Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

2906 - Αρχιμ. Γεώργιος Καψάνης, «Η Θεανθρωπίνη Παιδεία του Γένους και η ανατροπή της με το προτεινόμενο Πρόγραμμα Σπουδών για το Μάθημα των Θρησκευτικών»



Η εισήγηση του Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους Αρχιμανδρίτη π. Γεωργίου (Καψάνη), με θέμα: «Η Θεανθρωπίνη Παιδεία του Γένους και η ανατροπή της με το προτεινόμενο Πρόγραμμα Σπουδών για το Μάθημα των Θρησκευτικών», η οποία έγινε στο Πανελλήνιο Επιστημονικό Συνέδριο για το Μάθημα των Θρησκευτικών που διοργάνωσε το Εργαστήριο Παιδαγωγικής – Χριστιανικής Παιδαγωγικής του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης, υπό την Αιγίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, στην Αίθουσα Τελετών του Α.Π.Θ. και στην Αίθουσα Εκδηλώσεων της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, στις 11 – 12 Μαρτίου 2013 με θέμα: Το Μάθημα των Θρησκευτικών: Προβληματισμοί – Επισημάνσεις – Προτάσεις.

Την εισήγηση αναγιγνώσκει ο Ιερομόναχος π. Λουκάς Γρηγοριάτης 

2905 - Στα Καρούλια. Ένα συναρπαστικό video διάρκειας 5.09




2904 - Η κρίση με τα μάτια ενός Αγιορείτη

Ενώ η σύγχυσι είναι γενική. Τα πάντα απειλούνται. Πολλά καταρρέουν και χάνονται… Ενώ βλέπεις άλλους να φεύ­γουν για να σωθούν, άλλους να έρχωνται για να συλήσουν…
Ενώ πονά και υποφέρει, δεν απογοητεύεται. Χαίρει και αγάλλεται στο βάθος, γιατί υπάρχει λύσι. Μπορεί να βρεθή τρόπος και τόπος αναπαύσεως για τον δοκιμαζό­μενο λαό.
Ζη και χαίρεται, «συν πάσι τοις Αγίοις», ενισχυόμενος από τήν λειτουργική ζωή και χάρι που προσφέρεται στον πιστό λαό…
Γιατί υ­πάρχει τόση αγωνία για να βρεθή λύσι, τη στιγμή που υπάρχει λύσι ξεκάθαρη. Είναι δίπλα μας, την ζούμε…
Πάμε να λύσωμε προβλήματα λυμένα. Φανερωνόμα­στε αγράμματοι και αδιάβαστοι στον τόπο και στο μά­θημά μας. Ζητούμε βοήθεια εκεί όπου οφείλομε να προσφέρωμε.
Πάμε να προτιμήσωμε μια λογική άζυμη και σχολα­στική της Δύσεως, ενώ το αείζωο και απερινόητο έχει σαρκωθή στη ζωή μας. Μας προσφέρεται ως ευλογία, και δι' αυτού σωζόμαστε ελευθερούμενοι.
Νοιώθει ότι μέσα στην τρικυμία των απειλών και στον χείμαρρο των προτεινομένων λύσεων, υπάρχει κάτι σιω­πηλό και αμετακίνητο. Αυτό διοικεί τα πάντα, με βεβαι­ότητα που σε αναπαύει.
Μέσα στη βαβυλωνία τής αναταραχής και το παν­δαιμόνιο των θορύβων «το μυστήριον ήδη ενεργείται της ανομίας» και φαίνεται να επικρατή εντυπωσιακά. Την ίδια ώρα αθόρυβα και μυστικά ιερουργείται το μυστήριο της σωτηρίας. Επιβάλλεται. Και δι' αυτού «συγκροτεί­ται και συνέχεται προς μίαν Ορθοδοξίαν τα πέρατα».
Ενώ όλα κοχλάζουν σε βρασμό εξελίξεων, απειλών και συγχύσεων, ταυτόχρονα όλα είναι γαλήνια, με λυμέ­να τα προβλήματα.
…Ταυτόχρονα μέσα σ' όλα νοιώθεις να υπάρχη κάτι ιερό και πανάγιο΄ η αδιαφιλονίκητη υπεροχή μιας Δυνάμεως που χαρίζει σιγουριά αιωνιότητος από σήμερα στους πιστούς. Και δι' αυτών σ' όλο τον κόσμο.
Αυτή η δύναμι, ενώ μένει έξω από κάθε πανικό, δεν βρίσκεται στο περιθώριο της πραγματικότητος, ούτε στην περιφέρεια κάποιων ατομικών δοξασιών, αλλά στην καρδιά των γεγονότων, στην καρδιά του πιστού λαού. Αυτή κρατά αοράτως τα ηνία και κατευθύνει τα πάντα΄ ενώ πολλοί επώνυμοι και επίσημοι τα έχουν χαμένα και τρέχουν πέρα-δώθε.
… υπάρχει ένα ιερό κεφάλαιο, ακατάλυτο και άφθορο, που δεν είναι «εκ του κόσμου τούτου». Και σώζει τον κόσμο σε Ανατολή και Δύσι. Μια δύναμι που «εν ασθενεία τελειούται». Αυτή, ως σεσαρκωμένη αγάπη, έχει μεταμορφώσει τη ζωή και έχει ομορφήνει λειτουργικά τον θάνατο, γιατί τον έχει καταρ­γήσει.
Δεν είμαστε εγκαταλελειμμένοι και απροστάτευτοι΄ υποχρεωμένοι να αυτοσχεδιάζωμε, πέφτοντας θύματα στις αλλοπρόσαλλες κινήσεις του πανικού.
Κάτι έχει προηγηθή και έχει σαρκωθή ως παρουσία ευλογίας που συμπαραστέκεται στον δοκιμαζόμενο άν­θρωπο, χωρίς να του αφαιρή την ελευθερία και να του στερή τη δυνατότητα να μετάσχη στον πόνο και στην τραγωδία της ιστορίας. Κάτι αληθινό που η γνησιότητά του φανερώνεται τώρα που όλα απειλούνται.
Όταν είναι χαμένοι και ζαλισμένοι όσοι ψάχνουν να βρουν λύσεις του όλου προβλήματος με το μυαλό τους, «οι πεποιθότες επί Κύριον» ζουν στην ειρήνη της Αλή­θειας.
Όταν μετά το πάθος του Κυρίου όλοι, Γραμματείς και Φαρισαίοι, ήταν σίγουροι ότι η υπόθεσι «εκείνου του πλά­νου» τέλειωσε —καταδικάστηκε, σταυρώθηκε, ετά­φη—, τότε ο Αναστάς Κύριος εμφανίζεται κεκλεισμέ­νων των θυρών και δίδει ειρήνη στους τρομαγμένους μα­θητές. Και τώρα, μέσα σ' αυτόν τον χαλασμό και τις καταρρεύσεις, ο πιστός λαός δέχεται δια της Εκκλησίας μυστικώς την ειρήνη του θείου φωτισμού που στερεώνει τις καρδιές των πεποιθότων επί τον Κύριον.
Αυτοί πού παρουσιάζονται ως δυνατοί και σωτήρες εί­ναι κατά βάθος ταλαίπωροι και έχουν ανάγκη σωτηρίας. Και οι άλλοι που παρουσιάζονται (και το νοιώθομε) ως εχθροί που μας απειλούν και θέλουν να μας αφανίσουν, μας κάνουν καλό. Και οι ίδιοι έχουν ανάγκη από την ευ­λογία και την αγάπη του Θεανθρώπου.
Το θέμα είναι να ζήσης μέσα στη χάρι της Ορθοδόξου Εκκλησίας, έτσι που να χαρής τη ζωή και τον θάνατο...
Τώρα είναι διαφορετικά. Το πολυεθνικό τούτο κράτος κρύβει στην καρδιά του ένα θεϊκό κεφάλαιο, την Ορθόδοξη Εκκλησία, που, με την πυράκτωσι της τελικής δοκι­μασίας, καίγεται και αναδίδει σαν μοσχοθυμίαμα το άρωμα της ανακουφίσεως και της πνευματικής ελευθε­ρίας, που σώζει τον άνθρωπο χαρίζοντάς του νέες δυνα­τότητες που τον αναλαμβάνουν σε άλλο επίπεδο. Του ομορφαίνουν τη χαρά και τη θλίψι, την ελευθερία και την αιχμαλωσία, τη ζωή και τον θάνατο.
Την περίοδο της κρατικής αποσυνθέσεως έχομε την παρουσία της ουρανίας συνθέσεως και αρμονίας. Τον καιρό της καταρρεύσεως έχομε το γεγονός της αναλή­ψεως και την ενίσχυσι της πεποιθήσεως επί τον Κύριον.

2903 - Η Πλατυτέρα των Oυρανών



ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΜΟΝΟΣ- Η ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ

. 

V. APROGRAMMATISTA

2902 - Η αντιμετώπιση ενός απελπισμένου από τον παπα Κοδράτο, Προηγούμενο Καρακαλληνό (†1940)



Προηγούμενος Κοδράτος Καρακαλλινός
(1859 – 13/02/1940)

Την εποχή που ζούσε ο παπα-Κοδράτος στην Ι.Μ. Καρακάλλου επεσκέφθη το Άγιον Όρος ένας λαϊκός προσκυνητής που ήθελε να εξομολογηθεί τις μεγάλες του αμαρτίες. Πήγε στις Καρυές, στον π.Αβέρκιο που έφτιαχνε κομπολόγια, και ζητούσε επίμονα εξομολόγο.
Ο π.Αβέρκιος θεώρησε καλό να τον στείλει στην Ι. Μονή Κουτλουμουσίου που βρίσκεται κοντά στις Καρυές. Ήταν καλός πνευματικός, αλλά αυστηρός στους κανόνες, που τους έβαζε χωρίς επιείκεια.
Ο άνθρωπος πήγε στο Κουτλουμούσι και εξομολογήθηκε. Επέστρεψε όμως «κάλαμος συντετριμμένος». Χωρίς καμμία διάθεση. Γεμάτος θλίψη και αθυμία.
-Τι έκανες; Εξομολογήθηκες; τον ρώτησε ο π.Αβέρκιος.
- Ναι πάτερ, αλλά…
Ο π. Αβέρκιος τον κοίταξε. Ήταν θλιμμένος, κάτωχρος, με μια λύπη που δεν είναι κατά Θεόν, αλλά την φέρνει ο διάβολος για να παγιδεύσει θανατηφόρα τις ψυχές.
-Τι έχεις; Πες μου. Τι σου συμβαίνει;
-Πάτερ, δεν υπάρχει πια για μένα ζωή. Δεν πρέπει να ζω. Θα ήταν προτιμότερο να πνιγώ, είπε με φαρμακερό πόνο.
-Μα γιατί; Δεν εξομολογήθηκες;
-Εξομολογήθηκα, αλλά ο πνευματικός μου είπε πως οι αμαρτίες μου είναι πολύ βαρειές. Δεν ξέρω. Πώς να στο πω; Μ’ έχει φέρει σε απόγνωση.
Όταν άκουσε αυτά ο π.Αβέρκιος και είδε το πνεύμα της λύπης και της απελπισίας να απλώνει ύπουλα το πέπλο του πάνω από την ψυχή του ταλαίπωρου εκείνου ανθρώπου, πιάνει και γράφει ένα γράμμα στον Σεβασμιώτατο Μελιτουπόλεως Ιερόθεο, που ασκήτευε τότε στον Μυλοπόταμο. Εκείνος θα μπορούσε να βοηθήσει, να βρει διέξοδο για την ψυχή αυτή.
Έδωσε το γράμμα στα χέρια του προσκυνητού και , του είπε δυο αδελφικά, ενθαρρυντικά λόγια και του έδειξε τα μονοπάτια που θα τον οδηγούσαν στο ερημικό κελλί του Σεβασμιωτάτου.
Ο Δεσπότης ήταν στον κήπο, όταν πήγε ο προσκυνητής. Φορούσε έναν απλό σκούφο και σκάλιζε.
-Τι θέλεις, αδελφέ μου; είπε στον απελπισμένο άνθρωπο που έφθασε με το γράμμα στο χέρι.
-Θέλω εξομολόγηση Σεβασμιώτατε.
-Άκου, παιδί μου. Εγώ δεν εξομολογώ. Όμως θα σε στείλω σ’ έναν εκλεκτό πνευματικό στην Ι. Μονή Καρακάλλου. Τον λένε παπα-Κοδράτο.
Παίρνει μολύβι και χαρτί, γράφει μια επιστολή στον παπα-Κοδράτο και τον στέλνει στον έμπειρο ιατρό των ψυχών.
Περπάτησε εκείνος στο ανηφορικό μονοπάτι που βγάζει στο Μοναστήρι και σε λίγο έφθασε. Οι πατέρες τον εφίλεψαν, όπως κάνουν σε κάθε επισκέπτη, με πολλή αγάπη και χαρά. Μετά ειδοποίησαν τον Γέροντα.
-Να έρθει στο Ηγουμενείο, παρήγγειλε εκείνος. Εκεί τον δέχθηκε σαν να τον εγνώριζε χρόνια. Με αγάπη. Σαν πατέρας. Κι ο άνθρωπος βιαζόταν να βγάλει το βάρος που τον επίεζε καταθλιπτικά μ’ έναν φόβο πρωτογνώριστο, σχηματισμένο ίσως από την πρώτη δραματική εξομολόγησή του. Έμοιαζε με κυνηγημένο πουλί που είχε μεγάλες πληγές, αλλά πιο μεγάλη αγωνία. Ο διάβολος τον έχει δέσει. Όμως δεν θα χαιρόταν. Η ψυχή του βρισκόταν τώρα πια στα χέρια του Χριστού, στα χέρια του παπα-Κοδράτου, που διέθεταν την τέχνη και την δύναμη να σπάσουν τα δεσμά των αμαρτιών και της απογνώσεως. Ήταν στα χέρια του ιατρού που θα έκανε την εγχείρηση και θα θεράπευε τον τραυματία με την χάρη και τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος.
Ο προσκυνητής αντίκρυζε στο πρόσωπο του πνευματικού τον άνθρωπο του Θεού και σκιρτούσε από χαρά.
«Είναι κάτι φυσικό-γράφει ο άγιος Ιωάννης, ο συγγραφεύς της Κλίμακος- να βλέπει ο άρρωστος τον ιατρό και να αισθάνεται χαρά. Έστω κι αν δεν λάβει καμμία ωφέλεια από αυτόν. Απόκτησε λοιπόν και συ, ω θαυμάσιε-λέει προς τον ποιμένα- έμπλαστρα, κολλύρια, ποτά, σπόγγους, αναισθητικά, φλεβοτόμα, καυτήρες, αλοιφές, υπνωτικά, μαχαίρια, επιδέσμους. Αν δεν έχουμε αυτά, πως θα φανεί η επιστήμη μας;» (Λόγος προς ποιμένα).
Ο παπα-Κοδράτος ήταν εξοπλισμένος με όλα αυτά τα πνευματικά όργανα που αποτελούν την αληθινή επιστήμη του ποιμένος.
Ο άρρωστος προσκυνητής επιθυμούσε να γίνει σύντομα η επέμβασις. Ο παπα-Κοδράτος δεν βιαζόταν. Κάθησε κοντά του. Προσπάθησε να δημιουργήσει ατμόσφαιρα γνωριμίας, φιλίας και εμπιστοσύνης με τον εξομολογούμενο, παρ’ όλο που εκείνος βιάσθηκε να του συστηθεί:
- Είμαι ένας αμαρτωλός, πάτερ.
-Καλά. Μα εγώ σε βλέπω σαν άγγελο του Θεού. Πες μου, έχεις παιδιά; Πότε ήρθες στο Άγιον Όρος; Τι δουλειά κάνεις;
Συζήτησαν αρκετά, ώσπου η ποθητή προετοιμασία έγινε. Μετά έβαλε «ευλογητός».
- Έλα παιδί μου, του είπε. Βλέπεις αυτή την εικόνα του Χριστού; Μη κρύψεις τίποτε. Όλα τα ξέρει ο Κύριος. Όλα τα βλέπει. Όλα τα ακούει. Κι εγώ είμαι ομοιοπαθής με σένα άνθρωπος. Θάρρος λοιπόν.
Αβίαστα και φυσικά άδειασε και ξεχύθηκε όλο το φαρμάκι κι όλος ο πόνος της καρδιάς του ανθρώπου. Με συντριβή. Χωρίς αμφιβολία για το έλεος του Θεού που τον έβλεπε ολοζώντανο στην μορφή και στο πετραχήλι του γέροντος πνευματικού. Εξομολογήθηκε καθαρά. Μετανόησε ειλικρινά. Έκλαψε. Η ψυχή του, ο λόγος του, η στάσις του, όλα μιλούσαν σαν να απήγγελναν τον 50ο ψαλμό του Δαβίδ, τον ψαλμό της μετανοίας : «Ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω και η αμαρτία μου ενώπιόν μου εστι διαπαντός».
Τι άλλο ζητεί ο φιλάνθρωπος Θεός από τον άνθρωπο; Μετάνοια. επιστροφή. Αυτός είναι ο μοναδικός για τον Παράδεισο. Ο δρόμος που περπάτησε ο τελώνης, η πόρνη, ο ληστής. Αυτόν τον δρόμο άνοιξε ο Κύριος και στην πληγωμένη αυτή ψυχή με την υπεύθυνη πατρική παρουσία του σοφού Του οικονόμου στο ιερό μυστήριο της αφέσεως.
Ήταν Μεγάλη Εβδομάδα. Ο παπα-Κοδράτος όταν άκουσε τον εξομολογούμενο, όταν, ως συνήθως, δάκρυσε μαζί του, κι όταν πια τον συμβούλευσε σκύβοντας επάνω στα τραύματά του με ευσπλαχία, του είπε:
-Είδε ο Θεός, παιδί μου, την μετάνοιά σου και τα δάκρυά σου. Άκου λοιπόν. Σήμερα είναι Μ. Πέμπτη. Όλοι οι πατέρες νηστεύουν για να κοινωνήσουν. Κάθησε κι εσύ εδώ αυτές τις ημέρες. Στο καθαρό και άγιο περιβάλλον της Μονής θα δεις καλύτερα τον εαυτό σου. Θα προσευχηθείς μαζί μας, θα νηστέψεις. Και θα κοινωνήσεις. Θα λειτουργήσω εγώ και θα σε κοινωνήσω. «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι. Μηκέτι αμάρτανε».
Η αγαλλίασις του ανθρώπου, μετά το τέλος της εξομολογήσεως, ήταν απερίγραπτη. Όλα τριγύρω έλαμπαν με το φως της ειρήνης, της συγγνώμης, του ελέους του Θεού. Είχε σωθεί. Και η χαρά του παπα-Κοδράτου, που έγινε για άλλη μία φορά σωσίβιο σ’ ένα ναυάγιο της ζωής, ήταν όμοια μ’ εκείνη την χαρά που δοκιμάζει ο Χριστός όταν βρίσκει ένα «απολωλός», όμοια μ’ εκείνο το πανηγύρι που γίνεται στον Ουρανό «επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι».
«Κοδράτος ο Καρακαλληνός»
Σύγχρονες αγιορείτικες μορφές