Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2012

1509 - Χιλιανδαρινοί Μοναχοί (φωτογραφίες)


Στη κορυφή του Άθω:


Στις Καρυές:


Στο Χιλιανδάρι:


Στο κελλί Πατερίτσα:

1508 - Νικόδημος Αγιορείτης: Απόφευγε να μιλάς αυστηρά και μεγαλόφωνα


Απόφευγε να μιλάς αυστηρά και μεγαλόφωνα. Διότι και τα δύο είναι πολύ μισητά και δίνουν υποψία, πως είσαι μάταιος και έχεις μεγάλη υπόληψη για τον εαυτό σου.   

Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης

1507 - Παπα Νικόδημος, ο Πνευματικός του Γέροντα Παΐσιου


Άνθρωπος μεγάλης υπομονής ήτο και ό Πνευματικός του Γέροντος Παϊσίου, ό παπά-Νικόδημος. Απλούς άνθρωπος. Ιερομόναχος πολλής προσευχής, αρετής μεγάλης. Άρχιζε μετά τα μεσάνυκτα την ακολουθία του και τελείωνε αργά το μεσημέρι! Διάβαζε τα πάντα μόνος του. 
Δεν άφηνε τίποτε. Καθημερινώς αυτό... Είχε πέντε τετράδια γεμάτα ονόματα πού του έδιναν κατά καιρούς και τα μνημόνευε κάθε μέρα στην προσκομιδή. Δεν πετούσε τίποτε. Μπορεί να έκανε πέντε ώρες να μνημονεύει ονόματα, όπως μου έλεγε ό π. Γερόντιος πού τον γνώριζε πολύ καλά.
Ό παπά-Νικόδημος πριν έλθει στο Όρος ήτο ηγούμενος στην Μονή Κουδουμά, στην Κρήτη. Μου διηγήθηκε μοναχός πού είχε ασκηθεί στον Κουδουμά, κοντά στον περίφημο παπά-Νικόδημο, oτι πήγαιναν οι βοσκοί της περιοχής να του δώσουν λογαριασμό για τα κοπάδια. Εκείνος έλεγε: «Δεν θέλω να μου κάνετε λογαριασμό. Ότι δικαίωμα νομίζετε oτι είναι του μοναστηριού, αφήστε το εκεί στην Παναγία. Μ' Εκείνη έχετε να κάνετε»! Όταν ήλθε στο Περιβόλι της Παναγίας, έμεινε στην κουτλουμουσιανή Σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος. Διετέλεσε δίκαιος της. Στην συνέχεια για περισσότερη ησυχία ήλθε σε κελί της Παναγίας, στο Μπουραζέρι πιο πάνω.

ΒΙΒΛΙΟΓ. ΕΠΙΓΕΙΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΟΙ ΑΓΙΟΡΕΙΤΑΙ. ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΕΛΙΝΟΣ. 8


1506 - Ποίημα του Καισαρίου Δαπόντε, μοναχού Ξηροποταμινού (1713-1784)


Διάλογος:
ο αμαρτωλός και ο διάβολος 
ελθών αποσπάσασθαι την ψυχήν του αμαρτωλού.
(κατ' αλφάβητον)



Ο Αμαρτωλός.
Άφες με τρισκατάρατε, τι έχεις μετ' εμένα;
και κακήν κάκως με τραβάς, τις έστειλεν εσένα;

Ο Διάβολος.
Βέβηλε και παμμίαρε, ερωτάς την αιτίαν;
ενθυμήσου τα έργα σου, την κακήν πολιτείαν.

Ο Αμαρτωλός.
Γλήγορα φίλοι δράμετε, έλθετε βοηθοί μου,
τι να γενώ ο άθλιος; Ευγαίνει η ψυχή μου.

Ο Διάβολος.
Δεν σ' ωφελούν ταλαίπωρε, φίλοι και συγγενείς σου,
ματαίως κράζεις και βοάς, εγώ παίρνω την ψυχήν σου.

Ο Αμαρτωλός.
Ελέησόν με άπονε, λυπήσου τον καημένον,
συμπόνεσε απάνθρωπε, άνθρωπον πονεμένον.

Ο Διάβολος.
Ζωήν κακήν επέρασες, δεν είχες Θεού φόβον,
έλα λοιπόν με λόγου μου, εις του Άδου τον ζόφον

Ο Αμαρτωλός.
Ήκουσα δεν επίστευα, έλεγα τις ηξεύρη;
τα μέλλοντα. Δεν ήλπιζα, τέτοια οργή να μ' εύρη.

Ο Διάβολος.
Θανατηφόροι δαίμονες, που είσθε, τι αργείτε;
ευγάλετέ του την ψυχήν, και μην τον λυπηθήτε.

Ο Αμαρτωλός.
Ίσως δεν έμεινεν ελπίς, πλέον της σωτηρίας,
άφες μ' ολίγον και καιρόν, δος μοι της μετανοίας.

Ο Διάβολος.
Κακόγερε, ακάθαρτε, ο εν κακοίς γηράσας,
τώρα ζητείς μετάνοιαν, εις τας χείρας μου φθάσας;

Ο Αμαρτωλός.
Λυπήσου με και άφες με, καν να γλυκοφιλήσω,
τα τέκνα την γυναίκα μου, λόγον να τους μιλήσω.

Ο Διάβολος.
Μαχαίρι βαστώ δίστομον, και όποιον κεντήσει,
δεν ημπορεί, παρά ευθύς να με ακολουθήση.

Ο Αμαρτωλός.
Να δώσω ο ταλαίπωρος, όλο το τίποτές μου,
να ξαγοράσω την ζωήν, με αφίνεις ειπές μου.

Ο Διάβολος.
Τώρα ζητείς την ξαγοράν, είχες καιρόν πλην τώρα,
απέταξε και η κακή σε έφθασεν η ώρα.

Ο Αμαρτωλός.
Ο τόπος δε οπού εσύ, να πάγω με βιάζεις,
ειπέ μου που ευρίσκεται, και πως τον ονομάζεις;

Ο Διάβολος.
Παμφάγος Άδης λέγεται, και είναι εις τον πάτον,
της γης τον σκοτεινότατον, όλον ψυχαίς γεμάτο.

Ο Αμαρτωλός.
Ράβδισε, κάψε, παίδευσε, βασάνισε και κάμε,
σε ότι θέλεις εδώ, μόνον εκεί μη πάμε.

Ο Διάβολος.
Σώμα χωρίς ψυχή να ζη, δύναται και το ψάρι,
στην γην, παρά ο διάβολος, τον κακόν να μην πάρη.

Ο Αμαρτωλός.
Τι κάμουν όσ' ευρίσκονται εκεί φανέρωσέ μου,
έχουν ποτέ ελευθεριάν, ή άνεσιν καν πες μου;

Ο Διάβολος.
Υπάρχουσιν εν τη φλογί, καίγονται αιωνίως,
τυραννούνται από ημάς, χωρίς σπλάγχνος τελείως.

Ο Αμαρτωλός.
Φωνάζω και παρακαλώ, Κύριε και Θεέ μου,
εκ των χειρών του δαίμονος, σώσόν με Πλαστουργέ μου.

Ο Διάβολος.
Χάνεις τον κόπον άθλιε, και συ είσαι δικός μου,
αν ήθελες εγλύτωνες, όταν ήσουν εν κόσμω.

Ο Αμαρτωλός.
Ψέματα τα βιβλία μας, θαρρούσα ο καημένος,
δεν άκουα τι μ' έλεγαν, και είμαι κολασμένος.

Ο Διάβολος.
Ωχ, ωχ, όποιος σαν εμέ κάμει θέλει να πάθη,
και σαν εμέ και να έλθη, εις του Άδη τα βάθη.


Αναρτήσεις σχετικές με τον Καισάριο Δαπόντε: