Σάββατο, 5 Ιανουαρίου 2013

2504 - Παπα Χαράλαμπος Διονυσιάτης

2503 - Ο Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης για τη νεοειδωλολατρία



Συμπληρώνεται επταετία από της αναγνωρίσεως, κατόπιν αποφάσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών (28-2-2006), του αρχαιοελληνικού δωδεκαθέου ως επίσημης θρησκείας.
Η νεοειδωλολατρία τα τελευταία έτη γνωρίζει σχετική έξαρση στην Ελλάδα. Λατρεύεται ελεύθερα το μυθικό και εμπαθές δωδεκάθεο, με την τέλεση τελετών και μυστηρίων. Άνθρωποι μορφωμένοι παριστάνουν τους ιερείς και προσπαθούν να παρασύρουν συμπατριώτες τους, εκθειάζοντας το αρχαιοελληνικό κάλλος και θέλοντας να τους επαναφέρουν στην ειδωλολατρία.
Σε ομιλίες και γραφές τους εκφράζονται υποτιμητικά και κάποτε χλευαστικά για την ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία. Υβρίζουν την εκκλησία, τον κλήρο και τον μοναχισμό. Φθάνουν σε ακρότητες και ανεπίτρεπτες απειλές. Περιγελούν ό,τι το ιερό του χριστιανισμού με φοβερές υπερβολές. Δεν ντρέπονται να καθυβρίζουν και το πανίερο πρόσωπο του Χριστού. Μιλούν ακόμη στα βιβλία και τα περιοδικά τους για σφαγές των χριστιανών.
Υπάρχουν και αδαείς νεοειδωλολάτρες, παγανιστές, άθεοι και φανατικοί πατριώτες. Παρασύρονται από φθηνά και ατεκμηρίωτα κηρύγματα ότι οι χριστιανοί κατέστρεψαν τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό. Ο προκλητικός προπαγανδιστικός παγανισμός φέρνει κάποια αποτελέσματα σε άπιστους και σε ημιμαθείς. Γίνονται γραφικοί αρκετά, αν και είναι λίγοι, όταν λέγουν ότι ο χριστιανισμός υπήρξε άσπονδος εχθρός του ελληνισμού.
Θα πρέπει να τονίσουμε ζωηρά πως άλλο είναι ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός και εντελώς άλλο η αρχαιοελληνική θρησκεία. Το γνωστό δωδεκάθεο αποτελούν μορφές λίαν εμπαθείς. Πάθη ανίερα και ανθρώπινα τους χαρακτηρίζουν, όπως υπερηφάνεια, θυμός, ζήλια, σαρκολατρία και κακία. Ακόμη και οι αρχαίοι έλληνες φιλόσοφοι αμφισβητούσαν έντονα την ύπαρξη του δωδεκάθεου, όταν μιλούσαν για έναν μόνο, άγνωστο και απαθή θεό. Δεν θα μπορούσε ποτέ το θείο να είναι εμπαθές. Δυστυχώς στον προχριστιανικό κόσμο απουσίαζαν οι ωραίες ιδέες της ελευθερίας, της φιλανθρωπίας και της αγάπης.
Τι θεοί είναι αυτοί γεμάτοι από αδυναμίες, λάθη, προβλήματα και υστερήσεις; Του δωδεκάθεου προϋπήρξαν δεκάδες δεκάδων θεών. Το ελληνικό δωδεκάθεο κατοικούσε στο πανύψηλο όρος του Ολύμπου. Ο πατέρας των θεών έχει έναν ανέντιμο βίο, διόλου τιμητικό, που επ’ ουδενί δεν αποτελεί πρότυπο προς μίμηση. Φυλακίζει τον πατέρα του, βασανίζει τη σύζυγό του, τιμωρεί τους ανθρώπους. Ο Ποσειδώνας είναι ανήθικος και πρόξενος πολλών κακών. Ο Απόλλων υπήρξε εκδικητικός και τρομερός τιμωρός. Ο Διόνυσος φημίζεται για τις βιαιοπραγίες του, ο Άρης παρουσιάζεται ως φιλοπόλεμος, σκληρός, άγριος και βάρβαρος.
Στη λατρεία των θεών είχαν και ανθρωποθυσίες. Με το αίμα της θυσίας των ανθρώπων ράντιζαν τους βωμούς των θεών. Θυσιάζονταν νέοι, αιχμάλωτοι και ναυαγοί. Μάλιστα ορισμένες φορές τα θύματα τεμαχίζονταν προ των θυσιών τους. Ιδού πώς λατρεύονταν οι θεοί τους οποίους και σήμερα θέλουν ορισμένοι να τους επαναφέρουν. Έτσι εξευμενίζονταν οι θεοί; Οι θεοί προκαλούν τον τρόμο και τον θάνατο; Ο Χριστός ήλθε να καταργήσει τη δωδεκαθεϊκή κακία. Ήλθε να φέρει την αλήθεια, την αγάπη, την ελευθερία και την ταπείνωση. Οι αρχαίοι θεοί δεν διδάσκουν την αρετή. Γι’ αυτό οι πρόγονοί μας τους αρνήθηκαν. Οι προ Χριστού χριστιανοί φιλόσοφοι μίλησαν για έναν μόνο και αληθινό θεό. Έτσι προετοίμασαν το έδαφος για την έλευση του χριστιανισμού.
Έως τον τρίτο αιώνα ένα πλήθος μαρτύρων αγωνίστηκε μέσα από φρικτά μαρτύρια για την ορθή πίστη του Χριστού. Ειδωλολάτρες άρχοντες θυσιάζουν, φυλακίζουν, βασανίζουν και θανατώνουν χιλιάδες χριστιανούς. Οι χριστιανοί αντί να μειώνονται αυξάνονται. Η γενναιότητα, ο ηρωισμός, ο ενθουσιασμός, η γνησιότητα και η ζωηρότητα τους χαρακτηρίζουν. Με τον Μέγα Κωνσταντίνο παύουν οι διωγμοί, οι οποίοι φωτοστεφάνωσαν μυριάδες πιστούς. Έτσι καταργείται κάθε μορφή ειδωλολατρίας. Ο ερχομός του χριστιανισμού χαροποίησε πολλούς αλλά δημιούργησε και εχθρότητες και βιαιότητες και βαναυσότητες. Ορισμένοι φανατικοί χριστιανοί οδηγήθηκαν σε συγκρούσεις.
Η επικράτηση του χριστιανισμού έφερε ένα νέο πνεύμα, ένα νέο ήθος, γαλήνη και ησυχία. Η εκκλησία δίδαξε μόνο το καλό, το αγαθό, το ιερό, το ωραίο και το αληθινό. Προσέλαβε ό,τι το σοφό από τον αρχαίο ελληνικό κόσμο και απέρριψε ό,τι το άηθες, το ανίερο, πονηρό και κακό. Είναι λίαν λυπηρό σήμερα μορφωμένοι και μη συμπατριώτες μας να επιλέγουν τον μύθο, την αναλήθεια, τη δαιμονιώδη κακία και μάλιστα να τα προσκυνούν. Φαίνεται πως αρέσκονται στη μη καθαρότητα, στην παθολατρία των εμπαθών θεών τους, κι έτσι δικαιολογούν τα πάθη και την κατάστασή τους. Η αγία μητέρα μας ορθόδοξη εκκλησία διδάσκει τη γνησιότητα, την τιμιότητα, την ειλικρίνεια, την αγιότητα, την εγκράτεια, τη σεμνότητα και την ταπεινότητα. Οι δωδεκαθεϊστές νεοειδωλολάτρες θέλουν να παρουσιάζονται πιο Έλληνες, δεν θέλουν να αγωνίζονται και αγαπούν τη μυθολογία και όχι την αλήθεια.

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 5/1/2013

2502 - Ο Όσιος Αντώνιος Pečerskij: Από την ιστορία των σχέσεων της Λαύρας του Κιέβου με το Άγιον Όρος



Είναι γνωστό ότι, το αρχαιότερο μοναστήρι της Ρωσίας η Λαύρα του Κιέβου, είχε σχέσεις με τον Άγιον Όρος, από την εποχή της ιδρύσεώς του.


Ένας από τους ιδρυτές του ή συνιδρυτές του, ο Όσιος Αντώνιος Pečerskij, έζησε στο Άγιον Όρος και εκάρη εκεί μοναχός, σε μία από τις μονές του, όπου έλαβε το όνομα Αντώνιος. Αργότερα, έλαβε ευλογία από τον ηγούμενό του να επιστρέψει και πάλι στη Ρωσία. Μετά από πολλές περιπλανήσεις, εγκαταστάθηκε σε μία σπηλιά στου Κιέβου και εκεί δημιούργησε την πρώτη μοναστική κοινωνία με 12 μοναχούς. Ο Όσιος Αντώνιος, αφού εξέλεξε ηγούμενό τους τον Βαρλαάμ, αναχώρησε και εγκαταστάθηκε στην έρημο, όπου έζησε άλλα σαράντα χρόνια. Αργότερα, με την ευλογία του και με τη βοήθειά του ηγεμόνος Ιζιασλάβ, ιδρύθηκε η περίφημη Λαύρα του Σπηλαίου στο Κίεβο (Kievopečerskaja Lavra). Αυτές είναι, σε μεγάλη περίληψη, οι ιστορικές πληροφορίες τις οποίες έχουμε από το Χρονικό του Νέστορος[i], σχετικά με τη μετάβαση του Οσίου Αντωνίου Pečerskij στο Άγιον Όρος[ii]. Χωρίς να μπούμε σε λεπτομέρειες της μίας ή των δύο μεταβάσεων του Οσίου Αντωνίου Pečerskij στο Άγιον Όρος, θα εξετάσουμε, με συντομία, την αγιορειτική παράδοση, κατά την οποία ο Όσιος Αντώνιος έζησε και ασκήθηκε σε σπήλαιο, κοντά στη μονή Εσφιγμένου, του Αγίου Όρους.
Στα μέσα του 19ου αιώνα, δημιουργήθηκε αγιορειτική παράδοση, σύμφωνα με την οποία ο Όσιος Αντώνιος Pečerskij έζησε και μόνασε τον 11ο αιώνα σε σπηλιά, κοντά στη μονή Εσφιγμένου. Η παράδοση αυτή, η οποία δεν έχει κανένα ιστορικό επιχείρημα[iii], έγινε πιστευτή από αρκετούς Έλληνες και Ρώσους λογίους της εποχής, αλλά και αμφισβητήθηκε από τον E. E. Golubinskij[iv], στις αρχές του 20ού αιώνα. Ο E. E. Golubinskij, βέβαια, όπως θα δούμε παρακάτω, δεν υπήρξε ο πρώτος, ο οποίος αμφισβήτησε την παραμονή του Οσίου Αντωνίου στη μονή Εσφιγμένου. Είναι γεγονός όμως ότι, κανείς δεν αμφισβήτησε ότι ο Όσιος Αντώνιος Pečerskij ήλθε και έζησε μια ή δύο φορές στο Άγιον Όρος, τον 11ο αιώνα. Ο E. E. Golubinskij απέδωσε τη γένεση της αγιορειτικής παραδόσεως στους Έλληνες και μάλιστα στους μοναχούς της μονής Εσφιγμένου[v], οι οποίοι ήθελαν να θέσουν τη μονή υπό την προστασία της Ρωσίας. Το μόνο που κατόρθωσαν, γράφει, ήταν να πάρουν άδεια και να κάνουν εράνους στη Ρωσία[vi]. Εδώ, νομίζω πώς πρέπει να αναφέρουμε ότι, στα μέσα του 17ου αιώνα, όταν η μονή Εσφιγμένου του Αγίου Όρους παρήκμασε οικονομικά, ζητήθηκε η συνδρομή της Ρωσίας. Το πρώτο ουκάζιο, υπέρ της μονής Εσφιγμένου, εκδόθηκε στις 16.3.1640 επί τσάρου Μιχαήλ Θεοδώροβιτς Romanov (1613-1645)[vii]. Ο τσάρος, τότε, έδωσε άδεια στους Εσφιγμενίτες μοναχούς να κάνουν εράνους στη Ρωσία, κάθε πέντε χρόνια[viii]. Αργότερα, το έτος 1841, στο Νάρθηκα του Καθολικού της μονής Εσφιγμένου τοιχογραφήθηκε ο Όσιος  Αντώνιος Εσφιγμενίτης (ο Ρώσος)[ix] και το 1845, άρχισε να χτίζεται το παρεκκλήσι στη μνήμη του Οσίου Αντωνίου Pečerskij, στη σπηλιά, κοντά στη μονή, στη θέση Μεγάλη Σαμάρεια. Το εικονοστάσι του παρεκκλησίου κατασκευάστηκε στη Ρωσία το 1849 και ήταν δώρο του αρχιμανδρίτη Ιουβεναλίου από την Πετρούπολη. Το 1850, συμπληρώθηκε και εγκαινιάστηκε το παρεκκλήσι στη μνήμη του Οσίου Αντωνίου Pečerskij[x]. Τέλος, το 1858, εικόνα του Οσίου Αντωνίου από σμάλτο στάλθηκε από τη Λαύρα του Κιέβου στη μονή Εσφιγμένου[xi]. Σήμερα, εκτός από το Καθολικό, στη μονή Εσφιγμένου υπάρχουν ακόμη 13 παρεκκλήσια, 8 μέσα και 5 έξω από τη μονή. Ένα από αυτά, απέναντι από τη μονή στην τοποθεσία Μεγάλη Σαμάρεια, τιμάται στη μνήμη του Οσίου Αντωνίου Pečerskij[xii].
Λίγα χρόνια μετά τα εγκαίνια του παρεκκλησιού του Οσίου Αντωνίου, το 1859, επισκέφθηκε το Άγιον Όρος ο Ρώσος αρχιμανδρίτης Αντωνίνος Kapoustin (1827-1894), ο οποίος υπήρξε Μάγιστρος Θεολογίας και καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Κιέβου. Ο αρχιμανδρίτης Αντωνίνος πήγε στη μονή Εσφιγμένου στις 3 Σεπτεμβρίου 1859. Την πρώτη ημέρα της επισκέψεώς του πήγε στο παρεκκλήσι του Οσίου Αντωνίου Pečerskij, όπου είδε τη σπηλιά, αλλά αυτή, όπως σημείωσε στο σχετικό έργο του, ήταν: «στενή και υγρή και δεν μπορούσε να χρησιμεύσει ως ανθρώπινη κατοικία». Στη συνέχεια, ο Αντωνίνος διερωτάται αν πράγματι έζησε ο Όσιος Αντώνιος Pečerskij στη μονή Εσφιγμένου[xiii]. Βέβαια, το συναξάρι του Οσίου Αντωνίου αναφέρει ότι αυτός έζησε στο Άγιος Όρος, αλλά δεν διευκρινίζει σε ποια μονή[xiv]. Από το έργο του αρχιμανδρίτη Αντωνίου Kapoustin, Σημειώσεις προσκυνητού στου Αγίου Όρους, γνωρίζουμε ότι εκείνα τα χρόνια κυκλοφορούσε στη Ρωσία μικρό βιβλίο με την ιστορία της μονής που ανέφερε την παράδοση για το Όσιο Αντώνιο Pečerskij[xv], αλλά, σημειώνει ο αρχιμανδρίτης Αντωνίνος Kapoustin, ότι ο Barskij δεν αναφέρει τίποτε για την παρουσία του Οσίου Αντωνίου Pečerskij, στη μονή Εσφιγμένου[xvi]. Τέλος, ο αρχιμανδρίτης Αντωνίνος Kapoustin γράφει ότι οι Εσφιγμενίτες μοναχοί στα γράμματά τους προς τον Τσάρο και τον Πατριάρχη Μόσχας δεν ανέφεραν καθόλου την παράδοση, σύμφωνα με την οποία έζησε ο Όσιος Αντώνιος Pečerskij στη μονή τους[xvii]. Και διερωτάται ο αρχιμανδρίτης Αντωνίνος Kapoustin: πως δημιουργήθηκε αυτή η παράδοση; Εδώ, έχουμε να παρατηρήσουμε ότι ο αρχιμανδρίτης Αντωνίνος Kapoustin, σε αντίθεση με τον E. E. Golubinskij, δεν αναφέρει ότι η γένεση της παραδόσεως οφείλεται στους Έλληνες και μάλιστα στους Εσφιγμενίτες μοναχούς.
Θα αναφέρουμε ακόμη ότι από τους Ρώσους του 19ου αιώνα που επισκέφτηκαν το Άγιον Όρος, μόνο ο ευκολόπιστος, όπως τον χαρακτηρίζει ο E. E. Golubinskij, A. N. Murav’ev πίστεψε στην παράδοση ότι ο  Όσιος Αντώνιος Pečerskij έζησε στη μονή Εσφιγμένου[xviii].
Τέλος, ο E. E. Golubinskij αναφέρει ότι υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ο Όσιος Αντώνιος Pečerskij θα μπορούσε να ήταν αδελφός της “ρωσικής μονής” του Αγίου Όρους και καταλήγει συμπερασματικά: “Για όσους έχουν σκοπό να δημιουργήσουν καινούριες παραδόσεις και γι᾽ αυτούς που θέλουν να τις πιστέψουν σημειώνουμε ότι: Ήλθε στο Άγιον Όρος ο ταπεινός Ρώσος προσκυνητής, εκάρη μοναχός, σε ένα από τα μοναστήρια του, για να επιστρέψει στην πατρίδα του, μετά την εκμάθηση του μοναχισμού, πράγμα που το έκανε. Για ποιο λόγο θα μπορούσε να δημιουργηθεί και να διατηρηθεί γι᾽ αυτόν κάποια παράδοση στον τόπο της κουράς του;[xix].
Είναι γεγονός ότι, κανείς δεν αμφισβήτησε τις ιστορικές σχέσεις της Λαύρας του Κιέβου με τον Άγιον Όρος και ακόμη τη μετάβαση και παραμονή στον Άγιον Όρος του Οσίου Αντωνίου Pečerskij.
Νομίζω ότι, δεν παίζει κανένα ρόλο αν σήμερα δεν γνωρίζουμε σε ποιο ακριβώς μοναστήρι του Αγίου Όρους έζησε ο Όσιος Αντώνιος Pečerskij. Αυτός έζησε στο Άγιον Όρος και ίδρυσε στην πατρίδα του τη Λαύρα του Σπηλαίου στο Κίεβο. Και οι δύο αυτοί χώροι είναι αγιασμένοι από την προσευχή, που επί δέκα αιώνες εξακολουθεί να δίνει ελπίδα στον κόσμο.

Υποσημειώσεις:
[i] Povest vremennyh let, Μόσχα-Λένινγραντ 1950, σσ. 104-107. L. G. Goetz, Das Kiever Höhlenkloster als Kulturzentrum des vormongolischen Russlands, Passau 1904. E. E. Golubinskij, Istorija ruskkoj cerkvi, č. 1, t. 2, Μόσχα 1904, σσ. 568-595. Α. Α. Šahmatov, Razuskanija o drevnih russkih letopisnyh svodah, Πετρούπολη 1908, σσ. 266 κεξ. M. Priselkov, “Afon v načal’noj istorii Kievo-Pečerskogo monastyrjia”, Isvestija Otdelenija russkogo jazyka i slovestnosti Imper. Akademii nauk 1912, vyp. 17, σσ. 186-197. V. A. Parhomenko, “V kakoj mere bylo tenteciozno nesohravivšeja drevnee žitie Antonija Pečerskogo”, Isvestija Otdelenija russkogo jazyka i slovesnosti Imper. Akademii nauk 1914, vyp. 19, σ. 238. V. A. Mošin, “Russkie na Afone i russko-vizantijskie otnošenija v XI- XII vekah”, Byzantinoslavica 9 (1947-1948) 58. I. Smolitsch, Russische Mönchtum. Entstehung, Entwicklung und Wesen, 988-1917, Würzburg 1953, σσ. 61-78. Ο Ίδιος, “Le mont Athos et la Russie”, Le millénaire du Mont Athos, I, Chevetogne 1963, σ. 280. E. Behr-Sigel, Prière et Sainteté dans l’ Église Russe, Παρίσι 1950, σσ. 55-56. Η. Τσιβίκης, “Η υπό του αγίου Αντωνίου Πετσέρσκι ιδρυθείσα (πρώτη) μονή της Ρωσίας και αι σχέσεις αυτής μετά του βυζαντινού μοναχισμού”, Θεολογία 43 (1972) 230-242. [F. J. Thomson, "Saint Antony of Kiev-the facts and the Fiction", ΣΤΕΦΑΝΟΣ, studia byzantina ac slavica Vladomiro Vavřinek ad annum sexagesimum quintum dedicata, Πράγα 1995, σσ. 637-668 (= Byzantinoslavica LVI)].
[ii] V. A. Mošin, “Russkie na Afone i russko-vizantijskie otnošenia v XI-XII vekah”, Ό. π., σσ. 59-60.
[iii] “…rien ne permet de supposer des rapports entre Antoine et Esphigmenou…, “ Archives de l’ Athos, VI: Actes d’ Esphigmenou, Παρίσι 1973, σ. 17.
[iv] E. E. Golubinskij, Ό. π., σσ. 570-571. Ι. Μ. Μαμαλάκης, Το Άγιον Όρος (Άθω) διά μέσου των αιώνων, Θεσσαλονίκη 1971, σσ. 154-155. Κωνσταντίνος Κ. Παπουλίδης, “Αγιορειτικά σημειώματα” Βαλκανικά Σύμμεικτα 1 (1981) 167-187.
[v] E. E. Golubinskij, Ό. π., σ. 571.
[vi] Ό. π.
[vii] Actes de l’ Athos, III: Actes d’ Esphigmenou, Πετρούπολη 1906, σσ. XXIV-XXV.
[viii] Ό.π., σσ. XXIV-XXV, L. Βλ. και Μ. Ι. Γεδεών, Άθως, Αναμνήσεις- Έγγραφα- Σημειώσεις, Κωνσταντινούπολη 1885, σ. 192.
[ix] Ο κατά πλάτος Βίος και Παράκλησις του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός Ημών Αντωνίου Εσφιγμενίτου του Ρώσου (Εν οις προσετέθη και συνοπτικός Βίος εις την ρωσικήν), έκδ. Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Εσφιγμένου, Άγιον Όρος 1988, σ. 3).
[x] Γ. Σμυρνάκης, Το Άγιον Όρος, Αθήνα 1903, σσ. 540, 638. Ι. Π. Μαμαλάκης, Ό. π., σ. 452.
[xi] Archives de l’ Athos, VI: Actes d’ Esphigmenou, Ό. π., σ. 17.
[xii] Σ. Καδάς, Το Άγιον Όρος, Αθήνα 1988, σ. 130.
[xiii] [αρχιμ. Antonin Kapustin], Zametki poklonika Svjatoj Gory, Κίεβο, σσ. 293-295.
[xiv] Ό. π., σ. 294.
[xv] Èsfigmeno-Boznesenskij monastyr’ na Sv. Gore Afonskoj, Κίεβο 1851.
[xvi] Vtoroe poseščenie svjatoj Afonskoj gory Vas. Grigoroviča-Barskogo…, Πετρούπολη 1897, σσ. 224-225. Βλ. [αρχιμ. Antonin Kapustin], Ό. π., σ. 295.
[xvii] [αρχιμ. Antonin Kapustin], Ό. π., σ. 295.
[xviii] E. E. Golubinskij, Ό. π., σ. 571.
[xix] Ό. π.
Πηγή: Κ. Κ. Παπουλίδης, Ρωσοελληνικά, 
εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2004, σσ. 15-21.