Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

1330 - Αγιορειτικές oσιακές μορφές στη Θράκη του 14ου αι. (ΣΤ΄ μέρος)



γ. Εθύμιος πατριάρχης Τυρνόβου.
Τοιχογραφία το 1864 στή μονή ράπο Βουλγαρίας

το μοναχο Παταπίου Καυσοκαλυβίτου (*)

Μετά τήν ἐρήμωση τῶν Παρορίων οἱ μαθητές τοῦ ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου καί οἱ λοιποί μοναχοί κατευθύνθηκαν σέ νέους τόπους ἀσκήσεως, διαδίδοντας καί ἐκεῖ τήν ἡσυχαστική διδασκαλία. Ὅπως γράφει χαρακτηριστικά ὁ βιογράφος τοῦ ὁσίου Μαξίμου τοῦ Καυσοκαλύβη, ὅσιος Θεοφάνης Περιθεωρίου, οἱ μαθητές τοῦ ὁσίου Γρηγορίου «ἐξανέτειλαν ς φαιδροί στέρες μετά τήν κείνου κοίμησιν...καί τά πέρατα κατεκόσμησαν».
  Ὁ ὅσιος Ρωμύλος ὁ ἐκ Βιδινίου, κατέφυγε ἀρχικά στή Ζαγορά, στήν περιοχή Μόγκρι, πού ἀπεῖχε «διαστήματος ἡμέρας μιᾶς τοῦ Τυρνόβου», ὅπου αὐτός, ὁ βιογράφος του ὅσιος Γρηγόριος ὁ Νέος καί ὁ μοναχός Ἰλαρίων ζοῦσαν σέ κελλιά, πού βρίσκονταν σέ ἀπόσταση μεταξύ τους. Ἀργότερα ἀναχώρησε γιά τό Ἅγιον Ὄρος, ὅπου παρέμεινε μέχρι τό 1371. Ἔπειτα, ἐγκαταλείποντας τόν Ἄθω, ἔφθασε στόν Αὐλώνα καί ἀπό ἐκεῖ κατέληξε ὅπως εἴδαμε στή μονή τῆς Θεοτόκου Ραβενίτζας στή Σερβία μεταλαμπαδεύοντας στό σερβικό μοναχισμό τήν ἡσυχαστική πρακτική.
  
 Ὁ ὅσιος Θεοδόσιος, ἀφοῦ δέν ἀποδέχθηκε τήν πρόταση τῆς ἀδελφότητας, νά διαδεχθεῖ τόν κοινό τους διδάσκαλο ὅσιο Γρηγόριο Σιναΐτη, ἀναχώρησε στό Ἅγιον Ὄρος, τόσο γιά νά γνωρίσει ἐκεῖ κι ἄλλους ἐπιφανεῖς ἡσυχαστές μοναχούς ὅσο καί γιά νά συγκεντρώσει ἑλληνικά κείμενα τόσο λειτουργικά ὅσο καί σχετικά περί τῆς ἡσυχαστικῆς θεωρίας καί πράξης, προκειμένου αὐτά νά χρησιμοποιηθοῦν πρός ἔλεγχο τῶν παλαιότερων μεταφράσεων στή παλαιοσλαβική καθώς καί στήν ἐκπόνηση νέων μεταφράσεων. Τέλος, ὁ ὅσιος Θεοδόσιος ἐγκαταλείποντας τόν Ἄθω, κατέληξε -ὕστερα ἀπό περιπλανήσεις στή Θεσσαλονίκη, τή Βέρροια, τήν Κωνσταντινούπολη, τά Παρόρια καί τό ὄρος Ἔμμονα κοντά στή θρακική πόλη Μεσημβρία στόν Εὔξεινο Πόντο- στήν πατρίδα του Τύρνοβο, στήν περιοχή Κελιφάρεβο, πού βρίσκεται σέ μικρή ἀπόσταση νότια τοῦ Τυρνόβου. Ἐκεῖ ἵδρυσε μέ τήν ὑποστήριξη τοῦ τσάρου Ἰωάννου Ἀλεξάνδρου τή μονή τοῦ Κελιφάρεβο, στήν ὁποία καί κατεστάθη πρῶτος ἡγούμενος. Ἡ φήμη καί πνευματική ἀκτινοβολία τόσο τοῦ ἰδίου ὅσο καί τοῦ μοναστηριοῦ ἦταν μεγάλη, ὄχι μόνο στούς Βουλγάρους, ἀλλά καί στούς Σέρβους, τούς Βλάχους καί στούς Ἕλληνες τῶν περιχώρων τῆς Μεσημβρίας. Γύρω του συγκεντρώθηκε ἕνας κύκλος πενήντα περίπου μαθητῶν, στούς ὁποίους μετέδωσε τίς ἀρχές τοῦ Ἡσυχασμοῦ. Ἔτσι ἡ μονή τοῦ Κελιφάρεβο καθιερώθηκε ὡς τό σπουδαιότερο κέντρο τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς στή Βουλγαρία, τό ὁποῖο μάλιστα συνέχιζε τήν παράδοση τῶν Παρορίων. Μέ τήν ἀρωγή μάλιστα καί τοῦ τσάρου Ἰωάννου-Ἀλεξάνδρου, ἡ μονή, ἐκτός κέντρο καλλιέργειας τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς ἐξελίχθηκε πολύ γρήγορα σ’ ἕνα ἀπό τά σημαντικότερα πνευματικά-πολιτιστικά κέντρα τῆς Βουλγαρίας, ὅπου καλλιεργοῦνταν μέ ἰδιαίτερο ζῆλο τά γράμματα. Ὁ ἴδιος μάλιστα ὁ ὅσιος Θεοδόσιος μετέφρασε στά σλαβικά τό ἔργο τοῦ ὁσίου Γρηγορίου Σιναΐτου «Κεφάλαια δι’ ἀκροστιχίδος». Ὁ ὅσιος Θεοδόσιος μέ τή μαχητική καί χαρισματική του προσωπικότητα, τό κύρος καί τήν αὐθεντία του καί μέ σύμμαχο τόν τσάρο Ἰωάννη Ἀλέξανδρο, ὁ ὁποῖος ἔτρεφε γι’ αὐτόν μεγάλο σεβασμό, συνέβαλε σέ μεγάλο βαθμό στήν ἐπιτυχή ἀντιμετώπιση πολλῶν ἀπό τίς αἱρέσεις πού εἶχαν ἀναφανεῖ τήν ἐποχή ἐκείνη στή Βουλγαρία ὅπως τῶν αἱρετικῶν ἰδεῶν τοῦ Βαρλαάμ καί τοῦ Ἀκινδύνου, τοῦ Βογομιλισμοῦ, τοῦ Ἀδαμιτισμοῦ, τῶν αἱρετικῶν Πυρόπουλου καί Θεοδοσίου Φουντούλ καθώς καί στήν καταδίκη τῶν ἀντιχριστιανικῶν κινήσεων τῶν Ἑβραίων τοῦ Τυρνόβου. Περί τό 1359/60 καί ἐξ αἰτίας τῶν τουρικῶν ἐπιδρομῶν, ἐγκαταστάθηκε γιά τρία χρόνια σέ σπήλαιο κοντά στό Τύρνοβο. Περί τό 1361/1362 ὁ ὅσιος Θεοδόσιος ἔστειλε μαζί μέ τό συνασκητή του μοναχό Ρωμανό ἐπιστολή πρός τόν οἰκουμενικό πατριάρχη Κάλλιστο Α΄ μέ τήν ὁποία τόν ἐνημέρωναν μέ ἀγωνία γιά διάφορες κανονικές καί λειτουργικές παρατυπίες πού συνέβαιναν στήν Ἐκκλησία τῆς Βουλγαρίας, ἐπί πατριάρχου Θεοδοσίου. Τό Πατριαρχεῖο μέ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἀπάντησε στήν παραπάνω ἐπιστολή. Ἐπιπλέον ὁ ὅσιος Θεοδόσιος, παραλαμβάνοντας τέσσερεις ὑποτακτικούς του ἀναχώρησε γιά τήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου φιλοξενήθηκε προσωπικά ἀπό τόν πατριάρχη ἅγιο Κάλλιστο Α΄, πρῶτα στά Πατριαρχεῖα καί ἀργότερα στή μονή τοῦ Ἁγίου Μάμαντος. Τέλος, ἐκοιμήθη στήν Κωνσταντινούπολη στίς 27 Νοεμβρίου 1962/63, ἀφοῦ πρῶτα εἶχε δώσει τίς τελευταῖες του ὑποθῆκες καί εὐλογίες στούς μαθητές του. Στήν ἐξόδια ἀκολουθία του προεξῆρχε ὁ ἴδιος ὁ πατριάρχης ἅγιος Κάλλιστος καί ἡ Ἱερά Σύνοδος. Ἀνάμεσα στούς μαθητές τοῦ ὁσίου Θεοδοσίου γνωστότεροι εἶναι ὁ  ἱερομόναχος Διονύσιος ‘‘ὁ ἐξαίσιος’’, ὁ ἅγιος Κυπριανός μετέπειτα μητροπολίτης Μόσχας καί πάσης Ρωσίας (1390-1406) καί ὁ ἅγιος Εὐθύμιος μετέπειτα πατριάρχης Τυρνόβου.                                                        
   
Ὁ ἅγιος Εθύμιος πατριάρχης Τυρνόβου (1375-1393), ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε μία ἀπό τίς κορυφαῖες προσωπικότητες τοῦ σλαβικοῦ κόσμου κατά τό 14ο αἰ. Ἔγινε μοναχός σέ κάποια ἀπό τίς μονές τοῦ Τυρνόβου, τό πιθανότερο, τή μονή τῆς Θεοτόκου Ὁδηγητρίας· σπουδαίο μοναστικό κέντρο κατά τό α΄μισό τοῦ 14ου αἰ. Ὁ ἅγιος Εὐθύμιος, ἀσκήτευσε ὡς νεαρός μοναχός στή μονή Κελιφάρεβο πού εἶχε ἱδρύσει ὁ γέροντάς του ὅσιος Θεοδόσιος ὁ Τυρνοβίτης περί τό 1350. Ὁ ἅγιος Εὐθύμιος παρέμεινε στό Κελιφάρεβο μέχρι τό 1363, ὅταν ἀκολούθησε τόν γέροντά του ὅσιο Θεοδόσιο στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ὁ πατριάρχης Κάλλιστος Α΄ τούς δέχθηκε μέ ἰδιαίτερες τιμές καί τούς φιλοξένησε στή μονή τοῦ Ἁγίου Μάμαντος. Ἐκεῖ, στίς 27 Νοεμβρίου τοῦ 1363, ὁ ὅσιος Θεοδόσιος τέλειωσε τήν ἐπίγεια ζωή του. Μετά τό θάνατο τοῦ ὁσίου Θεοδοσίου, ὁ Εὐθύμιος ἀποφάσισε νά παραμείνει γιά ἕνα διάστημα στήν Κωνσταντινούπολη. Στά πλαίσια αὐτά, ἐγκαταβίωσε γιά ἕνα διάστημα καί στή μονή Στουδίου. Στή Βασιλεύουσα, ὁ ὅσιος Εὐθύμιος εἶχε τή δυνατότητα νά μελετήσει στίς πλούσιες βιβλιοθῆκες της τήν ἑλληνική γλώσσα καί τή βυζαντινή γραμματεία, ἀλλά καί νά ἐξοικειωθεῖ μέ τή λατρευτική καί λειτουργική βυζαντινή παράδοση.
    
Περί τό 1364-5 ὁ Εὐθύμιος ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη μετέβη στό Ἅγιον Ὄρος ὅπου στήν ἀρχή ἐγκαταστάθηκε, σύμφωνα μέ τή σύγχρονη ἔρευνα, στή Μεγίστη Λαύρα. Ἐκεῖ, τό πιθανότερο, γνωρίστηκε μέ τόν ἅγιο Φιλόθεο τόν Κόκκινο, τοῦ ὁποίου τό λειτουργικό ἔργο τόν ἐπηρέασε σέ σημαντικό βαθμό καί στήν ὁποία διέμεινε ἐπί πέντε ἔτη. Ἀργότερα ἀσκήθηκε καί στόν πύργο τῆς Σελινοῦς τῆς περιοχῆς τῆς μονῆς Ζωγράφου. Στόν Ἄθω, ὅπου παρέμεινε γιά μία ἑπταετία, ἐπιδόθηκε στίς μεταφράσεις ἐκκλησιαστικῶν βιβλίων,  παίρνοντας παράλληλα ὅλα ἐκεῖνα τά ἀναγκαῖα ἐφόδια, πού θά τόν βοηθοῦσαν ἀργότερα, ὡς Πατριάρχης Τυρνόβου, νά θέσει τίς βάσεις γιά τίς γλωσσικές καί ἐκκλησιαστικές μεταρρυθμίσεις πού πραγματοποιήθηκαν μέ τή δική του συμβολή, κατά τό 14ο αἰ., στήν πατρίδα του τή Βουλγαρία. Τό 1371 ἡ καρποφόρα αὐτή ἀθωνική περίοδος τοῦ Εὐθυμίου ὁλοκληρώθηκε μέ δυσάρεστο γι’ αὐτόν τρόπο, ἀφοῦ ἐξορίστηκε στή Λήμνο ἀπό τόν φιλενωτικό αὐτοκράτορα Ἰωάννη Ε΄ Παλαιολόγο, πιθανόν λόγω τῆς ἀκραιφνοῦς ὀρθόδοξης στάσης τοῦ Εὐθυμίου. Γρήγορα ὅμως ὁ αὐτοκράτορας ἀνακάλεσε ἀπό τήν ἐξορία του τόν ἅγιο Εὐθύμιο, ὁ ὁποῖος καί ἐπανῆλθε γιά λίγο στόν Ἄθω. Τήν ἴδια ὅμως χρονιά ὁ Ἅγιος ἐπέστρεψε στήν πατρίδα του, ἔχοντας μαζί του μιά πλούσια συγκομιδή ἐμπειριῶν καί γνώσεων ἀπό τήν παραμονή του στά μεγάλα πνευματικά κέντρα τοῦ βυζαντινοῦ κόσμου. Στή Βουλγαρία ἐγκαταστάθηκε ὡς ἡγούμενος στή νεοϊδρυμένη μονή τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἡ ὁποία ἔγινε ἐπίκεντρο μεγάλης πνευματικῆς ἀναγεννήσεως στή Βουλγαρία τοῦ 14ου αἰ. Τό 1375 ὁ ἅγιος Εὐθύμιος ἐκλέγεται Πατριάρχης Τυρνόβου, θέση ἀπό τήν ὁποία συνέβαλε στήν ἀποκατάσταση τῶν διαταραγμένων σχέσεων τῆς Ἐκκλησίας τῆς Βουλγαρίας μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, τήν ἀντιμετώπιση τῶν αἱρετικῶν Βογομίλων, τήν ἠθική ἀνόρθωση τῶν κληρικῶν καί τοῦ ποιμνίου του καί τήν ἀνακούφιση τῶν πτωχῶν.
  
 Ὁ ἅγιος Εὐθύμιος ὅμως εἶχε καί τό θλιβερό προνόμιο νά εἶναι ὁ τελευταῖος πατριάρχης τοῦ Τυρνόβου, καθώς τό 1393 οἱ Τούρκοι κατέλυσαν τό Βουλγαρικό κράτος. Ὁ Ἅγιος, περί τό 1394, ἐξορίστηκε ἀπό τούς κατακτητές κάπου στή Βορειοδυτική Θράκη, ὅπως δέχονται οἱ περισσότεροι ἐρευνητές, τό πιθανότερο στή μονή τῆς Θεοτόκου τοῦ Μπάτσκοβο. Στή μονή αὐτή καί γύρω ἀπό τόν ἅγιο Εὐθύμιο δέν ἄργησε νά δημιουργηθεῖ ἕνας κύκλος μαθητῶν πού συνέχισε τή φιλολογική δραστηριότητα τῆς σχολῆς τοῦ Τυρνόβου. Ἀφήνοντας ἕνα πλούσιο συγγραφικό ἔργο, κυρίως ἁγιολογικό, μεταφραστικό καί λειτουργικό, ἐκοιμήθη περί τίς ἀρχές τοῦ 15ου αἰ. 

(συνεχίζεται......)

(*) λόκληρη μελέτη το μοναχο Παταπίου Καυσοκαλυβίτου:  «γιορειτικές σιακές μορφές στή Θράκη το 14ου α.», δημοσιεύθηκε στά Πρακτικά το 4ου Διεθνος Συμποσίου Θρακικν Σπουδν: Βυζαντινή Θράκη. Μαρτυρίες καί Κατάλοιπα. Κομοτηνή, 18-22 πριλίου 2007, στό: Byzantinsche Farschulngen 300 XXX (2011), σσ. 277-326, πίνακες 801-807.

1329 - Η υπομονή ξεκαθαρίζει πολλά πράγματα (Γέροντας Παΐσιος)


Τον δίκαιο άνθρωπο συνήθως οι άλλοι τον σπρώχνουν στην τελευταία θέση ή ακόμη του παίρνουν και την θέση. Τον αδικούν, τον πατούν – «πατούν επί πτωμάτων», έτσι δεν λέγεται;
Αλλά, όσο οι άνθρωποι τον σπρώχνουν προς τα κάτω, τόσο ο Θεός τον ανεβάζει προς τα πάνω σαν τον φελλό, θέλει όμως πάρα πολλή υπομονή. Η υπομονή ξεκαθαρίζει πολλά πράγματα. Αυτός που θέλει να ζήσει με αρετή και να είναι τίμιος στην δουλειά του, είτε εργάτης είναι είτε έμπορος είτε οτιδήποτε είναι, πρέπει να το πάρει απόφαση ότι, όταν αρχίσει την δουλειά του, θα φθάσει σε σημείο να μην έχει να πληρώσει λ.χ. ούτε τα ενοίκια, αν έχει μαγαζί, για να του έρθει η ευλογία του Θεού. Όχι όμως να πηγαίνει με τον σκοπό: «Αν φθάσω μέχρις εκεί, μετά θα έχω πελατεία»! Να μην πάει με τέτοιο σκοπό, γιατί τότε ο Θεός δεν θα του δώσει.
Αλλά όταν πει: «Θα ζήσω κατά Θεόν, δεν θα κάνω αδικίες, θα πω ότι αυτό αξίζει πενήντα δραχμές και εκείνο διακόσιες δραχμές», ο Θεός δεν θα τον αφήσει. Κάποιος άλλος εν τω μεταξύ εκείνο που θα το δίνει αυτός πενήντα δραχμές, θα το δίνει πεντακόσιες δραχμές και θα πλουτίσει. Τελικά όμως ο απατεώνας αυτός θα φθάσει σε σημείο να μην έχει να πληρώσει ούτε τα ενοίκια και θα το κλείσει το μαγαζί του, γιατί ο κόσμος πληροφορείται, ενώ σιγά-σιγά ο τίμιος δεν θα μπορεί να τα βγάλει πέρα από την πελατεία που θα έχει· θα παίρνει συνέχεια υπαλλήλους! Αλλά στην αρχή θα δοκιμασθεί. Ο καλός δοκιμάζεται στα χέρια των κακών· περνάει από τα λανάρια.
Όταν πάει κανείς με τον διάβολο, με πονηριές, δεν ευλογεί ο Θεός τα έργα του. Ό,τι κάνουν οι άνθρωποι με πονηριά, δεν ευδοκιμεί. Μπορεί να φαίνεται ότι προχωράει, αλλά τελικά θα σωριάσει. Το κυριότερο είναι να ξεκινά κανείς από την ευλογία του Θεού για ό,τι κάνει! Ο άνθρωπος, όταν είναι δίκαιος, έχει τον Θεό με το μέρος του. Και όταν έχει και λίγη παρρησία στον Θεό, τότε θαύματα γίνονται. Όταν κανείς βαδίζει με το Ευαγγέλιο, δικαιούται την θεία βοήθεια. Βαδίζει με τον Χριστό. Πώς να το κάνουμε; Την δικαιούται. Όλη η βάση εκεί είναι. Από ’κει και πέρα να μη φοβάται τίποτε. Αυτό που έχει σημασία είναι να αναπαύεται ο Χριστός, η Παναγία και οι Άγιοι στην κάθε ενέργειά μας, και τότε θα έχουμε την ευλογία του Χριστού, της Παναγίας και των Άγιων μας, και το Άγιο Πνεύμα θα επαναπαύεται σ’ εμάς. Η τιμιότης του ανθρώπου είναι το ανώτερο Τιμιόξυλο. Αν ένας δεν είναι τίμιος και έχει Τιμιόξυλο, είναι σαν να μην έχει τίποτε. Ένας και Τιμιόξυλο να μην έχει, αν είναι τίμιος, δέχεται την Θεία Βοήθεια. Και αν έχει και Τιμιόξυλο, τότε!…

1328 - Γερο-Ευδόκιμος ο Ξενοφωντινός


 

Ξένος και έπηλυς

Ο γέροντας Ευδόκιμος υπήρξε ωραία μορφή, που δεν πρέπει να ξεχαστή στο πέρασμα του χρόνου. «Τον λαλούντά σοι τον λόγον του Θεού –λέγουν οι Αποστολικές Διαταγές- μνημόνευε μέρα και νύχτα». Ήταν άνδρας υψίκορμος και μεστωμένος από τις στερήσεις και την δουλειά. Το πρόσωπό του ηλιοκαμένο και τα χέρια του ροζιασμένα πιο πολύ κι απ’ το ραβδί που κρατούσε. Φάνταζε περισσότερο εργάτης του βουνού και της θάλασσας παρά ηγούμενος βασιλικής Μονής. Του πόνου και της δοκιμασίας ανέκφραστα σήκωνε τον σταυρό. Μόνον από τα θολωμένα του μάτια καταλάβαινες της ψυχής του τον σπαραγμό. Ταπεινώθηκε αδιαμαρτήρητα τόσο πολύ, που, όταν το αναλογίζωμαι, ραγίζει η καρδιά μου.
Η πρώτη αγρυπνία που παρακολουθήσαμε στην μονή Δοχειαρίου ήταν των αγίων Αποστόλων. Όταν πήγε ως εκκλησιαστικός την διατεταγμένη ώρα να ανάψη τον πολυέλαιο, ο τυπικάρης του άρπαξε τον καντηλοπάρτη και σχεδόν τον έσυρε έξω του Καθολικού, γιατί αν καίγονταν τα κεριά, δεν θα είχαν άλλα για τις μεγάλες γιορτές Μεταμορφώσεως και Παναγίας.
Ο μακαριστός πατέρας μου στα υστερνά του τον είχε πνευματικό. Οσάκις έβγαινε από την εξομολόγηση, έλεγε με σφιγμένη την καρδιά: «Κρίμα που αυτός ο άνθρωπος ζη κάτω από το πινάκι». Ο ηγούμενος Διονυσίου Γαβριήλ εκτιμούσε τον άνδρα. Έλεγε σε γνωστό του:
- Μπορεί να μη γνωρίζει πολλά γράμματα, αλλ’ είναι σπουδαίος για την ευθύτητα του χαρακτήρα του και την αγάπη του για το μοναστήρι. Σε χρόνια δύσκολα, που η δραχμή ήταν περιζήτητη, ανώρθωσε τα οικονομικά του μοναστηριού. Υπήρξε ευθύς και ποτέ διπλοκάρδιος.
Ας εισέλθουμε, όμως, στη βιοτή του Οσίου. Γεννήθηκε το 1906 στη Αμφίκλεια Λοκρίδος. Κατά κόσμον λεγόταν Ευστάθιος Σκουφάς. Οι γονείς του ήταν πτωχοί αγρότες, όπως όλοι οι χωρικοί την εποχή εκείνη. Πολύ νωρίς έχασε την μητέρα του. Με πολύ πόνο έλεγε πολλές φορές:
- Καλή ήταν η μυτριά, αλλ’ όχι μάννα. Η μάννα και το γάλα της με τίποτα δεν αντικαθίστανται.
Είχε φοιτήσει στο Ελληνικό Σχολείο, αλλά δεν φαίνεται να το τελείωσε. Τα νεανικά του χρόνια, όπως άφηνε να νοηθή, τα πέρασε με πολλές στερήσεις και όχι με ιδιαίτερη φροντίδα. Τον είχαν στο σπίτι οι γονείς του σαν παραπαίδι. Πάντα αγαπούσε την ζωή της Εκκλησίας, αλλά τίποτε το ουσιαστικό δεν γνώριζε γι’ αυτήν. Η εργασία του ήταν η καλλιέργεια των χωραφιών.
Όταν πλησίαζε να απολυθή από τον στρατό, αξιωματικοί έκαναν διαφώτιση επαγγελματικού προσανατολισμού. Μεταξύ των άλλων, ένας πέταξε μια κουβέντα για τον μοναχισμό, αλλά τόσο δειλά, που δύσκολα το έπιανες, αν δεν πρόσεχες. Τότε για πρώτη φορά άκουσε για μοναχική ζωή. Μίλησε ιδιαιτέρως με τον αξιωματικό και ένιωσε πως βρήκε τον δρόμο του.
Μετά τον στρατό εργάσθηκε για μικρό χρονικό διάστημα στην Λαμία, αλλά η ψυχή του –όπως γράφει ο ίδιος- έκλινε στην μετάνοια. Εξωμολογήθηκε σε κάποιον πνευματικό τον λογισμό του πως επιθυμεί να γίνη μοναχός. Ο εξομολόγος του είπε:
- Ο μοναχισμός είναι απηρχαιωμένος θεσμός. Ήτανε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, για να γράφουνε οι σκλάβοι τα υποστατικά τους στα μοναστήρια, μια και ο κατακτητής σεβότανε τα αφιερωμένα στον Θεό.
Στην εμμονή του να γίνη μοναχός, του σύστησε την Ολυμπιώτισσα στην Ελασσόνα. Εκεί δεν αναπαύθηκε καθόλου. Δεν βρήκε αυτό που ζητούσε. Ο ηγούμενος, ακούγοντας τους λογισμούς του, τον έστειλε στην μονή Σπαρμού. Έμεινε ένα μήνα. Όπως ο ίδιος γράφει: «Ευτυχώς πολύ γρήγορα κατάλαβα πως, αν παρέμενα, θα γινόμουνα χειρότερος απ’ ότι ήμουνα, γι’ αυτό γύρισα στην Ολυμπιώτισσα. Εκεί ο Θεός μου επεφύλαξε μια καλή ευκαιρία. Ένας υπηρέτης της Μονής, άνθρωπος αγαθής προαιρέσεως, από χρόνια ήταν προσκυνητής και θαυμαστής του Αγίου Όρους. κάθε εσπέρα, μετά το φαγητό, σαν να ήταν από τον Θεό σταλμένος, διηγείτο με περίσσια χάρη τα του Όρους».
Οι ωραίες αυτές διηγήσεις για το άγιο βουνό του άναψαν έτι περισσότερο τον πόθο. Κρυφά από το μοναστήρι κατέβηκε στη Λάρισα σε πνευματικό φημισμένο. Τον παρεκάλεσε να τον βοηθήση να υπάγη στο Όρος. εκείνος του απήντησε πως στο Όρος πηγαίνουν οι εγκληματίες. Αυτός έπρεπε να παραμείνη στον κόσμο να εργασθή ιεραποστολικά. Θλιμμένος επέστρεψε στο μοναστήρι, αλλά δεν κρατήθηκε για πολύ. Μετέβη στην Ελασσόνα, στον μητροπολίτη, και εξωμολογήθηκε της καρδιάς του την φωτιά και του ζήτησε πεντακόσιες δραχμές δανεικές για τα οδοιπορικά του. Ο δεσπότης, ως συνήθως, αφού του έφερε δυσκολίες, του έδωσε ευλογία και έφυγε για τον ξακουστό Άθωνα.
Έφθασε στην Θεσσαλονίκη ημέρα Κυριακή με το χάραμα. Στον δρόμο συνάντησε μια γυναίκα.
- Κυρά μου, κυρά μου, που είναι το λιμάνι απ’ όπου φεύγει το καράβι για το Όρος;
- Αυτό που μπουρίζει αυτήν την ώρα είναι. Ακολούθησε τα σφυρίγματα του καραβιού και θα το βρης.

26 Δεκεμβρίου του ’29, μετά από δύσκολο ταξίδι, αμάθητος όπως ήταν, υπέφερε πολύ. Η πρώτη Μονή που επισκέφθηκε ήταν η Ξηροποτάμου. Παρέμεινε τρεις ημέρες και του ‘δειξαν τον δρόμο για την Σιμωνόπετρα. Εκεί δεν έγινε δεκτός και έφυγε για το Ρωσικό, γιατί, όπως ο ίδιος έλεγε, εκείνα τα χρόνια δεν διάλεγε ο μοναχός το μοναστήρι, αλλά το μοναστήρι τον μοναχό. Οι Ρώσοι μήτε που γύρισαν να τον κοιτάξουν, γιατί Έλληνες δεν κρατούσαν. Περπατώντας μέσα σ’ ένα γόνατο χιόνι, έφθασε στην Ξενοφώντος, πεινασμένος και κουρασμένος όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή του. Η ώρα ήταν λίγο προ του Εσπερινού. Ο ηγούμενος δεν τον δέχθηκε.
- Είμαστε πολλοί και το μοναστήρι δεν μπορεί να τα βγάλη πέρα οικονομικά.
Φεύγοντας, στην πύλη συνάντησε ηλικιωμένο Γέροντα, ο οποίος τον ρώτησε τα ενδιαφέροντά του. Απελπισμένος του απήντησε:
- Μοναχός θέλω να γίνω. Μια βδομάδα περπατώ και κανείς δεν με δέχεται. Και ο ηγούμενός σας μου είπε είμαι υπεράριθμος.
Ο Γέροντας τον πήγε στον ηγούμενο. Του μίλησε σκληρά:
- Έχεις πολλά παλληκάρια σαν και τούτο που περιμένουν στην πύλη του μοναστηριού να εισέλθουν; Κράτησέ τον και μη δυσκολεύης τα πράγματα. Δεν ήρθε για ψωμί, αλλά για ζωή καλογερική.
Έγινε δεκτός και στο τέλος του Αποδείπνου τον ρασοφόρεσαν. Και, όπως έλεγε ο ίδιος χαριτολογώντας, τιμής ένεκεν τον έστειλαν το ίδιο βράδυ παραμάγειρα, που θεωρείτο το δυσκολώτερο διακόνημα. Έμεινε ένα χρόνο βοηθός και πέντε μάγειρος και παρεκκλησιαστικός. Μέχρι να κυλίση το νερό στο καζάνι, άναβε τις κανδήλες του Καθολικού και, μέχρι να πάρη να βράζη το φαγητό, τα καντήλια του μικρού Καθολικού, για να τα βρη αναμμένα ο εκκλησιαστικός στην Λειτουργία. Έμαθε από την αρχή να εξοικονομή τον χρόνο και να χαρίζη αγάπη εναργή στους αδφελφούς του. Όποιος γνωρίζει από αγιορείτικη ζωή μπορεί να εκτιμήση δεόντος την θυσία του νεαρού Ευδόκιμου.
Διακόνησε αγόγγυστα και αδιαλόγιστα σ’ όλα τα ταπεινά διακονήματα της Μονής. Πέντε χρόνια διετέλεσε εκκλησιαστικός, δυόμισι ταυριάρης και πάρα πολλά δασάρχης. Φύλαξε μουλάρια, έθρεψε γουρούνια, με σκοπό να βελτιώση τα οικονομικά της Μονής. Έκανε αιματηρές οικονομίες για να φτιάξη προίκα στο μοναστήρι. Δεν ήθελε να δυσκολεύωνται οι πατέρες οικονομικά. Οι καραβοκυραίοι της Ουρανούπολης μαρτυρούν και λέγουν:
- Για να μη δώση εκατό δραχμές στον καϊκτσή να τον μεταφέρη από Ουρανούπολη στο μοναστήρι, περπάτησε όλη νύχτα, αν και στον ντροβά είχε πολλά χρήματα από την πώληση μοσχαριών, τα οποία συνώδεψε με φορτηγό πλοίο μέχρι τον Πειραιά.
Αγάπησε το μοναστήρι περισσότερο από τον οίκο του πατέρα του. Έδωσε όλο το είναι του.
- Πέρασα –έλεγε ο ίδιος- απ’ όλα τα διακονήματα, πλην κηπουρού καιο αντιπροσώπου.
Πάνω στην δίνη της προσέγγισης του αγιορειτικού μοναχισμού, της σκληρότητας και της απονιάς, και την φόρτιση των πρωτόγνωρων διακονημάτων, ο νεαρός Ευδόκιμος βρήκε αποκούμπι στον παπουτσή του μοναστηριού. Ο γέρων Πολύκαρπος δεχότανε τους λογισμούς του νέου μοναχού με πολλή ιλαρότητα, όποιοι κι αν ήταν αυτοί (παράπονα; επαναστάσεις σαρκικές; γογγυσμοί; περιφρονήσεις; λογισμοί βλασφημίας;), χωρίς να τρομάζη για το μέλλον του αδελφού. Όλα ο καλός Γέρων τα εκτιμούσε τόσο αληθινά και τόσο φυσικά, που μόνο που τα έλεγες ξεκουραζόσουνα.
- Ο πατηρ Πολύκαρπος –έλεγε ο γέρων Ευδόκιμος- ήταν για μένα μεγάλη διέξοδος. Αν δεν υπήρχε, δεν θα μπορούσα να συνεχίσω τον μοναχικό δίαυλο. Αλλοίμονο στον μοναχό που δεν εξαγορεύεται τους λογισμούς του σε Γέροντα.   

Συνεχίζεται...



 

«Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας»
του Γέροντα Γρηγορίου
Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου


Μεταφορά στο διαδίκτυο keliotis

1327 - Εμμανουήλ Πανσέληνος, o μέγας διδάσκαλος της βυζαντινής ζωγραφικής στο Άγιον Όρος


Γράφει ο Γεράσιμος Γερολυμάτος 

 Η Βυζαντινή ζωγραφική αποτελεί μνημειώδες κεφάλαιο της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Με μια τεράστια εξάπλωση που αρχίζει από το βιβλικό όρος Σινά, διατρέχει την Μ.Ασία και τον κυρίως ελλαδικό χώρο, περνάει από την νότιο-βορειοανατολική Ιταλία και τις σλαβικές χώρες της βαλκανικής χερσονήσου, για να φτάσει μέχρι τις αχανείς περιοχές της Ρωσίας, η βυζαντινή ζωγραφική προσλαμβάνει διαστάσεις οικουμενικές. Άγιον Όρος, Καρυές, Πρωτάτο. Μέρη που συνδέονται άμεσα με τον μεγάλο ζωγράφο Εμμανουήλ Πανσέληνο, το όνομα του οποίου μεσουρανεί στο πάνθεον των βυζαντινών καλλιτεχνών.
 Τα βιογραφικά του στοιχεία χάνονται μέσα στο χρόνο και στους λαβύρινθους των εικασιών και της παράδοσης. Αυτό αποτέλεσε και την αιτία ώστε να περιβληθεί το όνομα του ζωγράφου με την αύρα ενός μυστηριώδους μύθου. Όμως οι εξαίσιες για την ζωγραφική τους αξία τοιχογραφίες, που διακοσμούν το εσωτερικό του Πρωτάτου στις Καρυές, του αρχαιότερου και πιο σημαντικού ναού του Άθω, παραμένουν αδιάψευστα τεκμήρια της καλλιτεχνικής του δράσης. Βιογραφικά στοιχεία Ο θρυλικός βυζαντινός ζωγράφος Πανσέληνος είναι ο κύριος εκπρόσωπος της λεγόμενης Μακεδονικής Σχολής (1).
Φέρεται ότι γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη πιθανόν τον 14ο ή 16ο αι. Ωστόσο από κάποιους, αμφισβητείται ακόμα και η ύπαρξη του, καθώς υποθέτουν, ότι οι συγκεκριμένες τοιχογραφίες είναι έργα κάποιου εργαστηρίου ζωγραφικής. Το βέβαιο είναι, ότι διεσώθη μέχρι τις μέρες μας μια σειρά έργων, των οποίων ο δημιουργός είναι μια καλλιτεχνική μορφή μεγάλης δύναμης. Η πιο ενδιαφέρουσα ίσως, μετά από τους τεχνίτες των περίφημων ψηφιδωτών της προ της άλωσης βυζαντινής τέχνης. Όμως οι τοιχογραφίες του Πρωτάτου είναι έργα του Πανσέληνου, όχι μόνο επειδή σε αυτόν τις αποδίδουν οι παραδόσεις του Αγίου Όρους ως αυθεντικά του έργα.

 Αυτό αληθεύει κυρίως, γιατί η ομοιογένεια στο ύφος και η συνοχή που χαρακτηρίζουν τις συνθέσεις αυτές, δε θα μπορούσαν παρά να είναι η έκφραση του ίδιου δημιουργικού πνεύματος. Ενός μόνο καλλιτέχνη και των βοηθών του (Σχολή Πανσέληνου). Ο Ιερομόναχος και αγιογράφος Διονύσιος εκ Φουρνά των Αγράφων της Ευρυτανίας ( 1670-1744) στην «Ερμηνεία της Βυζαντινής Ζωγραφικής Τέχνης» (2) αναφέρεται στον Πανσέληνο με άκρατο ενθουσιασμό χαρακτηρίζοντας τον μάλιστα σαν τον μεγαλύτερο των ζωγράφων, αρχαίων και νεώτερων και παρομοιάζοντας τον με την «πασιφαή Σελήνην». Ο συγγραφέας της Ερμηνείας σε διάφορα μέρη του Βιβλίου παραπέμπει τον αναγνώστη να μελετά τα έργα του μεγάλου διδασκάλου του Όρους Μ. Πανσέληνου. Επειδή όμως στην Ερμηνεία του ο Διονύσιος αναφέρει τον Πανσέληνο ως αντίπαλο του Θεοφάνου του Κρητός, ο οποίος ήκμασε τον 16ο αι., ( 1490-1550 περ.), εξαιτίας αυτού, πολλοί συμπέραναν εσφαλμένα, ότι και οι τοιχογραφίες του Πρωτάτου είναι έργα του 16ου αι.
 Η συγχρονικότητα όμως των δυο ζωγράφων είναι απίθανη. Η αναφορά του Διονυσίου είναι μάλλον εμφατική και θέλει να εκφράσει τον διαχρονικό ανταγωνισμό, σε επίπεδο καλλιτεχνικής αξίας, ανάμεσα σε δυο μεγάλους καλλιτέχνες που θαύμαζε και οι οποίοι έζησαν πριν από αυτόν. Σε αυτήν μάλιστα την αναφορά αφήνει να διαφανεί η υποκειμενική του προτίμηση προς την τέχνη του Πανσέληνου. Παρόλες τις εικασίες, μια προσεκτική παρατήρηση του ύφους των τοιχογραφιών και των χαρακτηριστικών της τέχνης τους είναι δυνατό να τις ανάγουν σε έργα του 14ου αι.

 Οι τοιχογραφίες του Πρωτάτου είναι αποδεδειγμένα οι αρχαιότερες και καλλιτεχνικότερες του Αγίου Όρους και είναι βέβαιο, ότι ανάγονται στην Α΄ περίοδο της Βυζαντινής Τέχνης (3), που διήρκεσε από τον 7ο αι. μέχρι την άλωση. Σύμφωνα με τον Γεώργιο Σωτηρίου «Οι τοιχογραφίες αυτές ζωογονημένες από το ατομικό του καλλιτέχνη αίσθημα, έχουν μεγάλη δεξιότητα εις την εκτέλεσιν, συνδυάζουν έντονη φυσικότητα ( την οποία δεν είχε μέχρι της εποχής εκείνης η Βυζαντινή τέχνη) μετά ευρείας διακοσμητικότητας, αποτελούν δε τα μνημεία αυτά άριστα δείγματα της σχολής εκείνης της βυζαντινής τέχνης του 14ου αι., η οποία εζωογονήθη από την πλέον ισχυρά - την όλως ανεξάρτητον της ιταλικής - πνοήν της ελληνικής αναγέννησης (4)». Επίσης ο David Talbot Rice στο βιβλίο του «Η Βυζαντινή Τέχνη» αναφερόμενος στον «Ιερό Νιπτήρα» του Πρωτάτου τον χρονολογεί στα 1300. Το ίδιο και ο Ι. Μ. Χατζηφώτης στο βιβλίο του «Οι Θησαυροί του Αγίου Όρους». Η χρονολόγηση, λοιπόν, των τοιχογραφιών στον 14ο αι. και μάλιστα ανάμεσα στα χρόνια 1290-1320, τοποθετεί χρονικά τον Πανσέληνο, πριν την άλωση, στα τέλη του 13ου - 14ο αι., άποψη που δέχονται πλέον οι περισσότεροι ερευνητές. Αναφορά στο έργο του Πανσέληνου Ο Φώτης Κόντογλου αναφέρει σχετικά με το έργο του: 
«Η τραγική τέχνη του Πανσέληνου έχει αναλογία με τις τεταραγμένες παραστάσεις του Μιχαήλ Αγγέλου. Δεινός εκτελεστής της εφ΄ υγρού ζωγραφικής συγκεντρώνει εις ύψιστον βαθμόν τα χαρίσματα του τοιχογράφου, δηλαδή την μνημειώδη ευρύτητα των σχημάτων, την αίσθησιν των επιφανειών, την περί την κατάτμησην του χώρου σοφία, τα αδρά περιγράμματα και την πλήρη υποταγή των λεπτομερειών εις τας μεγάλας γραμμάς του έργου. Το χρώμα του είναι τεφρώδες και εις άκρον λιτόν, μετ΄ελαφρών υποπράσινων φωτοσκιάσεων, σε αντίθεση προς τους ζωγράφους της Κρητικής σχολής που αγαπούν τις βίαιους και μεταλλικούς σκιοφωτισμούς.

 Ο Πανσέληνος αναδεικνύεται ακαταγώνιστος και εις τας συνθέσεις και εις την αναπαράστασιν μεμονωμένων μορφών. Παρ΄όλη την πειθαρχία του έργου του εις τον ρυθμό της παράδοσης μια βαθειά πνοή ωμού πραγματισμού σφραγίζει τις τοιχογραφίες του…Ουδείς βυζαντινός ζωγράφος υπήρξε τόσο υποκειμενικός, τόσο δημιουργικός, όσο ο Πανσέληνος. Ουδενός δε το έργο φανερώνει τόσο συνειδητές επιδιώξεις που έχουν αναλογία προς τας σημερινάς κατευθύνσεις της τέχνης». Κατά τη διάρκεια κάποιων ταξιδιών στο αγιώνυμο Όρος, επισκέφτηκα δυο φορές τον κατανυκτικό ναό του Πρωτάτου που η ιστορική έρευνα τον ανάγει σε κτίσμα του 7ου αιώνα. Εκεί είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τις τοιχογραφίες που αποδίδονται στον Πανσέληνο.
Αυτό χάρη στην συγκαταβατικότητα ενός ευγενικού μοναχού, που μου επέτρεψε τον αναγκαίο χρόνο για μια μελέτη. Παραθέτω κάποιες από τις σημειώσεις για το έργο του Πανσέληνου που έγραψα σε μια από τις επισκέψεις μου αυτές. 13 Μαρτίου 2001 «Τι μεγαλείο και απέριττη ομορφιά έχουν αυτές οι τοιχογραφίες του Πανσέληνου στο εσωτερικό του Πρωτάτου. Δίχως την επιτήδευση και την μεγαλοστομία των δυτικών σύγχρονών του ζωγράφων θρησκευτικών παραστάσεων, εμβαθύνει ουσιαστικά, απόλυτα και απλά στην πνευματικότητα της εικονιζόμενης μορφής. Ο Χριστός με το ευαγγέλιο καθισμένος στο θρόνο είναι ζωγραφισμένος στο δεξιό μέρος του τέμπλου με τέτοιο τρόπο, που έλκει ταυτόχρονα καθώς εκπέμπει φως. 
Είναι ένα αριστούργημα της Μακεδονικής σχολής, όπως και πολλά άλλα που ζωγράφισε ο Πανσέληνος στο ναό του Πρωτάτου ανάμεσα στα χρόνια 1290-1320. Μεγάλος καλλιτέχνης. Ιδιαίτερα μου άρεσαν οι στρατιωτικοί άγιοι στα κλίτη του ναού. «Ο Άγιος Προκόπιος», «Ο Άγιος Μερκούριος», «Οι Προφήτες» στα τόξα του τρούλου και ο «Χριστός Παντοκράτωρ». Οι τοιχογραφίες παρότι αρκετά φθαρμένες είναι σε θέση να δώσουν μαρτυρία της πνευματικότητας, αλλά και της υψηλής τεχνικής κατάρτισης που έχει αυτή η ζωγραφική. Το διάχυτο φως στο πλάσιμο των χρωματικών τόνων, ροδαλών και πρασινωπών φωτοσκιάσεων, ο ρεαλισμός στην απόδοση μορφών και κινήσεων δίχως εμμονή στις λεπτομέρειες, το πολύ καλό σχέδιο και η συνθετική ικανότητα, ο σωστός καταμερισμός του χώρου, η δίχως αντιθέσεις ζεστή χρήση των χρωμάτων και τέλος η πλούσια διακοσμητικότητα ασπίδων, πανοπλιών και χιτώνων αποτελούν τα βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ζωγραφικής του Μανουήλ Πανσέληνου.

 Παρατηρώντας το έργο του πίσω από τις σκαλωσιές των συντηρητών αναλογίζομαι το εύρος του καλλιτέχνη. Η ζωγραφική του δεν υπολείπεται στο ελάχιστο της τέχνης των σύγχρονών του μεγάλων δασκάλων της δυτικο-ευρωπαϊκής ζωγραφικής, όπως του Τσιμαμπούε (περ.1240-1302) και του μαθητή του Τζιότο ντι Μποντόνε ( περ. 1266-1337) που θεωρούνται θεμελιωτές της δυτικής ζωγραφικής. Στο ίδιο χρονικό διάστημα, από το 1290-1300, που ο Τζιότο δούλευε στην Ασίζη και στην Φλωρεντία, ο Πανσέληνος ζωγράφιζε το εσωτερικό του Πρωτάτου. Το έργο του Τζιότο φανερώνει την εμπέδωση και την επιβεβαίωση της ρήξης με τις συμβάσεις της Βυζαντινής τέχνης, που κυριαρχούσε για πολλά χρόνια ακόμα και στην ιταλική χερσόνησο.
 Το έργο του Πανσέληνου από την άλλη, ανανεωτικό και εκφραστικό εισήγαγε ένα νέο πνεύμα φυσικότητας που δεν απεμπόλησε στο ελάχιστο την πνευματικότητα της Βυζαντινής ζωγραφικής. Η ανανέωση αυτή ωθούμενη από τη δυναμική που άρχισε να αναπτύσσεται κατά την Παλαιολόγεια Αναγέννηση, είναι τελείως διαφορετική, ως προς τις επιδιώξεις και τα αποτελέσματά της, από την αντίστοιχη προσπάθεια χειραφέτησης της δυτικής ζωγραφικής και της ρήξης που επιχειρήθηκε στην προ-αναγεννησιακή περίοδο από τους προαναφερόμενους ιταλούς καλλιτέχνες. Στην περίπτωση αυτών, η ρήξη με τη Βυζαντινή τέχνη ήταν ένας αναπόφευκτος μονόδρομος στην προσπάθεια να θεμελιωθεί μια ανεξάρτητη ιταλική ζωγραφική. 

Πιστεύω, πως έχει μάλιστα πολύ ενδιαφέρον, αν διακρίνει κανείς στην προσπάθεια αυτή, την αναγκαιότητα να εκφραστεί πλέον η Παπική Εκκλησία με διαφορετικό καλλιτεχνικό τρόπο από εκείνον της ανατολικής-Ορθόδοξης Εκκλησίας, μέσα από το πρίσμα της δογματικής διαφοροποίησης που προηγήθηκε του σχίσματος(5) των δυο εκκλησιών και οριστικοποιήθηκε μετά από αυτό. Με την συλλογιστική αυτή γίνεται άμεσα φανερός ο μεγάλος ρόλος της τέχνης και η άμεση σχέση με τις θρησκευτικές και ευρύτερα κοινωνικοπολιτικές δομές και εξελίξεις της εποχής της. Όμως η ανανέωση στο έργο του Πανσέληνου δεν αμφισβητεί την βυζαντινή παράδοση και τους κανόνες της, ούτε την εκκοσμικεύει, αλλά αντίθετα την προάγει σε ένα επίπεδο μεγαλύτερης έκφρασης.
 Η τέχνη του προβάλλει την ατομικότητα της κάθε μορφής με τρόπο ρεαλιστικό και οι χαρακτήρες των προσώπων του είναι μοναδικοί και χωρίς εξιδανίκευση. Η ατομική οντότητα αποτελεί ξεχωριστό και ταυτόχρονα αναπόσπαστο μέρος ενός τέλειου οργανικού συνόλου που δονείται από την ίδια δημιουργική ενέργεια. Η ελεύθερη, έξω από επαναλαμβανόμενους συμβατικούς τύπους, εξατομίκευση χαρακτήρων και μορφών, δημιουργεί μια ποικιλία που συνιστά έναν γενικότερο βαλκανικό τύπο μορφής συνηθισμένο στην Μακεδονία της εποχής του Πανσέληνου.
 Αυτό το χαρακτηριστικό της τέχνης του Πανσέληνου βρίσκεται σε αντίθεση με τις επαναλαμβανόμενες, σχεδόν πανομοιότυπες μορφές μεταγενέστερων καλλιτεχνών ιδίως της Κρητικής Σχολής. Αυτή η ελευθερία στην έκφραση κατατάσσει τον Πανσέληνο περισσότερο στην χορεία των ζωγράφων θρησκευτικών παραστάσεων, παρά στον κύκλο των συμβατικών αγιογράφων. Από την άποψη αυτή ανιχνεύονται κοινά σημεία ανάμεσα στον Πανσέληνο και στους σύγχρονούς του ιταλούς, παρότι τους χωρίζει τεράστια απόσταση ως προς τις επιδιώξεις. Η ζωγραφική του Πανσέληνου επαναφέρει, κατά την γνώμη μου, ως κυρίαρχο στοιχείο τα ρεαλιστικά χαρακτηριστικά της αρχαιοελληνικής και ελληνιστικής τέχνης σε συνύπαρξη με τις επιδράσεις της ανατολής. 
Στοιχεία τα οποία διαμόρφωσαν έντονα το ύφος της Βυζαντινής Τέχνης κατά την διάρκεια της πρώτης μ.Χ χιλιετίας. Στην τέχνη του Πανσέληνου η μέθεξη των δύο στοιχείων, του αρχαιοελληνικού και του ανατολίτικου (με την απλούστερη συναισθηματική έκφραση),που συντέλεσαν εξαρχής στο ιδιότυπο ύφος της Βυζαντινής τέχνης,( όπως συνέβη και με την Βυζαντινή μουσική), αναδεικνύεται με μια νέα εκφραστική ισορροπία. Οι αρετές της ελληνικής ζωγραφικής αντανακλώνται στις μορφές και στις εκφράσεις, στις κινήσεις και στη γαιώδη χρωματολογία, καθώς επίσης και στην πλούσια διακοσμητικότητα, ενώ είναι αισθητή η συναισθηματική προσέγγιση- ειδικά στις μεμονωμένες μορφές- που θυμίζει τα πορτραίτα Φαγιούμ.
 Όπως η Ελληνική Ορθοδοξία, έτσι και η Βυζαντινή ζωγραφική και μουσική, αποτελούν την δημιουργική συνισταμένη από την συνάντηση και την αλληλεπίδραση δυο κόσμων. Αυτό δεν είναι κάτι που συνέβη για πρώτη φορά, αν λάβει κανείς υπόψιν του, ότι και η αρχαιοελληνική τέχνη του 5ου-3ου π.Χ αι., ήταν το νέο πολιτισμικό προϊόν που αναδύθηκε από την επίδραση και την αφομοίωση των τεχνών της ανατολής και της Αιγύπτου, πριν και κατά την αρχαϊκή εποχή τον 8ο-7ο-6ο π.Χ αι. Κούροι, Σφίγγες, Σειρήνες, Γρύπες, ρόδακες και πολλά διακοσμητικά φυτικά στοιχεία ανατολικής προέλευσης που μετουσιώθηκαν στο ελληνικό ύφος και ακόμα η εισαγωγή ανατολικών θεοτήτων όπως η Εκάτη, ο Διόνυσος κ.α. 
Στην τέχνη του Πανσέληνου αποκαλύπτεται ξανά πάνω στην τοιχογραφική επιφάνεια η ουσιαστική συμβολή της αρχαίας ελληνικής ζωγραφικής και αφήνεται να εκδηλωθεί διάφανα και ελεύθερα, ο ρόλος της στην διαμόρφωση του ύφους της Βυζαντινής τέχνης». Κατάλογος έργων του Από τα έργα που δημιούργησε ο Πανσέληνος σε πολλές εκκλησίες και παρεκκλήσια, κατά την παραμονή του στον Άθω, διεσώθησαν μόνο αυτά στον ναό του Πρωτάτου των Καρυών και επίσης ορισμένα άλλα που αποδίδονται σε αυτόν σε μονές της Σερβίας και της Αχρίδας. Παρά τις βλάβες των τοιχογραφιών αυτών, μπορεί κανείς να έχει ακόμη μια πλήρη ιδέα της μεγάλης αξίας τους. Εξέχουσα θέση ανάμεσα στις συνθέσεις έχουν:
 «Η Βάπτιση», «Η Υπαπαντή», «Ο Ιερός Νιπτήρ», «Ο Ιησούς προ του Πιλάτου», «Η Ανάληψις» και ιδιαίτερα «Η Προσευχή επί του όρους των Ελαιών», «Η Προδοσία», «Η Σταύρωσις», «Η Ανάστασις» και τα «Εισόδια της Θεοτόκου». Από τις μεμονωμένες μορφές μπορούν να επισημανθούν ιδιαίτερα οι: «Πρόγονοι του Ιησού» στις δυο σειρές στην πάνω ζώνη των πλάγιων πλευρών του ναού, έπειτα οι «Πέτρος και Παύλος», «Οι τέσσερεις Ευαγγελιστές», «Ο Απόστολος Ανδρέας», «Το παιδίον Ιησούς», «Η Κεφαλή του Προδρόμου», πολλοί άγιοι όπως οι «Μερκούριος», «Προκόπιος», οι Προφήτες κ.α. 

Αντί επιλόγου. Ευτύχημα αποτελεί η προσπάθεια συντήρησης των τοιχογραφιών αυτών, που αποτελούν σημαντικά μνημεία της εθνικής πολιτιστικής μας κληρονομιάς και ειδικά της ελληνικής μεσαιωνικής τέχνης. Σε απάντηση κάποιων αρχαιολατρών που φορούν παρωπίδες και όσων σκόπιμα, η από άγνοια, θέλουν να εξαιρούν την Βυζαντινή περίοδο από το αδιαίρετο σώμα του Ελληνισμού, πιστεύοντας, ότι οι τόσοι αιώνες του Βυζαντίου ήταν ένα μαύρο κενό στην ελληνική ιστορία και τέχνη, τα έργα των βυζαντινών καλλιτεχνών τους διαψεύδουν. Μιλούν για το δυτικό μεσαίωνα και θαυμάζουν την Ιταλική Αναγέννηση, χωρίς να μπαίνουν στον κόπο να λάβουν υπόψιν τους την δική μας Αναγέννηση που μάλιστα προηγήθηκε της Ιταλικής και την επηρέασε σε όλο το φάσμα των πνευματικών δραστηριοτήτων, ιδίως μετά την άλωση και την μετανάστευση στη δύση ελλήνων λογίων και καλλιτεχνών. 
Όπως συμβαίνει πάντα με εμάς τους Έλληνες, αυτό που αγνοούμε ή και απαξιώνουμε επειδή είναι δικό μας, γίνεται από τους ευρωπαίους αποδεκτό και σεβαστό. Η βυζαντινή τέχνη επέδρασε σημαντικά στο έργο γνωστών ευρωπαίων καλλιτεχνών όπως π.χ στον Ματίς. Μέσα από το έργο του Θεοτοκόπουλου και άλλων διοχετεύτηκαν στην ευρωπαϊκή τέχνη πολλά στοιχεία της Βυζαντινής ζωγραφικής. Το έργο του Πανσέληνου καθ΄εαυτό, του μεγάλου αυτού, ''αγνώστου'' σε πολλούς, αλλά και όλων των άλλων βυζαντινών καλλιτεχνών, καταδεικνύει εντέλει, την διαχρονική παρουσία και την συνεχή μετεξέλιξη της ελληνικής τέχνης μέσα στους αιώνες. Την δυναμική και την ελληνικότητα της βυζαντινής τέχνης. 

 ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. «Μακεδονική Σχολή» Μια από τις βασικές σχολές-κατευθύνσεις της Βυζαντινής ζωγραφικής που εξαπλώθηκε κυρίως στο γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας και των σλαβικών χωρών της Βαλκανικής. Άλλοι εκπρόσωποι της Σχολής αυτής εκτός του Πανσέληνου, υπήρξαν ο Αστραπάς, ο Μιχαήλ και ο Ευτύχιος
 2. «Ερμηνεία της Βυζαντινής Ζωγραφικής Τέχνης» Πραγματεία του Ιερομονάχου Διονυσίου του εκ Φουρνά που αναφέρεται με λεπτομέρειες στην τεχνική και στα υλικά της βυζαντινής ζωγραφικής, καθώς και στον εικονογραφικό καταμερισμό των χώρων ενός ιερού ναού και των μορφών των αγίων σύμφωνα με την ορθόδοξη αγιογραφική παράδοση.
 3. «Βυζαντινή Τέχνη»: Η Βυζαντινή Τέχνη ανάγεται σε δυο βασικές περιόδους. Α΄ περίοδος Βυζαντινών χρόνων από τον 7ο αι. μέχρι την Άλωση (1453) και Β΄ περίοδος Μεταβυζαντινών χρόνων από την Άλωση και μετά
 4. «Ελληνική ή Παλαιολόγεια Αναγέννηση» Με τον όρο αυτό ονομάζεται μια σημαντική περίοδος της Βυζαντινής Τέχνης κατά την οποία εκδηλώθηκε η αναβίωση και μια νέα άνθηση των τεχνών και των γραμμάτων. Διήρκεσε για περίπου δύο αιώνες, ανάμεσα στα 1261-1453, ταυτιζόμενη με την Αυτοκρατορική Δυναστεία των Παλαιολόγων. Κύρια χαρακτηριστικά της ήταν η στροφή προς τον ουμανισμό, η ζωντάνια, η ατομικότητα, η πληθωρικότητα και η αίσθηση του διακοσμητικού στοιχείου.
 5. «Σχίσμα» Έτσι αποκαλείται η πράξη απόσχισης της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας από την αρχική ενιαία Εκκλησία. Υπήρξε συνέπεια της διαφοροποίησης της Εκκλησίας της Ρώμης, επί σειράς σημείων του χριστιανικού δόγματος, αλλά και της διεκδίκησης των Πρωτείων από τον Πάπα έναντι του Πατριάρχου της Κων/πόλεως. Ξεκίνησε πρώτα επί του Πατριάρχου Φωτίου (820-891) και οριστικοποιήθηκε επί Μιχαήλ του Κηρουλάριου στα 1054. Έκτοτε, όλες οι προσπάθειες ένωσης των δυο εκκλησίων απέτυχαν.

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
 «Εγκυκλ. Λεξικό Ελευθερουδάκη «Φώτη Κόντογλου «Μ. Πανσέληνος». τόμος 10ος -σελ 410. Γεώργιος Σωτηρίου «Η Τέχνη στον Άθω» τόμος 1ος-σελ 437-439 Ø «Βυζαντινή Τέχνη» David Talbot Rice.-Σελ. 236-242. Υποδομή 1994. Ø «Οι Θησαυροί του Αγίου Όρους» Ι. Μ. Χατζηφώτη 1997 -Σελ. 235. Ø «Λεξικό Εικαστικών Τεχνών» H. Read. Υποδομή. Αθήνα 1985 -Σελ.235 ΕΡΓΑ

1326 - Ημερολόγιο Άκη: Εντολέας για τη δίωξη του Παπά ο Πεταλωτής!


«Κλίμα στη Δικαιοσύνη! Η Καλού επέμενε για δίωξη του Παπά !! Ανήκει και αυτή στην ομάδα της Εισαγγελίας Αθήνας! Έχουν επαφή μέσω Ράικου με Μαξίμου και Πεταλωτή Υφ. Δικ. Εντολέας!!!»

1325 - Γέροντας Παΐσιος: Μερικοί που διαβάζουν πνευματικά βιβλία μορφώνονται μόνο εγκυκλοπαιδικά!


Μπορεί να ξενυχτούν και να διαβάζουν πνευματικά βιβλία με μανία και να ευχαριστιούνται.
Παίρνουν ένα πνευματικό βιβλίο, κάθονται και λίγο αναπαυτικά και διαβάζουν.
«Ωφελήθηκα», λέει ο άλλος.
Καλύτερα πες ότι ευχαριστήθηκες, ότι πέρασες ευχάριστα την ώρα σου. Γιατί αυτό δεν είναι ωφέλεια. Ωφελείσαι, μόνον, όταν δης τι λέει αυτό που διαβάζεις, ελέγχης τον εαυτόν σου και προσπαθής να τον ζορίζης στην εφαρμογή: «Τι λέει αυτό που διάβασα; Εγώ που βρίσκομαι πνευματικά; Τι πρέπει να κάνω;»
Ύστερα, όσο περισσότερα μαθαίνη κανείς, τόσο περισσότερη ευθύνη έχει.
Δεν λέω να μην διαβάζη, για να μην ξέρει πολλά και να μην έχη ευθύνη, γιατί αυτό είναι πονηριά, αλλά να μη διαβάζη μόνο για να ευχαριστιέται. Το κακό είναι ότι, αν διαβάζη και έχη δυνατή μνήμη, θυμάται πολλά, μπορεί και να λέη και πολλά και να ξεγελάη τον εαυτό του, να νομίζη δηλαδή ότι τα εφαρμόζει κιόλας.
Έτσι δημιουργεί ψευδαίσθηση και στον εαυτό του και στους άλλους. Για αυτό να μην αναπαύετε τον λογισμό σας στα πολλά διαβάσματα. Να στραφήτε στην εφαρμογή.
Τα πολλά διαβάσματα μορφώνουν εγκυκλοπαιδικά. Έτσι δεν λέγεται;