Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

2005 - Λίγα για τον π. Παΐσιο…



Σκέφτηκα πολύ για να γράψω αυτά τα λίγα, μα θεώρησα υποχρέωση μου κάτι τέτοιο πιο πολύ για τους χριστιανούς που ανησυχούν, ταράζονται και σκανδαλίζονται. Και λέρωσα με το στυλό μου λίγες γραμμές άσπρου χαρτιού. Πρόκειται για το θέμα της δυσφημίσεως της μνήμης του γέροντα Παϊσίου . Εγώ δεν ξέρω αλλά το χάρηκα. Πρόσφατα διάβασα τα σοφά λόγια του γέροντα Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου που έγραφε: …Όταν βήχω, σημαίνει πως δεν σε αγαπώ; Δεν σε σέβομαι; Σε αγαπώ και σε σέβομαι, αλλά βήχω διότι είμαι άρρωστος. Έτσι και η στάση τους απέναντί τους είναι ο βήχας τους, η προσπάθεια τους να επιπλεύσουν στη ζωή. Πρέπει κάτι να κάνουν και συνήθως τα βάζουν μ’ αυτόν που αγαπούν και με αυτόν που σέβονται, προπάντων δε με αυτόν από τον οποίο εξαρτάται η ζωή τους. Όποιος μας βρίζει δεν σημαίνει πως δεν μας αγαπάει. Γιατί εάν χρειαστεί κάτι σε μας θα στηριχθεί...
Νομίζω πως αυτά με ανέπαυσαν. Τι λέτε τώρα δεν έχουν δίκαιο; Δεν είναι προτιμότερο αυτό; Από το να είσαι απαθής; Χαίρομαι λοιπόν που τόσοι άνθρωποι και μάλιστα νέοι ψάχνουν κάτι να βρουν και τα βάζουν μ’ ένα καλογεράκι 18 χρόνια τώρα στον τάφο, με μισό πνεύμονα, ένα μάλλινο πλεχτό σκούφο  και ένα ζωστικό με παραμάνα. Γιατί σ’ αυτόν κάτι βρίσκουν. Ίσως μια μεγάλη καρδιά. Αλήθεια τους ζηλεύω γιατί θα ζήσουν την παρουσία του. Δεν είμαι φυσικά προφήτης,  μα αν ισχύει πως οι διώκτες μας είναι οι μεγαλύτεροι ευεργέτες μας και ο γέροντας τόνιζε τόσο πολύ το φιλότιμο είναι αδύνατον τέτοιους ευεργέτες να τους αφήσει «ακέραστους». Ξέρω πως ήταν άρχοντας.
Χωρίς να το θέλουν, τον αποκαλούν τροφή. Και μάλιστα απ’ αυτές που αρέσουν στους περισσότερους. Δεν είναι έτσι; Λένε ψέματα; Αυτός ο ουράνιος άνθρωπος δεν τρέφει χιλιάδες ψυχές καθημερινά, χορταίνοντας απλότητα, καθαρότητα, αγιότητα, Χριστό; Αχ πόσο το έχουμε ανάγκη σήμερα! Όταν πεινάς δεν γίνεται να κάθεσαι με σταυρωμένα χέρια. Ίσως θα άκουσαν για ένα παλάτι με τσίγκους που έγινε τόπος θεοφανειών και πηγάδι δακρύων τρικυμισμένων ανθρώπων και παραξενεύτηκαν. Δεν έχουν δίκαιο;
Και καλά ζωντανός μα και τώρα πεθαμένος τα ίδια; Θα νόμιζε κανείς τόσα χρόνια μετά, πως το μονοπάτι για το κελί του θα λόγγωνε, μα δεν προλαβαίνει να χορταριάσει και αυτοί που ζουν εκεί σήμερα δεν μπορούν να βρουν ησυχία. Όλοι αυτοί που αντιδρούν βαρέθηκαν τις ιδεολογίες, τα ψέματα, τα απραγματοποίητα . Βαρέθηκαν τα μνημόνια και έπιασαν για λίγο τα μνημόσυνα. Ίσως βγει κάτι καλύτερο, που το εύχομαι για όλους μας δι’ ευχών του γέροντα.
Ταπεινά, 
Μοναχός Παΐσιος Γηροκομίτης

2004 - Το Άγιον Όρος, μιά άλλη άποψη



1. Εισαγωγή
Τα τελευταία χρόνια, συχνά πυκνά, εμφανίζονται άρθρα και βιβλία που αναφέρονται στο Άγιον Όρος. Τα περισσότερα από αυτά παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον και μερικές εκδόσεις μάλιστα, που παρουσιάζουν πτυχές της ζωής στο Άγιον Όρος ή τα κειμήλιά του, είναι πραγματικά μνημειώδεις. Ευχάριστες εκπλήξεις. Παρ’ όλον όμως αυτόν τον εκδοτικό οργασμό, δεν μπορώ να πω ότι είμαι ικανοποιημένος.
Θα μπορούσα να πω ότι αυτό που δεν με αναπαύει, έχει δύο όψεις. Κατ’ αρχάς το Άγιον Όρος αντιμετωπίζεται ως ένα προϊόν, το οποίο προωθείται προς διάθεση σε μια παγκόσμια αλυσίδα σούπερ μάρκετ. Ο κάθε ένας πού ασχολείται με αυτό, προσπαθεί, ανάλογα με το χάρισμα πού έχει, να προβάλει μια όψη ή ένα χαρακτηριστικό του Αγίου Όρους. Το πρόβλημα με αυτή την προσπάθεια είναι ότι υπακούει στη λογική του (θρησκευτικού) μάρκετινγκ. Ο καθένας προβάλει την πλευρά και την όψη πού, κατά την γνώμη του, θα ικανοποιήσει τους καταναλωτές που περιέρχονται το σούπερ μάρκετ.
Όταν ενδόμυχα υπάρχει μια τέτοια προοπτική, τότε ο πειρασμός να περιτυλίξει κανείς το προϊόν με εντυπωσιακή συσκευασία, ώστε να γίνει θελκτικότερο, είναι πράγματι ισχυρότατος. Και εύκολα διακρίνει κανείς ότι λίγοι τον αποφεύγουν. Άλλωστε υπάρχει εξίσου ισχυρότατο άλλοθι, ο σκοπός είναι ιερός. Και ως εδώ τα πράγματα δεν θα ήταν ιδιαίτερα προβληματικά, αν αυτή ή παρεκτροπή δεν είχε και μια δεύτερη όψη. Και αυτή δεν είναι άλλη από την απόκρυψη ή παραποίηση των στοιχείων πού δεν …πουλάνε.
Όχι δεν εννοώ τυχόν σκάνδαλα. Αυτά υπάρχουν σε κάθε ανθρώπινη προσπάθεια, άλλ’ όμως δεν είναι αναγκαίο να την χαρακτηρίζουν. Η φανέρωση τυχόν σκανδαλωδών πτυχών στην εικόνα του Αγίου Όρους, καθόλου δεν θα βελτίωνε τα πράγματα και δεν θα ικανοποιούσε τον πραγματικά απαιτητικό αναγνώστη.
2. Τα δύο είδη της αγιότητας
Μιλώ για τον πρώτον όρο της φράσης, Άγιον Όρος. Για την λέξη Άγιον, δηλαδή για την αγιότητα που υπάρχει στην γεωγραφική περιοχή της τρίτης χερσονήσου της Χαλκιδικής. Έχω λοιπόν την αίσθηση ότι αυτή η αγιότητα υφίσταται βίαια στρέβλωση, χάριν της κατανάλωσής της στα εγχώρια και τα διεθνή σούπερ μάρκετ. Αυτή η στρέβλωση βέβαια δεν αναφέρεται μόνο στην αγιότητα του Αγίου Όρους, αλλά χαρακτηρίζει γενικά τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζεται η αγιότητα από αυτούς πού, συνήθως, την προσφέρουν στο κοινό.
Οι άνθρωποι είναι φτεροπόδαροι όταν είναι να παρακολουθήσουν κάτι το υπερφυσικό. Μόλις ακουσθεί ότι κάποια εικόνα δάκρυσε ή κάτι ανάλογο, οι ουρές πού σχηματίζονται φτάνουν τα εκατοντάδες μέτρα. Αν ακουσθεί ότι κάποιος προορατικός γέροντας έκανε κάπου την εμφάνισή του αμέσως δημιουργείται το αδιαχώρητο. Το θρησκευτικό μάρκετινγκ πραγματικά κάνει θραύση. Τι λοιπόν συμβαίνει;
Είναι αναγκαίο να πούμε λίγα λόγια για την αγιότητα. Μιλάμε λοιπόν για την κατάσταση πού βιώνει ένας άνθρωπος, ο οποίος έχει προχωρήσει στην εν Χριστώ ζωή. Λέμε αγιότητα και εννοούμε ανθρώπους, δηλαδή τους αγίους και την ζωή των αγίων. Αυτή λοιπόν έχει δύο όψεις, την όψη της χάριτος και την όψη της θλίψεως. Την θαυματουργία και την άσκηση. Το θρησκευτικό μάρκετινγκ προβάλει αυτόνομα είτε την μία είτε την άλλη, γιατί έτσι αξιοποιεί τους μηχανισμούς του ανθρωπίνου ψυχισμού, ώστε να προτιμούν οι καταναλωτές το προϊόν πού προβάλει. Το θρησκευτικό μάρκετινγκ προσέχει σχολαστικά να μην αναμιχθούν οι δύο όψεις, φοβούμενο μήπως τό ευχάριστον της θέωσης αμαυρωθεί από την σκληρότητα της άσκησης και μήπως το υπεράνθρωπο της άσκησης γίνει προσιτότερο και λιγότερο εντυπωσιακό με την ενέργεια της χάριτος, και τελικά η εικόνα παρουσιασθεί λιγότερο λαμπερή και λιγότερο ενδιαφέρουσα στους καταναλωτές. Ειδικά για την λατρεία που εκφράζουν οι άνθρωποι για την ασκητικότητα των τρίτων, ας σκεφτόμαστε και την, από τους αρχαίους μέχρι τους τωρινούς χρόνους, λατρεία των αθλητών.
Η πραγματικότητα της αγιότητας όμως στα μάτια του καταναλωτή είναι πολύ πιο γκρίζα, δεν υπάρχει τίποτα που να τον ενδιαφέρει. Στη πραγματική αγιότητα δεν υπάρχει η λάμψη του θαύματος, ούτε η υπερβολή της άσκησης. Είναι μια πτήση πάνω από την άβυσσο της ανθρώπινης ύπαρξης και άμετρη αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, είναι κόπος και πόνος, αίμα και δάκρυα, πού όμως δεν περιμένουν ανταπόδοση ούτε αναγνώριση από το περιβάλλον. Ότι πιο αντικαταναλωτικό μπορεί να υπάρξει. Αυτή την αγιότητα ελάχιστοι την ζητούν, οι προτιμήσεις στρέφονται στο είδος που πουλιέται στα ράφια.
Λοιπόν η αξία του Αγίου Όρους βρίσκεται στο γεγονός ότι διασώζει ζωντανή την αγιότητα και μάλιστα και στις δύο της εκδοχές, την καταναλώσιμη και την δύσπεπτη. Φυσικά ως Έλληνες έχουμε την τάση να αισθανόμαστε ότι είμαστε στον ομφαλό της γης. Σε όλα τα θέματα, έτσι και στο προς συζήτηση. Αν όμως ανοίξουμε λίγο τον ορίζοντα της ματιάς μας και δούμε τον πλανήτη γη, θα διαπιστώσουμε πολύ εύκολα ότι σε όλες τις περιοχές του, ειδικά τα τελευταία χρόνια, η καταναλώσιμη αγιότητα είναι προϊόν πού προσφέρεται σε μεγάλες ποσότητες, ο ανταγωνισμός δε είναι σκληρός και το μερίδιο των παραδοσιακών εκκλησιών σχετικά μικρό. Υπάρχουν δε πραγματικά αξιολογώτατοι πωλητές, π.χ. Deepak Chopra, που σχηματίζουν περιουσίες από την αξιοποίησή της.
Θα πρέπει κανείς να ανοίξει πολύ την καρδιά και τον νού του, για να παραδεχθεί ότι και από το άλλο είδος της αγιότητας υπάρχει αρκετό, διασκορπισμένο σε όλο τον πλανήτη. Εντούτοις έτσι είναι, ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης. Παρά ταύτα, μιλώντας για το Άγιον Όρος έχουμε και εμείς όντως κάτι μοναδικό. Θα προσπαθήσω να εξηγηθώ ξεκινώντας με ένα παράδειγμα.
3. Οι διάφορες προσεγγίσεις του προβλήματος Θεός
Όταν κοιτά κανείς μια πόλη από μακριά, ίσως να βλέπει μόνο την αντάρα που δημιουργεί στην ατμόσφαιρα η δραστηριότητα των ανθρώπων. Αν είναι εφοδιασμένος με μια κατάλληλη οπτική συσκευή και ζουμάρει, ίσως αρχίσει να διακρίνει τους ανθρώπους πού δημιουργούν το κουρνιαχτό στην ατμόσφαιρα, αν ζουμάρει ακόμη περισσότερο ίσως δει και τα πρόσωπα των ανθρώπων, αν δε συνεχίσει να ζουμάρει ίσως διακρίνει και τις μεταξύ τους σχέσεις και τελικά να βγάλει πολύ αναλυτικά συμπεράσματα γι’ αυτές.
Κάπως έτσι μπορούμε να αντιληφθούμε τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουν το πρόβλημα Θεός, οι διάφορες πολιτιστικές και θρησκευτικές παραδόσεις. Ξεπερνώντας το επίπεδο της ειδωλολατρίας, κάποιες παραδόσεις φθάνουν να δουν τον Θεό από μακριά, σαν μια απρόσωπη και γενική δύναμη. Η κατανόηση της ζωής του Θεού είναι ιδιαίτερα ασαφής. Άλλες παραδόσεις προσεγγίζουν καλύτερα το θέμα και αντιλαμβάνονται τον Θεό ως προσωπική ύπαρξη. Άλλες πάλι παραδόσεις πλησιάζουν ακόμα εγγύτερα και διακρίνουν τα τρία πρόσωπα του Θεού και άλλες τέλος προσδιορίζουν με ακρίβεια και τις σχέσεις των τριών Προσώπων.
Είναι αξιοσημείωτο ότι η Ορθόδοξη Παράδοση έχει την αναλυτικότερη και την πλέον διαυγή κατανόηση των σχέσεων των τριών Θείων Προσώπων, που παρουσιάσθηκε ποτέ στα πλαίσια της ανθρώπινης ιστορίας. Η κατανόηση των Καθολικών και των Προτεσταντών είναι συγκεχυμένη, γιατί δεν διακρίνουν σαφώς το πρόσωπο του Υιού από το του Αγίου Πνεύματος. Οι Ιουδαίοι και οι Μουσουλμάνοι δεν μπορούν να κάνουν καμία διάκριση μεταξύ των τριών Προσώπων. Οι ανατολικές θρησκείες παραμένουν στο επίπεδο των άκτιστων ενεργειών του Θεού και δεν προσεγγίζουν την προσωπική του Υπόσταση και αντιλαμβάνονται τον Θεό ως μια απρόσωπη Δύναμη.
Πραγματικά μέσα στην ανθρώπινη ιστορία δεν έχει διατυπωθεί αναλυτικότερη αντίληψη περί του προβλήματος του Θεού, από αυτήν της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Όλες οι άλλες θεωρήσεις είναι θα λέγαμε υποσύνολα της Ορθόδοξης αντίληψης. Αυτήν την αντίληψη περί του Θεού, μπορεί κανείς να την προσεγγίσει με βάση περιγραφές τρίτων, ή να την γνωρίσει ο ίδιος αυτοπροσώπως. Αναμφισβήτητα, η πρόσωπον προς πρόσωπο γνωριμία με τον Θεό είναι ότι πιο σημαντικό μπορεί να συμβεί σε έναν άνθρωπο. Αυτή η γνωριμία είναι καρπός μιας πορείας, λαμβάνει χώρα κατά μήκος ενός δρόμου.
Λοιπόν, η γνώση αυτού του δρόμου είναι πού διαφυλάσσεται στο Άγιον Όρος. Και διαφυλάσσεται όχι μόνο ως γνώση πού προσφέρεται σε όποιον ενδιαφέρεται να μάθει περί του θέματος, αλλά και ως πράξη, δηλαδή ως ανθρώπινα πρόσωπα που βρίσκονται σε διάφορα σημεία αυτού του δρόμου. Η σαρκωμένη, σε συγκεκριμένα πρόσωπα, γνώση του δρόμου πού οδηγεί στην πληρέστερη κατανόηση του προβλήματος του Θεού, πού έχει επιτύχει ο άνθρωπος σε όλη την διαδρομή της ιστορίας του, από μια άποψη, είναι ότι πολυτιμότερο κουβαλάει μέσα του ο ανθρώπινος πολιτισμός.
Η αξία αυτής της πραγματικότητας ξεπερνά κατά πολύ την απλή ικανοποίηση της περιέργειάς μας σχετικά με το θέμα Θεός. Θα πω κάτι πολύ δύσκολο στο να εκφρασθεί και να κατανοηθεί. Ας το πούμε κάπως έτσι: Όλοι οι δρόμοι που έχουν αναπτυχθεί από τούς διάφορους πολιτισμούς ή θρησκευτικές παραδόσεις, τροφοδοτούνται από αυτόν τον δρόμο, τον τόσο κοντινό σε εμάς. Πρόκειται για γεγονός μυστικό και πέρα από κάθε λογική, γι’ αυτό και βέβαια απαράδεκτο για όποιον γνωρίζει τον Θεό λογικά, μέσω τρίτων.
4. Η μοναδικότητα του Αγίου Όρους
Τώρα πλέον είναι αρκετά φανερό, ότι η αξία του Αγίου Όρους δεν βρίσκεται στο εξαίσιο και παρθένο φυσικό του περιβάλλον. Τέτοια μέρη υπάρχουν πολλά σε όλον τον κόσμο. Δεν βρίσκεται στα μοναδικά, για τον Ελληνισμό, κειμήλιά του. Όλοι οι λαοί έχουν τα αντίστοιχα Άγια Όρη. Δεν βρίσκεται ακόμα στο γεγονός, ότι είναι τόπος λατρείας, υπάρχουν πολλοί τέτοιοι τόποι σε όλον τον κόσμο. Ούτε στο γεγονός ότι εκεί επιβιώνει εν μέρει το Βυζάντιο. Αυτό από μόνο του έχει περιορισμένη σημασία. Η μοναδική για τον πλανήτη Γη αξία του Αγίου Όρους είναι το γεγονός, ότι αποτελεί καταφύγιο για ένα είδος που απειλείται με εξαφάνιση από προσώπου Γης, μιλάμε για την μη εμπορική αγιότητα. Δηλαδή για κάποιους ανθρώπους που βαδίζουν αυτόν τον δρόμο πού οδηγεί στην μοναδική για το ανθρώπινο είδος, γνώση και θέα του Θεού.
Ο μέσος επισκέπτης του Αγίου Όρους θα συναντήσει αυτούς τους ανθρώπους και θα τους προσπεράσει, και αναζητώντας την αγιότητα, θα καταλήξει αλλού. Βέβαια δεν θα βρει την αγιότητα και ίσως τελικά απογοητευθεί. Αυτό συμβαίνει, γιατί οι άνθρωποι που πορεύονται τον δρόμο αυτό της αγιότητας είναι ελάχιστοι, ακόμα και μέσα στο σύνολο των μοναχών, και είναι δύσκολο να τους διακρίνεις. Η ζωή τους εξωτερικά δεν έχει τίποτα το εντυπωσιακό, τίποτα πού να προσελκύσει την προσοχή του σύγχρονου επισκέπτη. Ο τελευταίος θα προσέξει πολλά και πολλούς, όμως ίσως και θα περιφρονήσει τον αγωνιστή της ευσεβείας, γιατί αυτή η ευσέβεια δεν φαίνεται, παρά μόνο σε όσους έχουν κατάλληλα εκπαιδευμένα μάτια.
Πράγματι σήμερα το Άγιο Όρος δεν χρωστά την αίγλη του στους αγωνιζόμενους μέχρις εσχάτων για τον αγιασμό τους, αλλά σε άλλους που ανταποκρίνονται καλύτερα στις απαιτήσεις των επισκεπτών και θαυμαστών του Όρους. Και ο αναγνώστης των σκέψεων αυτών ή θα τις απορίψη ως βλάσφημες ή θα κατακρίνει το Όρος για υποκρισία. Το να τις απορρίψει βέβαια είναι δικαίωμά του, το να κατακρίνει όμως το Όρος για υποκρισία θα είναι λάθος.
5. Για τον γνόφο
Σε κάθε εποχή και σε κάθε μοναστική κατάσταση δεν συμβαδίζουν αναγκαστικά όλοι. Δεν μπορούν να σηκώσουν όλοι το βάρος της αγιότητας. Οι πολλοί μέσα στην ανεξιχνίαστο πρόνοια του Θεού, σχηματίζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο επιβιώνουν αυτοί, οι πάντα λίγοι και συνήθως άγνωστοι στους πολλούς, που τολμούν και σκαρφαλώνουν στην κορυφή, ανοίγοντας το δρόμο για τους άλλους και στηρίζοντας με απερινόητο και ανερμήνευτο τρόπο τις ελλιπείς ίσως προσπάθειες των ασθενεστέρων.
Λοιπόν μπορεί πολλές φορές να νομίζουμε ότι βρήκαμε την αγιότητα εκεί πού δεν υπάρχει και τελικά να απογοητευόμαστε, ή να σκανδαλιζόμαστε με διάφορα που συμβαίνουν ή δεν συμβαίνουν, άλλ’ όμως όλος αυτός ο γνόφος κρύβει μέσα του πολύτιμο θησαυρό και όποιος επικεντρώσει την προσοχή και την προσευχή του, θα μπορέσει να τον διακρίνει.
6. Το Άγιον Όρος και ο τουρισμός
Και τώρα μπορούμε να έρθουμε σε μια άλλη ένσταση. Γιατί μιλώ για την αγιότητα ως να υπάρχει μόνο στο Άγιον Όρος; Βέβαια και δεν υπάρχει μόνο στο Άγιο Όρος. Η πνευματική παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας υπάρχει ζωντανή και σε πολλά άλλα μέρη. Δίνω όμως αυτήν την έμφαση στο Άγιον Όρος, κοιτώντας το κοντινό μέλλον. Όπως έχω περιγράψει αναλυτικά στο βιβλίο μου, Η Αγιότητα και ο Πολιτισμός της Πληροφορίας, βλέπω ένα κύμα να σαρώνει τον δυτικό κόσμο, το οποίο σιγά σιγά εξαρθρώνει τις παραδεδομένες θρησκείες. Η ισχύς του κύματος δεν έφθασε ακόμα στη μέγιστη τιμή της, αλλ’ όμως διαρκώς αυξάνει.
Προηγουμένως μίλησα για τον γνόφο μέσα στον οποίο κρύβεται η αγιότητα. Αν λείψει ο γνόφος, η αγιότητα, με τις μορφές που τώρα γνωρίζουμε, ίσως δεν είναι δυνατόν να υπάρξει. Αυτό λοιπόν το κύμα, αν και δεν μπορεί να θίξει την αγιότητα στην ουσία της, μπορεί να παρασύρει ή να εξαφανίσει τον γνόφο και έτσι τελικά να εκδιώξει την αγιότητα.
Υπάρχει όμως ένα ανάχωμα, που μπορεί να μειώσει την καταστροφικότητα του κύματος, οι πολιτιστικοί θησαυροί. Είναι έξω από το ορατό μέλλον η εποχή κατά την οποίαν οι άνθρωποι δεν θα εκτιμούν και δεν θα σέβονται την πολιτιστική κληρονομιά του παρελθόντος. Επομένως οι τόποι οι προικισμένοι με τέτοιους θησαυρούς, δεν θα πάψουν να είναι αντικείμενο φροντίδας από τις κοινωνίες μας. Μέσα λοιπόν σε τέτοιους τόπους θα βρίσκει καταφύγιο και η αγιότητα.
Τέτοιοι τόποι υπάρχουν πολλοί στον Ορθόδοξο κόσμο, αλλά δυστυχώς υπάρχει κάτι άλλο πού δρα σαν την βόμβα νετρονίων. Αφήνει δηλαδή τα κτίρια και τους πολιτιστικούς θησαυρούς ανέπαφα, αλλά προσβάλλει τους ανθρώπους. Πρόκειται για τον τουρισμό. Κάθε τόπος, με αξιόλογη πολιτιστική κληρονομιά, είναι και πόλος έλξης μαζικού τουρισμού. Και ο τουρισμός, μπορεί να μην καταφέρνει πάντα να διώχνει τον γνόφο, αλλά η αγιότητα δεν μπορεί να συμβιβασθεί μαζί του.
Έτσι λοιπόν μπροστά στο κύμα που παφλάζει με διαρκώς μεγαλύτερη ένταση, οι τόποι πού δεν έχουν κειμήλια θα καταρρεύσουν, γιατί οι κοινωνίες δεν θα τους φροντίσουν, ενώ οι τόποι που έχουν αξία για τις κοινωνίες και γι’ αυτό θα παραμείνουν, θα καταρρεύσουν εσωτερικά, πάντα όσον αφορά την αγιότητα, λόγω της υπονόμευσης από τον τουρισμό.
7. Το Άβατον του Αγίου Όρους
Και έτσι αναδεικνύεται εκ νέου το ιδιαίτερο του Αγίου Όρους. Το Άβατο είναι αυτό που αφαιρεί σε μεγάλο ποσοστό την δυναμικότητα του τουρισμού. Αν το Άβατο επί αιώνες προσέφερε υπηρεσίες στο Όρος, στο παρόν και το μέλλον κυριολεκτικά το σώζει. Όχι γιατί οι γυναίκες αποτελούν κίνδυνο. Και τώρα και πάντοτε η αμαρτία έχει άπειρους τρόπους για να πραγματοποιηθεί. Χωρίς όμως την παρουσία των γυναικών, ο τουρισμός δεν μπορεί να προσλάβει την συνήθη του μορφή και έτσι ουσιαστικά έχουμε ένα ξεδοντιασμένο θηρίο. Μπορεί και τώρα τα μοναστήρια του Όρους να στενάζουν κάτω από το βάρος των προσκυνητών, όμως τι θα συνέβαινε αν επρόκειτο να εισέρχονται σε αυτό, οι τελευταίοι, οικογενειακώς;
Μέσα σε αυτήν την προοπτική ο οικοδομικός οργασμός των τελευταίων χρόνων, αλλά και ο αγώνας των μοναχών για την διατήρηση της αυτονομίας και του Άβατου του Όρους προσλαμβάνει πολύ σημαντικές διαστάσεις. Του εξασφαλίζουν μια βαθιά ανάσα ζωής. Και αυτή η ανάσα δεν έχει τοπικό ενδιαφέρον, έχει παγκόσμια σημασία, γιατί έτσι θα διατηρηθεί εν ζωή ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του ανθρώπινου πολιτισμού, η εμπειρική γνώση της Ορθόδοξης Θεολογίας, ακόμα και όταν η ένταση και η ισχύς του “Νέου”, που περιγράφω στο προαναφερθέν βιβλίο μου, θα αρχίσει να αποσυνθέτει τα άλλα θρησκευτικά μορφώματα.
Να λοιπόν που, μέσα στα γεωγραφικά και πνευματικά όρια του Ελληνισμού, υπάρχει κάτι όντως μοναδικό, σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο δε μισθός αυτών που αγωνίζονται για την διαφύλαξή του είναι μεγάλος. 
Αρσένιος Μέσκος
*Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στο τεύχος 13, Απρίλιος Μάϊος 1998 του περιοδικού Άρδην.

2003 - Ο «τύπος» του Αγιορείτη


Ο μέσος Αγιορείτης (για να διαζωγραφίσουμε με αδρές πινελιές τινά χαρακτηριστικά του από την όλη του εικόνα) είναι: λίγο ατημέλητος με ενδύματα συνήθως «κουρασμένα». Το παράστημά του δεν είναι αθλητικό. Τα χέρια του όμως είναι δυνατά και οι παλάμες μεγάλες με δάχτυλα χοντρά.

Δείχνει αφοβία στα «μικρόβια» και τις αρρώστιες, όμως είναι, κατά κανόνα, υγιής και μακρόβιος. Φάρμακα δεν παίρνει ποτέ του, εκτός και του συστήσει γιατρός.

Παραμένει αμετακίνητα προσηλωμένος στην τήρηση των τυπικών και των άλλων αγιορειτικών παραδόσεων. Σε ζητήματα πίστεως τον βρίσκεις ανυποχώρητο, ενώ σε ζητήματα χριστιανικής αγάπης τον βλέπεις ενδοτικό και μεγάθυμο. Σε θέματα θεωρίας, όσα του είναι ακατάληπτα και βιώνονται από κάποιον μοναχό ικανό στα θεωρητικά μυστήρια, αυτός δεν τα δέχεται πριν ανιχνεύσει την πολιτεία εκείνου ή δει τα μυστήρια αυτά να κατακυρώνωνται από την Εκκλησία ως γνήσιας μορφής φαινόμενα. Δεν δέχεται εύκολα θεωρίες, δεν τις απορρίπτει όμως και ασυλλόγιστα.

Τηρεί πάντοτε μεγάλο σεβασμό προς τους πρεσβύτερούς του μοναχούς, τους ιερείς, τους ηγουμένους.

Στις συνομιλίες εξαφανίζει με τη θερμότητα της καρδιάς του κάθε ψυχρότητα ή αμηχανία, ώστε συντομότατα να δημιουργείται ατμόσφαιρα φιλική και οικεία. Μεγάλη όμως προσοχή δίνει στο να μη πλήττει ασυλλόγιστα το συνομιλητή του, υποβάλλοντας αδιάκριτες ερωτήσεις. Όταν αντιληφθεί ότι η συνομιλία έχει εκτραπεί από το μοναστικό δέον και τους κανόνες της χριστιανικής ζωής, με συνέπεια να μεταπέσει σε κοσμική, τότε προσπαθεί με διπλωματικό τρόπο, να την επαναφέρει «όθεν εξέπεσε». Κι αν αυτό δεν το κατορθώσει, τότε σωπαίνει εντελώς, νοερά προσευχόμενος, ή δίνει, με τρόπο απότομο, τέλος στη συνομιλία. Φίλεργος, όχι σπάνια και φιλόκαλος.

Φιλήσυχος και λιτοδίαιτος, προσηνής και ανεπιτήδευτος, σύννους και ολιγόλογος, φιλάδελφος και φιλόθεος. Δεν σου δίνει τεκμήρια να τον χαρακτηρίσεις ως άνθρωπο «σοφό και γραμματέα του αιώνος τούτου», όμως σου αποκαλύπτεται ως καλός γνώστης των δαιμονικών πειρασμών.
Αγαθός, απλός, γενναιόδωρος. Μιμητικός, αλλά με αδέσμευτο και ελεύθερο το πνεύμα του. Τέλειος δεν είναι ούτε όμως θέλει να εμφανίζεται σαν τέτοιος. Έτσι ένας λεπτολόγος που θάθελε να τον ψιλοκοσκινίσει θα του έβρισκε μικροατέλειες. Όμως θα παραδεχτεί ότι ο μέσος αυτός Αγιορείτης, ο πρακτικός, ο «παλιός», είναι στο χαρακτήρα καλός-καλότατος.

Εξωτερικεύει γρήγορα τα αισθήματά του, επειδή η μεγάλη διαφάνεια της ψυχής του δεν ευνοεί απόκρυψη λογισμών. Σ' αυτό ακριβώς οφείλεται και η άριστη ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Γι' αυτό και δεν θα βρεις μοναχό να πάσχει ψυχοπαθολογικά ή να είναι νευρωτικός ή να δέρνεται από το παραμικρό άγχος. Χαμόγελα πλατιά δεν θέλει να σκορπάει και μισεί τα πομπώδη λόγια.        
      
Είναι φορέας όλων των παλιότερων ορθόδοξων καταβολών και βιωμάτων. Ζει το Χριστό και Τον θέτει σφραγίδα των έργων του, ενώ συντονίζει την όλη ζωή του προς συνάντησή Του.
Πηγή: Δωροθέου Μοναχού,
Μύηση στην Ιστορία του και τη Ζωή του,
εκδ. ΤΕΡΤΙΟΣ, Κατερίνη

Υπόλογος για τις φωτογραφίες: keliotis

2002 - Σαν σήμερα: Εύρεσις της Τιμίας Ζώνης της Θεοτόκου, στα Φυρά της Σαντορίνης



Όπως αναφέρουν πολλές γραπτές μαρτυρίες της Ιεράς, σεβάσμιας και αυτοκρατορικής Μονής του Βατοπαιδίου Αγίου Όρους, ακόμα δε και Θηραϊκό έγγραφο του έτους 1830, κατά το μήνα Ιούνιο του 1820 εστάλησαν στη Κρήτη για τη  διάσωσή της,  από την επιδημία πανώλης, ιερά λείψανα, ανάμεσα στα οποία  η Τιμία Ζώνη της Θεοτόκου, τμήμα του Τιμίου Ξύλου, εντός Τιμίου Σταύρου και η κάρα του αγίου Ανδρέα, επισκόπου Κρήτης του Ιεροσολυμίτου, με τη συνοδεία των ιερομόναχων Νεοφύτου και Αμβροσίου, του ιεροδιακόνου Παρθενίου και των μοναχών Διονυσίου και Δωροθέου.
Λόγω  των ανελέητων σφαγών των Τούρκων, οι μεν δύο ιερομόναχοι και ο μοναχός Διονύσιος θανατώθηκαν, ο δε ιεροδιάκονος και ο μοναχός Δωρόθεος, στη προσπάθειά τους να διαφυλάξουν τα άγια λείψανα, κατέφυγαν στο Αγγλικό προξενείο. Όμως και σε αυτό ο κίνδυνος σφαγής ήταν ορατός. Φύλαξαν, λοιπόν, την Τιμία Ζώνη  στο τζεπχανέ (αποθήκη), μαζί  με όλα τα αφιερώματα των χριστιανών και τη  νύχτα από τα παράθυρα του προξενείου τους κατέβασαν  στο λιμάνι του Ηρακλείου, όπου τους περίμενε πλοίο έτοιμο για να τους μεταφέρει στο Άγιον Όρος.
Και οι  πρόξενοι απειλούμενοι από τους άγριους Οθωμανούς, άρχισαν ν' αναχωρούν ο ένας μετά τον άλλον για την Ευρώπη, για λόγους   ασφάλειας.
Το πλοίο, όμως, του Άγγλου προξένου Δομίνικου Σανταντωνίου,  στο οποίο είχε επιβιβαστεί με την οικογένειά του και που είχε μαζί της  τα ιερά λείψανα, λόγω του αντίθετου  ανέμου και απειλούμενο από τα πλοία  του Τούρκικου στόλου, προσέγγισε στο λιμάνι  της Σαντορίνης στις  αρχές του  1821, όπου και παρέμεινε . Από τον όρμο Αθηνιός του νησιού, ο πρόξενος ανέβηκε στα Φυρά, κρατώντας κρυμμένα τα άγια λείψανα ακόμα και από τους Βατοπαιδινούς μοναχούς. Παραδόξως, όμως, εκεί  συνάντησε αρκετούς  Κρήτες πρόσφυγες,  γνωστούς στη οικογένειά του.
Λόγω δε των πολεμικών επιχειρήσεων της Ελληνικής Επαναστάσεως, ο πρόξενος αποφάσισε να παραμείνει  στη Σαντορίνη, όπου του πρόσφεραν  άριστη φιλοξενία οι  Καθολικοί του τόπου προς τους οποίους πρόσφερε και ο ίδιος  αρκετές  υπηρεσίες, ως χειρουργός γιατρός. Για δέκα χρόνια  τα αναφερόμενα λείψανα τα είχε με επιμέλεια κρυμμένα,  με σκοπό στο μέλλον να τα μεταφέρει σε πόλεις της Ευρώπης και να τα πουλήσει.
Μετά από λίγο καιρό όμως, οι Κρήτες πρόσφυγες του νησιού αποκάλυψαν το μυστικό, ότι δηλαδή ο Άγγλος πρόξενος κατέχει την Τιμία Ζώνη και τα άλλα άγια λείψανα.
Όταν η είδηση διαδόθηκε μέχρι  το Άγιον Όρος, ήλθαν να τα  παραλάβουν  δύο Βατοπαιδινοί μοναχοί, ο Διονύσιος και ο Στέφανος, έχοντας μαζί τους και τα επίσημα μοναστηριακά Γράμματα για  την κυριότητα των λειψάνων, οι οποίοι και πληροφόρησαν σχετικά τον επίσκοπο Σαντορίνης Ζαχαρία.
Αμέσως ο ζηλωτής εκείνος ποιμένας  επισκέφτηκε με τον αρχιδιάκονό του Σεραφείμ Καΐρη και τον Αστυνόμο Αντώνιο Ν. Σιγαλά  στην οικία του τον Άγγλο πρόξενο, τον οποίο και παρακάλεσαν, να τους  παραδώσει τα Άγια λείψανα. Εκείνος, όμως, αρνιόταν να το κάνει, δικαιολογούμενος ότι πιέζεται «υπό του δαίμονος της γυναικός του Στεφανίας», συμφώνα με το θηραϊκό έγγραφο. Τότε ο αστυνόμος μάζεψε όλους τους ορθόδοξους χριστιανούς, κλήρο και λαό, έξω από το σπίτι  του προξένου, στα Φυρά, με τα  λάβαρα και τα εξαπτέρυγα ενώ οι  καμπάνες των εκκλησιών  κτυπούσαν  χαρμόσυνα.
Εξαιτίας όλων αυτών, ο πρόξενος Δομίνικος φοβήθηκε το λαό των ορθοδόξων, που  παρέμεινε αμετακίνητος  όλη τη νύκτα της 9ης προς τη 10η Οκτωβρίου 1830 έξω από  το σπίτι του, και αφού  άφησε για λίγο μόνους τους επισκέπτες, πήγε στο εσωτερικό του σπιτιού του και επανήλθε σε λίγο έχοντας  την έκφραση του προσώπου του αλλοιωμένη.  Αφού δε ετοίμασε τραπέζι, ξαναέφυγε, γύρω στις δύο μετά τα μεσάνυχτα. Όταν δε γύρισε ανακοίνωσε ότι πήγε στο μοναστήρι των Φράγκων και πήρε  το κιβώτιο με τα άγια λείψανα. Αμέσως άναψε στο τραπέζι είκοσι κηροπήγια και αφού θυμίασε το σπίτι του, τους παρευρισκομένους επισκέπτες και τους δύο Βατοπαιδινούς πατέρες, οι οποίοι έφθασαν εν τω μεταξύ, έλαβε με ιεροπρεπή κίνηση τα άγια λείψανα, τα ανύψωσε κλαίγοντας  και τα παρέδωσε στα χέρια του αγίου αρχιερέως Σαντορίνης, ο οποίος «κλίνας γόνυ ψυχής και σώματος» τα προσκύνησε με ιερή συγκίνηση και ανέκφραστη χαρά.
Η Θεοτόκος έδειξε και πάλι το θαύμα Της!
Μετά την Ακολουθία του αγιασμού, ο μεν επίσκοπος σήκωσε το χρυσό κιβώτιο με την Τιμία Ζώνη, οι δε αγιορείτες μοναχοί τα άλλα δύο ιερά λείψανα και συνοδευόμενοι από τον ιερό κλήρο και το λαό, έφθασαν με πομπή στον Μητροπολιτικό  ναό  της πόλεως των Φυρών, όπου  έγινε ευχαριστήρια  δοξολογία  προς τον πανάγαθο Θεό. Όχι δε μόνον οι ορθόδοξοι, αλλά και αυτοί οι Φράγκοι ήρθαν «συν γυναιξί και τέκνοις» και προσκύνησαν με πολλή ευλάβεια, ενώ πολλοί από πάθη θεραπεύτηκαν και όσοι είχαν δαιμόνια φώναζαν ότι φεύγουν για την δύναμη της Τιμίας Ζώνης!
Στη συνέχεια οι Βατοπαιδινοί πατέρες τη μετέφεραν για  αγιασμό  στα υπόλοιπα χωριά  του νησιού, όπου «ο λαός ως σμήνος μελισσών» ερχόταν , να προσκυνήσει το άγιο Θεομητορικό λείψανο, το οποίον «ευωδίαζε άρρητον ευωδία», κατά την ακριβή διατύπωση του Θηραϊκού εγγράφου.
Μετά τρείς  μήνες, από την ημέρα της ευρέσεως, οι μοναχοί συνοδευόμενοι από πολλούς  κατοίκους των Θυρών, που έφεραν συνεισφορές των χριστιανών, αφιερώματα και δωρεές - μεταξύ των οποίων πεντάφωτη χρυσή λυχνία με  το όνομα «ΘΗΡΑ» - έφεραν τα  ιερά λείψανα στη Μονή Βατοπαιδίου, και όλοι οι μοναχοί με πνευματική χαρά, έκαναν «παννύχιο αγρυπνία» την ήμερα εκείνη. Επίσης έκριναν  σωστό, όπως ο εορτασμός της ευρέσεως και φανερώσεως της Τιμίας Ζώνης γίνεται κάθε χρόνο  τη δεκάτη  Οκτωβρίου, εις τιμήν και μνήμη της Ύπεραγίας Θεοτόκου, γεγονός το οποίο συνεχίζεται ως  σήμερα.

πηγή: Ματθαίου Ε. Μηνδρινού, Ασματική Ακολουθία εις ανάμνησιν της ευρέσεως της Τιμίας Ζώνης της Θεοτόκου