Κυριακή, 3 Ιουνίου 2012

1368 - Φωτογραφίες της Ιεράς Μονής Χιλιανδαρίου τον Μάρτιο του 1910


ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΣΕΡΒΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ ΠΕΤΡΟΥ Α΄ (1844-1921)

Μετά τον βασιλιά της Σερβίας Αλέξανδρο Α΄ Οβρένοβιτς, ο οποίος επισκέφθηκε την Ιερά Μονή Χιλιανδαρίου τον Ιούνιο του 1896, ένας ακόμη σέρβος βασιλιάς, ο Πέτρος Α΄ Καραγιώργεβιτς, τον Μάρτιο του 1910, πραγματοποίησε προσκυνηματικό ταξίδι στη Λαύρα των Σέρβων.
Με την ευκαιρία αυτής της επίσκεψης, εκδόθηκε αναμνηστικό λεύκωμα με φωτογραφίες του βασιλιά και της Ιεράς Μονής Χιλιανδαρίου.

Την έκδοση επιμελήθηκε ο φωτογράφος D. Baubin.
(όλες οι φωτογραφίες με αριστερό "κλικ" σε μεγέθυνση)
Τις φωτογραφίες του άλμπουμ δημοσιεύω στη συνέχεια:

 

1367 - Γερο-Ευδόκιμος ο Ξενοφωντινός (4)



προηγούμενα (1)  (2)  (3)

Κάποτε τον βρήκα να κάθεται στην πύλη της Μονής.
- Πως είσαι, Γέροντα;
- Άκουσε, άγιε καθηγούμενε. Όταν κανείς βρίσκεται προ του τάφου και έχη κάνει καλά, είναι αμβροσία. Αν όμως έχη περιπέσει σε κακά, είναι τυράγνια μεγάλη. Τι να γυρίσω εγώ τώρα πίσω να πρωτοδιορθώσω;
Αδελφός τον ρώτησε αν προσεύχεται και απάντησε:
- Έξι χρόνια, από την ημέρα που είδα το όραμα, ακατάπαυστα λέγω την ευχή κι έχω πολλή ειρήνη μέσα μου.
Άλλοτε έλεγε:
- Το μοναστήρι μου δεν μπόρεσα να το βοηθήσω πνευματικά, γιατί δεν ήξερα πολλά γράμματα, αλλά υλικά υπέρ δύναμιν.
Ήξερε από κόπους και αναγνώριζε και καταλάβαινε τους κοπιώντας. Γι’ αυτό πάντα μνημόνευε «υπέρ των διακονούντων και διακονησάντων εν τη αγία Μονή ταύτη» με όλη του την καρδιά.
Στις προτάσεις της μετανοίας του να επιστρέψη τα τελευταία χρόνια, μας έλεγε:
- Αυτό έπρεπε να γίνη μετά από ένα-δυό χρόνια. Άνθρωποι είμαστε και λάθη κάνουμε. Έπειτα από δεκατέσσερα χρόνια εξορίας για μένα είναι αργά. Έζησα μαζί τους ένα χρόνο, μαζί σας έντεκα. Αντιευαγγελικό λόγο δεν ανταλλάξαμε. Στα χέρια σας θέλω να πεθάνω. Αν σας κουράζω και δεν με θέλετε, να φύγω και όπου ο Θεός θέλει ας με οδηγήση.
Ζήτησα δύο φορές από πατριαρχικές Εξαρχίες να του αρθή η τιμωρία του εξορίστου, αλλά με πολύ παράπονο λέγω ότι ο λόγος μου δεν εισακούστηκε. Γι’ αυτό και ο Θεός ήρε το «εξόριστος» πιο μπροστά από τους ανθρώπους. Την Κυριακή απέθανε και την Δευτέρα ήρθε η άρση της εξορίας!
Πολλές φορές διακριτικά με συμβούλευε:
- Αυτό, άγιε ηγούμενε, έτσι το κάνουν στο Όρος. δεν είναι δόγμα, αλλά καλά είναι να μη σε πάρη η καλογερική εφημερίδα. –Τον γείτονά σου να τον προσέχης, γιατί πρώτα βλέπεις τον γείτονα κι έπειτα τον ήλιο. –Να μην είσαι τόσο σκληρός. Αφού βάζεις τα καλογέρια σε βαρειές δουλειές, να τους δίνης λάδι και κρασί. Έτσι έκαναν οι παλιοί. –Την Λειτουργία να την τελήτε πιο απλά τις καθημερινές. Κάθε μέρα δεν είναι πανηγύρι. Η μοναχική ζωή θέλει ακρίβεια σ’ όλα τα πράγματα, αλλ’ όχι και επιτηδευμένη προβολή.
Ο ίδιος κτυπούσε το τάλαντο γύρω από το Καθολικό σε τρεις στάσεις. Κι όταν έβρεχε και χιόνιζε κρατούσε παρασόλι, για να κρατήση την τάξη του κτυπήματος του ξύλου γύρω από το Καθολικό.
Μου συνιστούσε να υπομένω με καρτερία τις νεανικές τρέλες των μοναχών. Να μη μετρώ με ακρίβεια, αλλά με αγάπη.
Όταν αρρώστησε, του είπα πολλές φορές να πάμε στη Θεσσαλονίκη και μου απάντησε:
- Θέλω να πεθάνω στο κελλί μου.
Ήταν από τους ανθρώπους που επιθυμούσε να τον καλύψη η αθωνική γη.
Τον κατηγόρησαν τον γερο-Ευδόκιμο ότι έπινε. Έπινε τόσο όσο έπιναν όλοι οι άνθρωποι της εποχής του. Άλλωστε, και πολλοί άλλοι Γέροντες, που τους εγκωμιάζουμε και γράφουμε συναξάρια, φαίνεται ότι αγαπούσαν το κρασάκι. Αλλά το αποκρύβουμε κακώς, για να είναι το συναξάρι πιο εξιδανικευμένο. Έλεγε:
- Σαν γυρίσω πίσω το κρασί, να ξέρετε ότι εγγίζει το τέλος μου.
Πράγματι, την Τετάρτη γύρισε πίσω το κρασί και την Κυριακή τελείωσε. Έτρωγε για ένα μήνα μόνο σούπες, μια εβδομάδα μόνον γιαούρτι και τρεις μέρες μόνον νερό. Το Σάββατο είπε στον πατέρα μου:
- Κύριε Χρήστο, φεύγω πλέον για την άλλη ζωή την αιώνια.
Από τον καιρό που ήρθαμε στο μοναστήρι κοινωνούσε κάθε Κυριακή.
- Γέροντα –του λέγω- οι Αγιορείτες κοινωνούν κάθε Σάββατο.
- Ε, Γέροντα, αυτά δεν είναι άρθρα πίστεως.
Την Κυριακή το πρωί βάρυνε, αλλά είχε πλήρη διαύγεια.
Του λέγει ο πατήρ Γαβριήλ:
- Με γνωρίζεις;
- Είσαι ο παπάς.
Και σήκωσε το χέρι και τον ευλόγησε. Τον ρώτησε ο Ξενοφωντινός γιατρός αν πονάη. Είπε: «Καθόλου». Αρχίσαμε το Ευχέλαιο. Μόλις τον άλειψα, γύρισε με κοίταξε στοργικά και τελείωσε, αφού άφησε πολλή ειρήνη στις ψυχές μας. Σαν να στεκότανε στην ωραία πύλη και έλεγε σε όλους μας «Ειρήνη πάσι». Δεν πόνεσε. Χριστιανικά τελείωσε. Τον αλλάξαμε μόνον για τα ειθισμένα. Έτσι έδωσε ο Θεός τα τέλη του, όπως τα ζητούσε με την ευχή της Εκκλησίας: χριστιανικά, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά. Δεν κούρασε κανέναν. Έφυγε ξένος και πάμπτωχος, όπως ταιριάζει στους μοναχούς. Ας είναι αιώνια στην θύμηση του Θεού και στην δική μας.
Μόλις τελείωσε, είπε ο ηγούμενος:
- Κτυπήσατε την μεγάλη καμπάνα του μοναστηριού, για ν’ ακούσουν τα φαράγγια κι οι βουνοπλαγιές που χιλιοπερπάτησε ότι σήμερα αποχαιρέτισε την αισθητή κτίση ο ιερομόναχος Ευδόκιμος.
Τον ευχαριστούμε για το καλό του παράδειγμα και παρακαλούμε τον αρχιστράτηγο Μιχαήλ να μας στείλη έναν άλλον Ευδόκιμο στην μικρή μας ποίμνη, για να θυμώμαστε αυτούς που δίνονται με όλη τους την καρδιά στην Εκκλησία.
«Γερο-Άθωνα, δέχθηκες στα σπλάγχνα σου Ευδόκιμο. Βλάστησε πολλούς Ευδόκιμους, για να ευδοκιμής πάντοτε. Αμήν».
  

 


του Γέροντα Γρηγορίου
Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου





 Μεταφορά στο διαδίκτυο keliotis

1366 - Η υποκρισία, του μοναχού Μωυσή Αγιορείτη


Ο Χριστός δέχθηκε μετανοημένους αμαρτωλούς. Επετίμησε όμως τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους, που αυτοδικαιώνονταν και υποκρίνονταν ασύστολα.
Ο Χριστός δεν ανέχεται το ψεύδος, την απάτη και τον εγωισμό. Οι παραλείψεις, οι αδυναμίες συγχωρούνται εύκολα από τους νέους, αλλά δεν τους συγχωρείται η υποκρισία. Η υποκρισία σήμερα δυστυχώς καταλαμβάνει τα πάντα. Σπάνια ακούς όλη την αλήθεια. Άλλα λέει κάποιος και άλλα μυστικώς πραγματοποιεί. Αυτό ενοχλεί ιδιαίτερα τους νέους, που πάντα αναζητούν το ατόφιο, το γνήσιο και το αληθινό.
Το εκκλησιαστικό ύφος και ήθος έχει μερικές φορές προσμείξεις ανεπίτρεπτες, που σκανδαλίζουν τους πιστούς. Η προτίμηση του τυπικού και όχι της ουσίας, της ρηχότητος και όχι του βάθους, της επιφάνειας και όχι του πνεύματος δημιουργεί μία κατάσταση νοσηρή. Το εκκλησιαστικό ήθος το χαρακτηρίζει η άσκηση, η ταπείνωση και η πραγματική αγάπη. Η Ορθόδοξη Εκκλησία φυλάει ακέραια την ορθή πίστη, που οδηγεί στη μετάνοια, την προσευχή και την αγάπη στον Θεό και τον άνθρωπο. Δυστυχώς, πολλοί άνθρωποι απομακρύνονται ηθελημένα από τις ευαγγελικές αρετές, αγνοούν ή αρνούνται τη θεϊκή τους καταγωγή. Σήμερα δεν χρειάζονται δικαστές υποκριτές αλλά ενάρετοι μυσταγωγοί για την εν Χριστώ ζωή, για την ανοδική πορεία προς νήψη, φωτισμό και θεογνωσία.
Πολλοί άνθρωποι σήμερα υποκρίνονται θεοσέβεια. Άλλοι λένε πως ο Θεός πέθανε ή κοιμάται. Εκδηλώνουν την προς τον Θεό αποστροφή τους. Θεωρούν ότι η Εκκλησία υποδουλώνει τον άνθρωπο και τον Θεό έχουν ως εκδικητή, σαδιστή, τιμωρό και εκμεταλλευτή. Μερικές φορές ορισμένοι ζηλωτές εκφοβίζουν, τρομοκρατούν και ενοχοποιούν τους ανθρώπους. Ο Θεός δεν τιμωρεί, γιατί δεν είναι κακός. Ο άνθρωπος αβίαστα ακολουθεί τον Χριστό και συνδέεται με τον Θεό της αγάπης. Η προαίρεση του ανθρώπου είναι αυτή που οδηγεί στον Θεό ή στον δαίμονα.
Ο Φαρισαίος προσευχόμενος επαίρεται. Ο Τελώνης στο ναό ταπεινώνεται ειλικρινά. Το Ευαγγέλιο συχνά μιλά για ανυποκρισία βίου, θυσιαστική αγάπη, ειρηνοποιό συμφιλίωση και καταλλαγή. Αν ο άνθρωπος παρασυρθεί από την πλεονεξία, είναι αξιολύπητος.
Πληροφορούμεθα δολοφονίες από αλλοδαπούς, αυτοκτονίες από απελπισία, πείνα και φτώχεια. Όλα, δίχως την ενδυνάμωση του Θεού, μπορούν να συμβούν, αφού διώκεται ο Θεός και θεωρείται μη αρεστή η παρουσία του στη ζωή.
Η ελπίδα και η εμπιστοσύνη στο θείο θέλημα, που φαίνεται με την πιστή τήρηση στις ευαγγελικές επιταγές, η συνεχής προσευχή θωρακίζουν τον άνθρωπο από κάθε κακό. Η θρησκευτικότητα των Γραμματέων και των Φαρισαίων ήταν σαφώς υποκριτική. Διέβαλλαν τον Χριστό, γιατί τους χάλαγε τα σχέδια και προγράμματα. Απόγονοί τους κάποιοι εγχώριοι άρχοντες, που δυσκολεύονται να πουν όλη την αλήθεια, παρασύρουν τα πλήθη με φρούδες ελπίδες. Ο Χριστός δεν ήλθε στον κόσμο με δόξες, τιμές και μεγαλεία. Δεν υποστηρίχθηκε από οικονομικές ή πολιτικές δυνάμεις. Ήλθε πράος, πένης, ξένος, σεμνός και ταπεινός, γι’ αυτό οι Φαρισαίοι τον μισούσαν.
Η Εκκλησία δεν είναι για λίγους, μόνο για τους εκλεκτούς, αλλά για όλους. Ο Χριστός ήλθε στη Γη για να διδάξει με το λόγο και τη ζωή του, να διακονήσει τους πονεμένους, να θεραπεύσει τους ασθενείς, να οδηγήσει σε μετάνοια τους αμαρτωλούς, να σώσει όλους όσους θέλουν. Η Εκκλησία δεν είναι ένα φιλανθρωπικό κατάστημα κι ένας κοσμικός, συντηρητικός θεσμός που παπαγαλίζει κάποιες συντηρητικές αξίες. Η Εκκλησία είναι ο χώρος της παρουσίας της θείας χάριτος, της αγιότητος και της σωτηρίας.
Η υποκρισία μολύνει κάθε καλή πράξη. Η υποκρισία ευχαριστεί όσους είναι φίλαυτοι, φιλόδοξοι και φιλάρεσκοι. Η ανυποκρισία ξεγυμνώνει, καθαρίζει, ωραιοποιεί και τελειοποιεί κάθε φιλόθεο, φιλάγιο και φιλάρετο.
Το  Άγιον Πνεύμα που εορτάζουμε ας φωτίσει όλους.

Εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, 3 Ιουνίου 2012

1365 - Πεντηκοστή - Πώς ενεργεί η Θεία Χάρις; († Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού)


Με το γεγονός της Πεντηκοστής, που κατήλθε το Άγιο Πνεύμα στα μέλη της Εκκλησίας, δεν υπάρχει καμιά μορφή αδυναμίας στην ανθρώπινη φύση. Ο μέχρι τώρα αδύναμος άνθρωπος, ο οποίος ήταν παιχνίδι του διαβόλου και του θανάτου, γίνεται ισχυρός ώστε να «πατεί επάνω όφεων και σκορπίων και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού». Η Χάρις που μένει πάντοτε μαζί μας είναι «η επαγγελία του Πατρός» την οποία ο Κύριος υποσχέθηκε. Δεν φοβόμαστε ούτε τα πάθη, ούτε την αμαρτία, ούτε τις κακές μας συνήθειες, ούτε το σατανά, ούτε και αυτόν τον θάνατο, εφ’ όσον μένει μαζί μας «εις τον αιώνα ο Παράκλητος, το Πνεύμα της αληθείας».
Αυτό που μας απασχολεί είναι, αν αυτός ο Παράκλητος ενεργεί μέσα μας και πραγματοποιεί τον αγιασμό μας. Να πω ένα παράδειγμα για να γίνω πιο σαφής. Υποτίθεται ότι μας έχουν δώσει ένα όπλο ισχυρό να αμυνόμαστε και να πολεμάμε τους εχθρούς μας. Αν δεν λειτουργεί αυτό το όπλο, τότε τί ωφελεί που το κρατούμε; Πιστεύομε ότι μαζί μας είναι η θεία Χάρις, όπως μας παραδίδει η Εκκλησία; Θα με ρωτούσε ίσως ένας και θα μου έλεγε. Αφού λοιπόν είναι έτσι, γιατί έχομε τόσες αδυναμίες; Γιατί μας κατανικά η αμαρτία; Γιατί μας κατατροπώνει ο σατανάς; Γιατί φοβόμαστε; Γιατί δειλιάζουμε; Γιατί οπισθοχωρούμε; Γιατί δεν προοδεύομε; Ας δούμε αυτο το θέμα με ιδιαίτερη προσοχή.
Εάν εμείς φυλάττουμε την πίστη μας, τηρούμε τις εντολές και αποστρεφόμαστε την ενέργεια της αμαρτίας μέχρι και αυτήν την προσβολή, τότε φυσικά, μόλις επικαλεστούμε τη θεία Χάρη, αμέσως αυτή ενεργεί· δεν μας δίδει μόνο θάρρος και δύναμη, αλλά και στο σατανά προκαλεί φόβο και φρίκη. Αυτός είναι ο τρόπος του θριάμβου και της νίκης.
Εάν όμως ραθυμούμε και αφήνουμε τα καθήκοντα μας και δεν αμυνόμαστε όταν δίδεται αφορμή πάθους ή πολέμου της αμαρτίας, τότε, όταν επικαλούμαστε τη Χάρη, αυτή δεν ενεργεί. Λέει η Ιστορία ότι κάποτε ο Ιουλιανός ο παραβάτης μυήθηκε στη μαγεία. Από μικρός, παρ’ όλο που ήταν χριστιανός, ήθελε να απωθήσει τη χριστιανική του πίστη. Ήταν από μικρός κακοήθης. Ασπάσθηκε, λοιπόν, τη μαγεία για να επαναφέρει πίσω τα ειδωλολατρικά έθιμα, τα όποια είχαν καταργήσει οι προγενέστεροι.
Όταν πήγε στο μέρος που τον δίδασκαν τα ανάλογα μαθήματα της μαγείας, μόλις είδε τις διάφορες μορφές των δαιμόνων και την αγριότητά τους, τρόμαξε και έκανε το σταυρό του. Κάνοντας το σταυρό του, έφευγαν οι δαίμονες και δεν μπορούσε ο μάγος να κάνει αυτό που ήθελε. Όποτε τον συμβούλευσε ο μάγος να σταματήσει να κάνει το σταυρό του, αλλά αυτός δεν μπορούσε. Μπροστά στη φρίκη και το φόβο, σταυροκοπιόταν από τη συνήθεια που είχε σαν χριστιανός· και έτσι οι δαίμονες τρέπονταν σε φυγή. Σκέφθηκε λοιπόν ο μάγος κάτι ανάλογο με την πονηρία του. Τον έβαλε λοιπόν και σκότωσε ένα παιδάκι και κράτησε την καρδιά του παιδιού στο χέρι του· λόγω δε της «κατ’ ενέργειαν» αμαρτίας, δεν επιδρούσε η δύναμη του σταυρού και δεν έφευγαν οι δαίμονες πλέον.
Η θεία Χάρις σ’ εμάς που είμαστε χριστιανοί και δεν αρνηθήκαμε τον Χριστό, είναι μαζί μας, ενωμένη υποστατικά. Πώς λοιπόν αμαρτάνουμε και δεν μπορούμε να αντισταθούμε στα πάθη μας; Ακριβώς γιατί παραχαράζουμε το καθήκον μας το χριστιανικό που υποσχεθήκαμε στο βάπτισμα. Πολλές φορές την μεν αμαρτία, σαν αποτέλεσμα, δεν την θέλομε, τα αίτια όμως που την προκαλούν τα ερεθίζομε και τότε κατ’ ανάγκην πέφτομε. Το ότι τόσο εύκολα αμαρτάνουμε, είναι σημείο ότι δεν φυλάττουμε τις εντολές. Δεν είμαστε πραγματικά πιστοί.
Η θέση μας προς τον Θεό είναι καθαρά υιική και επομένως πιστεύομε στο Θεό διότι τον αγαπούμε· και επειδή τον αγαπούμε, τον πιστεύομε και εφαρμόζουμε με λεπτομέρεια αυτό που θέλει. «Εκείνος έστιν ο αγαπών με, ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς». Προσφέρουμε έμπρακτα την αγάπη μας προς το Θεό, όπως και Αυτός τόσο πλούσια την πρόσφερε σε μας, διότι «πρώτος ημάς ηγάπησεν». Τότε μόλις επικαλεστούμε τη θεία Χάρη, που είναι δική Του δωρεά, αμέσως ενεργεί και ολοκληρώνει την προσωπικότητά μας. «Αγράμματους σοφίαν εδίδαξεν, ιερέας τέλειοι, πάντα συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας». «Πάντα ισχύομεν εν τω ένδυναμούντι ημάς Χριστώ» κατά τον Παύλο. Ο Χριστός που μας δίνει δύναμη, είναι η θεία Χάρις, που την πήραμε στο βάπτισμα και τη συντηρούμε με τη συνεχή μετοχή μας στα μυστήρια της Εκκλησίας.
Εάν βιάσουμε τον εαυτό μας και γίνομε ειλικρινείς στις υποσχέσεις μας προς τον Θεό, τηρώντας με λεπτομέρεια τις εντολές Του, μετανοούντες ειλικρινά στα λάθη που κάνομε, τότε η θεία Χάρις, που είναι μέσα μας, βλέποντας τη συνέπειά μας, δείχνει ενεργά την παρουσία της. Ο χαρακτήρας μας που είναι ασθενής γίνεται ισχυρός και η αμαρτία γίνεται ανίσχυρη, διότι αποδυναμώνεται με την παρουσία της Χάριτος. Ο διάβολος φεύγει μόνο με την επίκληση της Χάριτος, γιατί ξέρει τι έχει να πάθει.
Ακριβώς για να κατεργαστούμε τη σωτηρία μας με τόση λεπτομέρεια εμείς οι μοναχοί, εγκαταλείψαμε τον κόσμο και φύγαμε μακριά από τα αίτια. Βρισκόμαστε σ’ έναν απερίσπαστο χώρο με ελάχιστες μέριμνες, για να είμαστε αφυπνισμένοι και προσεκτικοί, όχι μόνο στο να μην αμαρτάνουμε – αυτό είναι εισαγωγικό – αλλά, μετά από αυτό, να φθάσουμε στο σημείο που να θέλουμε μόνο να κάνουμε το καλό. Ζούμε μόνο για να τηρούμε το θέλημα του Θεού. Αυτός είναι ο κεντρικός στόχος και προορισμός μας από την αρχή της δημιουργίας μας, ιδιαίτερα τώρα, μετά την πτώση, που ξεγελαστήκαμε και κατρακυλήσαμε στα δόντια του θανάτου. Τώρα με περισσότερη φροντίδα αγωνιζόμαστε, ώστε και από το μύλο του θανάτου να απαλλαγούμε, και να κληρονομήσουμε τις επαγγελίες που μας χάρισε ο Θεός με την παρουσία Του. Ούτε τα σπίτια θα μας ωφελήσουν, ούτε τα εργόχειρα μας χρειάζονται, ούτε τα συστήματα και τα προγράμματα και τα τυπικά. Αυτά κατ’ ανάγκην τα κάνομε για να καλύψουμε τις υλικές ανάγκες της ζωής μας, αφού έχομε και σώμα. Αλλά ποτέ δεν μας απασχολούν αυτά, ούτε σε αυτά αποβλέπομε, ούτε τα μετρούμε, ούτε τα υπολογίζουμε. Γι’ αυτό και με την παραμικρή αφορμή, αν δούμε ότι κινδυνεύει η σωτηρία μας, τα πετάμε και φεύγομε αμέσως, για να κερδίσουμε το σκοπό μας.
Και όλη η προσπάθεια θα είναι αυτή. Κάθε τί που κινείται μέσα μας, το εξετάζομε· κάθε σκέψη, κάθε ερεθισμός που προκαλείται μέσα μας, τον αρπάζουμε και τον ρωτούμε: Είσαι δικός μας ή εχθρός, «ημέτερος ει ή των υπεναντίων;». Εξετάζουμε τί σκοπό έχει αυτή η σκέψη, τί σκοπό έχει αυτός ο λογισμός. Και εάν πραγματικά και ειλικρινά το ερευνούμε, αμέσως βρίσκομε την αφορμή και τότε με κατάλληλη μέθοδο πολεμούμε και αποβάλλουμε τις σκέψεις τις εμπαθείς από τη σύλληψή τους. Έτσι αποφεύγομε να συγκρουστούμε με τα πάθη και τις αμαρτίες.
Εάν, -εύχομαι να μη γίνει αυτό-, μας παρασύρουν, και οι σκέψεις γίνουν πραγματικότητες και μας νικήσουν, δεν θα παραδώσουμε τη σκυτάλη, αλλά με τους τρόπους της ειλικρινούς μετανοίας θα πενθήσουμε. Έτσι θα πείσουμε τη θεία Χάρη που είναι μέσα μας να μην προσβληθεί και φύγει, αλλά να μας συμπαθήσει και ταυτόχρονα να μας δυναμώσει, ούτως ώστε να απωθήσουμε τον πονηρό, ο οποίος μας παρέσυρε, και στο εξής, έχοντας σαν λάφυρο την πείρα, να γίνουμε προσεκτικότεροι. Αυτή είναι η ολοκληρωμένη μετάνοια, που είναι και το νόημα της εδώ ζωής μας.
Η κύρια προσπάθεια είναι να μη σταματήσουμε στην εισαγωγική μετάνοια, αλλά να φθάσουμε στο τελευταίο σκαλοπάτι της απαθείας. Εκεί που γίνονται τα λάθη, οι απροσεξίες, τα πάθη, οι ήττες, τώρα να μπουν οι αρετές· σιγά-σιγά, με τη βοήθεια της θείας Χάριτος μετά τις αρετές θα έρθουν τα χαρίσματα, οπότε θα φανεί ολοκάθαρα ότι μετέχομε στις υποσχέσεις του Ιησού μας και γινόμαστε κληρονόμοι του Θεού και «συγκλη­ρονόμοι του Υιού Αυτού», ο οποίος τόσο πολύ «ηγάπησεν ημάς». Αμήν.