Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013

2849 - Το… μαρτύριο του Ζ. Παπαντωνίου στην Ι.Μ. Διονυσίου



Οἱ ὧρες τῆς ζωῆς μας. Ἀρχιμανδρίτης Νίκων Κουτσίδης

Στὶς ἀρχὲς τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα, ἕνας λογοτέχνης, ὁ Ζαχαρίας Παπαντωνίου μὲ μιὰ παρέα φίλων του ἐπισκέφθηκαν τὸ Ἅγιον Ὄρος. Σὲ ἕνα βιβλιαράκι-ὁδοιπορικὸ ποὺ ἐκδόθηκε μετὰ τὸ ταξίδι, κατέγραψε τὶς ἐντυπώσεις του. Λόγω τῆς κακοκαιρίας ἔμειναν δύο-τρεῖς ἡμέρες περισσότερο ἀπὸ τὸ προγραμματισμένο! Καί, τί ἔκαμαν, ὅταν ἔμαθαν γιὰ τὸν προσωρινὸ ἀποκλεισμό τους στὴν μονὴ Διονυσίου:
* * *
-Ἀρχίσαμε νὰ βηματίζουμε στὸ χαγιάτι- σὰν τὰ κλεισμένα θηρία. Μιὰ παρηγοριὰ μόνο ἔφεγγε στὴν ἀπελπισίαν αὐτή. Ἡ ἐλπίδα, πὼς κάποτε θὰ φύγωμε. Μὰ θὰ φύγωμε; Ἡ καταχνιὰ ποὺ ὅλο κατέβαινε, ὁ ἀέρας ποὺ τάραξε τὴ χούνη, μᾶς ἔλεγε πὼς ἡ στιγμὴ αὐτὴ ἀργεῖ. Ἡ σιωπὴ ἦταν ἀπόλυτη...
Μιὰ στιγμὴ ἦρθε σ' ἕναν ἀπὸ μᾶς ἡ ἰδέα νὰ κατεβοῦμε στὴν αὐλή: «Μακρυά! Φώναξε ἕνας ἄλλος. Θὰ ξαναδοῦμε τὴ Δευτέρα Παρουσία!» Κι ἀλήθεια. Ἡ αὐλὴ δὲν εἶναι παρὰ στενὸς ἀνοιχτὸς χῶρος. Καὶ ἡ μόνη μας ἀναψυχὴ ἐκεῖ θὰ ἦταν, νὰ περπατοῦμε στοὺς νάρθηκες τοῦ ναοῦ, νὰ βλέπωμε ζωγραφισμένη τὴ φωτιά, τὸ κατράμι νὰ καταπίνει τοὺς ἁμαρτωλούς, τὸ ζύγισμα τῶν ψυχῶν. Ἔτσι βρήκαμε καὶ μεῖς τὴ δική μας εὐτυχία: νὰ δρασκελίζωμε διαρκῶς ἕνα κλεισμένο χαγιάτι. Ἐδῶ νιώσαμε, τί μεγάλη εὐτυχία εἶναι τὰ βήματα...! Ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ χαγιάτι, ὥστε νὰ γίνεται κι' αὐτό!.... Ἀπὸ τὰ ἀνοιχτὰ παράθυρα τῆς ἐκκλησίας ἔρχονταν τὰ διαβάσματα κι' οἱ ψαλμοὶ (Ἅγιον Ὄρος, ἐκδ. ΕΣΤΙΑ, Ἀθήνα, 1934).

Χαμένος χρόνος, λοιπόν, ἡ παραμονὴ στὸ Ἅγιον Ὄρος, γιὰ τὸν Παπαντωνίου καὶ τοὺς φίλους του!
Πῶς ὅμως, καταντάει τόσο ρηχὸς ὁ ἄνθρωπος;
Ἐξαιτίας τῆς ἀπιστίας του! Γιατί μᾶς ἐνοχλεῖ τόσο ἡ εἰκόνα τῆς Δευτέρας Παρουσίας;
Μὰ ἐπειδὴ μᾶς θυμίζει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Θεός.
Γιατί δὲν ἔκαναν τὸν κόπο νὰ μποῦν στὴν ἐκκλησία καὶ νὰ ἀκούσουν «διαβάσματα καὶ ψαλμούς», προσευχὲς στὸν Χριστό;
Γιατί τοὺς θύμιζαν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Θεός!
Πολλοὺς αἰῶνες, πρὶν ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Παπαντωνίου, ἕνα τρίχρονο κοριτσάκι ὁδηγήθηκε ἀπὸ τοὺς γονεῖς του στὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἔμεινε ἐκεῖ δώδεκα χρόνια! Καὶ μάλιστα μέρα-νύχτα! Μά, δὲν ἔπληττε! Δὲν βαριόταν!
Ὅποιος καταλάβει, ὅτι ὁ Θεὸς καὶ ὑπάρχει καὶ ἐνεργεῖ, ἀνοίγει μαζί Του διάλογο (=προσευχή). Καὶ ὁ Θεὸς τὸν παρηγορεῖ. Τοῦ χαρίζει ἀπέραντη χαρά, ποὺ δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ πράγματα ἐπίγεια. Αὐτὸ συνέβη καὶ στὸ κορίτσι αὐτὸ· ποὺ εἰσῆλθε στὸν ναὸ ἀπὸ νήπιο. Τὸ κοριτσάκι αὐτὸ εἶναι ἡ Μαρία, ἡ Παναγία μητέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Γι' αὐτὸ καὶ τὸ γεγονὸς τῶν «Εἰσοδίων» τῆς Παναγίας στὸ ναό, ἔγινε ἀφορμὴ χαρᾶς, ἑορτῆς καὶ πανηγύρεως γιὰ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία.
Γιὰ νὰ μᾶς θυμίζει, ὅτι πρέπει νὰ γίνει καὶ μιὰ δική μας «εἴσοδος» στὴν ἐκκλησία. Γιατί ἐκεῖ, στὴν Θεία Λειτουργία, συναντᾶμε τὸν ζῶντα Χριστὸ· καὶ μιλᾶμε μαζί Του.

2848 - Το ιδρυτικό χρυσόβουλλο της Ιεράς Μονής Διονυσίου



Χρυσόβουλο του Αλεξίου Γ΄ Μεγάλου Κομνηνού
Σεπτέμβριος 1374
Αρχείο Μονής Διονυσίου
Πανομοιότυπο αντίγραφο του 18ου αιώνα
Χαρτί, 103,8 x 36 εκ.

Πρόκειται για αντίγραφο του ιδρυτικού χρυσοβούλλου της Μονής Διονυσίου, με το οποίο ο αυτοκράτορας της Τραπεζούντας έδωσε στον Διονύσιο το ποσό των 100 σωμίων αργύρου (που αντιστοιχούν περίπου σε 1000 χρυσά υπέρπυρα), για να χτίσει τη μονή του, και του υποσχέθηκε μια ετήσια επιχορήγηση 1000 άσπρων κομνηνάτων (αργυρών νομισμάτων της Τραπεζούντας) για το μέλλον. Σε αντάλλαγμα, ο Διονύσιος ανελάμβανε να μνημονεύει επ’ άπειρον τον αυτοκράτορα και την οικογένειά του στις ακολουθίες και να επιφυλάσσει ιδιαίτερη υποδοχή στους Τραπεζούντιους που πηγαίνουν στη μονή είτε ως μοναχοί είτε ως απλοί επισκέπτες.
.......Το τεράστιο πρωτότυπο χρυσόβουλλο (χαρτί, 301 x 40,3 εκ.) κοσμείται με την πρωτότυπη ωραιοτάτη μικρογραφία, διατηρεί τη χρυσή του σφραγίδα (οι δύο δίσκοι έχουν χωρισθεί και είναι σήμερα ραμμένοι δίπλα στη μικρογραφία) και είναι γραμμένο, με διακοσμητική και δυσανάγνωστη γραφή, με ορισμένες λέξεις με κόκκινα και χρυσά γράμματα. Η μικρογραφία παριστάνει τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο (επώνυμο άγιο της Μονής Διονυσίου) να ευλογεί τον Τραπεζούντιο αυτοκράτορα και τη σύζυγό του Θεοδώρα.



.......Τα στοιχεία και η φωτογραφία είναι από τον τόμο ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ, ο οποίος εκδόθηκε το 1997 από την Ιερά Κοινότητα και τον Οργανισμό Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης. Θεσσαλονίκη 1997.

2847 - Περί της διαίτης των πατέρων



Ότε η χάρις του Θεού ένευσεν εις την καρδίαν μου ίνα έλθω εις τον ευλογημένον τούτον τόπον της ησυχίας και προσευχής, ήτο Φεβρουάριος του σωτηρίου έτους 1910˙ ο πόθος μου ήτο να μεταβώ εις την Σκήτην των Καυσοκαλυβίων, όπου ήσκησεν ο συντοπίτης μου Όσιος Ακάκιος και όπου εμόναζον και μονάζωσιν εισέτι δύο αυτάδελφοι ιερομόναχοι συμπολίται μου, ων ο πνευματικός Παντελεήμων[1], οσιώτατος και εις άκρον ενάρετος, είναι και ο πρεσβύτερος ίσως των επιζώντων αγιορειτών ήδη 103 ετών γέροντας.
Αρχιμανδρίτης Γαβριήλ (1886-1983),
Ηγούμενος της μονής Διονυσίου
(Φωτογραφία: Chrysostomus Dahm, 1957)
Είχον πράγματι την απόφασιν και μετά την άφιξίν μου εις Άγιον Όρος να μεταβώ και ζήσω ως ασκητής, και εκίνησα διά ξηράς εκ Δάφνης διά Καυσοκαλύβια. Διερχόμενος όμως εκ της ιεράς ταύτης Μονής του Αγίου Διονυσίου και ιδών την ευταξίαν των πατέρων εις συμπεσούσαν εκείνην την ημέραν κηδείαν γηραιού ιεροδιακόνου και επηρεασθείς εκ της ασκητικής μορφής της τε Μονής και του φυσικού περιβάλλοντος παρέμεινα, εις τον πανάγαθον Θεόν και τον Τίμιον Πρόδρομον επιρρίψας τας ελπίδας της σωτηρίας μου.
Ήτο Μεγάλη Τεσσαρακοστή όταν εκοινοβίασα (εντάχθηκα στο μοναστήρι) και εδιωρίσθην να υπηρετώ ως βοηθός εις τον ξενώνα της Μονής. Κατ’ εκείνην την έποχήν αι ιεραί Σκήται και τα ερημητήρια ήσαν υπερπλήρη μοναχών, αι δε ιεραί Μοναί έχουσαι τα Μετόχια των τότε, έδιδον αφειδότερον την ελεημοσύνην, και δεν υπήρχε και ο χωρισμός του μνημόσυνου, έφ’ ω κάθε Σάββατον εσπέρας ήρχοντο ασκηταί και ερημίται πατέρες, ίνα και εις την αγρυπνίαν μείνωσι και την καθιερωμένην ελεημοσύνην λάβωσι.
Φυσική συμπάθεια και ευλαβώς προς αυτούς διακείμενος, αλλά και συστελλόμενος εκ σεβασμού δι’ ερωτήσεις, προσεπάθουν οτέ μεν ωτακουστών οτέ δε παρακαθήμενος να υποκλέψω τι εκ των ομιλιών και συζητήσεων των δια να κρίνω εξ αυτών περί της πνευματικής των καταστάσεως.
Ήτο νυξ σχεδόν και ανεμένοντο αι κρούσεις των σημάντρων δια την αγρυπνίαν, είχε δε τελειώσει και το κέρασμα του καθιερωμένου καφέ προς τε τους αδελφούς και ξένους και εκαθήμην ξεκουραζόμενος ένδοθεν της «Καφετζαρίας»[2] εως ου αρχίση η αγρυπνία της Ε’ Κυριακής των Νηστειών.
Θέλων ως φαίνεται, ο πανάγαθος Θεός να με πληροφόρηση περί της διαίτης των ασκητών πατέρων, έτι δε περισσότερον ίνα άρη τον ενδόμυχον γογγυσμόν μου δια τους ακρέμονας (αβρονιές) δι’ ας διττώς εμεμψιμοίρουν, πρώτον ότι ως νεώτερον με έστελλον δις της εβδομάδος προς συλλογήν μετ’ άλλων συνηλικιωτών, και εστερούμεθα της ιεράς ακολουθίας, και δεύτερον διότι δεν ηδυνάμην να τας φάγω μαγειρευομένας ως εκ της πικρότητός των, ωκονόμησε και ήλθον και εκάθησαν εις το έξωθι σκαμνίον δύο ερημίται, και η πρώτη ερώτησις του ενός προς τον έτερον ήτο «πως επέρασαν την αγίαν Τεσσαρακοστήν έως τότε»˙ εις απάντησιν ο άλλος είπε, «δι’ ευχών σας και χάριτι Χριστού καλά, έχομεν στην γειτονιά μας τον άγιον πνευματικόν παπα Ματθαίον και μας κάμει τας λειτουργίας και μεταλαμβάνουν οι αδελφοί Τετάρτην και Σάββατον, γιαυτό με έστειλεν ο Γέροντας να έλθω να πάρω πρόσφορα και λίγα κεριά και νάμα και να επιστρέψω». «Κατά τα άλλα τα σωματικά πως περνάτε;» ξαναερώτησεν ο πρώτος˙ «δόξα τω αγίω Θεώ», ανταπάντησεν ο έτερος˙ «εφέτος η ευσπλαγχνία του Θεού μας ελυπήθη και εγέμισεν ο τόπος «αβρονιές» και δεν καταλάβαμε πως πέρασε η αγία Τεσσαρακοστή, κάθε μέρα αυτές βράζομεν με λίγο ρύζι και τα Σαββατοκύργιακα με λίγο λάδι, και είμεθα πλούσιοι από φαγητό, δοξασμένο το όνομα του Κυρίου». Ως ήκουσα ταύτα εταλάνισα εμαυτόν και ιατρεύθην από το πάθος του γογγυσμού, καθότι ημείς εις το Μοναστήριον μόνον μίαν – δύο φοράς την εβδομάδα εμαγειρεύαμεν και επί πλέον είχεν η τράπεζα προσφάγιον ελαίας ή σύκα, ενώ αυτοί εις την ξηράν έρημον στερούνται ίσως και τούτων. Είναι δε αι «αβρονιές» αι τρυφεραί κορυφαί φυτού εκ της κατηγορίας των «ελλισσομένων» (πού αναρριχούνται) υδροχαρές (που ευδοκιμεί στο νερό) μάλλον, και πικρίζον κατά την γεύσιν, διουρητικόν και καθαρτικόν του αίματος κατά τους βοτανολόγους. Φύεται καθ’ όλας τας διεράδας (υγρά μέρη) του Αγίου Όρους, και οι ακρέμονές (κλωναράκια) του αναδύονται τρυφερώτατοι εκ της γης από αρχάς μέχρι τέλους Μαρτίου, και θεωρούνται ευλογία Θεού δια την νηστήσιμον ταύτην περίοδον. Δια τον τρώγοντα ταύτας πρώτην φοράν και δη άνευ ελαίου, ως γίνεται κατά τας νηστησίμους ημέρας εν Αγίω Όρει, φαίνονται πράγματι ως κάτι το δηλητηριώδες και βλαβερόν, οι πατέρες όμως τας συνηθίζουν συν τω χρόνω και τας ευρίσκουν και εδωδίμους (φαγώσιμους) και ωφελίμους.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Οι Γέροντες του Μακαριστού Γέροντος Πορφυρίου
[2] Χώρος στο Αρχονταρίκι για την παρασκευή καφέ και αφεψημάτων.

ΛΑΥΣΑΪΚΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ
Ύπό Άρχιμ. ΓΑΒΡΙΗΛ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΟΎ (†) 1983
Β’ ΕΚΔΟΣΙΣ
ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 2002

2846 - Η Σαρακοστή, του Μοναχού Μωυσή Αγιορείτη



Η προ του Πάσχα περίοδος που διερχόμαστε γεννά ή θα πρέπει να γεννά κάποια ιδιαίτερα συναισθήματα μέσα μας. Η ωραιότατη και κατανυκτική υμνογραφία αυτής της περιόδου, οι πολλές λατρευτικές ευκαιρίες, η σαρακοστιανή νηστεία θέλουν να μας συγκεντρώσουν. Να σκύψουμε μέσα μας, να προβληματιστούμε, να προβούμε σε έναν αυτοέλεγχο προς ειλικρινή μετάνοια.
Ο πολύς κόσμος αγνοεί ή δεν θέλει να προσεγγίσει το νόημα των ημερών αυτών, συνεχίζοντας τη μονότονη ζωή του.
Ενώ λέει πως η ζωή τον κουράζει, δεν κάνει ούτε βήμα για μια ουσιαστική αλλαγή.
Δίαιτα αυστηρή κάνει, αλλά νηστεία δεν κάνει.
Στον ψυχολόγο πηγαίνει, στην τηλεόραση κάθεται ώρες, αλλά στον εξομολόγο δεν πηγαίνει, ούτε στην εκκλησία.
Δεν θέλει ο άνθρωπος σήμερα να δώσει κάτι, μόνο να πάρει, δίχως μόχθο και καμία προσωπική θυσία. Φοβάται να δει κατάματα τον εαυτό του. Συστηματικά τον αποφεύγει. Αγωνιά στο εσωτερικό κενό του.
Η Σαρακοστή λειτουργεί σαν ακτινογραφικό μηχάνημα, σαν φωτογραφική μηχανή, σαν καθρέφτης. Κατά κάποιο τρόπο τη θεωρούμε αποκρουστική, γιατί θα αποκαλύψει την κρυφή πραγματικότητά μας.
Το πνεύμα της καταναλώσεως, της ευκολίας, του αταπείνωτου φρονήματος δεν αφήνει τον άνθρωπο να απαλλαγεί από πολλά περιττά που έχει γεμίσει η ζωή του. Η Σαρακοστή είναι μια παρέκκλιση και μια ευκαιρία για μεταμόρφωση. Μια ευχή που λέγεται στις ιερές ακολουθίες όλης αυτής της περιόδου πεντακόσιες φορές, του οσίου Εφραίμ του Σύρου, λέει να αφήσουμε το πνεύμα της αργίας, της περιέργειας, της φιλαρχίας και της αργοσχολίας και να αποκτήσουμε σωφροσύνη, ταπεινοφροσύνη, υπομονή και αγάπη. Η ωραία και μεστή αυτή προσευχή καταλήγει ζητώντας από τον Θεό: «Δώρησαί μοι του οράν τα εμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον αδελφόν μου». Να αφήσουμε, δηλαδή, το κουτσομπολιό, την ετεροπαρατήρηση, τη συνεχή αυστηρή κριτική, και να στραφούμε εντός μας, διορθώνοντας τα σφάλματά μας.
Η Σαρακοστή θέλει να μας αυτοσυγκεντρώσει και να συνδράμει στη θεραπεία μας από πνευματικά νοσήματα, που μας σκοτίζουν τον νου, μας δυσκολεύουν και στενοχωρούν τη ζωή μας.
Αν καταφέρουμε έναν βαθμό αυτογνωσίας και μετανοίας, τότε η Σαρακοστή δεν θα είναι μια σκυθρωπή και στείρα περίοδος, αλλά ένας σταθμός, που δεν θα είναι γεμάτος από καθηκοντολογικές υποχρεώσεις, αλλά ένα μαλάκωμα της πέτρινης καρδιάς μας, που θα οδηγήσει σε φιλαδελφεία και φιλοθεία.
Ο πολύς ορθολογισμός των δύσκολων καιρών θέλει να μας απομακρύνει μακριά κάθε μυστικισμό, ησυχασμό, μυστήριο ιερό, υπέρλογο και μεταφυσικό. Τα αποτελέσματα αυτής της απομακρύνσεως έχουν γίνει φανερά. Μελαγχολία και απελπισία επικρατούν, που θλίβουν τους πολλούς. Ωρίμασε ο καιρός για μια εκ βαθέων παραδοχή της αποστασίας και μια επιστροφή στο λίκνο της σταυρωμένης αγάπης.
Τη Σαρακοστή συχνά συμβαίνουν πειρασμοί, δοκιμασίες, σκάνδαλα και πτώσεις.
Είναι για να μας ωριμάσουν περισσότερο, να μας ισορροπήσουν και να μας φρονηματίσουν. Η ζωή των χριστιανών, ας μη το λησμονάμε ποτέ, είναι σταυρική. Δίχως σταύρωση δεν έρχεται ανάσταση.
Η Σαρακοστή είναι μια ωραία και καλή προετοιμασία, ένας διάδρομος ημίφωτος, που οδηγεί σε φωτεινό σαλόνι. Τα πόδια της Σαρακοστής είναι η προσευχή και η νηστεία. Προσευχή και νηστεία δίχως ταπείνωση και αγάπη δεν έχουν κανέναν καρπό. Νηστεία και προσευχή θέλουν να μετριάσουν τον πολύ εγωισμό μας.
Ας μη χάσουμε την ευκαιρία και αυτής της Σαρακοστής, καθώς πλησιάζει στη δύση της. Μέσα στην Εκκλησία τα προβλήματα βρίσκουν λύση. Ο παγερός χειμώνας φέρνει την άνοιξη. Το Τριώδιο το ακολουθεί το Πεντηκοστάριο. Η συννεφιά ποτέ δεν είναι μόνιμη. Μετά από αυτήν η λιακάδα είναι πιο ωραία. Τώρα, όπως λέει ένα υπέροχο τροπάριο, είναι «μετανοίας καιρός και δεήσεως ώρα».

Μοναχός Μωυσής, Αγιορείτης
Μαρ 14, 2010