Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

1342 - Η χλωρίδα στην περιοχή της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου


Ο χείμαρρος της Πλατανάρας
Η περιοχή της Μονής Βατοπαιδίου είναι μία από τις πλέον εύφορες του Αθωνα. Η χλωρίδα της περιλαμβάνει τα περισσότερα από τα 1471 είδη φυτών που συναντώνται στο Άγιον Όρος. Οι υψηλότερες ζώνες της περιοχής (μέ υψόμετρο άνω των 500 μέτρων) καλύπτονται από δάση καστανιάς και πλατύφυλλης δρυός, με διάσπαρτες αριές και σφενδάμνους, τα οποία υλοτομούνται. Στις χαμηλότερες και στις παράλιες ζώνες (έως 500 μέτρα υψόμετρο) συναντώνται αειθαλή και πλατύφυλλα δένδρα και θάμνοι, κυρίως πουρνάρια και αριές, ενώ κοντά στην Μονή υπάρχουν και καλλιεργημένες εκτάσεις. 

Ο όρμος και η Μονή Βατοπαιδίου
Οι εντός Όρους καλλιέργειες της Μονής Βατοπαιδίου μαρτυρούνται από τους βυζαντινούς χρόνους και περιλαμβάνουν είδη απαραίτητα για την λατρεία και για την καθημερινή διατροφή των μοναχών (σιτάρι, λάδι, οίνο, λαχανικά, φρούτα κ.λπ.).

1341 - Γερο-Ευδόκιμος ο Ξενοφωντινός (2)


προηγούμενο (1)

.......- Έφυγες ποτέ από το μοναστήρι σου;
- Μερικές φορές, αλλά ποτέ δεν εξήλθα των ορίων της Μονής. Ούτε πόρτα χτύπησα ούτε άλλον Γέροντα συμβουλεύθηκα.
Εξελέγη ηγούμενος σε δύσκολη στιγμή του μοναστηριού. Για αρκετό καιρό κάθε εβδομάδα άλλαζαν ηγούμενο. Ένας επίτροπος δαιμονίσθηκε. Συνεχώς έφερνε προσκόμματα και σκάνδαλα στους ηγουμένους. Από το δάσος τον κάλεσαν να αναλάβη την ηγουμενία. Ο καμωματάς επίτροπος τον προϋπάντησε με τα εξής λόγια:
- «Συ ει ο ερχόμενος ή έτερον προσδοκώμεν;»
Κατώρθωσε, παρά την απλότητά του, να τον απομονώση από την διοίκηση της Μονής και ηγουμένευσε είκοσι δύο χρόνια.
Τα χρόνια της ηγουμενίας του τίποτε δεν άλλαξε για τον γέροντα Ευδόκιμο. Ούτε η ενδυμασία ούτε η υπόδηση, όπως θα ταίριαζε σε ηγούμενο. Τα ράσα του απλούστατα και ξεθωριασμένα. Οι συρτές παντόφλες μόνιμα φθαρμένες και άβαφες. Και οι κάλτσες ξέφτερνες. Οι καλοπερασάκηδες περιπαικτικά τον αποκαλούσαν «σβαρνιάρη». Η ταπεινοφορία του γέροντα Ευδόκιμου υπήρξε παροιμιώδης στο Όρος. Και ο μοναχός Χαράλαμπος της Δοχειαρίου περιπαικτικά «τσαρούχα» τον αποκαλούσε.
Όσον αφορά τα λειτουργικά μεγαλεία της Εκκλησίας, που μεσουρανούν στα βασιλικά Καθολικά του Όρους, ούτε που τον άγγιξαν. Ούτε σταυρό ούτε μανδύα ενεδιδύσκετο. Υπάρχει ανέκδοτο: του πρότειναν το Πάσχα να φορέση μανδύα και απάντησε: «Δεν κρυώνω». Ρώτησα τον μακαριστό γέροντα Γρηγόριο της σκήτης του Ξενοφώντος (ο οποίος ήρθε στο Όρος δεκαοκτώ ετών το 1909 και απέθανε εκατονταετής και διακρινόταν για την αυστηρή καλογερική του και την σωστή του κρίση) αν αυτό το έκανε από αρετή ή περιφρόνηση της εκκλησιαστικής τάξεως. Ανενδοίαστα μου απήντησε:
- Από ταπεινοφροσύνη. Είχε ο άνδρας αρετή. Προτιμούσε την απλή ζωή, που ταίριαζε στην καλογερική. Ο απλός μοναχικός σκούφος του θύμιζε μοναχούς του παλιού καιρού. Οι Χιώτες την εποχή του αγίου Μακαρίου είχαν να λένε για τον απέριττο σκούφο του επισκόπου Κορίνθου.
Του πρότεινα να του φτιάξω ράσο για τα λαμπρόσκολα. Αποκρίθηκε:
- Εμένα δεν θα μου χρειαστή. Φτιάξε στους νέους μοναχούς.
Έτσι έγινε. Αυτό ήταν το τελευταίο Πάσχα της ζωής του.
Άλλοτε του προσέφερα καλογερικό κουκούλι.
- Το δικό μου είναι καλύτερο.
- Μα έχει γίνη κουρέλι.
- Καθόλου. Είναι καλογερικό.

Στην εκκλησία ήταν πάντα πρώτος. Πρωτύτερα από τον εφημέριο βρισκόταν στο στασίδι του. Σε όλες τις ακολουθίες έδινε την μαρτυρία του προσευχομένου ανθρώπου. Στην λατρεία ηρέσκετο στην ορθία στάση, καθώς ο Μέγας Βασίλειος διακελεύεται. Γι’ αυτό και τον ύπνο είχε φυγαδεύσει από τους οφθαλμούς του. Δεν τους είδαμε ποτέ βεβαρημένους. Ήταν φιλακόλουθος. Όταν κάποτε όλη την νύχτα περπατούσε από την Ουρανούπολη μέχρι το μοναστήρι, περίπου δέκα ώρες, μόλις έφθασε πήρε αμέσως εφημερία, λειτούργησε και μετά πήγε να ξεκουραστή.

Κάποια μέρα τον βρήκα συλλογισμένο.
- Γέροντα, που τρέχει ο λογισμός σου;
- Πολύ βασανίστηκα στο μοναστήρι μου. Εσείς όμως τυραννιέστε πιο πολύ κι από μένα.
Και αναστέναξε βαθιά ο Γέρων.
- Μέχρι τώρα καυχώμουνα για κόπους. Από σήμερα ντρέπομαι. Γι’ αυτό, παρακαλώ τον Θεό να με πάρη όρθιο, μη σας κουράσω. Ούτε ένα ποτήρι νερό να μη χρειαστή να μου προσφέρετε.
Έτσι και έγινε, ως το ζήτησε από τον Θεό.

Φαίνεται όλα τα χρόνια της καλογερικής του ουδεμία σχέση είχε με συγγενικά του πρόσωπα. Την ιδιαίτερη πατρίδα του μια φορά την επισκέφθηκε έπειτα από τριάντα χρόνια. Ούτε και ιδιαίτερες φιλίες διατηρούσε με κανέναν. Όλους τους θεωρούσε και τους αποκαλούσε φίλους κι απ’ όλους ήταν ξένος.
Ο γέροντας Ευδόκιμος πέρασε στην εποχή μας ένα σπουδαίο μήνυμα: τα μοναστήρια μας πρέπει να τα ανορθώσουμε υλικά, όχι όμως ξημεροβραδιάζοντας στις μεγάλες πόρτες των υπουργείων και των μεγάλων του κόσμου, αλλά εργαζόμενοι ταις ιδίαις χερσί. Ποτέ δεν είχε στους άρχοντες και τους μεγάλους της γης εμπιστοσύνη. Όλη του την ελπίδα την άφηνε στον άγιο Θεό, όπως ο ίδιος επανελάμβανε στις συζητήσεις του.
Τις πολλές καθαριότητες δεν τις ήθελε. Θεωρούσε αταίριαστο πράγμα στον άνδρα να κυνηγά το σκουπιδάκι. Όταν γίνονταν καθαριότητες, έλεγε πειρακτικά:
- Δεσπότη περιμένετε;
Και ακόμη, όταν έβλεπε ράσα περιποιημένα, μειδιώντας έλεγε:
- «Μη πολυπλένετε τα φορέματά σας. Θα χαλάσουν γρήγορα» λέγανε οι παλιοί.


«Το 1976 άρχισαν για τον φτωχό Ευδόκιμο –όπως γράφει ο ίδιος- οδύνες και κακές περιστάσεις». Εξορίζεται της Μονής του με την σύσταση να πορευθή όπου βούλεται και εκεί θα του στείλουν τα πράγματά του. Σε ηλικία εβδομήντα ενός ετών απομακρύνεται της μετανοίας του ο προηγούμενος ή μάλλον ο πιστός και δόκιμος εργάτης του μοναστηριού! Του παραδόθηκαν μπροστά στην Επιστασία ένα τσουβάλι άπλυτα ρούχα. Κράτησε μόνο το ρολόι. Τα ρούχα τα επέστρεψε. Στο τέλος του ’60 άρχισαν τα ζηλωτικά στο Άγιον Όρος, ευκαιρίας δοθείσης από τα ανοίγματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου με την Ρώμη. Του κινήματος ηγήθηκαν Αγιορείτες οι τα πρώτα φέροντες στην γραφή και την ανάγνωση. Ξεσηκώθηκαν, όπως ήταν φυσικό, οι ευλαβέστεροι και απλούστεροι. Αλλ’ όταν ήρθε η εξουσία, οι πρωτεργάτες αθέτησαν τους λόγους τους, ενώ οι παρασυρθέντες κράτησαν την «ευαγγελικήν τόλμαν» της ομολογίας. Τους λόγους της εξορίας του επακριβώς ποτέ δεν θέλησα να μάθω. Οι Αγιορείτες των ημερών εκείνων ξεύρουν καλύτερα. Εκείνο που μπορώ με βεβαιότητα να καταθέσω είναι ότι η ευθύτητα και το άκαμπτο του χαρακτήρα του συνήργησαν στην τιμωρία του και ότι ουδέποτε προσχώρησε στους «ζηλωτές». Πάντα είχε κοινωνία με την Εκκλησία.
Κάποτε τον πείραξα:
- Πήγες στον Κυπριανό στην Φυλή.
Και μου απήντησε:
- Άλλο η φιλία και άλλο η Εκκλησία. Διαμαρτύρομαι για τις υπερβάσεις, αλλά δεν φεύγω από την Εκκλησία.
Μακάρι όλοι οι «ζηλωτές» να ήταν σαν τον γέροντα Ευδόκιμο. Μακάρι να έχουμε τέτοιους ζηλωτές μοναχούς, που παραμένουν στην Εκκλησία και σαν φρόνιμα παιδιά λένε στην Μάννα –την Εκκλησία- τον λογισμό τους, χωρίς να της γυρίζουν περιφρονητικά τα νώτα. Αυτό δεν είναι αναρχία, αλλά πειθαρχία στην Εκκλησία. Άλλωστε, η εποχή μας χαρακτηρίζεται εποχή διαλόγου και διαπροσωπικών σχέσεων. Αλλοίμονο αν εξορίζουμε τους μοναχούς που έχουν ζήλο για τα πράγματα της πίστεως από τα μοναστήρια τους. Τότε αυτά θα καταντήσουν κατασκηνωτικοί καταυλισμοί.
Πάντως, τέτοια πράγματα ας μη συμβαίνουν στον χώρο των μοναχών, γιατί, αν είναι νέος, μπορεί να λοξοδρομήση, και, αν είναι γέρος, μπορεί να παραφρονήση, να πέση σε γεροντικό μαρασμό μέχρι αυτοκτονίας.
Ο ίδιος έλεγε:
- Μου κράτησε τον νου μου ο Θεός και δεν έπαθα κακό.
Ήρθε στην πλησιέστερη μονή του Δοχειαρίου. Με βουρκωμένα μάτια διηγείτο την πρώτη του δοκιμασία:
- Δεν με εδέχετο κανένας. Μόνο ο αδικημένος από την φύση Χαράλαμπος μου επέτρεψε να στρώσω κουβέρτα στην γωνιά του κελλιού του, για να πλαγιάσω.
Μαγείρευε ο Γέροντας και τρώγανε μαζί. Ο Χαράλαμπος είχε μασίνα και σύνεργα μαγειρικής, αφού το μοναστήρι ήταν ιδιόρρυθμο. Κάποια Κυριακή είχε ετοιμάσει βακαλάο στον φούρνο με πατάτες. Το μεσημέρι περίμενε ο Γέροντας, αλλά που να παρουσιαστή ο Χαράλαμπος, που είχε ατέλειωτες συζητήσεις με τους ξένους στο κιόσκι.
- Έβαλα στο πιάτο μου ένα κομματάκι βακαλάο και δυό πατάτες. Βγαίνοντας έξω του λέγω: «Χαράλαμπε, εγώ έφαγα. Το φαγητό είναι στον φούρνο». Σε πέντε λεπτά γύρισε και με εξύβρισε με τα χειρότερα λόγια μπροστά στον κόσμο, πως έφαγα όλο το φαγητό και δεν άφησα τίποτα γι αυτόν. Δεν μίλησα. Πήγα πίσω από τον ναΐσκο του Αγίου Ονουφρίου, κάθισα πάνω στα ερείπια παλιού κτιρίου και έκλαψα πικρά.
Έκανε θελήματα στον προηγούμενο Προκόπιο, για να τον κεράση ένα καφέ κι ένα τσίπουρο. Ο Προκόπιος δεν ζύγιζε ούτε από τις βαρειές ούτε από τις ελαφριές. Το συνηθισμένο φαγητό του Γέροντα ήταν παξιμάδι με θασίτικες ελιές και λίγο κρασί.
- Έφαγες ποτέ κρέας;
- Από την ώρα που έγινα μοναχός ποτέ. Αν και βρέθηκα πολλές φορές έξω με αγιορείτικες επιτροπές, οι άλλοι έφαγαν, εγώ ουδέποτε.


Όσα διαβάσατε μέχρις εδώ είναι απ’ όσα ο ίδιος μας διηγήθηκε ή διαβάσαμε σε προσωπικό του σημειωματάριο. Είναι και άλλα πολλά, που σκόπιμα αποσιωπώ για την ειρήνη…
Τώρα θα σας διηγηθώ αυτά που ζήσαμε εμείς κοντά του τα έντεκα χρόνια της εδώ παραμονής μας.

Συνεχίζεται...

 

 


του Γέροντα Γρηγορίου
Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου





 Μεταφορά στο διαδίκτυο keliotis

1340 – Η Βέροια τίμησε τον Υμνογράφο Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη


Το Σάββατο 26 Μαΐου πραγματοποιήθηκε η έναρξη των ΙΗ Παυλείων με Ημερίδα που διοργάνωσε η Ιερά Μητρόπολη Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας στο Παύλειο Πολιτιστικό Κέντρο, αφιερωμένη στον Γέροντα Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη, Yμνογράφο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας με την ευκαιρία συμπληρώσεως 20 ετών από την κοίμησή του.
Παρόντες στην σεμνή εκδήλωση: ο Μητροπολίτης Σερβίων και Κοζάνης κ. Παύλος, ο Μητροπολίτης Κιλκισίου κ. Εμμανουήλ, ο Μητροπολίτης Κεντρώας Αφρικής κ. Νικηφόρος, ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Θερμών κ. Δημήτριος, ο Αντιπεριφερειάρχης Ημαθίας κ. Καραπαναγιωτίδης, η Δήμαρχος Βεροίας κ. Χ. Ουσουτζόγλου, ο Στρατηγός Διοικητής του Β΄Σ.Σ. Κων. Τόπης, οι Διοικητές Αστυνομίας και Πυροσβεστικής, καθώς και ιερείς, μοναχοί και μοναχές, αλλά και λαϊκοί που πλημμύρισαν με την παρουσία τους τον χώρο του Παυλείου Πολιτιστικού κέντρου.

Στην παρουσίαση της εκδήλωσης, ο πρωτοσύγκελλος της Ι. Μ. Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας, π. Γεώργιος Χρυσοστόμου, αναφέρθηκε στην προσπάθεια των οργανωτών να κάνουν γνωστή τη ζωή και το φρόνημα μεγάλων εκκλησιαστικών ανδρών, σύγχρονων, που κατάφεραν να κάνουν τη θεωρία πράξη και τη πράξη θεωρία. Ακολουθώντας πιστά αυτή τη γραμμή και σαν καρπός ωριμότητας, προέκυψε η παρουσίαση του Γέροντος Γερασίμου Μικραγιαννανίτου, με την συμπλήρωση είκοσι ετών από την κοίμηση του. Ο π. Γεώργιος τόνισε πως ο Γέροντας Γεράσιμος δεν ήταν φρέαρ συντετριμμένο αλλά πηγή ζωής αιωνίου, που αξιοποίηση με το καλύτερο τρόπο το τάλαντο που του δόθηκε από τον Θεό, με την πυκνή και ποιοτική συγγραφική του δραστηριότητα. Σαν κατακλείδα στην προσφώνησή του χρησιμοποίησε απόσπασμα από την Α΄προς Κορινθίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου, όπου τονίζεται η δωρεά του Αγίου Πνεύματος για το καλό του πληρώματος της εκκλησίας.
Στη συνέχεια ακολούθησε οπτικοακουστικό αφιέρωμα, στον Γέροντα, παραγωγή του Γραφείου τύπου της Μητροπόλεως, ως εισαγωγή στο βίο και το έργο του Γέροντος.

Πρώτος ομιλητής της εκδήλωσης ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμων, ο οποίος τόνισε με την σειρά του την προσπάθεια που καταβάλλεται για την προβολή μεγάλων σύγχρονων εκκλησιαστικών μορφών, που επέλεξαν την ησυχία της ερήμου, την άσκηση και τη σιωπή. Αναφέρθηκε στην γνωριμία του Γέροντα με τον Άγιο Νεκτάριο, μαθητή ακόμη της Ριζαρείου σχολής, αλλά και σε θαυμαστά φαινόμενα που αφορούσαν το βίο του Γέροντα. Χαρακτηριστικά ανέφερε την μαρτυρία του γέρο Εφραίμ, σχετικά με την εμφάνιση του Τιμίου Προδρόμου στη πόρτα του κελίου του Γέροντα, όταν με δήλωση του Αγίου βρέθηκε εκεί για να προστατέψει τον νεαρό τότε καλόγερο στους ασκητικούς του αγώνες. Η συναναστροφή του με τους Αγίους, είχε σαν αποτέλεσμα την συγγραφή ύμνων, κάτι που για αιώνες ελάχιστοι προσπάθησαν. Οι Άγιοι και οι βίοι τους είναι η προσευχή του, η ελπίδα του, το καθημερινό βίωμά του.
Αναφέρθηκε ο Σεβασμιώτατος στα θυρανοίξια του καθολικού της Ι.Μ. Παναγίας Γοργοϋπηκόου, στη Μάνδρα Αττικής, όπου ο Γέροντας δήλωσε στις μοναχές πως είδε την Παναγία κατά την τελετή, υπερλάμπουσα και ευλογούσα το μοναστήρι της.
Επίσης αναφέρθηκε στο βιβλίο του Τάσου Μιχαλά για τον Γέροντα και σε ένα περιστατικό που περιγράφεται σε αυτό: όταν ο Γέροντας έγραφε την ακολουθία των νεοφανών μαρτύρων Νικολάου, Ραφαήλ και Ειρήνης, εμφανίστηκε μπροστά στο κελί του μεγαλοπρεπείς άνδρας, ο μοναχός αντιλήφθηκε ποιος ήταν και τον ρώτησε αν εγκρίνει την ακολουθία, ο άνδρας απάντησε θετικά και εξαφανίστηκε. Αργότερα έλαβε επιστολές από την Λέσβο που τον πληροφορούσαν ότι έβλεπαν την Αγία Ειρήνη να αρνείται την είσοδο της στο Ναό, επειδή ο Γέροντας δεν ανέφερε το όνομα της στο απολυτίκιο. Έγραψε εξαρχής το απολυτίκιο για να συμπεριλάβει το όνομα της σε αυτό.
Ο Γέροντας επιθυμούσε να τιμήσει και να προβάλει τόσο τον Διονύσιο τον Ρήτορα όσο και τον Μητροφάνη τον Πνευματικό, που ασκήτεψαν σε σπήλαιο στην περιοχή πλησίον της Μικραγιάννας, έτσι μελέτησε χειρόγραφα του Κυριακού Αγίας Άννης, επικαλέστηκε την αρωγή τους για τη διήγηση του βίου τους που ήταν στολισμένος με σκληραγωγία, κάματο, απάρνηση εαυτού, ησυχία, ολονυχτίες και αδιάλειπτο προσευχή. Προσπάθησε επίσης να αναδείξει το σπήλαιο που ασκήτευσαν και από το 1938 που ξεκίνησε η προσπάθεια, συνεχίστηκε ως το 1956, οπότε οι Άγιοι εμφανίστηκαν προς ενίσχυση του. Ευωδία άρρητη υπήρχε στο ναό του σπηλαίου, στο οποίο ο Γέροντας προσέρχονταν για προσευχή μέχρι το τέλος της ζωής του.
Ο Σεβασμιώτατος με συγκίνηση διηγήθηκε πόσο πολύ ποθούσε, νεαρός προσκυνητής του σπηλαίου, να νιώσει την ευωδία για την οποία τόσα είχε ακούσει και πως μια κουβέντα που είχε με τον γέροντα τον βοήθησε να έχει την εμπειρία αυτή.
Όπως τόνισε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης, η μόνη επιθυμία του Γέροντα που δεν εκπληρώθηκε, ήταν η ανεύρεση των λειψάνων των δύο Αγίων. Συνδύασε όμως αυτήν την έλλειψη με την ταπεινότητα των Αγίων που δεν επέτρεψαν κάτι τέτοιο.
Τέλος αναφέρθηκε ο Σεβασμιώτατος κ. Παντελεήμων, πως ο Γέροντας ζήτησε ο τάφος του να είναι κοντά στο σπήλαιο, ενώ πρόσθεσε πως μέχρι την τελευταία του στιγμή, τους δύο Αγίους επικαλέστηκε για να κλείσει ο κύκλος της ζωής του μετά πάντων των Αγίων, με μυστικές αποκαλύψεις και με τις δωρεές και ευεργεσίες που ο Γέροντας προσέφερε τόσο εν ζωή, όσο και μετά την κοίμηση του.

Στην συνέχεια ο π. Σπυρίδων Μικραγιαννανίτης, αναφέρθηκε εκτενώς στην υπακοή που ανέδειξε τον Γέροντα. Η υπακοή του σε έναν απλό άνθρωπο, τον μοναχό Μελέτιο, αποκρύπτοντας το ποιος ήταν και το τι γνώριζε, η υποταγή στις δυσκολίες και τις ομορφιές της μοναχικής ζωής, τον οδήγησαν στην βίωση της αγάπης του Τιμίου Προδρόμου.
Συντροφικοί σταθμοί στην μοναξιά της άσκησης για τον Γέροντα ήταν ο π. Ιγνάτιος και ο Δανιήλ ο Σμυρναίος. Ο Γέροντας έζησε μέχρι το τέλος της ζωή του στην υπακοή, καθώς ένιωθε την ανάγκη να είναι κάτω από μια σκέπη, αυτή του γέροντα. Η υπακοή σε έναν άνθρωπο του ήταν απαραίτητη. Ήταν πάντα υποτακτικός, δεν αρνούνταν οποιοδήποτε διακόνημα, τίποτε δεν τον πτοούσε. Η υπακοή ήταν το αναίμακτο μαρτύριο και μέσα από την πνευματική καρποφορία προσέφερε τους καρπούς του σε μας.

Ο π. Σπυρίδων τόνισε πως κρατούσε μυστική ο Γέροντας την πνευματική του ζωή και τις εμπειρίες. Αναφέρθηκε δε σε μια δύσκολη περίοδο της μοναχικής του ζωής, όπου στον πόλεμο με τον σατανά του εμφανίστηκε ο ίδιος ο Χριστός, με λευκό χιτώνα, με τρυπημένα πόδια και τρυπημένες παλάμες και τον τόνωσε δηλώνοντας την παρουσία Του. Μέχρι τα βαθιά του γεράματα ο γέροντας ήταν υπόδειγμα υπακοής στον πνευματικό του, τον π. Διονύσιο, δεν παρέλειπε δε να τονίζει την ανάγκη άρνησης του ιδίου θελήματος και την πιστή υπακοή στον πνευματικό.

Αμέσως μετά ο Σεβασμιώτατος Κεντρώας Αφρικής κ. Νικηφόρος, παρουσίασε στο κοινό τις προσωπικές εμπειρίες που είχε από την μοναχική του άσκηση δίπλα στον Γέροντα Γεράσιμο. Τον χαρακτήρισε ως χαρισματούχο, άνθρωπο με την απλότητα ενός μικρού παιδιού, που βοηθούσε με λόγια ή πράξεις τους συνανθρώπους του χωρίς αυτοί να το αντιλαμβάνονται. Δήλωσε δε πως με το βλέμμα του και μόνο ειρήνευαν οι γύρω του, ενώ η γαλήνια ματιά του έμπαινε κατευθείαν στην ψυχή των ανθρώπων. Διακρινόταν από καθαρότητα νου, υπακοή και σιωπή, καθώς δεν μετέφερε προσωπικές πνευματικές εμπειρίες. 

Όπως ανέφερε ο Σεβασμιώτατος, όταν ήταν νέο καλογέρι ακόμη, του ζήτησε ο Γέροντας να πάει με το μουλάρι σε μια διακονία, επειδή όμως δεν γνώριζε ο ίδιος τον δρόμο, τον καθησύχασε λέγοντας του πως το μουλάρι θα τον πήγαινε στον προορισμό του με ασφάλεια. Όταν το νέο καλογέρι επέστρεψε εκτελώντας με επιτυχία το διακόνημα που του είχε αναθέσει, διαπίστωσε πως ο Γέροντας όχι μόνο ευχαρίστησε το μουλάρι, αλλά και πως επικοινωνούσε ακόμη και με τα ζώα.
Συμβουλή μόνιμη για την μετέπειτα ζωή του Σεβασμιωτάτου ήταν η προτροπή του Γέροντα, που τον παρότρυνε να έχει πάντα στο νου του τον Θεό και να κάνει κάθε μέρα κάτι για Αυτόν, παρά να περνά μια μέρα χωρίς να κάτι γι Αυτόν. Κατέληξε δε με τα λόγια του Γέροντα που στην προσπάθεια του να κρύψει τον αγώνα του και τους καρπούς αυτού του αγώνα έλεγε: «η αρετή που προβάλλεται είναι μοιχεία παρά τω Θεώ».

Τελευταίος ομιλητής της όμορφης εκδήλωσης ήταν ο Καθηγητής Θεολογίας του Α.Π.Θ. κ. Γ. Μαρτζέλος που κατέθεσε τις προσωπικές του μαρτυρίες και τις συζητήσεις που έκανε με τον Γέροντα. Συζητήσεις που αφορούσαν την νοερά προσευχή όπως την βίωναν οι ησυχαστές της ερήμου. Δήλωσε δε πως πολλές φορές άφηνε τα διαβάσματα του σχολείου του για να ακούσει το χαρισματικό του λόγο.
Ο Γέροντας του μίλησε πρώτη φορά για την χαρισματική θεολογία, που είναι υπόθεση πνευματικής κοινωνίας με το Θεό.
Επίσης ο κ. Μαρτζέλος κατέθεσε την εμπειρία του ως διοικητή του Αγίου Όρους και πως αυτό είχε συζητηθεί πολύ παλαιότερα με τον Γέροντα. Τέλος στάθηκε στην πνευματική μορφή του Γέροντα που σφράγισε τις ζωές όσων τον γνώρισαν, με την συμπαράστασή του, την καθοδήγηση και τις προσευχές του, άνοιξε δε ορίζοντες στην επιστημονική σκέψη και πνευματική ζωή.
Μετά την ολοκλήρωση των εισηγήσεων δόθηκε η ευκαιρία να γίνουν παρεμβάσεις από το κοινό της Ημερίδας. Έτσι με παρεμβάσεις τους πολλοί κατέθεσαν προσωπικές μαρτυρίες τους από τη συναναστροφή τους με τον μακαριστό γέροντα.

Τέλος χορός ιεροψαλτών με χοράρχη τον κ. Ιωάννη Χασανίδη, ο οποίος έκανε και τη μελοποίηση, απέδωσαν ύμνους του τιμωμένου γέροντος που αφορούν αγίους της περιοχής της Μητροπόλεως Βεροίας.

 

1339 - Ευλαβικό αφιέρωμα στον Γέροντα Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη (video)


1338 - Τα εγκαίνια της Σκήτης του Αγίου Ανδρέα και ο Πανσλαβισμός


Χλιδή και μεγαλοπρέπεια

Στις 14 Ιουνίου 1900 το μικρό λιμανάκι της Δάφνης της Μοναστικής Πολιτείας του Αγίου Όρους γνωρίζει μια πρωτοφανή επισημότητα, που εκδηλώνεται με την άφιξη υψηλών προσώπων, ιερωμένων, πολιτικών και στρατιωτικών αξιωματούχων.
Τη στενή προκυμαία του μικρού λιμανιού, πίσω από το διώροφο λιθόκτιστο Τελωνείο, είχαν καταλάβει εκατοντάδες μοναχοί αλλά και λαϊκοί που ήρθαν ειδικά προσκεκλημένοι για την τελετή υποδοχής των επισήμων, ενώ ένα πλήθος εποχιακών εργατών είχε σταθεί στον ανηφορικό δρόμο που οδηγούσε στις Καρυές, την πρωτεύουσα του Αγίου Όρους, και παρακολουθούσε εκ του μακρόθεν τις τελετές.
Ανοιχτά στη θάλασσα είχαν αγκυροβολήσει πέντε μεγάλα ρωσικά πολεμικά πλοία, με αναπεπταμένες τις σημαίες τους, γεμάτα Ρώσους αξιωματικούς και αγήματα ναυτών. Επρόκειτο για την επίσημη άφιξη του αντιναυάρχου του ρωσικού στόλου της Μεσογείου Αλέξιου Αλεξίεβιτς Βιρίλεβ, ο οποίος επισκεπτόταν το 'Αγιον Όρος, εκπροσωπώντας τον Τσάρο της Ρωσίας, προκειμένου να εγκαινιάσει το μεγαλοπρεπή νεόδμητο ναό του Αγίου Ανδρέα στην ομώνυμη Ρωσική σκήτη στις Καρυές.
Ο μεγάλος και επιβλητικός αυτός ναός, κατά πολύ μεγαλύτερος σε χωρητικότητα και όγκο από τα Καθολικά των άλλων μεγάλων Μονών του Αγίου Όρους, είχε θεμελιωθεί πριν από τριάντα τρία χρόνια, το 1867, από το Μέγα Δούκα Αλέξιο, ακριβώς την εποχή όπου η Ρωσία έμπρακτα και δυναμικά εκδήλωνε το ενδιαφέρον της για τα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο.
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο «Μεγάλος Ασθενής» της εποχής, ήταν φανερό σε όλους τους ενδιαφερομένους πως κατέρρεε και οι Μεγάλοι της Ευρώπης (μεταξύ των οποίων και η Ρωσία) άρχισαν κιόλας να μοιράζουν προκαταβολικά τα οφέλη της κατάρρευσης, εκδηλώνοντας προσποιητό «ενδιαφέρον» για την τύχη και το μέλλον των βαλκανικών λαών. Δεν άφηναν επομένως ευκαιρία χωρίς να εμπλακούν στις βαλκανικές υποθέσεις, γεγονός που τους έδινε τη δυνατότητα να είναι «παρόντες» στην κρίσιμη ώρα της διανομής της λείας.
Οι Ρώσοι, επίσης, προσαρμοσμένοι και αυτοί απόλυτα στο πνεύμα των καιρών, έπρεπε να κάνουν αισθητή την παρουσία τους στην περιοχή. Ο χώρος της θρησκείας ήταν ο πλέον πρόσφορος γι' αυτούς, ιδιαίτερα στη Βαλκανική, αφού οι Βαλκάνιοι ήταν ομόδοξοι τους από τα χρόνια ακόμα της κραταιάς Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η Μοναστική Πολιτεία του Αγίου Όρους, το Πανορθόδοξο αυτό «Κέντρο» για ολόκληρο τον κόσμο της Ανατολής, αποτελούσε πρόκληση για «διείσδυση», σύμφωνα με τα σχέδια της τσαρικής Αυλής. Μάλιστα «διείσδυση» ταυτόχρονα με έντονο εντυπωσιασμό, χλιδή και αίγλη ήταν η κατάλληλη σύνθεση για την πλέον αποδοτική για τα ρωσικά συμφέροντα επέμβαση και δράση.
Για τους λόγους αυτούς, στα εγκαίνια του μεγαλοπρεπούς ναού του Αγίου Ανδρέα στη Ρωσική σκήτη των Καρυών, εκτός των άλλων, παρέστη και ο Ρώσος πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη Νελίδωρ, εκπροσωπώντας τον υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας Πρίγκιπα Μιχαήλ Νικολάεβιτς Μουράβιεφ, εγγονό του κτήτορα της Ρωσικής σκήτης του Αγίου Ανδρέα Νικολάεβιτς Μουράβιεφ. Ο Νελίδωρ έφτασε στη Δάφνη με δύο ρωσικές κανονιοφόρους τις οποίες υποδέχτηκαν με κανονιοβολισμούς τα άλλα ρωσικά πλοία, ταράζοντας με ηχηρό και βάρβαρο τρόπο τη διάχυτη ηρεμία και γαλήνη της Μοναστικής Πολιτείας του Αγίου Όρους.
Μετά την άφιξη των επισήμων στο λιμανάκι της Δάφνης, μια μεγάλη πομπή Ρώσων μοναχών, με εξαπτέρυγα, λάβαρα και εικόνες στα χέρια, ξεκίνησε με κατεύθυνση τις Καρυές. Ανάμεσα στο πλήθος των μοναχών πορεύονταν με φανερή έπαρση οι Ρώσοι στρατιωτικοί και πολιτικοί αξιωματούχοι μαζί με τους Ρώσους αρχιερείς, που φορούσαν λαμπρά, χρυσοποίκιλτα άμφια, επιδεικνύοντας έναν πλούτο άγνωστο για τους λοιπούς ομόδοξους τους προσκεκλημένους στην τελετή των εγκαινίων.
Ο μεγαλοπρεπής μαρμαρολιθόκτιστος ναός του Αγίου Ανδρέα που εγκαινιαζόταν στις Καρυές την επόμενη ημέρα ήταν ο «Κυριακός» ναός της σκήτης, όπως δηλαδή το Καθολικό στις Μονές.
Οι Ρώσοι τιμούν και σέβονται ιδιαίτερα τον 'Αγιο Ανδρέα. Κατά την παράδοση τους ο Απόστολος Ανδρέας ήταν αυτός που μετέφερε στη Ρωσία το χριστιανισμό και το «άγιον βάπτισμα» της χριστιανικής πίστης. Το κτίσμα όμως που επρόκειτο να εγκαινιαστεί στο συγκεκριμένο χώρο στις Καρυές ήταν εκτός τόπου και χρόνου, αλλά και εκτός κλίμακας για το αθωνικό λεπτό και ευαίσθητο τοπίο. Ο ναός είχε χτιστεί από λαξευτούς γρανίτες, ήταν τεράστιος σε μέγεθος και η πρόσβαση γινόταν με τελετουργικό τρόπο, από μια τεράστια μαρμάρινη σκάλα που οδηγούσε -προφανώς όχι τυχαία- αξονικά στο ιερό. Οι πόρτες και τα παράθυρα ήταν υπερμεγέθη, η στέγη πολύτρουλη, το δάπεδο από σκληρό λουστραρισμένο παρκέτο, το τέμπλο ξυλόγλυπτο, επιχρυσω-μένο με τεράστιες ολόσωμες εικόνες, πολυέλαιοι κρυστάλλινοι, θρόνοι μεγαλοπρεπείς για τους υψηλόβαθμους ιερωμένους και τους επισήμους.
Ήταν ένα κτίσμα-πρόκληση για τους ταπεινούς Ελληνες Αγιορείτες μοναχούς που λειτουργούσαν και προσεύχονταν αναπέμποντας δεήσεις αλλά και ευχαριστίες προς τον Κύριο, σε ναούς σεμνούς, φτωχικούς και απέριττους. Όσο για τους «κελιώτες» μοναχούς, που ζούσαν απομονωμένοι από τα εγκόσμια σε μικρά κελιά σκορπισμένα σε ολόκληρο το Όρος, δεν μπορούσαν με κανέναν τρόπο να αντιληφθούν το λόγο ανέγερσης παρόμοιων κτισμάτων σε έναν τόπο όπου κύριο έργο των μοναχών είναι να διάγουν βίο σεμνό και μετρημένο, απόλυτα αφιερωμένοι στον Θεό, με συνεχή και αυστηρή αποχή από γήινες απολαύσεις και χαρές της ζωής. Για τους ερημίτες ασκητές που ζούσαν στις σπηλιές και στα ασκηταριά τους, ούτε λόγος να γίνεται. Ούτε που ενδιαφέρθηκαν να πληροφορηθούν ποιο ήταν το γεγονός αυτό που εντυπωσίασε τους πάντες τότε στις Καρυές...
Την τελετή των εγκαινίων του ναού του Αγίου Ανδρέα στη Ρωσική σκήτη των Καρυών τέλεσε την επομένη ημέρα, 15 Ιουνίου 1900, ο πρώην Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης Ιωακείμ Γ', συλλειτουργούντος και του Επισκόπου Αρσένιου, πρύτανη τότε της θεολογικής Ακαδημίας της Μόσχας. Στη λαμπρή τελετή μετείχαν επίσης δύο Αρχιμανδρίτες, τριάντα έξι Ρώσοι ιερομόναχοι, δέκα ιεροδιάκονοι και πολυμελής αντιπροσωπεία της Ρωσικής Μονής του Αγίου Παντελεήμονα του Αγίου Όρους, με επικεφαλής τον ηγούμενο της Μονής. Για τους λοιπούς μοναχούς του Αγίου Όρους, και κυρίως για τους φτωχούς και ρακένδυτους των Ελληνορθόδοξων Μονών, δεν βρέθηκε χώρος για να παραστούν και αυτοί στις λαμπρές τελετές των εγκαινίων του ναού...
Παράλληλα με τους αγιασμούς και τους ύμνους προς τον Ύψιστο, τελέστηκε και ευχέλαιο υπέρ του Αυτοκράτορος Πασών των Ρωσιών Νικόλαου Αλεξάνδροβιτς και πάσης της αυτοκρατορικής οικογένειας. Στο τέλος μάλιστα της λαμπρής τελετής των εγκαινίων του νεόδμητου «Κυριακού» ναού της σκήτης εντοιχίστηκε στο μεγαλόπρεπο κτίσμα και ο ρωσικός αυτοκρατορικός θυρεός με το δικέφαλο αετό, έμβλημα των αυτοκρατόρων του Βυζαντίου. Όταν έπεσε, άλλωστε, η Κωνσταντινούπολη στους Τούρκους το 1453, οι Ρώσοι εμφανίστηκαν στον τότε κόσμο ως «διάδοχοι» του Βυζαντίου, ονομάζοντας τη Μόσχα «Πρωτεύουσα της Χριστιανοσύνης» και «τρίτη Ρώμη»...
Κανείς όμως εκείνες τις ώρες της χλιδής και του μεγαλείου δεν φανταζόταν ότι από τη σκήτη του Αγίου Ανδρέα θα ξεκινούσε λίγα χρόνια αργότερα μια θρησκευτική κίνηση, αυτή των «Ονοματολατρών» Ρώσων μοναχών, που αναστάτωσε τόσο το 'Αγιον Όρος όσο και την κοσμική κοινωνία στη Ρωσία, σε μια κρίσιμη περίοδο για το θρόνο του Τσάρου και την Ορθόδοξη Ρωσική Εκκλησία, που αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα επαφής και επικοινωνίας με το χαμηλόβαθμο κλήρο και το λαό.
Η αρχή του 20ού αιώνα υπήρξε μια ταραγμένη εποχή, ιδιαίτερα για τα Βαλκάνια, όπου κυοφορούνταν μεγάλες αλλαγές, εξελίξεις και ανατροπές. Το Αγιον Όρος, ανήκοντας στην πνευματική καθοδήγηση και εποπτεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης, βρέθηκε τότε στο κέντρο των εθνικών διεκδικήσεων των Βαλκανίων λαών. Η κατάσταση είχε ήδη εκτραχυνθεί από το 1870, όταν η Βουλγαρική Εκκλησία αποσπάστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, σχηματίζοντας τη «Βουλγαρική Εξαρχία». Οι Βούλγαροι κινήθηκαν από λόγους επεκτατικούς, αλλά χρησιμοποίησαν την πρόφαση ότι ενήργησαν με αυτό τον τρόπο επειδή οι επίσκοποι του Πατριαρχείου καταπίεζαν τον κατώτερο βουλγαρικό κλήρο. Η αλήθεια, όμως, ήταν πως η «χειραφέτηση» της Εκκλησίας της Βουλγαρίας ήταν ο κακοραμμένος μανδύας του «Πανσλαβισμού», υπόθεση που υποκινούσε και ενίσχυε με κάθε μέσο και τρόπο η Ρωσία, για να προωθήσει τα δικά της συμφέροντα στα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο. Είχε ξεκινήσει αγώνας για τη διεκδίκηση της Μακεδονίας και η θρησκεία αποτελούσε ένα ισχυρό μέσο επιρροής των ντόπιων πληθυσμών, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων ήταν ελληνικής καταγωγής. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης έσπευσε, βέβαια, να καταδικάσει ως «σχισματική» τη «Βουλγαρική Εξαρχία» αλλά και τον «εθνοφυλετισμό» των λαών της Βαλκανικής καθώς και τις ένοπλες βίαιες συγκρούσεις. Τα αποτελέσματα υπήρξαν πενιχρά ως αμελητέα. Εκεί βεβαίως που οι πατριαρχικές νουθεσίες είχαν απήχηση ήταν η Μοναστική Πολιτεία του Αγίου Όρους, όπου διατηρήθηκε το ενιαίον και αδιαίρετον. Παρά τις επίμονες προσπάθειες της «Βουλγαρικής Εξαρχίας» να αποσπάσει από το Οικουμενικό Πατριαρχείο τη Σερβική Μονή Χιλιανδαρίου, τη Βουλγαρική Μονή Ζωγράφου καθώς και τη Βουλγαρική σκήτη της Βογορόδιτσας, το 'Αγιον Όρος, στο σύνολο του, έμεινε πιστό στην Ιερά Επιστασία των Καρυών και στη Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης.
Η παρέμβαση των Ρώσων στο 'Αγιον Όρος, παρά τις συστάσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου να γίνει σεβαστός ο χώρος και να διαφυλαχτεί η ενότητα και ο χαρακτήρας της Μοναστικής Πολιτείας, υπήρξε απροκάλυπτη και πολλές φορές βίαιη και βάναυση. Οι Έλληνες μοναχοί γνώρισαν ιδιαίτερα πιεστικές καταστάσεις ώστε να ενδώσουν στον «εκρωσισμό» του Όρους, υποβαθμίζοντας συγχρόνως και το ρόλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης. Ο μέγας κίνδυνος για το Όρος δεν ήταν βέβαια οι εντυπώσεις από την ανέγερση ογκωδών και πολυτελών κτισμάτων από την τσαρική Ρωσία, όσο η πλημμυρίδα των στρατευμένων Ρώσων, δήθεν «μοναχών», που καθημερινά κατέφταναν στον 'Αθω, ιδιαίτερα στις αρχές του 20ού αιώνα.
Παράλληλα είχε εξαπολυθεί μία συντονισμένη επιχείρηση για να επιβληθεί ρωσικός οικονομικός έλεγχος στις Μονές και ιδιαίτερα τις ελληνικές μέσα από διάφορες οικονομικές εξαρτήσεις, δανειοδοτήσεις, αγοραπωλησίες, επιχορηγήσεις κ.λπ. Η προσπάθεια που έγινε από τους Ρώσους να εκρωσιστεί η Μονή Εσφιγμένου του Αγίου Όρους υπήρξε χαρακτηριστική. Ύστερα από σχεδόν αναγκαστικό δανεισμό της Μονής από τους Ρώσους για να αντιμετωπιστούν παλιές και πιεστικές υποχρεώσεις, η Ρωσία ζήτησε ως αντάλλαγμα από το ελληνορθόδοξο μοναστήρι να της παραχωρήσει μια έκταση ιδιοκτησίας του στο Όρος, με σκοπό προφανώς να ανεγείρει εκεί νέα Ρωσική Μονή, παραβιάζοντας τους κανόνες που ισχύουν από αιώνες. Το υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας έσπευσε τότε να βοηθήσει οικονομικά τη Μονή Εσφιγμένου για να αποφύγει την αναγκαστική αυτή ρωσική κηδεμονία...
Το πώς χτίστηκε ο μεγαλοπρεπής ναός, το «Κυριακό», της Ρωσικής σκήτης του Αγίου Ανδρέα στις Καρυές αποτελεί ενδεικτικό γεγονός και απόλυτα χαρακτηριστικό του τρόπου της ρωσικής «διείσδυσης» στο 'Αγιον Όρος.
Τον Ιούνιο του 1867 επισκέφτηκε τη σκήτη του Αγίου Ανδρέα, το λεγόμενο «Σεράι», ο Μέγας Δούκας της Ρωσίας Αλέξιος Αλεξάνδροβιτς. Χάρη στις ενέργειες του επετράπη η ανέγερση ενός μεγάλου ναού στο χώρο της σκήτης, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τη σωτηρία του πατέρα του, Τσάρου της Ρωσίας Αλέξανδρου Β' Νικολάγιεβιτς, σε απόπειρα δολοφονίας του στο Παρίσι, στις 25 Μαΐου 1867. Ο πατέρας του, τσάρος Αλέξανδρος Β', είχε εγκαινιάσει ένα σύστημα πολλών και σημαντικών μεταρρυθμίσεων στην απέραντη χώρα του υπέρ των λαϊκών στρωμάτων. Παράλληλα, όμως, φρόντιζε φανερά και με επιμέλεια να μη θιγούν ούτε στο ελάχιστο τα συμφέροντα των αριστοκρατών και των πλουσίων, ούτε να υποστεί δοκιμασία ή να αμφισβητηθεί το απολυταρχικό σύστημα διοίκησης της αχανούς χώρας. Όταν όμως εκδηλώθηκε δολοφονική απόπειρα εναντίον του, ο Τσάρος άλλαξε στάση. Κάτω από την επιρροή της πτέρυγας των «σλαβόφιλων» συμβούλων του υιοθέτησε απολυταρχική και ακραία εθνικιστική πολιτική, με κύριο στόχο την επέκταση της Ρωσίας στην Ευρώπη και πρώτο βήμα τα «ευάλωτα», «απροστάτευτα» και «αδύναμα» Βαλκάνια. Στα σχέδια αυτά περιλαμβανόταν και η ανέγερση ενός επιβλητικού ναού στο θρησκευτικό «Κέντρο» της Ορθοδοξίας, στο 'Αγιον Όρος, αφιερωμένου στον 'Αγιο Ανδρέα. Στόχος: να καταστεί και στο χώρο αυτόν «κυρίαρχη» δύναμη η Ρωσία...
Η σκήτη του Αγίου Ανδρέα άρχισε τότε να επεκτείνει συστηματικά τις κτιριακές εγκαταστάσεις της και να δέχεται πλήθος νέων Ρώσων μοναχών. Ανάμεσα τους -και αυτό είναι χαρακτηριστικό- ήταν και ο Αρχιμανδρίτης Κοσμάς, πρώην συνταγματάρχης του ρωσικού στρατού. Όταν το 1878, μετά το Ρωσοτουρκικό Πόλεμο (1877-1878), υπογράφηκε αναγκαστικά από την ηττημένη Τουρκία η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, οι Ρώσοι, στο άρθρο 22 της Συνθήκης, ρύθμισαν σύμφωνα με τις επιθυμίες και πάγιες επιδιώξεις τους και τα ζητήματα του Αγίου Όρους, ονομάζοντας τις Ρωσικές σκήτες... «Μονές». Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης και η ελληνική κυβέρνηση ξεσηκώθηκαν, αλλά η αυθαιρεσία διορθώθηκε αργότερα, με τη Συνθήκη του Βερολίνου τον Ιούνιο του 1878.
Ο ναός του Αγίου Ανδρέα της ομώνυμης Ρωσικής σκήτης στις Καρυές του Αγίου Όρους χτίστηκε με σχέδια του καθηγητή της Ακαδημίας Καλών Τεχνών της Αγίας Πετρούπολης αρχιτέκτονα V. Supurof, ενώ την όλη κατασκευή ανέλαβε ένας Έλληνας αρχιτέκτονας, καταγόμενος από τη Σκόπελο, ονόματι «Χριστόδουλος». Οι διαστάσεις του ναού είναι εντυπωσιακές ακόμα και για Μονή και όχι για σκήτη. Ενώ τα Καθολικά των Ελληνορθόδοξων Μονών του Όρους μόλις που ξεπερνούν το μήκος των 15 μ., ο «Κυριακός» ναός της σκήτης του Αγίου Ανδρέα στις Καρυές έχει μήκος 58,5 μ. και πλάτος 33 μ. Εντυπωσιακό είναι επίσης και το ύψος του ναού που φτάνει τα 29 μ. καθώς και η θολωτή στέγη του με τους τρούλους από μολύβι και χαλκό. Ακόμα το κωδωνοστάσιο του ναού, που θεωρείται ένα από τα ψηλότερα κτίσματα του Αγίου Όρους, έχει ύψος 37 μ. και κυριαρχεί στο τοπίο των Καρυών, επιβάλλοντας βίαια την παρουσία του. Σε αντίθεση με τα απλά και μικρά σιδερένια σήμαντρα που χρησιμοποιούνται στις άλλες Μονές και σκήτες του Αγίου Όρους, οι Ρώσοι τοποθέτησαν στο κωδωνοστάσιο της σκήτης του Αγίου Ανδρέα 25 καμπάνες, από τις οποίες η μια έχει βάρος 5 τόν. και αποτελεί δώρο και προσφορά του Μεγάλου Δούκα της Ρωσίας Αλέξιου Αλεξάνδροβιτς, γιου του τσάρου Αλέξανδρου Β'...
Ανάλογη και εντυπωσιακή είναι και η εσωτερική εικόνα του επιβλητικού ναού, όπου κυριαρχεί ένας περίεργος αρχιτεκτονικός ρυθμός που θα μπορούσε να ονομαστεί «βυζαντινίζον μπαρόκ». Το ξύλινο παρκέτο του δαπέδου του ναού είναι κατασκευασμένο από επιλεγμένο ξύλο αγριοκαστανιάς. Οι δύο τεράστιοι επίχρυσοι πολυέλαιοι, με 175 και 48 κηροπήγια ο καθένας, θυμίζουν τις αίθουσες των τσαρικών ανακτόρων της Αγίας Πετρούπολης, ενώ το ολόχρυσο γλυπτό τέμπλο εντυπωσιάζει με τις τεράστιες ολόσωμες εικόνες του, επενδεδυμένες με ασήμι και χρυσό.
Ο ναός θεμελιώθηκε από τον ίδιο το Μεγάλο Δούκα Αλέξιο Αλεξάνδροβιτς στις 16 Ιουνίου 1867 και οι εργασίες άρχισαν τον Απρίλιο του 1881, για να αποπερατωθούν, όπως προκύπτει από διάφορα αφιερώματα, το 1900. Το ποσό που διατέθηκε για την ανέγερση του ναού της σκήτης του Αγίου Ανδρέα είναι τεράστιο για τα οικονομικά μεγέθη του Αγίου Όρους, φτάνοντας τα 2 εκατομ. ρούβλια ή 233.333 οθωμανικές λίρες. Και αυτά την ίδια περίοδο όπου οι Έλληνες μοναχοί του Αγίου Όρους ζούσαν «εν τιμία πενία», αδυνατούντες να καλύψουν τα τεράστια χρέη και υποχρεώσεις των Μονών που συσσωρεύτηκαν από αιώνες.
Ο μεγαλοπρεπής ναός υποτίθεται πως ανεγέρθηκε στο Όρος... για να ευχαριστήσει τον θεό ο Μέγας Δούκας της Ρωσίας Αλέξιος καθώς σώθηκε ο πατέρας του τσάρος της Ρωσίας Αλέξανδρος Β' από απόπειρα δολοφονίας εναντίον του.
Στο ρωσικό θυρεό που αναρτήθηκε στο κτίσμα κατά τα εγκαίνια αναγράφεται στη ρωσική γλώσσα:
«Ούτος ο μεγαλοπρεπέστατος Ναός εθεμελιώθη αυτοπροσώπως υπό της Α.Α. Μεγαλειότητάς του Μεγάλου Δουκός Αλεξίου Αλεξάνδροβιτς τη 16η Ιουνίου 1867 επί τη μνήμη της θαυμάσιας σωτηρίας του γεννήτορος αυτού Αυτοκράτορος Αλεξάνδρου Β' εκ της κατ' αυτού κακούργου απόπειρας εν Παρισίοις τη 25 Μαίου 1867».
Το εντυπωσιακό όμως «αφιέρωμα» δεν άλλαξε τελικά τη μοίρα του Τσάρου της Ρωσίας. Ο Αλέξανδρος Β' δολοφονήθηκε στις 13 Μαρτίου 1881 αμέσως μάλιστα μετά από την υπογραφή του διατάγματος με το οποίο δημιουργούσε «νομοθετική συνέλευση» στη Ρωσία. Ο τσάρος Αλέξανδρος Β' είχε αργήσει να κάνει αυτό που οι καιροί και οι συγκυρίες απαιτούσαν να γίνει από πριν. Την αργοπορία αυτή, κοινό χαρακτηριστικό των ανακτοβουλίων και των αρχόντων του 19ου αιώνα, την πλήρωσε με παρόμοιο τρόπο και ο εγγονός του Αλέξανδρου Β', ο Νικόλαος Β', ο τελευταίος Τσάρος της Ρωσίας... Και αυτός προτού προλάβει... να συγκαλέσει τη ρωσική Δούμα κατέρρευσε, για να εκτελεστεί με όλα τα μέλη της οικογένειας του στο Αικατερίνεμπουργκ το 1918, μετά από απόφαση των σοβιέτ της Οκτωβριανής Επανάστασης των μπολσεβίκων...
Λίγους μήνες μετά από τα επίσημα εγκαίνια και τις λαμπρές τελετές στη σκήτη του Αγίου Ανδρέα των Καρυών αναγκάζεται να παρέμβει ο Οικουμενικός Πατριάρχης και η Ιερά Σύνοδος Κωνσταντινούπολης. Ο Ιωακείμ Γ', με ένα ιστορικό έγγραφο του απευθυνόμενο προς την Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους, με ημερομηνία 3 Δεκεμβρίου 1901, υπενθυμίζει σε όλους, μέσα κι έξω από το 'Αγιον Όρος, πως η Μοναστική Πολιτεία δεν είναι τόπος επίδειξης γήινων πραγμάτων αλλά «κορύφωμα» της απάρνησής τους, τονίζοντας πως οι Αγιορείτες μοναχοί πρέπει να απέχουν από τα επίγεια και ως «αρνητές του κόσμου» οφείλουν να φροντίζουν αποκλειστικά για τα επουράνια ως «τα άνω ποθούντες»...
Ύστερα από έναν αιώνα περίπου, κατά τη διάρκεια του οποίου συνέβησαν πολλά κοσμοϊστορικά γεγονότα, ανατέλλει μια εποχή κατά την οποία οι δείκτες της Ιστορίας αντί να κινηθούν προς τα εμπρός κινούνται προς τα πίσω. Η μεγάλη αυτή χρονική διάρκεια, ως να ήταν μια σύντομη παρένθεση χωρίς ουσία και περιεχόμενο, δεν άλλαξε τα δεδομένα των αρχών του 20ού αιώνα για κάποια θέματα και ζητήματα εκείνων των καιρών. Μέσα σε μια κατάσταση γενικής ρευστότητας, ανατροπών και συγχύσεων, η αγωνία για την «αυριανή ημέρα» οδηγεί τους λαούς που δοκιμάζονται από αυτή την πρωτοφανή κρίση προς το παρελθόν αντί να τους κατευθύνει προς το μέλλον. Η κατάσταση δε αυτή είναι περισσότερο ευδιάκριτη και πραγματική στη δοκιμαζόμενη Ρωσία, όπου η αβεβαιότητα συνυπάρχει με την παρακμή ύστερα από την κατάρρευση του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» και τη διάλυση της άλλοτε κραταιάς Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών.


 (Από το βιβλίο ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ, 
του Απόστολου Παπαγιαννόπουλου)

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ