Σάββατο, 30 Ιουνίου 2012

1490 - Καθαρισμός της καρδίας [Διδαχές από τον Άθωνα]


Το κέντρο της ζωής μας είναι η απασχόλησί μας με τον πνευματικό νόμο. Αυτός είναι και ο λόγος πού αρνηθήκαμε τον κόσμο και εγκαταλείψαμε τον οικογενειακό βίο, ο οποίος δεν είναι αμαρτωλός. Τον εγκαταλείψαμε, επειδή θελήσαμε να εκφράσωμε με ένα ιδιαίτερο τρόπο την αγάπη μας προς τον Θεό, τηρούντες έτσι με ακρίβεια την πρώτη εντολή. Κληθέντες από τον Θεό, ακολουθήσαμε την φωνή Του για να εφαρμόσωμε αυτή την εντολή. Και για να εύρωμε τον κατάλληλο χρόνο, τον απερίσπαστο μάλλον, εβγήκαμε έξω από την κοινωνία και αρνηθήκαμε τους οικογενείς μας, ασχολούμενοι λεπτομερώς με την εσωστρέφεια, ελέγχοντες τα νοήματα των πραγμάτων. Και αυτό τον τρόπο, να ημπορέσωμε να νικήσωμε όχι μόνο την πρακτική μορφή της αμαρτίας, αλλά να την αφανίσωμε από την γέννησί της. Όχι μόνο να μην αμαρτάνωμε πρακτικά, αλλά ούτε κατά διάνοια να έχωμε συνεργασία με το κακό. Και με αυτό τον τρόπο φθάναμε στον μακαρισμό του Κυρίου: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Ο Ιησούς μάς ανέφερε ότι: «Τα έξωθεν εισερχόμενα ου κοινούσι τον άνθρωπο», δηλαδή δεν τον μολύνουν.
Εκείνα πού εξέρχονται από μέσα τον κάνουν ακάθαρτο. «Εκ γάρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι». (Ματθ. 15,18). Αυτά είναι τα περισσεύματα της ακαθάρτου καρδίας τα οποία κινούμενα από μέσα προς το έξω, δημιουργούν το σώμα της περιεκτικής κακοηθείας. Και τότε καταρακώνεται η ελευθερία της προσωπικότητας του ανθρώπου, και από ευγενής και «κατ εικόνα και ομοίωσιν» πλασμένος πού είναι, γίνεται πονηρός και διεφθαρμένος. Επειδή μετέχομε και εμείς αυτής της αρρωστημένης καταστάσεως, εξήλθαμε από τον κόσμο ακριβώς γι αυτό τον λόγο. Κόσμο όταν λέμε δεν εννοούμε τους ανθρώπους. Κόσμος είναι το σύστημα του παλαιού ανθρώπου, πού κατά τον Παύλο είναι τα πάθη και οι επιθυμίες. Και κατά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, η «επιθυμία των οφθαλμών και η αλαζονεία του βίου», η αφροσύνη και γενικά η ματαιοφροσύνη. Ευρισκόμενοι τώρα εδώ, προσέχαμε ακριβώς στο να γίνωμε «καθαροί τη καρδία», γιατί μονό έτσι θα ίδωμε τον Θεό, όσο επιτρέπεται βέβαια στην ανθρώπινη φύσι να έχη εμπειρία της οράσεως του Θεού. Το θέμα της παλιγγενεσίας δεν είναι η μεταφορά των ανθρώπων εις ένα ευδαιμονισμό. Αυτά τα παραδέχονται οι ξένες ομολογίες: Ο άνθρωπος μετά την παρουσία του Θεού Λόγου, δεν μεταφέρεται εις ένα ευδαιμονισμό, ούτε επανέρχεται από μία εξορία σε μια καλύτερη ζωή. Αυτά δεν είναι της Εκκλησίας μας γεννήματα, αλλά πεπλανημένες ιδέες.
Η κένωσι του Θεού Λόγου, μετέφερε στην ανθρώπινη φύσι την θέωσι. Έτσι ο άνθρωπος μεταφέρεται διά της Χάριτος – εάν αρχίσει από εδώ να πειθαρχή στο Θείο θέλημα- υποστατικά στην ένωσί του με τον Θεό. Όπως μετέχει το θετό παιδί στην περιουσία, στο όνομα και στην προσωπικότητα του πατέρα του, ενώ δεν είναι φυσικό παιδί, έτσι και εμείς. Αν και δεν γεννηθήκαμε τρόπον τινά, από τον Θεό, με την υιοθεσία όμως απεκτήσαμε την ίδια θέσι, πού έχει ένα φυσικό παιδί. Αυτό για μάς λέγεται θεανθρωπισμός.
Αυτό μάς έφερε στη γή ο Θεός Λόγος. Όπως είπε ο ίδιος: «Εγώ πάτερ, εν αυτοίς και σύ εν εμοί» και «τήν δόξαν ην δέδωκάς μοι δέδωκα αυτοίς», και άλλου «Θέλω ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ εμού, ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν», και πάλι «υμείς φίλοι μου έστε, εάν ποιήτε όσα εγώ εντέλλομαι υμίν ουκέτι υμάς λέγω δούλους». Και όταν του εζήτησαν να τους μάθη να προσεύχονται, κατ ευθείαν τους είπε: «Πάτερ, ημών ο εν τοίς ουρανοίς». Για να επιτευχθή όμως αυτό και να εισέλθωμε στους κόλπους της υιοθεσίας, πρέπει να προσέξωμε, όχι μόνο να μην αμαρτάνωμε, αλλά να κτυπήσωμε την ρίζα της αμαρτωλότητος, ώστε και μέσα στην διάνοιά μας να μην έχη θέσι. Όταν καθαρίση η καρδιά από τις ενέργειες των παθών, πού είναι ο παλαιός άνθρωπος, έρχεται τότε το Άγιο Πνεύμα και κατοικεί. Προσέξετε πώς ο Ιησούς μας το αναφέρει. «Εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ Αυτώ ποιήσομεν». Κοιτάξετε τί λέει, «μονήν»· δεν λέει ότι θα έλθωμε να σάς επισκεφθούμε, όπως κάνομε εμείς μια επίσκεψι, αλλά λέει ότι θα κάνωμε διαμονή. Αυτός είναι ο Θεανθρωπισμός.
Η απαλλαγή μας όμως από την αμαρτία δεν γίνεται αυτομάτως αλλά σταδιακά, όπως γίνεται η σωματική αύξησι. Με την εμμονή μας, σιγά-σιγά επιτελείται διά της Χάριτος μυστηριωδώς η κάθαρσι της καρδιάς. Καθαρίζη πρώτα ο νους και φωτίζεται, και έτσι συλλαμβάνει καλά τα νοήματα και δεν πλανάται. Μετά την σωστή χρήσι των νοημάτων και την τήρησι της ακριβείας των εντολών, καθαρίζεται και η καρδιά. Τότε εισέρχεται η Θεία Χάρις μόνιμα και κάνει τον άνθρωπο αληθινά θεοφόρο. Και ο άνθρωπος αυτός ενώ είναι ζωντανός, μεταφέρθη «εκ του θανάτου εις την ζωή». Αυτό είναι ο αγιασμός. Τότε εις αυτόν δεν λειτουργούν οι φυσικοί νόμοι. Κοινωνεί μόνιμα με την θεία Χάρι και εισέρχεται στο υπέρ φύσι, ούτως ώστε να έχη το διορατικό ή το προφητικό χάρισμα. Δεν φοβάται τις ασθένειες, τους κινδύνους, διότι μεταφερόμενος στη θέσι της υιοθεσίας τον σκεπάζει η θεία Χάρις· και όταν κάποτε θα φύγη από τον κόσμο αυτό, θα κερδίση τις άξιες των επαγγελιών, πού μάς υπεσχέθη ο Χριστός μας.
Και αυτές τις ημέρες, αν είστε λίγο προσεκτικοί, θα αισθανθήτε περισσότερο την επίδρασι της Χάριτος, διότι όπως έλεγε ο αείμνηστος Γέροντάς μας, ο Χριστός χαρίζει πλουσιότερα τα δώρα Του στις μεγάλες εορτές, σαν μία ιδιαίτερη ευλογία. Αλλά υπάρχει λόγος στο να μην είμεθα και να μην γίνωμε προσεκτικοί; Αφού αυτό είναι το κέντρο του στόχου μας! Πώς να μην γίνωμε ευλαβείς, ζηλωταί, προσεκτικοί, πραγματικοί λάτρεις του Χριστού μας, ο οποίος πιστεύομε ότι μάς εκάλεσε αφού μάς προώρισε και μάς εδικαίωσε και απομένει μόνο η ελεημοσύνη Του να μάς δοξάση στην εσχάτη εκείνη ώρα, όταν θα φύγωμε από τον κόσμο αυτό;
Και να τώρα θα εισέλθωμε στα «ταμεία» μας, και αποκλείομε την θύρα μας και προσευχόμεθα και εξομολογούμεθα και προσπίπτομε στον Χριστό μας και με όλη την ψυχή και την καρδία και διάνοια και θέλησι και πρόθεσι και δράσι αποδίδαμε τάς ευχάς μας ενώπιόν Του, πού έχει υποσχεθεί στους αμαρτωλούς. Με πραότητα, με ταπείνωσι και καλοσύνη να προσπίπτετε με τον τρόπο αυτό. Είναι ο μυστικότερος τρόπος της μεταβολής του χαρακτήρος, πού προκαλεί τις πνευματικές εξάρσεις και αλλοιώσεις: «Αύτη η αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου». Αλλοίωσι πού μεταβάλλει τον πήλινο άνθρωπο, τον αμαρτωλό, τον περικείμενο τους δερμάτινους χιτώνας. Τον μεταβάλλει σε πνευματικό όν, πού το περιτριγυρίζουν και επιθυμούν οι Αγγελοι να παρακύψουν. Βλέπουν τις καλές αυτές διάνοιες, πού προσπαθούν να ξεπεράσουν τον νόμο της βαρύτητας και να μεταφερθούν στο υπερουράνιο θυσιαστήριο, εκεί όπου «πρόδρομος υπέρ ημών εισήλθεν Χριστός, εις τα Άγια αιωνίαν λύτρωσιν ευράμενος» (Εβρ. 9,12).
Όσα δεν αφορούν τον ουρανό, ξεχάστε τα. Εκεί είναι το πολίτευμά μας. Εκεί μάς αναμένει ο Ιησούς μας. «Εάν πορευθώ και ετοιμάσω υμίν τόπον, πάλιν έρχομαι και παραλήψομαι υμάς προς εμαυτόν,ίνα οπού ειμί εγώ και υμείς ήτε». Ποιά καρδιά, αισθανόμενη αυτά τα ρήματα, δεν θα ραγίση, ακόμη και αν είναι από γρανίτη κατασκευασμένη; Η ανερμήνευτος παναγάπη Του δεν ετελείωσε με την θεία Του κένωσι και την παραμονή Του μαζί μας στην γή αυτή, όπου ενεδύθη την ιδική μας ταπείνωσι και πτωχεία. Αλλά και στους πατρώους κόλπους αναπαυόμενος «εν πάση τη δόξη Αυτού», πάλι μάς ενθυμείται και «ουκ εάσει ημάς ορφανούς πώποτε, αλλά, μεθ ημών εστί πάσας τάς ημέρας».
Όλοι πρόθυμοι τώρα ξεκινείστε με άμιλλα πνευματική, να φιλοδοξήτε να πέραση ο ένας τον άλλο. Και αυτό ακριβώς είναι το αξιέπαινο. «Αύτη η γενεά ζητούντων τον Κύριον».
ΕΡΩΤΗΣΗ – ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Ερ.: Γέροντα, πρέπει να προσευχώμαστε για όποιον μάς ζητά ή για τους αδελφούς της συνοδείας μας, πού λείπουν έξω στον κόσμο;
Απ.: Για τα μέλη της συνοδείας μας έχομε χρέος να προσευχόμαστε, διότι ανήκομε όλοι στο ίδιο σώμα. Όταν δε ευρίσκεται κανείς έξω από το περιβάλλο του, δεν ημπορεί να έχη την ίδια προσοχή και αίσθησι Χάριτος και κατάστασι πού έχει όταν είναι στην φωλιά του. Εις αυτές τις περιστάσεις, πού ευρίσκεται κάποιος έξω από την μάνδρα, δεν ξέρομε τί ημπορεί ο διάβολος να επινόηση εις βάρος του, διότι είμεθα άνθρωποι και ποιός έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του; Με μια στροφή του νου προς τον Χριστό μας, να επικαλήσθε την θεία βοήθεια, την θεία Χάρι για την επιτυχία του σκοπού για τον οποίο εξήλθε ο αδελφός· και με μία μικρή προσευχή, να γίνεται αφορμή να σκεπάζεται οποιοσδήποτε απουσιάζη από τη συνοδεία, διότι ευρίσκεται σε ανοικτό μέτωπο και δεν γνωρίζομε από πού θα δεχθή την κρούσι.
Για τους άλλους τώρα σύμφωνα με την Πατερική παράδοσι, οι νέοι, οι αρχάριοι, δεν ωφελούνται όταν εύχονται για άλλα πρόσωπα, διότι είναι και αυτή μια πρόφασι από τα δεξιά για να δημιουργή σκορπισμό.
Φυσικά όπως και άλλοτε σάς ερμήνευσα, δεν φιλοδοξούμε να ευχόμεθα για τον καθένα, όχι διότι μισούμε τον πλησίο μας, μή γένοιτο, αλλά γνωρίζοντες ότι είμεθα αδύνατοι και δεν έχομε παρρησία είμεθα λίγο συνεσταλμένοι και ο Θεός βλέποντας το ταπεινό φρόνημα, ότι δηλαδή απέχομε γι αυτό τον σκοπό, συμπληρώνει η αγαθότης Του την πρόθεσι της καρδίας και την πρόθεσι της αγάπης πού αισθανόμεθα απέναντι του καθενός.

Πηγή: Γέροντος Ιωσήφ, Διδαχές από τον Άθωνα, Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 8, γ’ Έκδοσις, Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονή του Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 1999

1489 - Δανιήλ Κατουνακιώτης (4)



Προηγούμενα  (1), (2), (3)

Ερημίτης στα Κατουνάκια 
.......Όσο ανδρώνεται στην ψυχή ενός μοναχού ο θείος έρως, τόσο περισσότερο νοσταλγεί την ησυχία, ένα όρος Κάρμηλον, όπου σαν άλλος Ηλίας, θα παραδοθεί ολοκληρωτικά στην αγάπη του Θεού. Ο πόθος αυτός της ερήμου έκαιγε και την καρδιά του π.Δανιήλ. Δεν μπορούσε πια να μείνει περισσότερο μακριά της.
 Επιστρέφοντας από τη Σμύρνη, πληροφορήθηκε πως οι πατέρες ήσαν αποφασισμένοι να τον αναδείξουν Επίτροπο της μονής Βατοπεδίου. Ο π.Δανιήλ όμως δεν άλλαζε με κανένα αξίωμα την ησυχία και γι’ αυτό – ύστερα από παραμονή πέντε ετών(1876-1881) – εγκαταλείπει το Βατοπέδι και τρέχει σαν ελάφι στην έρημο, στα Κατουνάκια. Τρέχει «εκεί όπου η ευωδία του θυμαριού αμιλλάται με τα ουράνια του θυμιάματος μύρα. Εκεί όπου παύει να κελαρύζει κάθε ρυάκιον, υποχωρούν εις της προσευχής τα ηδύμολπα μινυρίσματα… Εκεί όπου και οι βράχοι ακόμη αποπνέουν αγιότητα βρεγμένοι με τα δάκρυα των Οσίων» (Μωραϊτίδης).
Το νέο του ασκητικό στάδιο ήταν μία ερημική Καλύβη, ένα «ξεροκάλυβο» καλύτερα, με δύο δωμάτια και μία στέρνα. Εδώ δεν υπάρχουν οι ανέσεις του Βατοπεδίου, αλλά η φτώχεια. Εδώ για να ζήσεις πρέπει να βρεθούν εκείνοι, που θα σε περιβάλουν με την ευσπλαχνία τους.
Πρέπει και ο ίδιος βέβαια να έχεις κάποιο εργόχειρο. Ο π.Δανιήλ στην αρχή έπλεκε «τσουράπια» κι έπειτα επιδόθηκε στην αγιογραφία. Ο κόπος και η φτώχεια τον συνόδευαν πάντα. Αρκεί και μόνο να σκεφτεί κανείς το δρόμο, που χρειαζόταν να βαδίσει μεταφέροντας από το λιμανάκι της Αγίας  Άννης στο κελί του τα απαραίτητα. Και στο νερό εξ άλλου συναντούσε δυσκολίες αφού πηγές δεν υπάρχουν σ’ εκείνα τα βράχια. Νερό θα είχε βρόχινο, όπως όλοι οι ερημίτες.
Οι δυσκολίες όμως αυτές ελάφρωναν από τις πνευματικές χαρές. Τώρα περισσότερο από κάθε άλλη φορά, μπορούσε απερίσπαστος να εντρυφά στην Αγία Γραφή και στους Πατέρες. Να παραδίδεται στην προσευχή και στην ιερά θεωρία. Να δέχεται τις μυστικές αύρες του Αγίου Πνεύματος. «Ενταύθα η δρυς η Μαμβρή… Ενταύθα το όρος Καρμήλιον… Ενταύθα το όρος των Ελαιών… Ενταύθα η στενή και τεθλιμμένη οδός η απάγουσα εις την ζωήν».
 Ιδιαίτερη πνευματική αγαλλίαση ένοιωθε, όταν μελετούσε την «Φιλοκαλία». Σχεδόν δεν έλειπε ποτέ από το χέρι του. Εθλίβη και άκουσε μερικούς αμελείς μοναχούς να την ονομάζουν «φιλοπλανία». Έλεγε γι’ αυτούς ότι ευρίσκονται σε πλάνη και ότι δε γνωρίζουν να ανακαλύψουν το κλειδί με το οποίο θα ανοίξουν τον πολύτιμο θησαυρό. Το κλειδί αυτό είναι η αγάπη προς τον Θεόν, η ταπείνωσις και η υπακοή.
Τόσο καλά εγνώριζε τη φιλοκαλία που μπορούσε να προσδιορίσει από ποιο κεφάλαιο προέρχεται η τάδε περικοπή. Ήταν πολύ συνηθισμένο θέαμα να έχει επάνω σ’ ένα τρίποδο έναν τόμο της και να τον μελετά με άκρα αφοσίωση.
Τριάμισι χρόνια έμεινε μόνος στην έρημο. «Ελθέ ο Μόνος προς μόνον, ελθέ, ον επόθησε και ποθεί η ταπεινή μου ψυχή… Ελθέ η αιώνιος χαρά», θα προσευχόταν προς το Άγιον Πνεύμα, τον Ουράνιον Βασιλέα, όταν δεχόταν τις εφόδους των δαιμόνων.
Δεν κινδύνευε στην έρημο, πράγμα που συμβαίνει συχνά στους ερημίτες, γιατί τον σκέπαζε η χάρις της ταπεινοφροσύνης. Ο γερο-Δανιήλ είχε δοκιμάσει το «χωνευτήρι» της υπακοής. Διότι «ουκ ασφαλές τω απείρω εκ του πλήθους των στρατιωτών, προς μονομαχίαν εαυτόν αποχωρίσαι και ουκ ακίνδυνον τω μοναχώ, προ πείρας και γυμνασίας πολλής των ψυχικών παθών, επί την ησυχίαν χωρίσαι» (Αγ. Ιωάννης της Κλίμακος).
Ήταν λοιπόν έτοιμος για τη μονομαχία με το διάβολο, που εναντίον του στα χρόνια αυτά, σίγουρα, του κατάφερε πολλά χτυπήματα. Δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες από την τέλεια εκείνη ησυχαστική του ζωή. Το μέλλον του όμως μας βεβαιώνει ότι απόλαυσε τότε πλούσιες τις θείες ευλογίες.
 Στα Κατουνάκια εγκαταστάθηκε γύρω στα 1880. Έπειτα από τριάμισι χρόνια δέχθηκε τους πρώτους υποτακτικούς. Όπως οι μέλισσες ψάχνουν να βρουν τα άνθη που κρύβουν νέκταρ, έτσι άρχισαν να πλησιάζουν σιγά-σιγά και τον γέροντα Δανιήλ πολλές ψυχές, που γρήγορα, πάνω σ’ εκείνη την άνυδρη πλαγιά, ανεκάλυψαν την ανθοφορία του. Μερικοί, γοητευμένοι από την αρετή και τη σοφία του παρακαλούσαν να γίνουν υποτακτικοί του. Ο π.Αθανάσιος (1883) ήταν ο ένας, που είχε έρθει από την Πάτρα και ο εκ Γρεβενών π.Ιωάννης (1894) ήταν ο άλλος υποτακτικός του.
Την εποχή αυτήν ακριβώς επισκέφθηκε τον γερο-Δανιήλ ο Μωραϊτίδης. Όλα τότε ήσαν ακόμα στην αρχή. Ο ναός, τα κελιά, η αγιογραφία, τα πέτρινα καθίσματα, ο ξενώνας, η απλωταριά. Αχ, αυτή η απλωταριά! Και τι δεν έχει να μαρτυρήσει… Τις μελέτες από τα πατερικά κείμενα, τις εξομολογήσεις, τις πνευματικές συζητήσεις, τ’ απόδειπνα, τις αναμνήσεις μπροστά στο γαλανό Αιγαίο!
Πέρα από τα σύνορά του, στο βάθος, είναι ο «κόσμος» όπως τον εννοεί το Ευαγγέλιο. Καμιά βοή του, κανένας θόρυβος δεν φθάνει ως εδώ. η ανοιχτή θάλασσα, που αγναντεύεις από κει ψηλά, θαρρείς πως είναι «μέγα χάσμα» από την παραδεισένια αυτή γωνιά των Κατουνακίων.