι­διο­κτη­σί­α της Παγ­γε­νη­άς και της Λα­ο­θά­λασ­σας, μας τρέ­φει ό­λους, ό­λους μας ντύ­νει και μας στο­λί­ζει. Ί­σους και α­ρι­στο­κρά­τες, Ο­μοί­ους, κα­τά Διά­κρι­σιν πά­ντο­τε της ζω­ο­ποιού μας νε­κρώ­σε­ως: ό­σο πιο πο­λύ το μα­δάς και το ψο­φάς μέ­σα σου το «δι­κό μου και δι­κό σου», τό­σο πλου­σιώ­τε­ρος γί­νε­σαι κι α­να­κα­λύ­πτεις και μέ­σα σου και προς τα έ­ξω σου, έ­να άλ­λου εί­δους αρ­χη­γη­λί­κι, πα­ρα­μυ­θια­σμέ­νο α­πό την υ­ψο­ποιόν σου κέ­νω­σιν και σαλ­τα­ρι­σμέ­νο προς την θέ­ω­σιν.
«Τα σα εκ των σων», προς τον κά­θε πλη­σί­ον δι­πλα­νό μας! Ό­λα δι­κά του ας εί­ναι! Και γι' αυ­τόν τον πλη­σί­ον, ό­λα δι­κά μου πρέ­πει να εί­ναι! «Αλ­λή­λων ι­σό­δου­λοι, αλ­λή­λων κύ­ριοι... εν τη α­μά­χω ε­λευ­θε­ρί­α» μας...  Έ­να πα­νη­γυρ­τζί­δι­κο μη­δέν-μη­δέν ή κα­λύ­τε­ρα, μία διαρ­κής ι­σο­πα­λί­α α­νά­με­σα σε δύ­ο ε­γω­πά­θειες, για έ­να γιορ­τα­στι­κό έ­να-έ­να! Διαρ­κής «με­τά­δο­σις», «α­ντί­δο­σις» ό­λων προς ό­λα και ό­λους, «σοι προ­σφέ­ρο­μεν κα­τά πά­ντα και διά πά­ντα», μό­νον τό­σο-πο­λύ, μό­νον συ­νε­χώς ε­κεί, στο Ά­γιον Ό­ρος.
Ε­κεί, μό­νον τό­σο ε­κεί, και μό­νον τό­σο πο­λύ, ζη και βα­σι­λεύ­ει το οι­κου­με­νι­κό  κοι­νω­νι­κο-πο­λι­τεια­κό Κα­θε­στώς τού «δεν υ­πάρ­χουν δι­κά σου και δι­κά μου»! Το α­γιο­ρεί­τι­κο κοι­νω­νί­ας «σύ­στη­μα» δεν εί­ναι ού­τε «κε­φα­λαιο­ποι­η­τι­κό» ού­τε «α­να­δια­νε­μη­τι­κό». Εί­ναι κοι­νω­νι­κής α­σω­τεί­ας ο­λο­ποι­η­τι­κόν. Ό­λοι τους ποι­η­τές του Προ­σφό­ρου, οι κα­λό­γη­ροι ποιούν συ­νε­χώς το Ό­λον. Και το προ­σφέ­ρουν Πρό­σφο­ρον προς ό­λους, κα­τά πά­ντα και διά πά­ντα, μέ­σα α­πό την κα­θη­με­ρι­νή τους α­πο­γύ­μνω­ση και της Παγ­γε­νη­άς τους το οι­κου­με­νι­κό πα­νη­γύ­ρι, γιορ­τή κα­θη­με­ρι­νή και δια-σκέ­δα­ση (δια-σκε­δάν­νυ­μι)– σκόρ­πι­σμα, α­σω­τεί­α «υ­πέρ της ει­ρή­νης του σύ­μπα­ντος κό­σμου... τα Σα εκ των σων»...
Μό­νον στο πε­ρι­βό­λι της Βρε­φο­κρα­τού­σας κα­τα­λα­βαί­νεις πό­σο νη­πιώ­δης νεύ­ρω­ση εί­ναι να γί­νε­σαι μί­ζε­ρος ι­διο­κτή­της, κτή­ρωρ του ι­δί­ου, ε­νώ, αν πε­τά­ξεις τις κτή­σεις και κα­τα­κτή­σεις σου τις «ί­διες», μπο­ρείς να γί­νεις Κτί­τωρ-πρω­το­μά­στο­ρας του α­ϊ­δί­ου που, δυ­νά­μει, κα­τοι­κο­ε­δρεύ­ει ε­ντός σου και για  τα έ­ξω σου. «Το δε ε­μόν και το σον τού­το, ρή­μα­τά ε­στί ψι­λά μό­νον», ψι­λά γράμ­μα­τα για παί­κτες με α­πο­ψι­λω­μέ­νη λο­γι­κή. Μό­νον ό­σο α­πο­ψι­λώ­νεις το «ε­μόν» και το «σον», μό­νον με την α­πο­ψί­λω­ση του ε­δά­φους και του υ­πε­δά­φους σου α­πό τού­τα τα «ψι­λά ρή­μα­τα», που σου χα­ϊ­δεύ­ουν το μα­λα­κό σου υ­πο­γά­στριο, μό­νον έ­τσι γί­νε­σαι αρ­χη­γός της Οι­κου­μέ­νης και παί­ζεις στον με­γά­λο τε­λι­κό. Αλ­λοιώς, πα­ρα­μέ­νεις πά­ντο­τε ε­παρ­χια­κός πρού­χο­ντας και μι­κρο­με­σαί­ος ντα­βα­τζής. Κι ό­σο πιο πο­λύ μέ­νεις κολ­λη­μέ­νος στα εί­δη δια­τι­μή­σε­ως, τό­σο πιο πο­λύ γί­νε­σαι δού­λος των αν­θρώ­πων, για­τί πρέ­πει να τους κο­λα­κέ­ψεις, να τους υ­πο­τά­ξεις, να τους ε­ξα­γο­ρά­σεις και, τό­τε, χά­νεις την Οι­κου­μέ­νη που έ­χεις μέ­σα σου και έ­ξω σου. Στο Ά­γιο Ό­ρος πα­ρά­γε­ται μια παρα­γω­γι­κό­τη­τα κι έ­να υ­περ­προ­ϊ­όν, που ε­πι­βάλ­λει έ­να ο­λο­κλη­ρω­τι­κό κα­θε­στώς, ό­που «η τι­μή, τι­μή δεν έ­χει». Ό­που η τι­μή εί­ναι το μό­νο, κα­θο­λι­κό, ε­νι­κώ­τα­το και οι­κου­με­νι­κό «α­γα­θό», α­δια­τί­μη­το.
Στο Ά­γιο Ό­ρος, πα­ντού κι εδώ, «...τι­μής η­γο­ρά­σθη­τε. μη γί­νε­σθε δού­λοι αν­θρώ­πων».

3156 - Στον Μυλοπόταμο στο Άγιον Όρος



Γεμίζουμε τα ποτήρια μας με ελληνικό κρασί διεθνών προδιαγραφών και αφηνόμαστε στην ευφραντική του δύναμη. Η απόφαση για το ποιο θα είναι το μπουκάλι που θα συνοδεύσει το επόμενο δείπνο, στο σπίτι ή το εστιατόριο, είναι δική σας. Οι κορυφαίοι οίνοι του τόπου μας αποκαλύπτονται.
Η αγάπη και η αφοσίωση των μοναχών του Μυλοποτάμου για τα αμπέλια και το κρασί διέσωσαν ένα ιστορικό οινοποιείο.
Ο Μυλοπόταμος είναι το μεγαλύτερο μετόχι της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας. Ο πύργος και ο ναός, στο όνομα του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Ευσταθίου, χτίστηκαν από τον Αγιο Αθανάσιο, ο οποίος, όντας σοφός και προνοητικός, φύτεψε αμπέλια και ελιές και έχτισε «βουγιοναριό» και «λιτρουβιό» – οινοποιείο και ελαιοτριβείο. Από εδώ έπαιρνε το μεγάλο μοναστήρι το κρασί για την Αγία Τράπεζα, το νάμα για τη Θεία Λειτουργία, καθώς και το λάδι.
Πολλές οι ιστορικές αναφορές στο ονομαστό κρασί του Μυλοποτάμου, ενώ υπολογίζεται από τους ειδικούς πως η παραγωγή κρασιού έφτανε τους 60 με 80 τόνους ετησίως. Το 1990 ξεκίνησε νέα προσπάθεια αναβίωσης του Μυλοποτάμου, ενώ δύο χρόνια αργότερα φυτεύτηκαν τα πρώτα κλήματα. Σήμερα – ξεπερνώντας τις όποιες δυσκολίες εμφανίζονταν κατά καιρούς – υπάρχει αμπελώνας 50 στρεμμάτων με ποικιλίες Merlot, Λημνιό, Cabernet, Μοσχάτο Αμβούργου, Μοσχάτο Αλεξανδρείας και Ροδίτης. Στο σύγχρονο οινοποιείο-εμφιαλωτήριο, χτισμένο με την παραδοσιακή αρχιτεκτονική του Αγίου Ορους, παράγονται μοναδικά κρασιά, ενώ υπάρχουν επίσης χάλκινοι αποστακτήρες και άμβυκες για το τσίπουρο και τα αποστάγματα.
Οι εξαιρετικοί αυτοί οίνοι, οι οποίοι είναι αποτέλεσμα συλλογής, οινοποίησης, ωρίμανσης και εμφιάλωσης αποκλειστικά και μόνο από τους μοναχούς, διατίθενται στα μοναστήρια του Αγίου Όρους, στην ελληνική αγορά, αλλά και στο εξωτερικό.