Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2012

1542 - Ο Σεβ. Μητροπολίτης Πατρών στὸ Άγιον Όρος (φωτογραφίες)


Στήν Ἱερά Μονή Καρακάλλου στό Ἅγιο Ὄρος εὑρίσκεται ἤδη ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πατρῶν κ.κ. Χρυσόστομος, προκειμένου νά προστῇ τῶν |Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν ἐπί τῇ Ἱερᾷ Μνήμῃ τῶν Ἁγίων Πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου.
Ὁ Σεβασμιώτατος πρίν φτάσει στό Μοναστήρι, πέρασε ἀπό τήν Ἱερά Κοινότητα στίς Καρυές, ὅπως εἶναι ἡ τάξη στό Ἅγιον Ὄρος καί προσκύνησε τήν ἐφέστια καί θαυματουργή Εἰκόνα τῆς Παναγίας «Ἄξιον ἐστίν» καί τόν Τάφο τοῦ Ὁσιομάρτυρος Κοσμᾶ τοῦ Πρώτου (Πρωτεπιστάτου δηλαδή τοῦ Ἁγίου Ὄρους).
Στό Πρωτᾶτο, στό Διοικητήριο δηλαδή τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὑπεδέχθη τόν Σεβασμιώτατο ὁ Πρωτεπιστάτης τοῦ Ἁγίου Ὄρους, π. Μάξιμος Ἰβηρίτης, ὁ ὁποῖος ἕλκει τήν καταγωγή του, ἀπό τήν περιοχή τῆς Ἀροανίας Καλαβρύτων. Μαζί του καί οἱ ἄλλοι Ἐπιστάτες, μέλη τῆς ἐφετινῆς Ἱερᾶς Ἐπιστασίας τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Στήν Ἱερά Μονή Καρακάλλου ἀνέμεναν τόν Σεβασμιώτατο, ὁ Πανοσιολογιώτατος Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἀρχιμανδρίτης π. Φιλόθεος, ὁ ὁποῖος κατάγεται ἀπό τό χωριό Θεόκτιστο τῆς Ἀρκαδίας, μαζί μέ τήν περί αὐτόν Μοναστικήν Ἀδελφότητα, πολλοί Μοναχοί ἀπό ἄλλες Μονές, ἄλλοι Κληρικοί ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος καί τόν κόσμο καί πολλοί λαϊκοί ἀδελφοί, πού ἔφτασαν στό Μοναστήρι, γιά νά τιμήσουν τούς Ἁγίους Ἀποστόλους Πέτρον καί Παῦλον.

Μετά τήν Μοναστηριακή ὑποδοχή  στήν εἴσοδο τῆς Μονῆς καί τήν δέηση στό Καθολικό, προσεφώνησε τόν Σεβασμιώτατο, ὁ Καθηγούμενος τῆς Μονῆς, ὁ ὁποῖος τόν καλωσόρισε θερμά στό Μοναστήρι.

Ὁ Σεβασμιώτατος ἀντιφώνησε δοξολογικά πρός τόν Θεό καί ἐν εὐχαριστίᾳ πολλῇ πρός τήν Παναγία, ἡ ὁποία οἰκονόμησε νά βρεθῇ στό Ἅγιον Ὄρος.
   Ἐπίσης εὐχαρίστησε τόν Παναγιώτατο καί Οἰκουμενικό Πατριάρχη γιά τήν εὐλογία τῆς εἰσόδου στό Ἅγιο Ὄρος, τόν Καθηγούμενο καί τήν Ἀδελφότητα τῆς Μονῆς γιά τήν πρόσκληση καί εὐχήθηκε πᾶσαν εὐλογίαν παρά Κυρίου, πρός δόξαν Θεοῦ, εὔκλειαν τοῦ κατ᾽Ανατολάς Ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ καί σωτηρίαν Ὁ Σεβασμιώτατος προέστη τῆς Ἱερᾶς Παρακλήσεως πρός τούς Πρωτοκορυφαίους Ἀποστόλους Πέτρον καί Παῦλον καί ἐτέλεσε τήν Ἀκολουθίαν τῶν Χαιρετισμῶν Τό ἀπόγευμα θά τελεσθῇ ὁ Μικρός Ἑσπερινός καί μετά τήν Τράπεζα θά ἀκολουθήσῃ ἡ ὁλονύκτιος Ἀγρυπνία κατά τό Ἁγιορείτικο Τυπικό.



1540 - Αγρυπνία απόψε στο Άγιο Όρος. Πανηγυρίζει η Ιερά Μονή Καρακάλλου

 

 

1541 - Για τη Θεομήτορα. Αυτή είναι η χαρά και η ελπίδα μας. (Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου)


Όταν η ψυχή κατέχεται από την αγάπη του Θεού, τότε, ω, πως είναι όλα ευχάριστα, αγαπημένα και χαρούμενα. Αυτή η αγάπη όμως συνεπάγεται θλίψη· κι όσο βαθύτερη είναι η αγάπη, τόσο μεγαλύτερη είναι κι η θλίψη.
Η Θεοτόκος δεν αμάρτησε ποτέ, ούτε καν με το λογισμό, και δεν έχασε ποτέ τη Χάρη, αλλά κι Αυτή είχε μεγάλες θλίψεις. Όταν στεκόταν δίπλα στο Σταυρό, τότε ήταν η θλίψη Της απέραντη σαν τον ωκεανό κι οι πόνοι της ψυχής Της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτεροι από τον πόνο του Αδάμ μετά την έξωση από τον Παράδεισο, γιατί κι η αγάπη Της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερη από την αγάπη του Αδάμ στον Παράδεισο. Κι αν επέζησε, επέζησε μόνο με τη Θεία δύναμη, με την ενίσχυση του Κυρίου, γιατί ήταν θέλημά Του να δει την Ανάσταση κι ύστερα, μετά την Ανάληψή Του, να παραμείνει παρηγοριά και χαρά των Αποστόλων και του νέου χριστιανικού λαού.
Εμείς δεν φτάνουμε στην πληρότητα της αγάπης της Θεοτόκου, και γι΄ αυτό δεν μπορούμε να εννοήσωμε πλήρως το βάθος της θλίψεώς Της. Η αγάπη Της ήταν τέλεια. Αγαπούσε άπειρα το Θεό και Υιό Της, αλλ΄ αγαπούσε και το λαό με μεγάλη αγάπη. Και τι αισθανόταν τάχα, όταν εκείνοι, που τόσο πολύ αγαπούσε η Ίδια και που τόσο πολύ ποθούσε τη σωτηρία τους, σταύρωναν τον αγαπημένο Υιό Της;
Αυτό δεν μπορούμε να το συλλάβωμε, γιατί η αγάπη μας για το Θεό και τούς ανθρώπους είναι λίγη. Κι όμως η αγάπη της Παναγίας υπήρξε απέραντη και ακατάληπτη, έτσι απέραντος ήταν κι ο πόνος Της που παραμένει ακατάληπτος για μας.
Άσπιλε Παρθένε Θεοτόκε, πες σ΄ εμάς τα παιδιά Σου, πως αγαπούσες τον Υιό Σου και Θεό, όταν ζούσες στη γη; Πως χαιρόταν το πνεύμα Σου για το Θεό και Σωτήρα Σου; Πως αντίκριζες την ομορφιά του προσώπου Του; Πως σκεφτόσουν ότι Αυτός είναι Εκείνος, που Τον διακονούν με φόβο και αγάπη όλες οι Δυνάμεις των ουρανών;
Πες μας, τι ένοιωθε η ψυχή Σου, όταν κρατούσες στα χέρια Σου το Θαυμαστό Νήπιο; Πως το ανέτρεφες; Πως πονούσε η ψυχή Σου, όταν μαζί με τον Ιωσήφ Τον αναζητούσες τρεις μέρες στην Ιερουσαλήμ; Ποιάν αγωνία έζησες, όταν ο Κύριος παραδόθηκε στην σταύρωση και πέθανε στο Σταυρό;
Πες μας, ποια χαρά αισθάνθηκες για την Ανάσταση η πως σπαρταρούσε η ψυχή Σου από τον πόθο του Κυρίου μετά την Ανάληψη;
Οι ψυχές μας λαχταρούν να γνωρίσουν τη ζωή Σου με τον Κύριο στη γη‡ αλλά Συ δεν ευδόκησες να τα παραδώσης ολ΄ αυτά στη Γραφή, αλλά σκέπασες το μυστήριό Σου με σιγή.
Πολλά θαύματα και ελέη είδα από τον Κύριο και τη Θεοτόκο, αλλά μου είναι τελείως αδύνατο ν΄ νταποδώσω κάπως αυτή την αγάπη.
Τι ν΄ αναταποδώσω εγώ στην Υπεραγία Θεοτόκο, που δεν με περιφρόνησε ενώ ήμουν βυθισμένος στην αμαρτία, αλλά μ΄ επισκέφθηκε σπλαγχνικά και με συνέτισε; Δεν Την είδα, αλλά το Άγιο Πνεύμα μου έδωσε να Την αναγνωρίσω από τα γεμάτα χάρη λόγια Tης και το πνεύμα μου χαίρεται κι η ψυχή μου παρασύρεται τόσο από την αγάπη προς Αυτήν, ώστε και μόνη η επίκληση του ονόματός Tης γλυκαίνει την καρδιά μου.
Όταν ήμουν νεαρός υποτακτικός, προσευχόμουν μια φορά μπροστά στην εικόνα της Θεομήτορος και μπήκε τότε στην καρδιά μου η προσευχή του Ιησού κι άρχισε από μόνη της να προφέρεται εκεί.
Μια άλλη φορά άκουγα στην εκκλησία την ανάγνωση των προφητειών του Ησαΐα, και στις λέξεις «Λούσασθε και καθαροί γίνεσθε» (Ησ. α΄ 16) σκέφτηκα: «Μήπως η Παναγία αμάρτησε ποτέ, έστω και με το λογισμό;». Και, ω του θαύματος! Μέσα στην καρδιά μου μια φωνή ενωμένη με την προσευχή πρόφερε ρητώς: «Η Θεοτόκος ποτέ δεν αμάρτησε, ούτε καν με την σκέψη». Έτσι το Άγιο Πνεύμα μαρτυρούσε στην καρδιά μου για την αγνότητά Της.
Εν τούτοις κατά τον επίγειο βίο Tης δεν είχε ακόμα την πληρότητα της γνώσεως και υπέπεσε σ΄ ορισμένα αναμάρτητα λάθη ατέλειας. Αυτό φαίνεται από το Ευαγγέλιο‡ όταν επέστρεφε από την Ιερουσαλήμ, δεν ήξερε που είναι ο Υιός Της και Τον αναζητούσε τρεις μέρες με τον Ιωσήφ (Λουκ. β΄ 44-46).
Η ψυχή μου γεμίζει από φόβο και τρόμο, όταν αναλογίζομαι τη δόξα της Θεομήτορος.
Είναι ενδεής ο νους μου και φτωχή κι αδύναμη η καρδιά μου, αλλά η ψυχή μου χαίρεται και παρασύρομαι στο να γράψω έστω και λίγα λόγια γι΄ Αυτήν.
Η ψυχή μου φοβάται να το αποτολμήσει, αλλά η αγάπη με πιέζει να μην κρύψω τις ευεργεσίες της ευσπλαχνίας Tης.
Η Θεοτόκος δεν παρέδωσε στη Γραφή ούτε τις σκέψεις Tης ούτε την αγάπη Tης για τον Υιό και Θεό Tης ούτε τις θλίψεις της ψυχής Tης, κατά την ώρα της σταυρώσεως, γιατί ούτε και τότε θα μπορούσαμε να τα συλλάβωμε. Η αγάπη Tης για το Θεό ήταν ισχυρότερη και φλογερότερη από την αγάπη των Χερουβείμ και των Σεραφείμ κι όλες οι Δυνάμεις των Αγγέλων και Αρχαγγέλων εκπλήσσονται μ΄ Αυτήν.
Παρ΄ όλο όμως που η ζωή της Θεοτόκου σκεπαζόταν, θα λέγαμε, από την άγια σιγή, ο Κύριος όμως φανέρωσε στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας πως η Παναγία μας αγκαλιάζει με την αγάπη Tης όλο τον κόσμο και βλέπει με το Άγιο Πνεύμα όλους τούς λαούς της γης και, όπως και ο Υιός Tης, έτσι κι Εκείνη σπλαγχνίζεται και ελεεί τούς πάντες.
Ω, και να γνωρίζαμε πόσο αγαπά η Παναγία όλους, όσους τηρούν τις εντολές του Χριστού, και πόσο λυπάται και στενοχωριέται για κείνους που δεν μετανοούν!
Αυτό το δοκίμασα με την πείρα μου.
Δεν ψεύδομαι, λέω την αλήθεια ενώπιον του Θεού, πως γνωρίζω πνευματικά την Άχραντη Παρθένο. Δεν Την είδα, αλλά το Άγιο Πνεύμα μου έδωσε να γνωρίσω Αυτήν και την αγάπη Tης για μας. Χωρίς την ευσπλαχνία Tης η ψυχή θα είχε χαθεί από πολύν καιρό. Εκείνη όμως ευδόκησε να μ΄ επισκέφθει και να με νουθετήσει, για να μην αμαρτάνω. Μου είπε: «Δεν μ΄ αρέσει να βλέπω τα έργα σου». Τα λόγια Της ήταν ευχάριστα, ήρεμα, με πραότητα και συγκίνησαν την ψυχή. Πέρασαν πάνω από σαράντα χρόνια, μα η ψυχή μου δεν μπορεί να λησμονήση εκείνη τη γλυκειά φωνή και δεν ξέρω πως να ευχαριστήσω την αγαθή και σπλαγχνική Μητέρα του Θεού.
Αληθινά, Αυτή είναι η βοήθειά μας ενώπιον του Θεού και μόνο τ΄ όνομά Της χαροποιεί την ψυχή. Αλλά κι όλος ο ουρανός κι όλη η γη χαίρονται με την αγάπη Tης.
Αξιοθαύμαστο κι ακατανόητο πράγμα. Ζη στούς ουρανούς και βλέπει αδιάκοπα την δόξα του Θεού, αλλά δεν λησμονεί κι εμάς τούς φτωχούς κι αγκαλιάζει με την ευσπλαχνία Της όλη τη γη κι όλους τούς λαούς.
Κι Αυτή την Άχραντη Μητέρα Του ο Κύριος την έδωσε σ΄ εμάς.
Αυτή είναι η χαρά και η ελπίδα μας.
Αυτή είναι η πνευματική μας Μητέρα και βρίσκεται κοντά μας κατά τη φύση σαν άνθρωπος και κάθε χριστιανική ψυχή ελκύεται από την αγάπη προς Αυτήν.

Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου


1540 - Αγρυπνία απόψε στο Άγιο Όρος. Πανηγυρίζει η Ιερά Μονή Καρακάλλου



Απόψε στο Άγιο Όρος η Αγρυπνία για τους Αγίους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο (29 Ιουνίου/12 Ιουλίου).

Πανηγυρίζει η Ιερά Μονή Καρακάλλου.

φωτογραφίες: Ι.Μ. ΚΑΡΑΚΑΛΛΟΥ



Ο Σεβ. Μητροπολίτης Πατρών στο Άγιον Όρος

Ἀναχωρεῖ τὴν Τρίτη 10 Ἰουλίου, γιὰ τὸ Ἅγιον Ὅρος, ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πατρῶν κ.κ. Χρυσόστομος, προσκεκλημένος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Καρακάλλου, προκειμένου νὰ προστῇ τῆς κεντρικῆς πανηγύρεως τῆς Μονῆς, ἐπὶ τῇ ἱερᾷ Μνήμῃ τῶν Ἁγίων Πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων Πέτρου & Παύλου, προστατῶν καὶ ἐφόρων τῆς ἐν λόγῳ Μονῆς. (Ἡ πανήγυρις θὰ πραγματοποιηθῇ μὲ τὸ παλαιὸν ἡμερολόγιον, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖται στὸ Ἅγιον Ὅρος).
Ὁ Σεβασμιώτατος θὰ ἐπιστρέψῃ στὴν Πάτρα τὸ βράδυ τῆς Παρασκευῆς. 13 Ἰουλίου. Τὸν Σεβασμιώτατο θὰ συνοδεύσουν, ὁ Ἀρχιμ. Ἀμβρόσιος Γκουρβέλος καὶ ὁ Διάκονος Ἰωακείμ Σταματόπουλος.

1539 - Αγιορειτικές οσιακές μορφές στη Θράκη του 14ου αι. (Ζ΄ μέρος)


το μοναχο Παταπίου Καυσοκαλυβίτου (*)

Δύο ἄλλες ἁγιορειτικές μορφές πού ἔζησαν καί ἀσκήθηκαν ἕνα διάστημα στή Θράκη καί οἱ ὁποῖοι ἀργότερα κόσμησαν τόν πατριαρχικό θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἦταν οἱ ἅγιοι Κάλλιστος καί Φιλόθεος.          
Ὁ ἅγιος Κάλλιστος Α΄ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1350-1353, 1355-1363/64) μόναζε στόν Ἄθω, ὅταν ἔφθασε ἐκεῖ ὁ ὅσιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε μαθητής καί ἀργότερα βιογράφος. Ἀκολούθησε τόν ὅσιο Γρηγόριο στά Παρόρια, κατά τή δεύτερη μετάβαση τοῦ δευτέρου ἐκεῖ (1335). Ἀπό τό 1341 ἀσκεῖται στή μονή Ἰβήρων, ἐνῶ προηγουμένως μόναζε στή σκήτη τοῦ Μαγουλᾶ, ἐξάρτημα τότε τῆς ἴδιας μονῆς. Πρίν ὅμως ἐγκατασταθεῖ στήν περιοχή τῆς μονῆς Ἰβήρων ὑπῆρξε γιά λίγο Λαυριώτης μοναχός. Ὡς ἁγιορείτης μοναχός ἔλαβε μέρος στήν εἰρηνευτική ἀποστολή τῶν Ἁγιορειτῶν (1342), ἡ ὁποία ἀπέβλεπε στή συμφιλίωση τῶν αὐτοκρατόρων Ἰωάννου ΣΤ΄ Καντακουζηνοῦ καί Ἰωάννου Ε΄ Παλαιολόγου. Ἐπιπλέον τέθηκε ἐπικεφαλῆς τοῦ ἀγῶνα κατά τῶν αἱρετικῶν Βογομίλων, οἱ ὁποῖοι εἶχαν εἰσχωρήσει στό Ἅγιον Ὄρος (1342-1345). Στίς 10 Ἰουνίου 1350 ὁ Κάλλιστος ἐκλέχθηκε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Στή βασιλεύουσα ἔφθασε ἀπό τή μονή Ἰβήρων μέ τριήρη πού ἔστειλε ὁ αὐτοκράτορας Ἰωάννης ΣΤ΄ ὁ Καντακουζηνός γιά τό σκοπό αὐτό στό Ἅγιον Ὄρος. Στίς 15 Αὐγούστου 1353 ἀναγκάζεται νά ἐγκαταλείψει τό Θρόνο, στόν ὁποῖο θά ἐπανέλθει, μετά ἀπό μία σύντομη πατριαρχία τοῦ ἁγίου Φιλοθέου Κοκκίνου, στίς ἀρχές τοῦ 1355 καί θά τόν διατηρήσει μέχρι τόν Αὔγουστο τοῦ 1363. Ἐπί πατριαρχίας του ἱδρύθηκαν στόν Ἄθω οἱ μονές Σίμωνος Πέτρας καί Ὁσίου Γρηγορίου. Μέ ἐνέργειές του, προσπάθησε νά δημιουργήσει φιλικό κλίμα μεταξύ τῶν γειτονικῶν ὁμόδοξων λαῶν. Μέσα στό πλαίσιο αὐτό καί στήν προσπάθειά του νά μεσολαβήσει γιά τό ξεπέρασμα τῆς κρίσης στίς σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας πού προΐστατο μέ ἐκείνην τῆς Σερβίας, ἡγήθηκε ἀντιπροσωπείας πού ἐπισκέφθηκε στίς Σέρρες (οἱ ὁποῖες εἶχαν καταληφθεῖ ἀπό τούς Σέρβους τό Σεπτέμβριο τοῦ 1345) τήν σερβίδα βασίλισσα Ἐλισάβετ. Τό πλούσιο συγγραφικό του ἔργο ἐπέδρασε τόσο στή βυζαντινή ὅσο καί τή σλαβική γραμματεία. Κοιμήθηκε στίς Σέρρες τό 1363-4. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται στίς 20 Ἰουνίου.
  
Ὁ ἅγιος Φιλόθεος Κόκκινος ὡς ποιητής-ὑμνογράφος.
Τοιχογραφία τοῦ 1820 στή Λιτή τοῦ Κυριακοῦ τα
τῆς σκήτης Καυσοκαλυβίων.
Ἔργο Μητροφάνους μοναχοῦ τοῦ ἐκ Βιζύης τῆς Θράκης.
Ὁ ἅγιος Φιλόθεος ὁ Κόκκινος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1353-1354 καί 1364-1376 καταγόταν ἀπό τή Θεσσαλονίκη καί ὑπῆρξε ἕνας ἀπό τούς διαπρεπέστερους καί πολυγραφότατους ἱεράρχες τῆς ὄψιμης βυζαντινῆς Ἐκκλησίας. Νέος ἐγκατέλειψε τόν κόσμο καί ἔγινε μοναχός. Ἀφοῦ παρέμεινε γιά ἀπροσδιόριστο χρονικό διάστημα στό Σινά, ἀναχώρησε γιά τό Ἅγιον Ὄρος, καί ἐγκαταστάθηκε ἀρχικά στή μονή Βατοπαιδίου ὅπου συνδέθηκε πνευματικά μέ τόν ὅσιο Σάββα τόν Βατοπαιδινό. Ἀργότερα κοινοβίασε στή Μεγίστη Λαύρα, ὅπου συνδέθηκε μέ τόν ἐκεῖ ἀσκούμενο ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ. Κατά τίς ἡσυχαστικές ἔριδες πού ἀπασχόλησαν τόν ἱερό Ἄθω κατά τόν 14ο αἰ., ὁ ἅγιος Φιλόθεος στήριξε τόν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ στούς ἀγῶνες του κατά τῶν αἱρετικῶν δοξασιῶν τοῦ Βαρλαάμ τοῦ Καλαβροῦ καί τῶν ὁμοϊδεατῶν του. Ἔτσι, τό 1341, ὡς ἁπλός Λαυριώτης ἱερομόναχος ὑπογράφει μαζί μέ ἄλλους Ἡσυχαστές τόν ‘‘Ἁγιορειτικό Τόμο’’. Τήν περίοδο 1340/42-1347 διετελεῖ ἡγούμενος τῆς Μεγίστης Λαύρας, διαδεχόμενος τόν Μακάριο πού ἐξελέγη μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Ἀπό τή θέση αὐτή προχειρίστηκε ἀπό τόν ἅγιο Ἰσίδωρο πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως μητροπολίτης Ἡρακλείας τῆς  Θράκης, πού τότε ἦταν πρωτόθρονη ἀνάμεσα στίς μητροπόλεις τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριαρχείου. Γιά τόν λόγο αὐτό ἔφερε καί τόν τίτλο «Πρόεδρος τῶν ὑπερτίμων».
Κατά τήν διάρκεια τῆς ἀρχιερατείας τοῦ ἁγίου Φιλοθέου στήν Ἡράκλεια, Λατῖνοι ἐπιδρομεῖς κυρίευσαν τήν Θράκη καί αἰχμαλώτισαν πολλούς ἀπό τούς κατοίκους της. Ἄς δοῦμε πῶς ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Φιλόθεος περιγράφει τά δεινά τῶν κατοίκων τῆς πολύπαθης Θράκης στό Βίο τοῦ ἐπίσης Ἁγιορείτου ὁσίου Σάββα τοῦ Νέου τοῦ Βατοπαιδινοῦ, ὁ ὁποῖος ἀσκήθηκε στήν Ἡράκλεια τήν ἴδια ἐποχή:
(Κώδ. Καυσοκαλυβίων 154, σ. 825) «Διότι κατά τούς χρόνους ἐκείνους οἱ ἀπό τῆς Σικελίας Λατίνοι ἐλθόντες ἐπί λόγῳ βοηθείας τοῦ βασιλέως Ῥωμαίων, καί ψευσθέντες εἰς τάς συνθήκας των, διέφθειραν πρῶτον καί ἠρήμωσαν αἰχμαλωτίσαντες τήν Θράκην, ἄλλας μέν πόλεις καί χώρας ἀφανίζοντες καί ἄλλας αἰχμαλωτίζοντες τούς κατοίκους καί κατηδάφηζον, ποιοῦντες αὐτάς μνημεῖα νεκρῶν ἀντί κατοικουμένας οἱ ἀπάνθρωποι, μηδόλως // (σ. 826) λυπούμενοι τούς χριστιανούς, ἀλλά φονεύοντες πᾶσαν ἡλικίαν· σφάζοντες νέους, γέροντας, παῖδας, γυναῖκας, πλουσίους καί πένητας· ἄλλους μέ ξίφος, ἄλλους εἰς τό πῦρ καί ἄλλους εἰς τό ὕδως πνίγοντες. Εἶτα λαβόντες συμμάχους καί τούς ἀσεβεῖς Τούρκους, ηὔξησαν περισσοτέρως τήν μανίαν τους, σπουδάζοντες αἰχμαλωτίσαι Μακεδονίαν, Θράκην καί Θετταλίαν».
Εἰδικότερα, οἱ ἐπιδρομεῖς κατέλαβαν τό 1351 τήν πόλη τῆς Ἡρακλείας προκαλῶντας μεγάλες καταστροφές καί σφαγές ἀμάχων. Ἑκατοντάδες ἀπό τούς κατοίκους τῆς πόλης στάλθηκαν αἰχμάλωτοι στήν ἀποικία τῶν Γενοβέζων στόν Γαλατᾶ περιμένοντας τήν πώλησή τους στά σκλαβοπάζαρα. Κατά τήν στιγμή τῆς καταστροφῆς, ὁ ἅγιος Φιλόθεος ἀπουσίαζε ἀπό τήν Ἡράκλεια, εὑρισκόμενος στήν Κωνσταντινούπολη γιά τή Σύνοδο κατά τοῦ Βαρλαάμ καί τοῦ Ἀκινδύνου. Μέ πολλές του προσπάθειες συγκέντρωσε χρήματα καί κατάφερε νά ἐλευθερώσει ὅλους τούς αἰχμαλώτους. Ἀκόμη καί οἱ Γενοβέζοι ἐντυπωσιάστηκαν τόσο πολύ μέ τήν αὐτοθυσιαστική συμπεριφορά τοῦ Φιλοθέου, ὥστε ἀπέλυσαν πολλούς φτωχούς αἰχμαλώτους χωρίς νά πάρουν χρήματα. Σύμφωνα μέ τόν Βίο του, ὁ Ἅγιος «ὠφέλησε πολύ εἰς τήν ἐλευθερίαν των (τῶν κατοίκων τῆς Ἡρακλείας), διότι ὡς καλός ποιμήν ἔβαλε τήν ψυχήν του εἰς θάνατον ὁ ἀοίδιμος, μή φοβηθείς τήν ὠμότητα τῶν Λατίνων, ὁπού κατ’ αὐτοῦ ἐλύσσων ὡς ὑπερασπιστήν ὄντα τοῦ ὀρθοδόξου φρονήματος» κατά τόν βιογράφο του. Ἑπτά περίπου μῆνες μετά τή καταστροφή, καί μετά τήν ἀναχώρηση τῶν αἱμοσταγῶν ἐπιδρομέων, ὁ μητροπολίτης Ἡρακλείας Φιλόθεος ἐπέστρεφε μαζί μέ τό ἀπελευθερωμένο ποίμνιό του στήν πόλη, ἡ ὁποία ἔμμελε νά ἀνοικοδομηθεῖ. Ἐπίσης ἔκανε προσπάθεια νά συγκεντρώσει τούς διασκορπισμένους κατοίκους τῆς Ἡρακλείας, τούς ὁποίους παρηγόρησε καί ἐνίσχυσε πνευματικά, φροντίζοντας ταυτόχρονα νά ἀπαλλαχθοῦν ἀπό τούς βασιλικούς φόρους. Τό ἴδιο ἔπραξε καί γιά τούς κατοίκους τῆς Σωζοπόλεως, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ὑποστεῖ παρόμοιες καταστροφές. Ἀργότερα, κι ἐνῶ ἦταν ἤδη πατριάρχης, ἐκφράζοντας τό συνεχές του ἐνδιαφέρον γιά τόν ἀγαπημένο του λαό τῆς Ἡρακλείας πού ἐξακολουθοῦσε ἐν πολλοῖς νά ἦταν διασκορπισμένος, ἔγραψε πρός αὐτόν παρηγορητική ἐπιστολή. Σ’ αὐτήν ἀπέδιδε ὅλες τίς συμφορές πού εἶχαν βρεῖ τούς Ἡρακλειώτες καθώς καί τίς ἀπώλειες λοιπῶν πόλεων καί ἐπαρχιῶν στίς ἀνομίες τοῦ λαοῦ καί τέλειωνε μέ τήν εὐχή καί τήν ἐλπίδα ὅτι μέ τή μετάνοιά τους καί τή βοήθεια τοῦ φιλανθρώπου Κυρίου θά μποροῦσαν νά ἐπανέλθουν στήν πατρίδα τους. Μάλιστα, κατά τή διάρκεια Ὁμιλίας του ὡς πατριάρχης , ἐξαίρει, ἀνάμεσά στά ἄλλα καλά τους, τήν φιλάνθρωπη διάθεση τῶν Κωνσταντινουπολιτῶν, ἀναπολῶντας τήν οὐσιαστική βοήθεια πού προσέφεραν στούς αἰχμάλωτους κατοίκους τῆς Ἡρακλείας, ἀφοῦ μέ τήν οἰκονομική τους συνδρομή πολλοί ἀπ’ αὐτούς ἐπανέκτησαν τήν ἐλευθερία τους. 
(συνεχίζεται...)

(*) Ὁλόκληρη ἡ μελέτη τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου:  «Ἁγιορειτικές ὁσιακές μορφές στή Θράκη τοῦ 14ου αἰ.», δημοσιεύθηκε στά Πρακτικά τοῦ 4ου Διεθνοῦς Συμποσίου Θρακικῶν Σπουδῶν: Βυζαντινή Θράκη. Μαρτυρίες καί Κατάλοιπα. Κομοτηνή, 18-22 Ἀπριλίου 2007, στό: Byzantinsche Farschulngen 300 XXX (2011), σσ. 277-326, πίνακες 801-807.



1538 - Όσιος Κύριλλος ο Νέος (†1833)


Αγιορείτης Άγιος
Μνήμη 11 Ιουλίου

Γεννήθηκε στην Μάρπησσα της Πάρου το 1748 και είχε το επώνυμο Παπαδόπουλος. Νέος μετέβη στο Άγιον Όρος και έγινε μαθητής της Βατοπαιδινής Αθωνιάδος Σχολής. Διδάσκαλο του είχε το συντοπίτη του όσιο Αθανάσιο τον Πάριο από τον οποίο «αντέγραψε και εφάρμοσε ισόβια τον πύρινο ζήλο και την ασταμάτητη, ακαταπόνητη δράση για τη δόξα του Παντοκράτορα».
Ό σχολάρχης της Αθωνιάδος άρχιμ. Νικηφόρος Μικραγιαννανίτης αναφέρει ότι «κατά. την εποχή του Παρίου ή Αθωνιάς γνώρισε λαμπρές ήμερες και μαθητές του πρόκοψαν στην αρετή όπως ο Νεομάρτυρας άγιος Αθανάσιος Κουλακιώτης και ο κτίτορας της Μονής του Μεγάλου Δένδρου στην Πάρο όσιος Κύριλλος Παπαδόπουλος». Στο Άγιον Όρος παρέμεινε ως μοναχός αρκετό χρόνο διδασκόμενος τα «ιερά γράμματα», αλλά και τη θύραθεν σοφία και συνδέθηκε με το αναγεννητικό κίνημα των ιεροπρεπών κολλυβάδων και τους κυρίους εκπροσώπους του. Μεταξύ αυτών ήταν και οι αυτάδελφοι Ιερόθεος και Φιλόθεος Γεωργίου, που κατόπιν μετέβησαν στην Πάρο και έγιναν νέοι κτίτορες και ανακαινιστές της ιεράς μονής Ζωοδόχου Πηγής Λογγοβάρδας. Κατά την παραμονή του στο Άγιον Όρος «ή συναναστροφή του με τους οσίους γέροντες και ο πόθος του για αύξηση της αρετής τον ανέδειξαν διαπρεπή πατέρα, του οποίου ή αρετή και ή παιδεία δεν συγκρινόταν με κανενός άλλου συγχρόνου του Αγιορείτου ασκητού».
Μετά την αναχώρηση του από το Άγιον Όρος ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως για τις αρετές του και τις γνώσεις του τον διορίζει «γενικδν ιεροκήρυκα Αιγαίου». Κατέστη διαπρύσιος κήρυκας του θείου λόγου και «όπου επήγαινε έστηνε, καθώς ο Κοσμάς ο Αιτωλός, ένα μεγαλόσταυρο και μ' αυτόν για σύμβολο και λάβαρο εκφωνούσε πύρινους λόγους». Τα φλογερά του και συνεχή κηρύγματα ήταν λίαν εποικοδομητικά αλλά και διακριτικά ελεγκτικά. Κατά το μυστήριο της εξομολογήσεως και των ιδιαιτέρων συζητήσεων ήταν αρκετά φιλόστοργος, παραμυθητικός κι ενισχυτικός.
Το 1811 συναντάται ως ιεροκήρυκας και εξομολόγος στην Αττική. Γράφει σχετικά ένας ευεργετηθείς νέος για τη συνέχιση των σπουδών του: «Διέβη εκείθεν ο Ιεροκήρυξ Κύριλλος εκ Πάρου, τον όποιον ή κοινή φήμη ωνόμαζεν ασκητήν, επειδή εξήλθεν εκ του όρους του Άθωνος, όπου πριν εμόναζε και περιήρχετο τας νήσους του Αιγαίου Πελάγους και τα χωρία της Ελλάδος κηρύττων τον λόγον του Θεού και εξομολογών τους προσερχομένους προς αυτόν προς τον σκοπόν τούτον». Το 1823 βαπτίζει Οθωμανίδα στην Πάρο.
Ό σπουδαίος αυτός ιεραπόστολος και λίγο γνωστός και ομολογητής της Ορθοδόξου πίστεως έφθασε κηρύττοντας μέχρι την Καισάρεια της Καππαδοκίας και το Αϊβαλί της Μικράς Ασίας. Ό όσιος Κύριλλος διέπρεψε και ως «Ιδανικός παιδαγωγός, εξομολόγος και πνευματικός καθοδηγητής. Ιδιαίτερα με τη θεία λατρεία και τα ιερά μυστήρια της Εκκλησίας δυνάμωνε, παρηγορούσε, στερέωνε, και έκανε καταληπτή σ' όλους την ένσαρκο οικονομία του ακαταλήπτου Λόγου του Θεού. Η παρρησία του μπροστά στους ισχυρούς πολιτικούς και εκκλησιαστικούς άνδρες ήταν τόση, που δε δίσταζε να τους ελέγχει, ως άλλος Πρόδρομος και Ηλιού, για τυχόν αταξίες και αδικίες, παρ΄ όλο που αυτή ή συμπεριφορά του κόστισε πολύ. Απειλήθηκε, υπέστη κακώσεις και πολλές απόπειρες δολοφονίας από τους αλλοπίστους».
Η παραμονή και παρουσία του στην Πάρο δημιούργησε επιρροή στους ευσεβείς κατοίκους της, θερμό φιλομόναχο πνεύμα και αναγέννηση στον μοναχισμό του νησιού. Κατά τη διαμονή του στη μονή του Αγίου Αντωνίου Μάρπησσας τον επισκέφθηκαν ο όσιος Αρσένιος μετά του Γέροντος του Δανιήλ, όπως αναφέρει ο όσιος Φιλόθεος Ζερβάκος: «Ήλθον εις Πάρον μόνον με τα ράσα που εφόρουν φεύγοντες την κατ' αυτών επιδρομήν του Δράμαλη, τους έστειλεν ο Ηγούμενος Φιλόθεος εις την μονήν του Αγίου Αντωνίου κειμένην εν Μαρπίσση προς τον εκεί διαμένοντα διάσημον Ιεραπόστολον Εθνοκήρυκα Κύριλλον Παπαδόπουλον όστις ησύχαζεν εκεί με τινάς αδελφούς Αγιορείτας εκ των λεγομένων Κολλυβάδων οίτινες είχον καταφύγει εκεί προς ησυχίαν».
Ο όσιος Κύριλλος υπήρξε ανακαινιστής της μονής των καλογραιών Χριστού Δάσους Πάρου" «εις πάσαν χρείαν αυτής επαρκών, πνευματικός πατήρ συμβουλεύων, συντρέχων, βοηθών, παραμυθούμενος. Ιδιαιτέρως δε συνδεδεμένος προς τους εν τη Μονή Λογγοβάρδας γέροντας Φιλόθεον και Ιερόθεον και διά πάσης τιμής και αγάπης αυτούς περιέπων ανέθηκεν εις τον πρώτον να συντάξη τον Κανονισμόν της Μονής Καλογραιών». Υπήρξεν επίσης ανακαινιστής της ιεράς μονής Αγίου Γεωργίου Λαγκάδα και ο μεσολαβητής για την αναβίωση της μονής Λογγοβάρδας και της μονής Φανερωμένης Νάξου.
Ο όσιος Κύριλλος πλουτίσθηκε από το χάρισμα της προοράσεως και της θαυματουργίας. Σταύρωσε φίδι και νεκρώθηκε, έθεσε το ράσο του στη θάλασσα και ταξίδευσε και κτύπησε τον βράχο στην άνυδρη μονή του Αγίου Γεωργίου κι εξήλθε αγίασμα που τρέχει μέχρι σήμερα. Ανεπαύθη εν Κυρίω στις 11 Ιουλίου 1833 στη μονή του Αγίου Γεωργίου, της οποίας υπήρξε ανακαινιστής και ηγούμενος κι εκεί ετάφη. Η τιμία κάρα του σώζεται στη μονή του Αγίου Γεωργίου. Η μνήμη του τελείται στις 11 Ιουλίου.

Πηγή: Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, Βατοπαιδινό Συναξάρι
Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος, 2007

1537 - Οσιομάρτυς Νεκτάριος (†1820)


Αγιορείτης Άγιος
Μνήμη 11 Ιουλίου


Ο Άγιος Νεκτάριος καταγόταν από την κωμόπολη Βρύουλλα ή κοινώς Βουρλά της Μικράς Ασίας, την αρχαία πόλη των Κλαζομενών. Γεννήθηκε το 1795 από γονείς φτωχούς αλλά ευλαβείς και καλούς ορθόδοξους Χριστιανούς. Το κοσμικό του όνομα ήταν Νικόλαος. Ο πατέρας του ονομαζόταν Αναστάσιος Σκαφίδας και η μητέρα του Κυράνα Ήταν έξι ετών όταν έμεινε ορφανός από πατέρα και σε ηλικία δώδεκα ετών, για να προσπορίζεται τα προς το ζην, εργαζόταν με τη θέληση της μητέρας του, ως βοσκός μαζί με άλλους έξι νέους των καμηλών του Τούρκου αγά Χουσεΐν, προκρίτου του οθωμανικού χωριού Ζουμπέκι, το οποίο είναι κοντά στα Βρύουλλα, μια και κανείς Χριστιανός δεν βρέθηκε να έχει ανάγκη από υπάλληλο ή υπηρέτη. Κατά τη διάρκεια κάποιου λοιμού, όλοι εγκατέλειψαν το χωριό και μαζί με αυτούς και οι έξι νέοι με τις καμήλες που φρόντιζαν.
Έμειναν απομονωμένοι για αρκετό διάστημα και δεν έμαθαν τη λήξη του λοιμού, ενώ πείσθηκαν από τους Τούρκους ότι κανείς Χριστιανός δεν είχε σωθεί. Έτσι αφέθηκαν να εξισλαμισθούν! Κάποτε επέστρεψαν και τότε βέβαια διαπίστωσαν ότι είχαν πεισθεί με ψέματα, αλλά ήταν αργά. Ο Νικόλαος ήλθε στο σπίτι του, από όπου η μητέρα του τον έδιωξε κακήν κακώς λέγοντας ότι γέννησε Χριστιανό και όχι Τούρκο. Πολύ λυπημένος έφυγε και δεν επέστρεψε στο σπίτι του αγά, αλλά πήγε στη Σμύρνη. Εκεί συνάντησε ένα θείο του στον οποίο φανέρωσε το μυστικό του. Εκείνος λυπήθηκε πολύ και τον συμβούλευσε να πάει στη Ρωσία, όπου ανθούσε ο Μοναχισμός, να μετανοήσει για το μεγάλο αμάρτημά του και να διορθωθεί ψυχικά.
Ο Άγιος περιπλανήθηκε στη Βλαχία για αρκετό διάστημα, μέχρις ότου επέστρεψε στη Σμύρνη. Εκεί συνάντησε έναν Αγιορείτη μοναχό, στον οποίο εξομολογήθηκε με συντριβή καρδιάς. Ο μοναχός τον συμβούλευσε να πάει στο Άγιον Όρος, όπου σίγουρα θα έβρισκε τη σωτηρία της ψυχής του. Πράγματι, ο εικοσαετής Νικόλαος κατέληξε στη Σκήτη της Θεοπρομήτορος Αγίας Άννης, όπου συνάντησε ένα συμπατριώτη του μοναχό, τον όσιο Χατζή Στέφανο Αρμαγιανίδη. Με αυτόν συμπροσευχόταν και συναγωνιζόταν ο Νικόλαος. Δοκίμασαν πολλούς πειρασμούς από το Σατανά, αλλά με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, με προσευχή και νηστεία τούς ξεπέρασαν. Οι Πατέρες πολύ σύντομα τον έκριναν άξιο του Μεγάλου Αγγελικού Σχήματος, το οποίο έλαβε μετονομασθείς εις Νεκτάριον. Εκεί, μετά από πενταετείς αγώνες αναδείχθηκε σε σκεύος καθαρό και άξιο εργάτη των εντολών του Χριστού, και αφού εφοδιάσθηκε με όλα τα εφόδια της πίστεως, ήταν έτοιμος να αποβάλει κάθε γήινο και θνητό φρόνημα από πάνω του και να μιμηθεί το πάθος του Εσταυρωμένου! Με τις ευχές, λοιπόν, και τις ευλογίες των αγίων πνευματικών πατέρων και με τις δεήσεις τους προς τον Κύριο αναχώρησε και επέστρεψε στην πατρίδα του, συνοδευόμενος από τον Χατζή Στέφανο. Ο Χατζή Στέφανος πήγε στη Σμύρνη, ενώ ο Νεκτάριος στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τα Βρύουλλα.
Εκεί έμεινε με οθωμανικά ενδύματα μέχρι την εορτή του Μπαϊραμιού, για να μη δώσει υποψίες. Η μητέρα του και οι συγγενείς μάταια προσπάθησαν να του αλλάξουν γνώμη. Όταν η μητέρα του είδε ότι αυτό είναι αδύνατο, του έδωσε την ευχή της και του ζήτησε μια χάρη όταν αξιωθεί να λάβει τον Στέφανο του μαρτυρίου, εφόσον ζει αυτή θανατικό να μη φανεί εντός των Βρυούλλων. Την τρίτη ημέρα της εορτής, μετά από προσευχή και νηστεία, με συντριβή καρδιάς, ενδυναμωθείς από τον Κύριο παρουσιάσθηκε στον Κριτή, και, αφού τον χαιρέτησε στα τουρκικά κατά τη συνήθεια, τον ρώτησε: "Όταν ένας άνθρωπος δώσει μάλαμα, τι είναι δίκαιο να λάβει οπίσω, μάλαμα ή μπακίρι;" Βεβαίως μάλαμα, απάντησε ο Κριτής! Τότε ο Νεκτάριος του αποκρίθηκε λέγοντας "Λοιπόν λάβετε οπίσω το μακίρι το οποίο μου εδώκατε και μου επήρατε το μάλαμά μου." Του εξήγησε με θάρρος ότι γεννήθηκε Χριστιανός, πλανήθηκε από τον Χουσεΐν αγά και εξισλαμίσθηκε, αρνούμενος την πίστη του. Βγάζοντας, δε, το σαρίκι και το φέσι του, τα πέταξε κάτω λέγοντας "Λάβετε τα σημεία της πίστεώς σας, εγώ Χριστιανός εγεννήθην, Νικόλαος και Χριστιανός θέλω να αποθάνω!". Ο Κριτής θύμωσε και αλλοιώθηκε η όψη του, αλλά βλέποντας το θάρρος και τη νεότητά του προσπάθησε να τον μεταπείσει με κολακείες. Στην άρνηση του Αγίου ο Κριτής βρίζοντάς τον, τον απέστειλε δεμένο στον Οθωμανό ηγεμόνα του τόπου, τον Χαλήμ Αγά, αλλά επειδή αυτός έλειπε στην Μελεμένη, έφεραν τον Άγιο στον Μπουλούκπασίν του. Εκείνος βλέποντάς τον σεμνοπρόσωπο και ωραίο και γεμάτο ζωή, άρχισε με πραότητα να τον ρωτά ποιος είναι και γιατί τον έφεραν με τέτοιο τρόπο μπροστά του. Ο Άγιος επανέλαβε τα ίδια και εκείνος θύμωσε πολύ, δεν έκρινε όμως σκόπιμο να αποφασίσει κάτι αντί του ηγεμόνα που έλειπε. Τον έριξαν, λοιπόν, στη φυλακή, ασφαλίζοντας τα πόδια του στον λεγόμενο ποδοκάκη και δένοντάς τον από τον λαιμό με αλυσίδα. Εκεί, επί πέντε μερόνυκτα, σε αυτή την κατάσταση, ο Άγιος, προσευχόμενος ανελλιπώς, περίμενε την επιστροφή του ηγεμόνα.
Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του, τον επισκέφθηκαν πολλοί προύχοντες και πλούσιοι Μουσουλμάνοι προσπαθώντας να τον μεταπείσουν για τη δόξα της πίστης του, τάζοντάς του πλούτη και τιμές, αλλά αυτός δεν άλλαξε γνώμη. Όταν έφθασε ο ηγεμόνας, ημέρα Παρασκευή, διέταξε να φέρουν μπροστά του τον Άγιο και τον ερώτησε: "Συ είσαι εκείνος που έχουν στη φυλακή, διότι είχες δεχθεί την πίστη μας και την αρνείσαι τώρα;". "Ναι", του απάντησε με θάρρος ο Άγιος και τίποτα δεν στάθηκε δυνατό να του αλλάξει γνώμη, παρά τις παροτρύνσεις και τις κολακείες του ηγεμόνα, ο οποίος τον παρακαλούσε να έλθει στον εαυτό του και να λυπηθεί τα νιάτα του και την ομορφιά του. Ο Άγιος απαντούσε: "Εγώ κρατώ τη χριστιανική μου πίστη, και το γλυκύτατο όνομα του Χριστού μου κηρύττω και μεγαλύνω δια παντός, προσκυνών Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα. Επικαλούμαι πάντοτε την Κυρίαν μου Θεοτόκον εις βοήθειάν μου και αψηφώ και τας παιδείας σας και τα βάσανα και αυτόν τον θάνατον!". Ο ηγεμόνας διέταξε πάλι να τον ρίξουν στη φυλακή και στον ποδοκάκη χειρότερα από την πρώτη φορά. Εκείνη, λοιπόν, την νύκτα της Παρασκευής, ξημερώματα προς το Σάββατο, ζήτησε ο μακάριος να κοινωνήσει των Αχράντων Μυστηρίων και την δια της προσευχής βοήθεια των ιερέων. Το Σάββατο το πρωί, αφού με άπειρη συγκίνηση μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων ήταν έτοιμος για τον αγώνα του. Εκείνη την ίδια ημέρα ο ηγεμόνας προσπάθησε ξανά να τον μεταπείσει, αλλά και πάλι μάταια. Στο τέλος, ο ηγεμόνας απελπισμένος πρόσταξε τους δήμιους να τον βασανίσουν ανηλεώς, εκείνοι δε τον έδερναν άγρια και του έβαζαν τάσια χάλκινα πυρακτωμένα στο κεφάλι και άλλα διάφορα, μέχρι που ο Άγιος έμεινε ημιθανής. Έπειτα τον έριξαν ως νεκρό πάλι στη φυλακή, αλλά η Θεία Δύναμις πρόφθασε και για την καταισχύνη των Αγαρηνών και για στήριγμα της σωτηρίας των Χριστιανών, ο Μάρτυρας φάνηκε υγιής και ωραίος σαν πρώτα, ψάλλοντας το "Εξομολογήσομαί σοι Κύριε, εν όλη τη καρδία μου, διηγήσομαι πάντα τα θαυμάσιά σου, ευφρανθήσομαι και αγγαλιάσομαι εν σοι, και σώσον τον δούλο σου ο Θεός μου, τον ελπίζοντα επί σε, ... το έλεος σου το μέγα επ' εμέ, ... Συ Κύριος ο Θεός οικτίρμων και ελεήμων, μακρόθυμος και πολυέλεος, επίβλεψον επ' εμέ, ιδέτωσαν οι μισούντες με και αισχυνθήτωσαν, ..." και άλλους ψαλμούς και ευχές μέχρι την τρίτη ώρα της Κυριακής εκείνης, κατά την οποία εορταζόταν η μνήμη της Αγίας ενδόξου Μεγαλομάρτυρος Ευφημίας, στις 11 Ιουλίου του 1820.
Τότε μαζεύθηκαν οι προύχοντες των Οθωμανών και είπαν στον ηγεμόνα ότι δε συμφέρει να ζει πια αυτός ο νέος, ο οποίος φάνηκε απειθής και ντρόπιαζε τη θρησκεία τους. Ο ηγεμόνας τότε τον έστειλε ανυπόδητο, ασκεπή και σχεδόν γυμνό, ντυμένο μόνο με ένα πουκάμισο και ένα σώβρακο στον Κριτή, μπροστά στον οποίο απήγγειλε όλο το "Πιστεύω" χωρίς να δειλιάσει, εκείνος δε τον καταδίκασε στην κεφαλική τιμωρία. Σπρώχνοντας, λοιπόν οι δήμιοι, τον έφεραν στην τούρκικη αγορά, το λεγόμενο Μπάλκατζα παζάρι, κοντά στο σημερινό Εσκί Τζαμισί και το παλαιό Μεχκεμέ, για τον αποκεφαλισμό του. Εκεί, ήταν ένας Άραβας δήμιος έτοιμος να τον αποκεφαλίσει. Ο Άγιος γονάτισε μόνος του, ενώ ο δήμιος για να τον εκφοβίσει τον μετατόπισε τρεις φορές και τέλος παρόλο που τον κτύπησε με όλη του τη δύναμη, έκοψε μόνο κατά δύο δάκτυλα τον μακάριο λαιμό του! Κλήθηκε άλλος δήμιος αγριότερος του πρώτου, ένας αιμοβόρος Ζεϊμπέκης, ο οποίος τον έριξε πρηνή και κρατώντας την κεφαλή του από τα μαλλιά τον αποκεφάλισε, και έτσι ετελειώθη ο Μάρτυς.
Μετά από αυτό, το ιερό σώμα του έμεινε άταφο, επί τρεις ημέρες προς περιφρόνηση, ενώ στη συνέχεια έριξαν το Άγιο Λείψανό του σε ένα ξεροπήγαδο μεγάλου βάθους ρίχνοντας πάνω του πέτρες και ξύλα, παραχώνοντάς το. Η ανακομιδή του Αγίου Λειψάνου έγινε από τον ιεροδιάκονο Καλλίνικο Τζανετολιάρη, ο οποίος μόλις έμαθε ότι το Άγιο Λείψανο βρισκόταν όχι κάτω από τις πέτρες και τα ξύλα, αλλά θαυματουργικά πάνω από αυτά, πήγε τη νύκτα και κατεβαίνοντας μέσα στο πηγάδι, πήρε το Άγιο Λείψανο το οποίο έθαψε σε ένα μέρος της οικίας του. Μετά από ένα έτος έγινε η ανακομιδή των Λειψάνων του, τα οποία φύλαξε από μισά με τον Χατζή Στέφανο για είκοσι χρόνια, οπότε και εν τέλει μεταφέρθηκαν από τον Χατζή Στέφανο στο Άγιον Όρος, στη Σκήτη της Αγίας Θεοπρομήτορος Άννης, όπου και εναποτέθηκαν. Η μητέρα του Αγίου έλαβε μέρος από τον λαιμό του, το οποίο πολλές θεραπείες παρείχε στους ασθενείς μέχρι το 1836, οπότε απέθανε η μητέρα του Αγίου. Μέχρι τότε, εξάλλου, η καταραμένη ασθένεια, το θανατικό, δεν παρουσιάσθηκε στα Βρύουλλα, σύμφωνα και με την παράκληση της μητέρας του προς τον Άγιο, παρά μόνο μετά τον θάνατό της. Το σπίτι, πάντως, του Αγίου στα Βουρλά, ήταν τόπος προσκυνήματος, όπως αποδεικνύει και η επίσκεψη του Γέροντος της "Αναλήψεως", Ιερωνύμου Σιμωνοπετρίτη (1871-1957), όταν με το χέρι της Αγίας Μαγδαληνής επισκέφθηκε τα Βουρλά γιατί είχαν πέσει ακρίδες, οι οποίες μετά τη λιτανεία έπεσαν στη θάλασσα.
Πολλοί από τους συμπατριώτες του Αγίου ζωγράφισαν την εικόνα του και την τοποθέτησαν στο εικονοστάσι του σπιτιού τους, ενώ η συντεχνία των αρτοποιών τον ανακήρυξε σε ιδιαίτερο προστάτη της και αφού ζωγράφισαν σε μεγάλο σχήμα τον Άγιο μαζί με την Αγία Ευφημία, κατέθεσαν την εικόνα αυτή στον Ιερό Ναό της Παναγίας των Βρυούλλων.
Η Τίμια Κάρα του Αγίου ενδόξου Νέου Οσιομάρτυρος Νεκταρίου, του εκ Βρυούλλων, φυλάσσεται μαζί με άλλα πολύτιμα Λείψανα Αγίων στο Καθολικό της Σκήτης της Αγίας Άννης, στο Άγιο Όρος, ενώ τμήματα του Αγίου Λειψάνου του βρίσκονται και τιμώνται και στα ναΐδρια των Καλυβών της Σκήτης. Οι Πατέρες της Σκήτης αρχικά και οι συμπολίτες του Αγίου αργότερα, το 1866, φρόντισαν να συνταχθεί ο βίος και ακολουθία του Αγίου, η οποία υπεβλήθη στην Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία και έτυχε της εγκρίσεως αυτής. Έπρεπε, λοιπόν, να αναφέρεται με το όνομα Νεκτάριος στην βιογραφία του και στην ακολουθία του, επειδή όμως οι πατριώτες του τον γνώριζαν με το όνομα Νικόλαος προτιμήθηκε, τουλάχιστον σε εκείνες τις παλαιότερες βιογραφίες και ακολουθίες το όνομα αυτό. Σε επόμενες ακολουθίες, όπως π.χ. σε εκείνη που συνέγραψε ο Υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης, αποκαταστάθηκε αυτή η ανακολουθία.
Ναοί του Αγίου υπάρχουν ήδη δύο στην Κρήτη και είναι το δεξιό κλίτος του τρίκλιτου Ι. Ναού της του Θεού Σοφίας, στην πόλη του Ηρακλείου, και το αριστερό κλίτος του δίκλιτου Ι. Ναού των Αγίων Ιωάννου του Προδρόμου και Νεκταρίου του εκ Βρυούλλων στα Μέσα Μουλιανά Σητείας, ενώ αυτή τη στιγμή ανεγείρεται τρίτος, μονόκλιτος, στη Σύλλαμο Ηρακλείου, όπου οι περισσότεροι κάτοικοι είναι απόγονοι Βουρλιωτών που ήρθαν εδώ το 1922. Ένας τέταρτος ναός είναι εκείνος του τρίκλιτου Αγίου Γεωργίου Νέας Ιωνίας Αττικής, όπου ο Άγιος κατέχει το δεξιό κλίτος.


1536 - Οσιομάρτυς Νικόδημος (†1722)


Αγιορείτης Άγιος
Μνήμη 11 Ιουλίου

Καταγόταν από το Ελβασάν της Βορείου Ηπείρου. Σε νόμιμη ηλικία ήλθε σε γάμο και απέκτησε τέκνα. Οι Αγαρηνοί τον παρακίνησαν, τον δελέασαν και τον έκαναν ν' ασπασθεί τον ισλαμισμό και ν' αρνηθεί τον Χριστό. Με τη βία περιέτεμε και τα παιδιά του, εκτός από ένα, το οποίο μερικοί χριστιανοί το φυγάδευσαν στο Άγιον Όρος.
Ήλθε στον Άθωνα για να το συναντήσει καί, «αντί να εύρη το παιδίον να το τουρκίση, επέστρεψεν αυτός εις μετάνοιαν». Έμεινε εδώ και έγινε μοναχός στη σκήτη της Αγίας Άννης, στην Καλύβη της Αναλήψεως, που είναι κοντά στο Κυριακό. Για μία τριετία έκαμε «άκραν νηστείαν, κλαίων καθ' εκάστην πικρώς, και παρακαλών τον Θεόν να του συγχωρήση το μέγα παράπτωμα της αρνήσεως». Αξιώθηκε θείων οραμάτων και χαρισμάτων και πόθησε να τελειώσει τον βίο του μαρτυρικά.
Με την ευχή του Γέροντος του, τις συμβουλές και ευλογίες του σημειοφόρου οσίου Ακακίου του Καυσοκαλυβίτη αναχώρησε για το μαρτύριο. Επέστρεψε στην πατρίδα του, αναγνωρίσθηκε από τους Τούρκους, τον συνέλαβαν και ο πασάς τον παρέδωσε στα αγριεμένα πλήθη. Μετά από τριήμερο βασανισμό αποκεφαλίσθηκε.
Οι χριστιανοί το μαρτυρικό του σώμα έθαψαν στο ναό της Θεοτόκου, όπου σώζεται μέχρι σήμερα, θαυματουργεί και ευωδιάζει. Μέρος των λειψάνων του φυλάγεται και στη σκήτη της Αγίας Άννης, όπου υπάρχει και χειρόγραφη ακολουθία του. Νεώτερη ακολουθία συνέθεσε ο ιερομόναχος Ιωάννης Δανιηλίδης και άλλοι.
Η μνήμη του τιμάται στις 11 Ιουλίου και αλλού στις 10 του αυτού μηνός.

Πηγή:  ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ, Μοναχού Μωυσέως, Αγιορείτου