Κυριακή, 5 Αυγούστου 2012

1657 - Ο Άθως και το Θαβώρ



Από αιώνες, κάθε χρόνο, την παραμονή της Μεταμορφώσεως, αρκετοί μοναχοί αναχωρούν από την Μεγίστη Λαύρα με ζώα φορτωμένα με τρόφιμα, σκεπάσματα και λειτουργικά σκεύη και ανεβαίνουν προς την «’Αγίαν κορυφήν» του Άθωνας, σε ύψος 2,033 μέτρων, επάνω από τα σύννεφα, όπου βρίσκεται ένα μικρό παρεκκλήσι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Εκεί, την άλλη μέρα το βράδυ, θα κάνουν την ολονύχτιον αγρυπνίαν με τρόπο παρόμοιο προς όλα τα μοναστήρια του Αγίου Όρους. 
Ανεβαίνοντας σιγά-σιγά, όπως τότε, οι Απόστολοι ανέβαιναν με τον Ίησοϋν «εις όρος υψηλόν» (Ματθ. 17, 1), ψάλλουν τους προεόρτιους ύμνους στο ρυθμό των κωδωνίσκων των μουλαριών: «Δεύτε συνανέλθωμεν τω Ιησού αναβαίνοντι εις το όρος το άγιον…».
Στον δρόμο, μοναχοί από διάφορα μέρη του Όρους και προσκυνηταί ποικίλων εθνοτήτων, συνάπτονται μαζί τους, και αυτή η πομπή που συναποτελείται ομοιάζει τότε με τους Εβραίους που συγκεντρώνονταν από όλα τα μέρη της Παλαιστίνης μαζί με τους προσήλυτους για να εορτάσουν εις τον οίκον Κυρίου εις την Σιών (βλ. Β΄ Παραλ, 30,25). «Εκεί γαρ ανέβησαν αι ψυλαί, φυλαί Κυρίου, μαρτυρίου τω Ισραήλ, του εξομολογήσασθαι τω ονόματι Κυρίου» (Ψ. 121,4).
Αυτή η «αγία Κορυφή», η οποία τακτικά ενδύεται με λαμπρό χιόνι, που άλλοτε αντανακλά τις ακτίνες του ηλίου και άλλοτε κρύβεται υπό την νεφέλη, ήταν προορισμένη να γίνη «Όρος του φωτός»· διότι η αρχαία λέξις «αίθων» σημαίνει: πυρώδης, αναλαμπών, αστράπτων… Η κορυφή κατέχει μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά των αγιορειτών. Βλέπουν αυτό το όρος σαν τον άξονα του κόσμου, που ενώνει τον ουρανό και την γη, σαν τον στύλον διά του οποίου οι προσευχές τους αναβαίνουν προς τον Θεόν, σαν το υποπόδιον του Θεού, σαν την εκλεκτήν κατοικίαν της Παντανάσσης, της «Μητρός του Φωτός».

Αναρίθμητες εικόνες ή χαλκογραφίες δείχνουν την Παναγίαν στον ουρανό, πάνω από την χιονισμένη κορυφή του Άθωνος, που εξαπλώνει στον κόσμο το Μαφορίον της, την «αγίαν Σκέπην» της προσευχής της.
Εκεί επίσης, κατά μια αρχαία και αδιάρρηκτη παράδοση, οι μοναχοί αναβαίνουν μερικές φορές για ένα προσωπικό προσκύνημα, για να προσευχηθούν πλησιέστερα προς τον ουρανό και για να λάβουν από τον θεόν μια πληροφορία για τις αποφασιστικές στιγμές της ζωής τους.
Εκεί, στον δέκατο αιώνα, εν ημέρα Μεταμορφώσεως, ο κτίτωρ της μονής των Ιβήρων, όσιος Ευθύμιος, είδε το φως του Θεού να εξαστράπτει ως πυρ φλέγων ενώ λειτουργούσε: «αίφνης φως αμέτρητον περιήστραψεν άπαντας και σεισμός εγένετο και όλοι έπεσαν πρυνείς κατά γης. Μόνος δε ο μακάριος Ευθύμιος ίστατο, φαινόμενος ως στύλος πυρός και μένων ακίνητος προ του ιερού θυσιαστηρίου».
Τέσσερεις αιώνες αργότερα, η Παναγία εμφανίστηκε στον άγιον Μάξιμον τον Καυσοκαλυβίτην μέσα σε άφθονο θείο φως και αρώματα, κρατώντας στην αγκαλιά της τον Κύριον, που ευλόγησε τον άγιον και τον γέμισε με θείαν αγαλλίασιν. Εκεί ακόμα, υστέρα από αιώνες τέτοιων γεγονότων που έμειναν κρυφά, ο Γέρων Ιωσήφ (1959), ο μέγας ησυχαστής και πραγματικός πατήρ της σημερινής αναγεννήσεως της παραδόσεως της νοερός προσευχής στο Άγιον Όρος, συνάντησε τον συνασκητή του, τον Γέροντα Αρσένιον (1983) και άρχισε την ζωή σκληρού αγώνος και περιπλανήσεως στις κλιτύς του Άθωνος. Και από την κορυφήν αυτήν, μία μέρα, που είχε φθάσει στην απελπισία, μια λαμπρή ακτίνα φωτός εξήστραψε και μπήκε στην καρδιά του. Και από τότε, όπως σ’ ένα Θαβώρ, ο νους του δεν σταμάτησε να μένει διαρκώς με τον Ιησούν ενωμένο μέσα στην καρδία του.
Υπάρχει επίσης η διήγησις ότι επτά ασκηταί ζουν σ’ αυτά τα ύψη γυμνοί και άγνωστοι και διατηρούν διά μέσου των αιώνων, από γενεά σε γενεά, την μυστική παράδοση της ασκήσεως και της θεωρίας.

Μύθος ή αλήθεια ή διήγησις αυτή δείχνει ακριβώς πόσο κεντρική είναι η θέσις της «Αγίας Κορυφής» στην συνείδηση και στην ζωή των αγιορειτών. Γι’ αυτό το μικρό παρεκκλήσι της Μεταμορφώσεως και δίπλα του ο πελώριος σιδερένιος σταυρός, που στέκονται σ’ αυτόν τον στενό βράχο, έχουν μια ιδιαίτερη συμβολική αξία και δείχνουν, σαν δυό σημεία, στον ουρανό και στον κάτω κόσμο, τα δυό χαρακτηριστικά της μοναστικής πολιτείας, η οποία είναι βίωσις του σταυρού, εκουσία και αδιάλειπτη συμμετοχή στο πάθος του Κυρίου, και είναι ταυτόχρονα η οδός της θεώσεως, μια ζωή μέσα στο φως της εσχατολογικής δόξης, που απεκάλυψε ο Χριστός, για μια στιγμή, στους Αποστόλους του, πάνω στο όρος Θαβώρ. Όπως ο Κύριος ανέβηκε στο όρος «κατ’ ιδίαν» με τους εκλεκτούς Μαθητές για να προσευχηθεί (Λουκ. 9, 28), έτσι και οι μοναχοί, απαρνούμενοι τον κόσμο, ζουν στον Άθωνα «εν ησυχία και προσευχή», ζουν εδώ και τώρα, μέσα στο φως της Μεταμορφώσεως. Ο Άθως είναι για αυτούς Θαβώρ, προτύπωσις της βασιλείας των ουρανών.
Στην δύση του Βυζαντίου, όταν ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο αγιορείτης και μέγας διδάσκαλος του θείου φωτός, αγωνίστηκε εναντίον των ουμανιστών για την υπεράσπιση των ησυχαστών και την υποστήριξη της ορθοδόξου διδασκαλίας περί της θεώσεως του ανθρώπου — δηλαδή της πραγματικής συμμετοχής του στην ζωή του Θεού διά μέσου της ακτίστου χάριτος— το θέμα της Μεταμορφώσεως και της φύσεως του Θαβωρίου φωτός βρισκόταν στο κέντρο της διαμάχης. Σ’ όλα τα έργα τους, ο άγιος Γρηγόριος και οι ομόφρονές του, κάνουν αναρίθμητες αναφορές σ’ αυτό το θείο γεγονός και δείχνουν ότι η Μεταμόρφωσις του Κυρίου, ως πρότυπον της δικής μας θεώσεως, είναι κατ’ εξοχήν η εορτή του μοναχισμού, η πανήγυρις του Αγίου Όρους. Για χρόνια ο άγιος Γρηγόριος είχε ζήσει στους πρόποδες του Άθω, στην Μ. Λαύρα, και ως ησυχαστής στο υψηλότερα ευρισκόμενο κελλίον του αγίου Σάββα. Γι’ αυτόν όπως και για κάθε σύγχρονο αγιορείτη, ο Άθως ταυτίζεται με το Θαβώρ και με κάθε «όρος του Θεού», όπου ό Θεός αποκαλύφτηκε στους ανθρώπους. Γιά αυτούς είναι και Όρος Σιών, και όρος Σινά, όρος Κάρμελ, όρος των Ελαιών και όρος του Γολγοθά. Είναι επίσης παρόμοιο με όλα τα «άγια όρη» όπου ο Κύριος κατοίκησε «εν τοις αγίοις αυτού» (Ψ. 150,1) «εν αυναγωγή θεών» (Ψ.81,1), όμοιο με το όρος του Ολύμπου της Βιθυνίας, από το οποίο προήλθαν οι πρώτοι αγιορείτες, με το όρος του Λάτρου, με το όρος του Γάνου, με το βουνό του Αγίου Αυξεντίου και με όλα τα ένδοξα μοναστικά Κέντρα της Μικράς Ασίας• με τα άγια όρη της Ελλάδος, και παραλληλίζεται τέλος με το όρος του Ολύμπου – της αρχαίας κατοικίας του δωδεκαθέου. Συγγενεύει με τους ιερούς βράχους των Μετεώρων, όπου στον πιο ψηλό βράχο βρίσκεται κτισμένο μοναστήρι της Μεταμορφώσεως, με τα όρη της Πελοποννήσου, της Μακεδονίας, των Καρπαθίων, της Σερβίας, της Αρμενίας με το σεβαστό Αραράτ, τα Καυκάσια όρη· με τα όρη της Ρωσσίας και με το μικρό «Άγιον όρος» του αγίου Σεραφείμ στο δάσος του Σαρώφ· με το Μοnte Cassino του αγίου Βενεδίκου, με το όρος του Μερκουρίου —φρούριο των βυζαντινών ασκητών στην Καλαβρία—, και με όλα τα άγια όρη της ορθοδόξου Δύσεως. Ο Άθως ταυτίζεται λοιπόν με όλ’ αυτά τα όρη που έγιναν Θαβώρ, για τους μοναχούς όλων των αιώνων, και που «μεταναστεύ¬ουν εκεί ως στρουθία» (Ψ. 10,11).
Σ’ αυτήν την νύχτα, μέσα στο στενό παρεκκλήσι, όπου μόνον λίγα πρόσωπα μπορούν να χωρέσουν, ενώ οι άλλοι προσπαθούν να ζεσταθούν λιγάκι δίπλα στη μεγάλη φωτιά που καίγεται απ’ έξω, οι φωνές των ψαλτών γίνονται σάλπιγγες της Εκκλησίας, που ανακηρύττουν στον κόσμο το μήνυμα του αΪδίου φωτός.

(“Η βίωσις της Μεταμορφώσεως στη ζωή του αγιορείτου μοναχού”. -απόσπασμα- από τον Τόμο, «Μεταμόρφωση», εκδ. Ακρίτας, σ. 121-125)


Περισσότερες φωτογραφίες:

1656 - Ανάβαση στη κορυφή του Άθω, από τη Νέα Σκήτη (video)


Ο Πολωνός προσκυνητής Tomasz Poliszuk κατέγραψε σε μια 8/λεπτη βιντεοταινία την ανάβαση που πραγματοποίησε μ' έναν φίλο του, στην κορυφή του Άθω, ξεκινώντας από τη Νέα Σκήτη.
Πρόκειται για μια πανέμορφη ταινία που αξίζει να δείτε.
Η ανάβαση πραγματοποιήθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, ημέρα που στο Άγιο Όρος γιορτάζεται η Γέννηση της Θεοτόκου (8 Σεπτεμβρίου).
Το video «ανακάλυψα» στο blog του Βασίλη.

1655 - Ο Καζαντζάκης στην κορυφή του Άθω, στα 2.033 μέτρα


Είχε θυμώσει «άσχημα», λέει, τότε, στα αχανή του παρελθόντος, ο γίγας Άθως -δεν μας λένε τις διαστάσεις του-, κι από της Θράκης τις εύφορες πεδιάδες, όπου κατοικούσε, και του Παπικίου τις εύμορφες πλαγιές, που διαφέντευε, σημάδεψε τον αιγαιοκράτορα Ποσειδώνα και του πέταξε τη θεόρατη πυραμοειδή τούτη πέτρα, που έπεσε και εδράσθηκε αταρακούνητη στης θάλασσας τον απροσμέτρητο πάτο. Και από τότε καθιερώθηκε με τ' όνομά του στην ελληνική και την παγκόσμια ιστορία και γεωγραφία!
Ο Νίκος Καζαντζάκης γνωρίζεται το 1914 με το Σικελιανό και μαζί περιοδεύουν στο Άγιο Όρος και αλλού. Τις πολλές εμπειρίες του από τα ταξίδια του τις μετατρέπει σε συγγραφή, ίσως δεν έμεινε τόπος από τους πολλούς που επισκέφτηκε, που να μην τον κατέγραψε στις ταξιδιωτικές του περιγραφές, που είναι ασφαλώς από τα καλύτερα δημιουργήματα του. Στην «Αναφορά στον Γκρέκο» αφηγείται την ανάβασή τους στην κορυφή του Άθω:

Την άλλη μέρα, πριν ξημερώσει, κινούμε για την κορφή του Άθω. Δεν είχε ακόμα λαλήσει μέσα στο περιαύλι το σήμαντρο, τα πουλιά ακόμα δεν είχαν ξυπνήσει, κατακάθαρος, γαλαχτωμένος ο ουρανός, και λάμπει πέρα κατά την ανατολή σαν εξαφτέρουγο σεραφείμ ο Αυγερινός. Ο πάτερ Λουκάς, κοντός, ανοιχτογόνατος, παλιός κοντραμπαντζής, πάει μπροστά και μας δείχνει το δρόμο. Κάπου κάπου στέκουνταν και μας έπιανε κουβέντα για θάλασσες, για γλέντια, για καβγάδες με τους Τούρκους. Όλη η κοσμική ζωή του σαν παραμύθι μέσα του, σαν να 'γίνε σ' έναν άλλο κόσμο πιο άγριο και επικίνδυνο, γεμάτο φωνές και βλαστήμιες και γυναίκες. Το 'λέγε και το ξανάλεγε το παραμύθι του, το ξαναζούσε και χαίρουνταν. Όλα από την παλιά του ζωή τ' απαρνήθηκε, μα όλα τα πήρε μαζί του, τυλιγμένα στο ράσο του. Κάτω από ένα μεγάλο έλατο σταμάτησε· ήθελε κουβέντα.
Ας σταθούμε, βρε παιδιά, είπε, να ξαποστάσουμε λίγο· ν' αλλάξουμε και καμιά κουβέντα, έσκασα.
Έβγαλε μιαν κρυμμένη στη ζώνη του καπνοσακούλα, έστριψε τσιγάρο, άρχισε την κουβέντα...
Πήραμε πάλι τον ανήφορο· πεύκα, έλατα, γκρεμοί φοβεροί και κάτω, στο πρωινό ήρεμο φως, απλώνουνταν, γαληνεμένη σήμερα η θάλασσα. Όσο πληθαίνει το φως, ξεχωρίζουμε πέρα τα θεία νησιά, την Ιμπρο, τη Λήμνο, τη Σαμοθράκη, να πλένε θαρρείς ανάερα, να μην αγγίζουν τη θάλασσα.
Μπαίνουμε στα χιόνια· ο πάτερ Λουκάς πατάει αργά, προσεκτικά, γλιστρούμε και πέφτουμε, προχωρούμε με δυσκολία, με κίντυνο, απάνω στα κρουσταλλωμένα χιόνια. Απάνθρωπο, απόγκρεμο βουνό, κι ο φίλος μου ξαφνικά, που πήγαινε μπροστά, σταμάτησε· έσκυψε, κοίταξε κάτω· βαθύς, άπατος γκρεμός, τον έπιασε ζάλη. Στράφηκε σε μένα κατάχλωμος.
Να γυρίσουμε... μουρμούρισε.
Δεν είναι ντροπή; είπα εγώ και τον κοίταξα με παράπονο, πολύ ήθελα ν' ανέβω στην κορφή.
Είναι... είναι... μουρμούρισε ντροπιασμένος· πάμε! Κι άρχισε πάλι ν' ανεβαίνει. Ο ήλιος ήταν ψηλά όταν πατήσαμε την κορφή· ξεπνεμένοι κι οι δυο από την κούραση, μα τα πρόσωπα μας έλαμπαν, γιατί φτάσαμε στο σκοπό.

Μπήκαμε στο εκκλησάκι το αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση του Χριστού να προσκυνήσουμε· Ωστόσο ο πάτερ Λουκάς άναψε φωτιά με τα ξυλαράκια που 'χε μαζέψει στο δρόμο, έβγαλε από το ταγάρι του κι έψησε καφέ, στριμωχτήκαμε πίσω από ένα βράχο, γιατί πήρε να φυσάει και κρυώναμε. Κοιτάζαμε μπροστά μας το απέραντο βουβό πέλαγο, τα νησιά που αρμένιζαν κάτασπρα, και πέρα μακριά, άγνωρα βουνά που μολύβωναν τον αέρα.
Από την άγια κορφή ετούτη, έχουν να πουν, μπορείς να δεις την Πόλη! είπε ο Λουκάς και γούρλωνε τα μάτια κατά την ανατολή, να ξεκρίνει τη Βασιλεύουσα.
Την είδες εσύ ποτέ, πάτερ Λουκά;
Ο καλόγερος αναστέναξε.
Όχι, δεν το αξιώθηκα. Φαίνεται δε φτάνουν τα μάτια του κορμιού χρειάζουνται και τ' άλλα, της ψυχής και μένα, αλίμονο, η ψυχή μου είναι κοντόφθαλμη.
Το θεό όμως τον βλέπεις, είπα εγώ.
Ε, αποκρίθηκε ο καλόγερος, αυτό δε χρειάζεται μάτια· ο θεός είναι πιο κοντά μας από το συκώτι μας κι από τα πλεμόνια.
Ο φίλος μου ήταν θλιμμένος και δε μιλούσε· σίγουρα δεν καταδέχουνταν να συγχωρέσει το κορμί του που, μια στιγμή, δείλιασε. Άξαφνα δεν κρατήθηκε πια· άπλωσε και μου 'σφίξε το χέρι με δύναμη:
Σε παρακαλώ, είπε, ξέχασε το ορκίζουμαι, δεν το ξανακάνω.
Κάθε άρτιος άνθρωπος έχει μέσα του, στην καρδιά της καρδιάς του, ένα κέντρο μυστικό και γύρα του περιστρέφονται τα πάντα· ο μυστικός αυτός στρόβιλος δίνει ενότητα στο στοχασμό και στην πράξη μας, και μας βοηθάει να βρούμε ή να εφεύρουμε την αρμονία του κόσμου. Άλλοι έχουν τον έρωτα, άλλοι τη δίψα της μάθησης, άλλοι την καλοσύνη ή την ομορφιά· ή τη λαχτάρα του χρυσαφιού και της εξουσίας· κι όλα τ' αξιολογούν και τα υποτάζουν στο κεντρικό τους αυτό πάθος. Αλίμονο στον άνθρωπο που μέσα του δε νιώθει να τον κυβερνάει ένας απόλυτος μονάρχης· η ζωή του κατασκορπίζεται ακυβέρνητη κι ασυνάρτητη σε όλους τους ανέμους.
Να γιατί όλη μας η ζωή, παππού, ήταν ανήφορος· ανήφορος και γκρεμός κι ερημία· κινήσαμε με πολλούς συναγωνιστές, με ιδέες πολλές, συνοδεία μεγάλη· μα όσο ανηφορίζαμε κι η κορφή μετατοπίζουνταν κι αλάργαινε, συναγωνιστές κι ιδέες κι ελπίδες μας αποχαιρετούσαν, λαχάνιαζαν, δεν ήθελαν, δεν μπορούσαν ν' ανέβουν πιο απάνω· κι απομέναμε μονάχοι με τα μάτια καρφωμένα στην Κονούμενα Μονάδα, στην μετατοπιζόμενη κορφή. Δε μας κινούσε η αλαζονεία, μήτε η απλοϊκή βεβαιότητα πως θα σταθεί μια μέρα η κορφή και θα τη φτάσουμε· μήτε κι αν τη φτάναμε, πώς θα βρούμε εκεί απάνω την ευτυχία, τη σωτηρία και τον Παράδεισο· ανεβαίναμε, γιατί ευτυχία, σωτηρία και Παράδεισος για μας ήταν η ανάβαση.

1654 - Είπε ο παπα Αναστάσης, Γέροντας του Ι.Κελλίου Τιμίου Προδρόμου, του Διονυσίου εκ Φουρνά


1653 - Το επί της κορυφής του Άθω ναΐδιον της του Σωτήρος Μεταμορφώσεως


κλικ στη φωτογραφία για μεγέθυνση
Αυτά έγραφε ο Γεράσιμος Σμυρνάκης το 1902 στο βιβλίο του  ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ (σελ. 408), για το νεόδμητο τότε εκκλησάκι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, στην κορυφή του Άθω.
Στη δεύτερη φωτογραφία (πάνω) μπορούμε να διακρίνουμε ένα κατεστραμμένο τμήμα του τρούλου από τους κεραυνούς.
.
Στη συνέχεια το εκκλησάκι όπως είναι σήμερα:


1652 - Στην κορυφή του Άθω 52 χρόνια πριν (φωτογραφίες)




Οι φωτογραφίες είναι από το βιβλίο
του Επισκόπου Ροδοστόλου κ. Χρυσοστόμου

1651 - Η συκοφαντία



Γράφει ο Πατήρ Μωυσής Αγιορείτης

Ο συκοφάντης είναι δεινός ψεύτης, κακός άνθρωπος, δόλιος και ζηλόφθονος. Πρόκειται για πρόσωπο δειλό, διαστροφικό και ακαλλιέργητο. Έχει επιπολαιότητα, ρηχότητα, μετριότητα και περιέργεια.
Η εμπάθεια, η ιδιοτέλεια, η έπαρση και η υστεροβουλία τον χαρακτηρίζουν. Δεν πτοείται να σπιλώσει, να ατιμάσει, να καταρρακώσει τον υποτιθέμενο εχθρό του. Ικανοποιείται με τον διασυρμό του άλλου και τη διαπόμπευσή του. Διακατέχεται από απάνθρωπα και θηριώδη ένστικτα. Το πάθος τον μεθά, τον θολώνει, τον ευχαριστεί, τον μαγεύει.
Οι συκοφάντες χαίρονται ιδιαίτερα όταν βρίσκουν ακροατές και αναγνώστες των ψευδών τους και μεταφορείς των φαντασιών τους. Παγιδεύουν απρόσεκτους και αδαείς φίλους, τους οποίους δεν είναι καθόλου δύσκολο αύριο να διασύρουν κι αυτούς για να διαδώσουν ανυπόστατες κατηγορίες. Η συκοφαντία είναι χειρότερη της κατηγορίας, γιατί εσκεμμένα χρησιμοποιεί το ψεύδος εναντίον άλλου. Η εμπάθεια του συκοφάντη είναι φοβερή. Συνεργάζονται το μίσος και η κακία, η ζήλια και ο φθόνος, η εχθρότητα και η απάτη. Φυσικά δεν παραδέχεται το αμάρτημά του.
Υποκρίνεται χυδαία, κάνει μάλιστα και τον φίλο στον συκοφαντούμενο για να μην υποψιαστεί από κανέναν. Μπορεί μία απλή συκοφαντία να ξεκινήσει από έναν αστεϊσμό, αλλά να καταλήξει σε φοβερή περιπέτεια. Ο αθώος αδικείται, περιπαίζεται, ταλαιπωρείται, δεν γνωρίζει τι να κάνει.
Οι συκοφάντες είναι άδικοι, αδίστακτοι, απεχθείς, θηρία ανήμερα, δηλητηριώδη φίδια, επικίνδυνοι σκορπιοί. Οι διαδίδοντες ανόητα τις συκοφαντίες συμμετέχουν του θανάσιμου αμαρτήματος. Μερικές φορές οι δεινοί συκοφάντες είναι πρόσωπα υπεράνω πάσης υποψίας, ώστε να ενεργούν ανενόχλητοι. Είναι μασκοφόροι, διπρόσωποι, διχασμένοι και δυστυχείς. Καρκινώματα της κοινωνίας με ύπουλο, καταχθόνιο και σκοτεινό έργο μισαδελφίας. Πρόκειται για ψυχρούς δολιοφθορείς παχιάς, πλούσιας και τρομακτικής υποκρισίας. Δυστυχώς παραμένουν επί έτη αμετανόητοι. Απολαμβάνουν τα αξιοκατάκριτα κατορθώματά τους. Γνωρίζουν να κρύβονται, να δικαιολογούνται, να καθησυχάζουν τον εαυτό τους. Ο δαίμονας τους συμπαρίσταται.
Μπορούν να κοιμούνται ήσυχα. Φαίνεται η πώρωσή τους έφτασε σε μεγάλο βαθμό. Ο εγωισμός δεν τους αφήνει να διορθώσουν τα σοβαρά λάθη τους.
Συνεχίζουν το αθεόφοβο και αφιλάνθρωπο έργο τους. Ο δαίμονας τους έχει ξεγελάσει οικτρά. Τα θύματα της συκοφαντίας είναι αξιολύπητα, όμως πιστεύουμε πως οι συκοφάντες είναι πιο αξιολύπητοι και αξιοκατάκριτοι. Όταν οι συκοφάντες δέχονται αντιρρήσεις από τους ακροατές τους, που ζητούν αποδεικτικά στοιχεία, θυμώνουν και μπορεί να καταλογογραφηθούν κι αυτοί στους προς συκοφαντία.
Θα πρέπει να αυξηθούν αυτοί που αντιδρούν. Η κοινωνία οφείλει να απομονώσει τους ανθρωποφάγους συκοφάντες. Αξίζει επίσης η συμπαράσταση στους αποδεδειγμένα αθώους συκοφαντούμενους, που έχουν μεγάλη την ανάγκη από αληθινή παρηγοριά. Μη παρασύρεται κανείς εύκολα από τα απατηλά λόγια των πονηρών συκοφαντών. Ας είναι αρκετά επιφυλακτικός μαζί τους. Ο πνευματικός νόμος συνεχίζει να λειτουργεί: Ό,τι έκανες θα πάθεις. Μερικές φορές και χειρότερα.
Δεν ευχόμεθα αυτό, αλλά την άμεση μετάνοια των ταλαίπωρων συκοφαντών.

1650 - Το Χιλιανδαρινό μετόχι του Κάκκαβου (φωτογραφίες)


Λίγοι ίσως γνωρίζουν πως κοντά στην Ιερισσό, δίπλα στο δρόμο, υπάρχει ένα μετόχι της Ιεράς Μονής Χιλιανδαρίου, το Κάκκαβο, κτισμένο σε μια μοναδική τοποθεσία, πνιγμένη στο πράσινο. 


Το μετόχι αυτό δώρισε στο μοναστήρι ένας πλούσιος Τούρκος ο οποίος απέκτησε παιδιά μετά την θεραπεία της στείρωσης της γυναίκας του από τα σταφύλια του κλήματος που φύτρωσε με θαυματουργικό τρόπο στον τάφο του Οσίου Συμεών του Μυροβλύτου, κτίτορα της Ιεράς Μονής Χιλιανδαρίου.


Στο Κάκκαβο υπάρχει ναός της Ζωοδόχου Πηγής, κελλιά μοναχών, δύο ξενώνες, κατάσημα εκκλησιαστικών ειδών, βιβλιοπωλείο και διάφορα εργαστήρια και σπίτια για τους εργάτες που διαμένουν εκεί. 


Βασική αποστολή του μετοχίου είναι η επεξεργασία του ξύλου της καστανιάς για την κατασκευή επίπλων, εικονοστασίων, ραφιών, οικοδομικών υλικών και ότι άλλο χρειάζεται το μοναστήρι.

Να σημειωθεί πως η περιοχή είναι κατάλληλη για την ανάρρωση ή την ιδιαίτερη φροντίδα υπερηλίκων Χιλιανδαρινών μοναχών. Στο μετόχι του Κάκκαβου κοιμήθηκε πρόσφατα ο υπεραιωνόβιος πατήρ Ιωάννης (†29 Ιουλίου 2012) και προ διετίας ο Ηγούμενος της Μονής Αρχιμ. Μωυσής (†21 Μαρτίου 2010).


1649 - Όσιος Ευγένιος ο Αιτωλός (†1682)


Αγιορείτης Άγιος
Μνήμη 5 Αυγούστου

Γεννήθηκε στο χωριό Μεγάλο Δένδρο Τριχωνίδος το 1597. Νέος προσήλθε στο μοναστήρι της Παναγίας Βλοχού στο Αγρίνιο. Κατόπιν κατέφυγε στη μονή Τροβάτου Αγράφων, όπου συνδέθηκε μ' ενάρετους Γέροντες και αύξησε τις γραμματικές του γνώσεις. Σε ηλικία δεκαεπτά ετών εκάρη μοναχός και μετά δύο έτη χειροτονήθηκε διάκονος στη μονή Τατάρνης.
Με τον Γέροντά του Αρσένιο επισκέπτεται το Άγιον Όρος. Ο Ευγένιος συνδέεται με τον σχολάξοντα επίσκοπο Χαραλάμπη, «εις άκρον αρετής εληλακότα», στη μονή Ξηροποτάμου. Ο Γέροντάς του αναχωρεί για τα Ιεροσόλυμα και, όταν μαθαίνει ο Ευγένιος, μετά από πολύ καιρό, τον θάνατό του, επιστρέφει στη μονή Τροβάτου. Το Άγιον Όρος έμεινε νοσταλγικά στη μνήμη του. Κατόπιν επισκέπτεται την Αλεξάνδρεια, όπου τον χειροτονεί ιερέα ο πατριάρχης Κύριλλος ο Λούκαρις, το Σινά και τα Ιεροσόλυμα.
Επιστρέφει στην πατρίδα του και παραμένει στις μονές Βραγγιανών, Βαρνάκοβας και Τατάρνης. Ως φιλομαθής παρακολουθεί μαθήματα στην Κεφαλλονιά, Ζάκυνθο και Κωνσταντινούπολη από ονομαστούς δασκάλους. Ιδρύει σχολές και διδάσκει στην Άρτα, Μεσολόγγι, Αιτωλικό, Αγρίνιο, Καρπενήσι, μονή Αγίας Παρασκευής Βραγγιανών. Αποκτά πολλούς και καλούς μαθητές, οι οποίοι με τη σειρά τους διαπρέπουν και ιδρύουν σχολές. Κτίζει ναούς, κηρύττει συνεχώς, γράφει πλήθος επιστολών, περί τις πεντακόσιες, ασχολείται με τη συγγραφή και την υμνογραφία.
Εκοιμήθη προσευχόμενος, αφού είχε προαισθανθεί το τέλος του, ώρα 12 της 5ης Αυγούστου 1682 στη μονή Βραγγιανών, περιστοιχισμένος από αγαπητούς του μαθητές. Βιογράφος του υπήρξε ο πιστός του μαθητής ιερομόναχος Αναστάσιος ο Γόρδιος (1703). Η αναγνώριση του Ευγενίου ως αγίου έγινε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο την 1 Ιουλίου 1982. Πλήρη ασματική ακολουθία συνέταξε ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης.
Από το όλο έργο του οσίου Ευγενίου φανερώνεται η μεγάλη του αγάπη προς τον Θεό και τους ανθρώπους. Ο ίδιος υπήρξε ακούραστος πνευματικός εργάτης σε δύσκολες ώρες του Γένους, φωτισμένος οδηγός και ενάρετος διδάσκαλος. Τη ρητορεία, τη μόρφωση, την απέραντη μνήμη, το θάρρος, τη θέληση και την εξαιρετική του βούληση τα έθεσε όλα για την ανόρθωση των υποδούλων αδελφών του. Στο Καρπενήσι υπάρχουν δύο παρεκκλήσια του.
Η μνήμη του τιμάται στις 5 Αυγούστου.

Πηγή:  ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ, Μοναχού Μωυσέως, Αγιορείτου